Saturday, February 17, 2007

Game is going on!

Για σκυτάλες μιλούσα στο προηγούμενο ποστ μου και σκυτάλη μου έδωσε τελικά η Φουλιάννα μου για να σας πω 5 (ε μα τόσα πολλά!!!) πράγματα που δεν ξέρετε για μένα.
1. Παλιά έχανα εύκολα τον έλεγχό μου, ήμουν παρορμητική και τσαντιζόμουν εύκολα. Πλέον καταπίνω πολλά και περιμένω να εξαντλήσω όλες τις δικαιολογίες που μπορεί να υπάρχουν για τον άλλο, πριν γίνω άλογο. Κάνω βεβαίως πολλούς άλογο με αυτή μου την απάθεια.
2. Είμαι απίστευτα κακιά ώρες ώρες, κακία που ασφαλώς νοιώθω και για τον εαυτό μου.
3. Λατρεύω τα σοκολατάκια Lindt που ανακάλυψα πρόσφατα, μπορώ να τρέφομαι αποκλειστικά με αυτά.
4. Λέω ψέμματα όταν δεν μπορώ να το αποφύγω, πωλήσεις κάνουμε άλλωστε !
5. Τρελλαίνομαι να μαγειρεύω χωρίς συγκεκριμένες συνταγές, κανένα μου φαγητό δεν είναι ίδιο με κάποιο προηγούμενο, είναι όλα όμως υπέροχα! Το "χερικό" βλέπετε, που έλεγε και η γιαγιά μου!
(Αν υπήρχε και 6ο, σε συνέχεια του 5 θα έλεγα ότι είμαι μια ψωνάρα!)
Παραδίδω λοιπόν την σκυτάλη στους:

Friday, February 16, 2007

This is NOT Bulgaria!

Σήμερα ήρθε στο γραφείο μου και μου είπε ότι θέλει να μιλήσουμε. Ανάσανα βαριά κι ασήκωτα «ουχ Θεέ μου, τώρα θα μου πει ότι κάνει κάτι πολύ δύσκολο και πρέπει να την βοηθήσει κάποιος, ή θα μου ζητήσει αύξηση, ή ή ή ..... α, υπάρχει και το πιο απλό, μάλλον θέλει προκαταβολή!» αναθάρρησα. Οχι καλέ, δεν είναι θέμα προκατάληψης, απλά όταν κάποιος πλησιάζει το γραφείο μου, αναφέρει μονίμως ένα από τα παραπάνω. Κι όχι τίποτα άλλο , από αυτή πίστευα πως δεν θα ακούσω τίποτα από τα παραπάνω όταν την πρωτόφερα, για λόγους που θα αναφέρω παρακάτω, αλλά μάλλον την μάτιασα όπως και πολλούς άλλους.
Φόρεσα το χαλαρωτικό μου χαμόγελο, αυτό που τους βοηθάει να ξεστομίσουν την παράκκλιση ευκολότερα, άναψα τσιγάρο και της είπα να μου πει. Οκ, η μεταφράστρια είναι έξω, πες, θα καταλάβω, κι αν χρειαστεί να πω κάτι δύσκολο, θα την περιμένουμε. Και ξεκίνησε η έκπληξη στο μεγαλείο της!
«Ξέρετε, την δουλειά που μου αναθέτετε την κάνω πολύ γρήγορα» (ώπα πάμε για την αύξηση, πάλι καλά, άειντε να δούμε πόσα)....
«Οταν την τελειώνω ζητάω να βοηθήσω τη Νίνα, το Ζόρο ή τον Κραστάν» (και οι τρεις αναφερθέντες είναι άτομα που με το καλημέρισμα, σου λένε «νιάμα βρέμε», δηλαδή «δεν έχω χρόνο», και τα καθίκια την έχωσαν την μικρή στο τριπάκι να τους κάνει τη λάντζα, οπότε τέρμα, την αύξηση την έχουμε στο τσεπάκι!)
«Αλλά και ό,τι μου ζητάνε το κάνω πολύ γρήγορα, και ξέρετε έχω πολύ ελεύθερο χρόνο.» (μήπως έχει πυρετό τούτο? Μήπως η Πόλια μου την έκανε με κανέναν αλλοεθνή και την φόρτωσε του Ιορδάν? Δεν είναι Βουλγάρα αυτή, τέλος).
«Γι’ αυτό θα σας παρακαλούσα πολύ να μου αναθέσετε μία δουλειά που να με κρατάει απασχολημένη όλη τη μέρα, μπορείτε?» (Δεν μπορεί, σίγουρα κάτι κατάλαβα λάθος, τί θέλω και δεν χρησιμοποιώ μεταφράστρια σε όλα? Σίγουρα άλλα μου λέει κι εγώ βλέπω όνειρα).
Οπότε απαντώ «οκ, σε λίγο που θα γυρίσει η Ολγα θα μιλήσουμε». Και περιμένω να την δω να θρονιάζεται για να περιμένει την Ολγα. Ολοι τους δεν πάνε να κάνουν καμιά προκοπή μέχρι να τους δεχτώ, περιμένουν σαν τον χάρο μπροστά στο γραφείο μου. Και ακούω «μάλιστα. Εγώ πάω στο γραφείο μου και όταν έρθει η Ολγα θα έρθω».
Ξανά τσιγάρο! Μα τί είπε το άτομο! Βρε δεν πάμε καλά, χάλασε ο κόσμος. Θα το ακούσουν και οι υπόλοιποι και θα την κουρέψουν! Και έρχεται η Ολγα. Και η μικρά της λέει ότι θέλει να μας βοηθήσει στη μετάφραση (μπάι δε γουέι, αν η Χριστινούλα, ήξερε πως μεταφράζει η Ολγα, θα μάθαινε Ελληνικά μόνη της). Και ξανάκουσα τα ίδια. Μα ακριβώς! Οχι, δεν είχα καταλάβει λάθος, η Χριστίνα ζητούσε περισσότερη δουλειά. Για να μην της μένει λεπτό ελεύθερο. Γιατί δεν της αρέσει να κάθεται χωρίς να έχει κάτι να κάνει. Και γιατί ναι, μπορεί να συνεχίσει να είναι το κλωτσοσκούφι όλων (φτιάξε καφέ, βγάλε φωτοτυπίες, στείλε το φαξ) αλλά θέλει να έχει κάθε μέρα συγκεκριμένο πρόγραμμα στο τί θα κάνει. Συμπεριλαμβανομένων και των αρμοδιοτήτων ως κλωτσοσκούφι. Και παρεμπιπτόντως , για αύξηση , κουβέντα.
Περιττό να πω, πως ένοιωσα συγκινημένη, Περιττό να πω πως για πρώτη φορά ένοιωσα τόσο περήφανη, και τόσο δικαιωμένη από τις –πάντα συναισθηματικές – επιλογές μου. Εχω κρατήσει ή έχω προσλάβει κόσμο εδώ μέσα μόνο και μόνο γιατί τον συμπόνεσα κι έχω εισπράξει την αχαριστία σε όλο της το μεγαλείο.
Η Χριστίνα είναι κόρη της Πόλιας μου. Η Πόλια είναι η καθαρίστρια του εργοστασίου, αλλά θα την δεις να τρέχει δεξιά αριστερά μην της μείνει κανένα λεπτό ελεύθερο (σε αυτή έμοιασε τελικά η μικρή). Με «υιοθέτησε» από την πρώτη μέρα που ήρθα, παρότι θα μπορούσε να είναι η μεγάλη μου αδελφή, είναι μόλις τριανταεννέα. Είναι αυτή που καθαρίζει το διαμέρισμά μας (πάντα μέσα στο 8ωρό της), που φροντίζει να έχουμε τα πάντα στην εντέλεια, μέχρι και τα στικς έτοιμα για άναμα κάθε βράδυ που γυρίζουμε. Είναι αυτή που αδειάζει τις βαλίτσες μας όταν γυρίζουμε από ταξίδι και που στριγκλίζει όταν της δίνω κάτι έξτρα για τον κόπο της. Είναι το μόνο άτομο που δεν ζήτησε ποτέ αύξηση και που όταν της την δώσαμε με όλη μας την ψυχή, θεώρησε λογικό να φορτωθεί μόνη της κι άλλη δουλειά. Είναι η νταντά της Μέτζυ μας, αυτή που την φορτώνεται όλο χαρά τα Σαββατοκύριακα που λείπουμε. Και για να μην λέμε μόνο τα καλά της, είναι τόσο περιποιητική , που φοβούμενη μην μου λείψει ο καφές μου, με κατάντησε να πίνω δέκα καφέδες τη μέρα. Μόλις μυρίζεται άδειο φλυντζάνι, τσουπ φέρνει τον επόμενο.
Την ύπαρξη της Χριστίνας την έμαθα πέρσι το Μάη. Οταν η Πόλια με τα μάτια κατεβασμένα , κι ύστερα από δισταγμούς ημερών, ήρθε να ζητήσει προκαταβολή για να της αγοράσει φόρεμα για τον χορό των αποφοίτων. Δεν ήξερα ότι είχε τόσο μεγάλη κόρη κι ούτε το φανταζόμουν. Μετά τον χορό μου έφερε να δω τις φωτογραφίες. Τί όμορφο κοριτσάκι!!! Μια κουκλίτσα! Αν είχα άλλα μυαλά, θα μπορούσα να έχω κόρη στην ηλικία της, αλλά ευτυχώς δεν έχω (μυαλά όχι κόρη). Μετά την ξέχασα, την ξαναείδα δυο τρεις φορές που πήγα να πάρω το Μετζάκι από την Πόλια, και το Μετζάκι έκλαιγε γιατί είχε μάθει να κοιμάται στα πόδια της Χριστίνας.
Μια μέρα, επιστρέφοντας στο γραφείο, είδα στο γραφείο του Δημήτρη, το τρίο ατενέ , δηλαδή την Πόλια, την Ολγα και την Χριστίνα. Ο Δημήτρης ψιλοσφιγμένος, μου είπε ότι η Χριστινούλα, ήρθε να ζητήσει δουλειά. Εστω και στην παραγωγή, αρκεί να μην κάθεται σπίτι. Και με ό,τι μισθό θέλαμε, δεν είχε πρόβλημα. Της ζητήσαμε λίγο χρόνο. Η μικρή ήταν μια κουκλάρα, στην παραγωγή θα είχε πρόβλημα. Και στην μέση ήταν το Πολίνι μας, αν η μικρή μας έβγαινε μάπα, πώς θα της το λέγαμε? Και το κυριότερο, αγγλικά καθόλου, από υπολογιστές ελάχιστα, κάτι γνώσεις κομμωτικής μετά το σχολείο και κλεισμένη στο χωριό. Θα τα έβγαζε πέρα? Βασανιστήκαμε, το φέραμε από εδώ το φέραμε από εκεί και είπα το απίστευτο «κι εμείς έτσι ξεκινήσαμε, στα δεκαοκτώ μεροκάματο, τί σκατά ξέραμε? Αν δεν δώσεις ευκαιρία πώς θα δεις τί μπορεί να κάνει?» .
Και ήρθε. Και έπεσε με τα μούτρα. Σε μισό μήνα δούλευε τον υπολογιστή της καλύτερα από πολλούς που το παίζουν γνώστες. Μιλούσε με τους πελάτες λες και είχε προϋπηρεσία. Και το κυριότερο? Είχε μάτια και αυτιά ορθάνοιχτα να αντιγράψει τρόπους, να μάθει συμπεριφορές, να εξελιχθεί. Και όλα με απίστευτη σοβαρότητα για δεκαοκτάχρονη κουκλάρα και Βουλγάρα. Την πήρα λοιπόν υπό την προστασία μου. Ενοιωθα το άγχος της, την αγωνία της μήπως κάτι πάει στραβά και δεν μείνουμε ικανοποιημένοι. Επαθα πλάκα όταν το Σάββατο με παρακάλεσε να έρθει κι αυτή μαζί με την Πόλια για να καθαρίσουν το γραφείο, κι ας μην έπαιρνε υπερωρίες. Και σήμερα το πρωί ήρθε και μου ξεφούρνισε τα παραπάνω.
Θα τα καταφέρει. Θα πάει μπροστά αυτό το παιδί. Της είπα σήμερα να πάει να ρωτήσει για μαθήματα Αγγλικών, να την βοηθήσω όπου μπορώ, να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητές της. Η καλλιέργεια, ο επαγγελματισμός, η πρόοδος δεν θέλουν μόνο πτυχία, θέλουν και ψυχή και φλόγα, κι αυτό το παιδί τα έχει. Εύχομαι μετά από μερικά χρόνια να είναι το δεξί μου χέρι εδώ και να έχει ξεφύγει από τα στενά όρια του χωριού. Ο Δημήτρης με ρώτησε αν βλέποντάς την θυμάμαι εμένα στην ηλικία της... Γέλασα και απάντησα «όχι βρε, η Χριστίνα είναι κούκλα!», αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Είχα την τύχη να μου δοθούν ευκαιρίες, είχα την τύχη να πιστέψουν πολλοί άνθρωποι σε μένα, και να φτάσω εδώ που είμαι. Βέβαια είχα και την ψυχή να δουλέψω σκληρά για να μην αφήσω αυτές τις ευκαιρίες να χαθούν. Θεωρώ ότι αν χρωστάω κάτι στη ζωή μου, είναι να δώσω και σε άλλους τις ευκαιρίες που δόθηκαν σε μένα και ακόμα περισσότερες αν μπορώ. Στο χέρι τους είναι εάν τις εκμεταλλευτούν ή εάν τις πετάξουν στα σκουπίδια. Οπως και να έχει εγώ θα έχω παραδώσει τη σκυτάλη μου με ένα χαμόγελο ...

Thursday, February 08, 2007

Μεγαλώσαμε!

Σαν σήμερα πριν από πολύυυυυ πολύυυυυυ καιρό (δηλαδή πριν από επτά ολόκληρους μήνες) πρωτοπροβάλαμε το κεφαλάκι μας στο φως. Οχι, όχι , δεν ανοίξαμε αμέσως τα ματάκια μας, μας πήρε μερικές μέρες. Σήμερα πλέον δεν βουτάμε τα ποδαράκια μας στο πιατάκι μας τρώγοντας, ίσα ίσα είναι και μικρό το άτιμο. Τέρμα και το γαλατάκι, βαρεθήκαμε τις κροκέτες , τις προτιμάμε ανακατεμένες με κονσέρβα για να μπορούμε να τις φτύνουμε!


Τελειώσαν και οι γκρίνιες μας τις νύχτες, ήταν γκρίνιες χαζές, τώρα επαναστατούμε ΜΕ λόγο και αιτία, χτυπώντας το τζάμι γιατί πώς να το κάνουμε, μας αρέσει να τρέχουμε στην παραγωγή.


Το χαρτοκιβώτιο - κούνια έχει γίνει προ καιρού κομματάκια, και το νέο μας μαξιλάρι είναι ήδη μικρό, άλλο λοιπόν επειγόντως!


Και ω ναι, δεν είμαι πιά μωρό, είμαι μία κούκλαααααα που σε λίγους μήνες θα κάνει δικά της μωρά! Μόνο που δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τα αδέλφια μου έχουν γονείς με τέσσερα πόδια ενώ οι δικοί μου έχουν δύο! Κοιτάξτε τί όμορφο μωρό που ήμουν και τί υπέροχη κοπέλλα έγινα!!!!!!




Friday, February 02, 2007

Foulianna

Την πρώτη μου μέρα στο Δημοτικό την θυμάμαι ακόμα, όπως όλοι μας άλλωστε. Βρέθηκα σε ένα προαύλιο φορώντας την αυστηρή μου μπλέ ποδιά με τον άσπρο γιακά, ραμμένη από τη νονά μου. Χέρι χέρι με τη Μαρία (δίδυμες γαρ), η οποία φορούσε την ίδια ποδιά με διαφορετικό φερμουάρ (που ήθελα εγώ αλλά το έβαλαν στην δικιά της), ανακατευτήκαμε με τις γνώριμες φατσούλες που γνωρίζαμε ήδη από το νηπιαγωγείο. Οταν χτύπησε το κουδούνι, με έκλπηξη είδαμε ότι στην τάξη μας, δεν ήταν μόνον τα γνωστά μας παιδάκια αλλά και δυο – τρία άλλα κοριτσάκια που βλέπαμε πρώτη φορά. Η Χαρούλα, η Νεκταρία, η Φουλιάννα.
Η Φουλιάννα, κοντούλα, με ίσια μαύρα μαλλιά πιασμένα σε δυο αλογοουρές στα πλάγια με τεράστιους πουά φιόγκους! Ακόμα τους θυμάμαι! Καμιά μας δεν είχε κορδέλες στα μαλλιά, όλες προτιμούσαμε (ή μάλλον οι μαμάδες μας) εκείνα τα λαστιχάκια με τις πλαστικές πασχαλίτσες.
Εκτός από τα κοτσιδάκια της, μου έκανε εντύπωση και το όνομά της, η μεγάλη μου αδελφή είχε μια φίλη Φούλη και ναι, στο αναγνωστικό μας υπήρχε και μια Αννα, αλλά όχι, Φουλιάννα δεν είχα ξανακούσει! Αραγε αυτό το κοριτσάκι είχε δύο ονόματα? Και τι όμορφο όνομα! Καμία σχέση με το δικό μου που ανέκαθεν δεν μου άρεσε. Αργότερα έμαθα, ότι είχε ένα όνομα απλό όπως όλες μας, Φωτεινή. Απλά οι δύο υπέροχοι γονείς της, ξέφυγαν από τα τετριμμένα και την φώναζαν με ένα τόσο γλυκό, τόσο ανθισμένο (έτσι το άκουγα, αλήθεια σας λέω) όνομα.
Τα καινούργια κοριτσάκια εγκλιματίστηκαν αμέσως, μπήκαν στις υπάρχουσες παρέες του νηπιαγωγείου και όλες μεγαλώναμε μαζί. Με την Φουλιάννα δεν κάναμε πολύ παρέα στο Δημοτικό, βρεθήκαμε όμως πολύ κοντά στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Πηγαίναμε στο ίδιο φροντιστήριο αγγλικών και θυμάμαι ότι πρν το μάθημα, καθισμένες στο πεζοδρόμιο απ’έξω γράφαμε ποιηματάκια η μία στα τετράδια της άλλης. Μαζί γιορτάσαμε τη μέρα που φόρεσε φακούς επαφής και είπε ότι «άλλαξε η ζωή της». Χαρά που την μοιράστηκα μεν, δεν συμμερίστηκα δε, γιατί εγώ, πλάσμα ανάποδο εκ γεννετής, είδα κι έπαθα να γιορτάσω τη μέρα που επιτέλους, ναι, φόρεσα γυαλιά. Μαζί κουτσομπολέψαμε, θάψαμε, αγαπήσαμε, μισήσαμε διάφορους, και ναι, όσο περιέργο κι αν είναι στις παιδικές και εφηβικές παρέες δεν μαλώσαμε ποτέ και δεν ζηλέψαμε ποτέ η μία την άλλη.
Μετά το Λύκειο χαθήκαμε, η Φουλιάννα έφυγε για Θεσσαλονίκη να σπουδάσει Ιταλική Φιλολογία. Δυό χρόνια μετά, τα Χριστούγεννα του ’92, ο Νεκτάριος, φίλος αγαπημενος και συμμαθητής μας από πάντα, έφυγε. Ο πρώτος άνθρωπος που τηλεφώνησα για να τον ενημερώσω ήταν η Φουλιάννα, είχε έρθει για τις διακοπές, οπότε την βρήκα στο πατρικό της. Εκείνη τη μέρα ήταν και η τελευταία φορά που την είδα. Δεν μιλήσαμε πολύ, τί να λέγαμε άλλωστε μια τέτοια μέρα. Κλάψαμε αγκαλιασμένες και στο τέλος αποχαιρετηθήκαμε υποσχόμενες κάποια στιγμή να ξαναβρεθούμε.
Δεν ξαναβρεθήκαμε. Η κάθε μία από εμάς τράβηξε διαφορετικό δρόμο, και τις ελάχιστες φορές που βρέθηκα με κάποιον από τους συμμαθητές απλά μάθαινα ότι μάλλον είχε μείνει στην Θεσσαλονίκη. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές, την ώρα ανάκλησης διάφορων αναμνήσεων ή χαζεύοντας φωτογραφίες από τα σχολικά μου χρόνια, την θυμήθηκα κι αναρωτήθηκα τί να έχει γίνει το κοριτσάκι με τους πουά φιόγκους. Αλλά, ως εκεί.
Χθες, έκανα την γνώριμη βραδυνή μου βόλτα στα μπλογκς. Από το ένα στο άλλο, άγνωστα , καινούργια μπλογκς, ψάχνοντας κάτι ενδιαφέρον. Και ξαφνικά το είδα... Foulianna! «Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει άλλη Φουλιάννα στην Ελλάδα» σκέφτηκα. Μπήκα και τα μάτια της φωτογραφίας μου έφεραν στο μυαλό τα μάτια που χαμογέλασαν όταν έβγαλαν τα γυαλιά. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι «έπεσα» πάνω στην δικια μου Φουλιάννα! Δεν ήταν δυνατόν να είναι τόσο εύκολο. Μα πώς χαθήκαμε τόσα χρόνια? Αφησα διστακτικά ένα μήνυμα. Κοιμήθηκα με την αγωνία αν άραγε θα πάρω απάντηση... Και την πήρα. Η δικιά μου η Φουλιάννα μου απάντησε.Τελειώνοντας το ποστ θα της γράψω ένα μεγάλο γράμμα... ευκαιρία να κερδίσουμε τον χρόνο που χάσαμε. Μεγαλώσαμε, αλλάξαμε, αλλά υπάρχουμε πάντα για να συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε μαζί...Δεν είναι απίστευτο????

Sunday, January 28, 2007

Ακούς?

Τους έχεις γραμμένους έτσι δεν είναι? Ολους αυτούς τους «μπάσταρδους» που σου κάνουν πλάκα χωρίς να μπορούν να συμφωνήσουν, ο ένας σου δίνει τρεις, ο άλλος έξη , ο άλλος δώδεκα μήνες. Κάτι σαν πρόγραμμα άτοκων δόσεων δεν είναι? Καλά κάνεις λοιπόν και τους έχεις γραμμένους.
Πώς μπορούν να ξέρουν πόσοι μήνες ακόμα? Ξέρουν τί προγράμματα έχουμε κάνει, πόσα έχουμε αφήσει στη μέση, πόσα περιμένουν να τα τελειώσουμε?
Ξέρουν ότι δεν έχεις πάρει ακόμα τη γαμημένη τη βίζα για να γνωρίσεις τη γειτονιά που γεννήθηκε ο πατέρας σου κάπου στην Θεσσαλονίκη?
Ξέρουν ότι δεν έχεις ακόμα αγαπηθεί από την γυναίκα που σου αξίζει?
Ξέρουν ότι ακόμα δεν έχεις καταφέρει να κερδίσεις το σπίτι που χρυσοπλήρωνες με κόπο τόσα χρόνια σε εκείνους τους απατεώνες?
Ξέρουν ότι έχουμε τόνους πράσινου ΕΦΕ να μας περιμένουν να τους πιούμε στου Μουσταφά και μετά να ανηφορίσουμε αγκαλιασμένοι κι οι τρεις στην πλατεία του Ταξίμ?
Ξέρουν ότι κάθε χρόνο στις 23 του Απρίλη , θα καθόμαστε οκλαδόν στον κήπο του Ιδρύματος?
Ξέρουν σε πόσους καφενέδες δεν έχουμε ακόμα πιεί καφέ?
Ξέρουν πόσες ψαροταβέρνες θα μας σερβίρουν κρυφά ρακί στις κούπες του καφέ?
Ξέρουν ότι ακόμα δεν καταφέραμε να πάμε μαζί στο Καπαλί Τσαρσί κι ότι κάθε φορά το αφήνουμε για την επόμενη?
Ξέρουν ότι ακόμα δεν έχουμε κάνει το μπάρμπεκιου που λέγαμε?
Ξέρουν ότι πρέπει να κάνουμε πάρτυ στο νέο σπίτι της Σερπίλ όταν ετοιμαστεί?
Οχι τίποτα δεν ξέρουν ! Τίποτα για σένα! Γι’αυτό παίζουν το πρόγραμμα των άτοκων δόσεων. Οσο θυμάμαι όλα τα μικρομάγαζα που μπαίναμε, το πάρκιν του Πανεπιστημίου και την γνώριμη ατάκα σου «εδώ δεν θέλουν λεφτά, λέτε μόνον το όνομά μου». Το όνομα ενός Μεγάλου Ανθρώπου όπως είπε απόψε ο Δημήτρης, που ακόμα και τώρα, στέκεται όρθιος. Οχι , δεν θέλω να πάμε πουθενά χωρίς εσένα και να πω το όνομά σου. Θέλω να είσαι μαζί μας, να είμαστε ο αδελφός σου και η γκένγκε σου, ακούς?
Εσύ μας βούτηξες στην μαγεία της Ιστάνμπουλ, εσύ μας έκανες να πάψουμε να είμαστε τουρίστες, δεν την θέλουμε χωρίς εσένα, ακούς? Εχουμε τόσα να κάνουμε, συνέχισε να γράφεις τους μπάσταρδους και περίμενέ μας... ακούς?

Thursday, January 25, 2007

Gule Gule Ismail


Λιγότεροι κατά ένα άτομο, φτωχότεροι κατά "πολύ" ψυχή.... Στο καλό...

Tuesday, January 23, 2007

Περαστικά μας

Επρεπε να το πάθω τώρα??? Πάνω που ετοιμάζω βαλίτσες για διήμερο- αστραπή στην Ελλάδα? Αυτή η καταραμένη βουλγάρικη πνευμονία έπρεπε να μου χτυπάει τοκ-τοκ την πόρτα? Δηλαδή το στήθος, την πλάτη, το κεφάλι κλπ κλπ. Ούτε να αρρωστήσω ρε γμτ μου πιά. Αυτά τα δέκατα με έχουν λοιώσει, από την Κυριακή το απόγευμα τα χάλια μου, και σήμερα είνα Τρίτη. Αχ να καταφέρω να κοιμηθώ απόψε και τίποτ' άλλο.
Από την άλλη σκέφτομαι ότι οι ενδόμυχες ευχές μου να γλυτώσω το ταξίδι έπιασαν τόπο. Οχι, δεν θέλω άλλες συναντήσεις με "συνεργάτες", όχι, δεν αντέχω να κάνω καμία παρουσίαση σε κανέναν πελάτη, αφήστε με επιτέλους στην απομόνωσή μου, εσείς μου την χαρίσατε, τί με τραβολογάτε τώρα να παίρνω αεροπλάνα μέσα στο χιόνι. Γιατί ναι θα χιονίσει την Πέμπτη, δεν θα γίνουν πτήσεις, να το δείτε. Κι εγώ θα έχω φτάσει αγκαλιασμένη με τα δέκατά μου στην Σόφια για να γυρίσω πίσω τελικά.
Οχι, δεν είμαι καλά. Είμαι πολύ κουρασμένη ακόμα και για να ανέβω τις σκάλες μέχρι το σπίτι, κι ας είμαι ήδη δώδεκα ώρες μέσα σε αυτό το φουλ-της-πνευμονίας γραφείο. Ο Δημήτρης είπε ότι σήμερα για πρώτη φορά κατάλαβε πως είναι να θέλεις να βάλεις τα κλάματα εδώ μέσα. Πόσο λυπάμαι... εγώ το έχω συνηθίσει,αλλά δεν αντέχουμε όλοι το ίδιο. "Σκέψου μόνο πόσες φορές δεν έβαλα τα κλάμματα ενώ το ήθελα" του είπα.
Τεσπα ας ελπίσω ότι αύριο θα είμαι λιγάκι καλύτερα. Μήπως και καταφέρω και φτιάξω βαλίτσα δηλαδή....

Wednesday, January 17, 2007

.... Εφτάαααα είναι.....

όχι θανάσιμες πεθερές!!!! Τα μωρά μας... εφτά είναι!
Σε αυτό το εργοστάσιο, το μόνο κομμάτι παραγωγής που δουλεύει κανονικότατα, χωρίς καθυστερήσεις και βλάβες είναι η σκυλομαμά μας! Θα επανέλθω με φωτογραφίες, την αφήνω σήμερα να ξεκουραστεί και να χαρεί τα μωράκια της (πάλι ένα και μοναδικό καφέ! ο μπαμπάς είναι ο ίδιος)

Friday, January 12, 2007

Ο "ξυλοκόπος" και η Φατμέ του

Ο Κεμάλ και η Φατμέ είναι Πομάκοι. Οι Πομάκοι ήταν ίσως εκείνοι οι μουσουλμάνοι της Βουλγαρίας που υπέφεραν λιγότερο, όταν το καθεστώς έδιωχνε σωρηδόν τους περισσότερους στην Τουρκία. Οι Πομάκοι σε καμία περίπτωση δεν ήταν Τούρκοι κι έτσι παρέμειναν εδώ , κάποιοι άλλαξαν τα ονόματά τους σε Βουλγάρικα, κάποιοι όχι.
Ο Κεμάλ κι η Φατμέ νοιώθουν Βούλγαροι. Με τους Τούρκους που ξεριζώθηκαν από εδώ, τους ενώνει η κοινή θρησκεία και τους χωρίζει μίσος προαιώνιο. Οταν τον γνώρισα, έκανα το λάθος να του πω ότι συμπαθώ τους Τούρκους. Τα γελαστά του μάτια, παρέμειναν γελαστά , αλλά η φωνή σκλήρυνε «ο παππούς μου έκανε αγώνα για να τους διώξει από την πατρίδα μας» είπε. Κι έτσι κι εγώ δεν ξαναμίλησα για Τούρκους στον Κεμάλ, που έχει άλλωστε αλλάξει και το επωνυμό του.
Ο Κεμάλ είναι «ξυλοκόπος». Η λέξη παλιά, κλεμμένη από τα παραμύθια μας. Πλέον οι «ξυλοκόποι» δεν κόβουν τα ξύλα τους με το τσεκούρι στο δάσος και ίσως γι’αυτό κι η λέξη να ξεχάστηκε. Εδώ όμως , οι «ξυλοκόποι» (που είναι συνήθως μουσουλμάνοι) κατά παράδοξο τρόπο έχουν φάτσα ξυλοκόπου, ίδια με αυτή που είχα συνηθίσει να βλέπω στα εικονογραφημένα παραμύθια των παιδικών μου χρόνων. Ετσι έχω κάθε λόγο να ξεθάψω τη λέξη.
Η Φατμέ είναι η κυρά του. Σίγουρα δεν την βόλεψε καθόλου το ότι στην επαγγελματική του κάρτα ο Κεμάλ έβαλε και το δικό της κινητό τηλέφωνο, για να του αφήνουν μηνύματα οι πελάτες όταν αυτός είναι στο δάσος. Αυτή δεν πάει στο δάσος, με την μαντήλα της φορεμένη, μένει στο σπίτι και νοιάζεται για το νοικοκυριό, αλλά λόγω του καταραμένου του κινητού, έμαθε να γνωρίζει για ποιόν πελάτη κόβει κάθε μέρα ξύλα ο Κεμάλ και πότε θα τα κατεβάσει από το βουνό. Εμαθε πότε θα τα στεγνώσει κι ένα σωρό άλλα περίεργα της δουλειάς, που δεν θα μάθαινε αν δεν παντρευόταν ξυλοκόπο, όντας κοριτσάκι ακόμα. Κι αυτά τα περίεργα κληροδότησε στην κόρη της, όταν κι αυτή παντρεύτηκε ξυλοκόπο.
Ο Κεμάλ βγάζει καλά λεφτά. Τα καλύτερα ίσως από όλους τους ξυλοκόπους της περιοχής σε μια χώρα που τα δάση είναι άφθονα. Ενα μήνα μετά την γνωριμία μας, κατάλαβα γιατί δουλεύει τόσο πολύ παρ’όλο τον ανταγωνισμό. Ο Κεμάλ δεν θα σε κοροϊδέψει ποτέ, θα παραδώσει ο ίδιος στον πελάτη (όχι οδηγοί ή εργάτες, ο ίδιος, το αφεντικό), θα σεβαστεί τα λεφτά που θα πάρει κι αν καταλάβει ότι ζορίζεσαι θα φορτώσει ό,τι έχει και θα στο φέρει χωρίς καν να στο πει, για να μην ξεμείνεις από δουλειά. Θα περιμένει μέχρι να φέρεις τα λεφτά από την τράπεζα, χωρίς να γκρινιάξει, κι ας έχει ένα σωρό δουλειές να τον κυνηγάνε, ο πελάτης μικρός ή μεγάλος, για τον Κεμάλ, αξίζει σεβασμό.
Γιατί τα λέω όλα αυτά; Σήμερα το πρωί ψάχνοντας τον Κεμάλ, τηλεφωνήσαμε την Φατμέ κι αφού μας καθησύχασε ότι ο Κεμάλ δεν ξέχασε την παραγγελία μας, είπε ότι θα μας τηλεφωνήσει «όταν, πρώτα ο Αλλάχ, γυρίσει γερός από το δάσος» . Κι όταν ο γελαστός Κεμάλ μας τηλεφώνησε γυρίζοντας, είπε «πως γύρισε από το δάσος γερός, δόξα τω Κύριω» και θα μας φέρει την παραγγελία την Τρίτη. Κι ήταν τόσο γλυκές αυτές οι κουβέντες του μονιασμένου ζευγαριού, κουβέντες που έμαθαν από παιδάκια να νοιώθουν και να λένε, κουβέντες που έχουμε όλοι εμείς, οι ορθολογιστές - τεχνοκράτες - επαγγελματίες, ξεχάσει προ πολλού. Οχι, δεν είμαι θρησκόληπτη, ούτε καν θρησκευόμενη, απλά είναι τόση η γοητεία των λέξεων που σε γυρίζουν στην εποχή των παιδικών μας παραμυθιών, τότε που ο καλός ξυλοκόπος γύριζε στο σπίτι του με τη βοήθεια της ανώτερης δύναμης.
Το παραμύθι του το ζει ακόμα, ο ξυλοκόπος Κεμάλ και η λατρεμένη του Φατμέ, που τούτη την ώρα κάνουν οι δυό τους, μόνοι τους, δέματα τα ξύλα πριν ξεκινήσει ο Κεμάλ την αυριανή διανομή τους.

Saturday, January 06, 2007

Μας μπήκε! :Ρ

Αργησα να πώ "Καλή Χρονιά". Κάλλιο αργά παρά ποτέ... καλύτερη από όλες τις προηγούμενες και χειρότερη από όλες τις επόμενες εύχομαι, για μένα και για όλους μας. Εχουμε επιστρέψει από την Τετάρτη τα ξημερώματα από Ελλάδα και όχι απλώς χρόνο για ποστ δεν είχα (αχ και πόσα ήθελα να γράψω!) ούτε για ύπνο δεν υπάρχει χρόνος.
Το 2007 μπήκε με φούρια, προϋπολογισμοί που πρέπει να πιαστούν, νεύρα να τεντωθούν κλπ κλπ και χάσαμε και τον σκυλομπαμπά μας, τον Γιώργο. Μυστήριο μου φαίνεται πως μέσα σε δύο μήνες έχουν εξαφανιστεί δύο από τα αρσενικά σκυλία και μάλιστα τα μεγαλύτερα και πιο άγρια. Και μου τη δίνει να βλέπω την σκυλοοικογένεια αποσυντονισμένη, ο Γιώργος ήταν εξαιρετικός πάτερ φαμίλιας, απίστευτος φύλακας, αν και λίγο δικτάτορας ο άτιμος. Μετά την κατάρευση λοιπόν της δικτατορίας του, επικρατεί μία θλιμμένη αναρχία στα υπόλοιπα, να δούμε που θα βγεί. Λέτε βρε, να μου εξαφανίζουν τα σκυλιά για να μας φάνε λάχανο??? Οχι δεν βλέπω θρίλλερ και περιπέτειες, απλά ζω στην Βουλγαρία.
Πάντως όπως και να έχει γίναμε Ευρωπαίοι! (το Ευρώ δεν έχει γίνει ακόμα νόμισμά μας, οπότε επί του παρόντος κρατάμε το δεύτερο συνθετικό της λέξης, λίγο ανορθόγραφο). Αν καταλάβαμε τίποτα? Δυστυχώς, λείπαμε στην Ελλάδα, τις βραδυές των εκδηλώσεων, των πυροτεχνημάτων και των παρελάσεων και δεν αισθανθήκαμε την "λαμπρή είσοδο". Κάτι είχαμε ψιλοπάρει χαμπάρι, όταν βγαίνοντας για Ελλάδα στις 29, δεν βρήκαμε τσιγάρα στα αφορολόγητα. Τα οποία αφορολόγητα, έκλειναν! Ναι καλέ, έκλειναν! Θα πούμε το τσιγάρο τσιγαράκι σας λέω. Αααα, κι όταν μπήκαμε στις 2 Γενάρη, ήταν μεγάλη η ανακούφιση που δεν χρειαζόταν διαβατήριο (εμ εγκλωβισμένοι εδώ, δεν είχαμε χρόνο να βγάλουμε τα καινούργια, εκείνα με τον σιέλ Παρθενώνα, ξέρετε) και δεν υπήρχε τελωνειακός για να μας ξεχέσει στα Βουλγάρικα για το κρασί του μπαμπά (20λιτρο παρακαλώ), το κεφαλοτύρι του μπαμπά (λύσσα να μην έχουν ένα σκληρό κίτρινο τυρί εδώ οι άσχετοι), τις ελιές και τα πορτοκαλομανταρινόλεμόνια, που έτσι και κατέβαινα το επόμενο πρωί στην μπόρσα εδώ δίπλα, θα είχα γίνει πλούσια! Δεν μιλάμε για όλα τα γλυκά των γιορτών, αυτά και με τελωνείο θα τα περνούσαμε (λες να μήν?). Κι έτσι μόλις περάσαμε τα σύνορα κυριλέ (και χωρίς να πληρώσουμε για την απολύμανση για πρώτη φορά !) ένοιωσα ότι ναι, η Βουλγαρία είναι Ευρώπη, πάει και τελείωσε! Δεν μου κράτησε πολύ η χαρά, όταν άρχισαν οι τεράστιες λακούβες (σε σχήματα όλων ανεξαιρέτως των Ευρωπαϊκών κρατών) και η ομίχλη σε δρόμους χωρίς κανέναν φωτισμό, πήρα τα λόγια μου πίσω και είπα "Ευρώπη και κουραφέξαλα, οι Βούλγαροι είναι πάντα Βούλγαροι". Την επόμενη μέρα ασφαλώς, όταν ουδείς γνώριζε τί γίνεται με τα φορτηγά, με τί χαρτιά ταξιδεύουν, πως περνάνε τα σύνορα, όταν ούτε εφορίες ούτε τελωνεία σου έδιναν απαντήσεις (παρά μόνο την απίθανη "δεν είμαστε γραφεία πληροφοριών εδώ") έγινα Βουλγάρα καραμπινάτη, κάτασπρη και ροδομάγουλη και ανέκραξα "πανάθεμα την Ευρώπη σας, τί θέλατε και μας μπλέξατε??".
Πάνε βέβαια αυτά, πέρασαν ή θα περάσουν (σε πόσα χρόνια αγνοώ,αλλά πλήζ, όχι ερωτήσεις που πονάνε) και επιστρέψαμε στην καθημερινότητά μας, στο Μετζάκι μας, που μας έλειψε και σε όλες "τις ανέσεις της ζωής στο χωριό" (ω ναί, έβρασα χθες φακές στην ξυλόσομπα στον απίθανο χρόνο των είκοσι λεπτών και ήταν απίθανες) και για να είμαι ειλικρινής, δεν μας βλέπω να ξεκουνάμε πάλι σύντομα, αρκετά με τα ταξίδια, κεφάλια μέσα.
Η Ελλάδα δεν μου φάνηκε αλλαγμένη, το σπίτι μας παρότι ήταν θεόκλειστο έξη ολόκληρους μήνες δεν είχε καν σκόνη, οι γονείς μου είναι καλύτερα απ'ότι πριν από έξη μήνες, δείχνουν να έχουν πια συνηθίσει την απουσία μας, ο Θανούκος μας μεγάλωσε και έχω την εντύπωση ότι μοιάζει και στις τρείς μας (μην το ακούσει ο γαμπρός μου, κάηκα)! Οχι, φίλους δεν είδαμε πλην του Γιάννη. Να είμαστε και ειλικρινείς, δεν μας έψαξε και κανένας όσο είμασταν στο Ναύπλιο. Η αλήθεια είναι ότι κι εμείς έχουμε ξεκόψει από όλους, όσο καιρό είμαστε εδώ, και όπως και να το κάνουμε, οι "φιλίες" είναι και λίγο συνήθεια, σωστά ? Αυτό που με σόκαρε, ήταν ότι παρότι δεν ζω σε μία πόλη ωραιότερη από το Ναύπλιο, δεν έχω καμία πρόθεση να επιστρέψω εκεί, για πρώτη ίσως φορά μου φάνηκε τόσο μικρό , τόσο τετρημμένο. Εμένα, που πριν από πέντε περίπου χρόνια, το επέλεξα για να ξαναστήσω τη ζωή μου. Θα γράψω (αν τα καταφέρω) κάποια άλλη στιγμή για τό πώς είδα το Ναύπλιο αυτή την φορά.
Λοιπόν μας περιμένει μια κουραστική χρονιά (ακόμα μία), ελπίζω τουλάχιστον να μπορέσουμε να την βγάλουμε πέρα με λιγότερο κόπο από την προηγούμενη και με λιγότερες προσωπικές απώλειες. Είναι η χρονιά που θα κλείσω τα τριανταπέντε και κάπως μου ακούγεται μμτ. Είδωμεν....
Πριν λίγα λεπτά ο Δημήτρης μου (που κλείνει τα σαρανταένα σήμερα και τον χαίρομαι) ανακάλυψε τον σκυλομπαμπά μας, παγιδευμένο κάπου προς το βουνό και τον έφερε πίσω διψασμένο, πεινασμένο και με τα μάτια κατακόκκινα. Ηταν λέει το καλύτερο δώρο που μπορούσε να πάρει (και ο Δημήτρης και ο Γιώργος θα συμπληρώσω εγώ). Κι έτσι θα σας αφήσω για να συμμετάσχω στο πάρτυ της σκυλοοικογένειας που στήθηκε ήδη απέξω από την πόρτα μας, με όλα τα μέλη να παρίστανται! Το βράδυ θα κάνουμε το "μπανκέτι" για την "ροζντεν ντεν" του Δημήτρη , σε κάποιο εστιατόριο, σε κάποιο βουνό, η κράτηση ευγενική χορηγία της Ολγας και του Κράσι (ούτε κατάλαβα που είναι, ούτε τίποτα, αλλά αφού λύσσαξαν να πάμε, ας πάμε να τελειώνουμε).
Να περνάμε όλοι καλά.

Friday, December 29, 2006

Πάει ο παλιός ο χρόνος...

Να κάνω τον απολογισμό μου? Μιας και φεύγει το 2006 (στο καλό να πάει, μας τρέλλανε!)
Το ζώδιό μου έλεγε, ότι το 2006 θα είναι μια χρονιά για «δύσκολους λύτες». Δεν είχα ωστόσο άλλη επιλογή από το να το παλέψω. Και αυτό έπραξα.
Το 2006 λοιπόν ....
- Ενοιωσα πολλές φορές την απόγνωση σε όλες της τις μορφές.
- Ενοιωσα πολλές φορές απόλυτα διαλυμένη
- Απειρες φορές η προσωπικότητά μου ευνουχίστηκε
- Απέκτησα υπέρταση , εγώ, η ανέκαθεν υποτασική.
- Γνώρισα πολύ λίγο μια χώρα που με φιλοξενεί (μιλάμε για πέντε αστέρων φιλοξενεία) εδώ και ενάμιση χρόνο, δεν έκανα καμία προσπάθεια να την μάθω παραπάνω κιόλας.
- Γνώρισα πολύ περισσότερο μια χώρα που θα ευχόμουν να με φιλοξενήσει στο μέλλον και απόρησα με τον εαυτό μου και την μανία του να θέλει να την γνωρίσει κι άλλο.
- Δεν μου έλειψε η Ελλάδα, παρά μόνον οι θάλασσές της και για να είμαι ειλικρινής με πανικοβάλει η σκέψη ότι ίσως κάποια μέρα χρειαστεί να επιστρέψω μόνιμα εκεί.
- Ο κύκλος των ατόμων που συναντώ κάθε – μα κάθε- μέρα, διευρύνθηκε στους άνω των εκατό.
- Ο κύκλος των ατόμων που μιλάω – ουσιαστικά, όχι να λέμε καλημέρα- μειώθηκε στον ένα (αχ καλέ μου Δημήτρη, τι τραβάς για την αγάπη μου).
- Ενοιωσα πολλές φορές την επιβεβαίωση σαν επαγγελματίας και άλλες τόσες την αυτοαπόρριψη σαν άνθρωπος.
- Είπα ψέματα σε ανθρώπους που νόμιζαν (κακώς) πως το μέλλον τους κρινόταν από μένα. Συγγνώμη παιδιά, είμαι σίγουρη πως είστε καλύτερα μακρυά μας κι αν δεν είστε, φροντίστε να γίνεται.
- Πίστεψα ψέματα ανθρώπων που δεν είχαν κανέναν λόγο να τα πουν, ουδείς τους τα ζήτησε, ουδείς τους ρώτησε κάτι για να περιμένει μια απάντηση και μάλιστα ψεύτικη.
- Πίστεψαν σε μένα άνθρωποι , που κανένα όφελος δεν είχαν να το κάνουν, αυτοί που είχαν, θα πίστευαν έτσι κι αλλιώς γιατί δεν είχαν άλλη εναλλακτική.
- Πίστεψα σε ανθρώπους που το άξιζαν και σε άλλους που δεν το άξιζαν και μου χάρισαν απογοητεύσεις, αλλά έτσι είναι η ζωή, ας προσέχαμε όλοι.
- Εχασα φίλους χρόνων, ίσως τελικά πάντα χαμένοι να ήταν, απλά οι συνθήκες να το έκαναν πιο ορατό. Με πονάει μεν, αλλά πρέπει όλοι να προχωρήσουμε είτε μαζί , είτε χώρια. Ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη που μου δώσατε, για τις «ανατροπές», για την αλήθεια που με βοηθήσατε να δω.
- Εκανα φίλους, και γνώρισα καλύτερα κάποιους που είχα «ξεχασμένους» (κακώς , κακώς, κακώς). Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ
- Στάθηκα εντελώς ανεπαρκής, στις υποχρεώσεις μου απέναντι στους γονείς μου κυρίως, αυτό δεν σημαίνει ότι έπαψα να τους αγαπώ ή ότι τους αγαπώ λιγότερο, απλά όταν ο ομφάλιος λώρος κόβεται, δεν έχει καμία σημασία πόσα χιλιόμετρα μακρυά είμαι.
- Στάθηκα απολύτως επαρκής στις υποχρεώσεις μου απέναντι σε ένα γκρίζο εργοστασιάκι στην μέση του πουθενά, σε σημείο που αναρωτιέμαι μήπως τρέφω μητρικά αισθήματα για δαύτο.
- Ημουν μια απαράδεκτη σύζυγος και μία επίσης απαράδεκτη συνάδελφος για τον άντρα μου (συγγνώμη Μητσάκο μου, του χρόνου θα το παλέψουμε περισσότερο).
- Η διμελής οικογένειά μας, συμπληρώθηκε από ένα ακόμα μέλος, την Μέτζυ μας, την οποία βέβαια δεν κουβάλησα στην κοιλιά μου 9 μήνες, δεν λέει λεξούλες και δεν κάνει τα πρώτα της βηματάκια, αντίθετα γαυγίζει και χοροπηδάει, αλλά δεν μπορούμε μακρυά της και τρελλαίνεται μακρυά μας. Κρίμα που θα κάνει Πρωτοχρονιά με την νταντά της! Να αναφέρω βέβαια και την βιολογική οικογένεια της Μέτζυ, αυτά τα υπέροχα έξη σκυλιά που μας κρατάνε συντροφιά και μας προσέχουν νύχτα και μέρα.

Είναι κι άλλα, πολλά ακόμα.... Αν συνεχίσω όμως δεν θα τελειώσω ποτέ. Θα με βρει το 2007 να κάνω απολογισμό (μην γελάτε, το έχω ξαναπάθει). Ελπίζω η επόμενη χρονιά να είναι καλύτερη για όλους μας και να είναι ωραιότερος ο απολογισμός μου στο τέλος της. Τις θερμότερες ευχές μου λοιπόν, για ό,τι προσδοκά ο νους και η καρδιά την χρονιά που έρχεται!!!!!!

Wednesday, December 27, 2006

Black mood

Ημουν στην Πόλη των ονείρων μου για τέσσερις μέρες!
Πέρασα υπέροχα Χριστούγεννα!
Είχα μαζί μου τον αγαπημένο μου και περπατούσαμε αγκαλιασμένοι!
Είδα φίλους αγαπημένους!
Ξέφυγα από το στρες της δουλειάς!
Το ταξίδι ήταν μια χαρά, χωρίς απρόοπτα!
Ξεκουράστηκα!
Σήμερα έχει μια λιακάδα υπέροχη επίσης!
Θα κάνω Πρωτοχρονιά στην Ελλάδα!!!

Μπορείτε να μου πείτε γιατί σήμερα τα βλέπω όλα μαύρα κι ακόμα πιο μαύρα???

Tuesday, December 19, 2006

Τα κακά κορίτσια πάνε (ΚΑΙ αυτά) στον Παράδεισο...

... όπου Παράδεισος είναι εν προκειμένω η Istanbul! H Ελένη είπε ότι μόνο τα καλά πάνε στον Παράδεισο. Νομίζω ότι μετά τον καφέ μας στο καφέ του Αρά Γκιουλέρ στην Ιστικλάκ, συμφωνεί ότι ο Παράδεισος είναι ένας και βρίσκεται εκεί. Αυτό κι αν ήταν σύμπτωση! Να βρεθούμε εκεί και να νοιώσουμε ότι γνωριζόμαστε χρόνια! Αφήστε το άλλο φοβερό, η Ελένη ήρθε με έναν φίλο της, εμείς συνοδευόμασταν από τον αγαπημένο μας Ογούζ και κάποια στιγμή όσο τα παιδιά





μιλούσαν , γύρισα και της είπα "καλά, αυτοί οι δύο είναι ίδιοι!".




Πέραν της συνάντησης στο καφέ του Αρά Γκιουλέρ, περπατήσαμε στους δρόμους, στριμωχτήκαμε στο πολύχρωμο πλήθος του Καπαλί Τσαρσί, απολαύσαμε την Ιστικλάκ με έναν απίθανο ήλιο.....

















Ξενυχτήσαμε με φίλους ανοίγοντας τις καρδιές μας,







Φάγαμε ΑΠΙΘΑΝΟ Ισκεμπέ...


Και πολλά πολλά άλλα που θα σας τα γράψω με ησυχία πριν ξαναφύγω (ελπίζω) για τον Παράδεισο, την ερχόμενη Παρασκευή!

Wednesday, December 13, 2006

Τα μικρά παιδιά...

Τα μικρά παιδιά που κρατάνε στα χέρια τους,
Σαν το μήλο το πράσινο τις ελπίδες μας....

Σήμερα η ψυχή μου και το μυαλό μου θα ταξιδέψει στα «δικά μου» τα παιδιά στην Τσατάλτζα της Ιστανμπούλ....

Θα ζωγραφίσει τα προσωπάκια τους!










Θα παίξει μαζί τους θέατρο!



Θα τους πεί πόσο σημαντικό είναι να είσαι παιδί ακόμα κι
όταν οι συνθήκες σε πιέζουν να μεγαλώσεις!





Κι αφού τα τραγούδια μας και τα ποδοβολητά μας, χαϊδέψουν τα αυτιά του παππού Αζίζ, θα μπούμε όλοι μαζί στο δωμάτιο του παιχνιδιού και θα ζωγραφίσουμε τους τοίχους γελώντας... για να πετύχουμε αυτό που θεωρούσε ως το πιο σημαντικό που πρέπει να έχουμε ... ένα σπίτι να τρίζει από τα γέλια!
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!!
11.12.2006

Wednesday, December 06, 2006

Το κακό κοριτσάκι

Κάποτε ήταν ένα κοριτσάκι. Λένε πως έδειχνε κακό, σίγουρα θα ήταν κιόλας. Τέλος πάντων, οι έννοιες του καλού και του κακού, είναι τόσο μπερδεμένες και αλληλοσυμπληρούμενες, που είναι δύσκολο να τις οριοθετήσεις. Είναι και αντικειμενικές άλλωστε.
Ναι λοιπόν, το κοριτσάκι ήταν κακό. Γιατί όταν το χτυπούσαν τα άλλα παιδάκια, όχι απλώς δεν ανταπέδιδε τα χτυπήματα, αλλά έβρισκε πάντα τρόπο να ψάχνει δικαιολογίες για αυτά. Οταν ο πόνος του φαινόταν, φώναζε "εγώ φταίω". Οταν κάποιος πλήγωνε άτομα που αγαπούσε, γίνονταν αυτόματα εχθρός του. Λειτουργούσε τόσο συχνά με το συναίσθημα, που ανάγκαζε τους πάντες να του φερθούν όπως ήθελαν. Μα και πάλι, δεν έφταιγαν αυτοί, το ίδιο έφταιγε, ήταν πολύ κακό κοριτσάκι είπαμε.
Το κοριτσάκι δεν θα γίνει ποτέ καλό. Γιατί γλύφει τις πληγές του και ξανααπλώνει τα πληγωμένα του γόνατα για να τα σπάσει οικειωθελώς. Γιατί αρνείται να νοιώσει μίσος, ενώ θα ήταν κι αυτό ένα ξέσπασμα. Ο κόσμος είναι πολύ δύσκολος για τα κακά κοριτσάκια. Και φροντίζει να τους το δείχνει καθημερινά. Και δεν θα γίνει ποτέ πιο εύκολος, όσο επιμένουν να είναι τόσο κακά.
Τα κοριτσάκια αυτά δεν μεγαλώνουν ποτέ. Είναι τόση η κακία τους, που τα ατροφεί. Που μπουκώνουν από δάκρυα όπως όταν ήταν μωρά. Κι αυτά τα δάκρυα γλύφουν σαν κύματα τις γωνιές της ψυχής τους και την κατασπαράζουν. Τα κοριτσάκια αυτά απαξιούν να απαντήσουν στο άδικο, γιατί πολύ απλά θεωρούν προνόμιό της να γνωρίζουν την αδικία, δεν τα απασχολεί να την διορθώσουν κιόλας ή να τις αντιταχθούν.
Τα κοριτσάκια αυτά πονάνε πρώτα τον εαυτό τους, να δουν τις αντοχές του, ώστε αν ποτέ χρειαστεί να πονέσουν κάποιον να ξέρουν τα όριά του. Δοκιμασμένα στα δικά τους μέτρα, στο δικό τους πετσί.
Το κοριτσάκι της ιστορίας μας, χαίρεται με την κακία του, κι αυτό το κάνει ακόμα πιο κακό. Το κοριτσάκι είναι απόλυτα κακό ...με τον εαυτό του.
Δεν χρειάζεται να το καταλάβει κανένας... Δεν γράφτηκε για να το καταλάβει κανένας. Εγωιστικότατο ε? Το έχουν αυτό τα κακά κοριτσάκια....

Thursday, November 23, 2006

Φεύγουμε (και επιστρέφουμε δυστυχώς)

Λοιπόν έρχομαι και ευχηθείτε να πάνε όλα καλά! Ναι, ναι, ναι, αύριο βράδυ insallah θα περνάμε τα σύνορα! Εάν βεβαίως δεν βρούμε ουρά από αυτοκίνητα επί Βουλγαρικού εδάφους και χρειαστεί να το παίξω ακόμη μία φορά εγκυμονούσα, εάν οι τελωνειακοί της μαμάς πατρίδας εννοήσουν ότι ρε αδελφέ δεν είναι δυνατόν να πάω Θεσσαλονίκη αεροπορικώς μέσω Αθήνας και ναι, θέλω να μπω για δυό μέρες με το Βουλγάρικο αυτοκίνητο, σε δυο κράτη φορολογούμαι Χριστιανέ μου, αντί να χαίρεσαι που σας πληρώνω φόρους, μου κάνεις και παρατήρηση γιατί έχω εισόδημα εντός Ελλάδας?
Τεσπά , αφού το πήραμε απόφαση (και εδώ και καιρό το λέμε και κάτι στραβώνει τελευταία στιγμή), αύριο θα ξενυχτήσω παίζοντας μπιρίμπα με την κουμπαρούλα μου, θα φάω μαγειρευτό φαγητό, θα πιώ καφέ, θα βολτάρω, θα οδηγήσω! Και θα δω άσφαλτο, πέτρες, ουρανό. Βαρέθηκα τα δάση τους, τα ποτάμια τους, το ταλαιπωρημένο πράσινο παντού, όχι άλλα έλατα , όχι άλλα πεύκα, θέλω να δω θάλασσα λέμε!
Μετράω ώρες, να περάσει η νύχτα, να μου βγάλουν την κολασμένη και αύριο στο γραφείο και μετά καπάκι να πάρω τα βουνά για να βγω στα σύνορα. Βέβαια, επειδή τα ωραία δεν είναι για χόρταση που έλεγε κι η συνονόματη γιαγιά μου, την Κυριακή τα μεσάνυχτα , θα ξεκινήσουμε το ταξίδι της επιστροφής για να είμαστε στην ώρα μας στο κολαστήριο.
Η Μέτζυ έχει νεύρα, μάλλον έχει καταλάβει ότι θα κάνει Σαββατοκύριακο στην "νταντά της" κι εγώ είμαι ήσυχη γιατί όταν γυρίσω θα είναι μία κυρία (την πρώτη μέρα δηλαδή, γιατί μετά θα επιστρέψει στα δικά της). Σήμερα ανακάλυψα με φρίκη , ότι όλα τα ρουχαλάκια που θα μπορούσα να πάρω στο ταξίδι είναι άπλυτα, ή έχουν ξεμείνει στο Πλόβντιβ, τί να τα κάνω τα τζην και τα πουλοβεράκια εδώ; Θα βρεθεί λύση και για αυτό, εν ανάγκει φεύγω και με πυτζάμες, να φύγω παιδιά, να φύγω κι όπως να ' ναι.
Ξέρω βέβαια, ότι την Κυριακή το μεσημέρι, θα με πιάσει το σύνδρομο της μαθήτριας, θα τρώγομαι να γυρίσω πίσω, θα κρεμάσω μούτρα, θα είμαι μια αηδία δηλαδή. Και δυστυχώς αυτή την εποχή δεν μπορώ να πω "χαλάλι, μια μέρα ακόμα από τη σημαία". Μην είμαι όμως αχάριστη, σωστά ? Μήπως προτιμούσα να πήξω κι άλλο ένα σαββατοκύριακο στο γκρίζο τους? Οχι τους το χαρίζω! Ενδεχομένως γκρίζο να έχει και στην Ελλάδα, χειμώνας είναι, αλλά είναι άλλο το δικό μας γκρίζο , πιστέψτε με.
Λοιπόν, ευχηθείτε μου καλό ταξίδι, ευχηθείτε μου να μην μου τύχει κανένα καινούργιο στραβό και αύριο να νοιώσω σαν μετανάστης που πατάει ελληνικό χώμα και συγκινείται (αλήθεια, εμάς δεν μας αφήνουν να πατήσουμε χώμα μπαίνοντας στα σύνορα, μας βάζουν να σκουπίζουμε τα ποδαράκια μας στο απολυμαντικό, γιατί που ξέρεις, μπορεί τα παπούτσια μας να έχουν σόλα από κότα γριπιασμένη). Θα τα πούμε επιστρέφοντας (αρκεί να φύγω ασφαλώς!)

Monday, November 20, 2006

Ντάντσο

Την πρώτη φορά που την πρόσεξα, είχε έρθει να της υπογράψω μια άδεια. Είμαι πάντα καχύποπτη με τις άδειες τους. Αδύναμη, με μάτια ξεπλυμένα, άρχισε να τρέμει όταν μου έδωσε το χαρτί στο χέρι κι έβαλε τα κλάμματα. Προσπαθούσα να καταλάβω το γιατί. "Η κόρη της έχει ψυχολογικά προβλήματα και πρέπει να την πάει αύριο στον ψυχίατρο" μου είπε η μεταφράστρια. "Κι αυτή θέλει ψυχίατρο" σκέφτηκα. Αλλά με πόνεσε η ιστορία του παιδιού, σκέφτηκα ότι για να τρέχει μια μάνα που δεν στέκει και τόσο καλά σε ψυχιάτρους, πρέπει η μικρή να είναι πολύ άσχημα.
Είχε πάντα την ανοχή μας. Ηταν μέρες που ερχόταν αργά, μέρες που πέταγε τα χαρτιά στον αέρα όταν μπλόκαρε. Αλλά πήγαινε παντού. Δεν υπήρχε δουλειά που να της έλεγες να κάνει και να την άφηνε στη μέση. Η Ιορντάνκα. Που μια μέρα έμαθα ότι της άρεσε να την φωνάζουν "Ντάντσο" γιατί είχε προφανώς καταλάβει πως ο άντρας της ζωής της ήταν ο εαυτός της και κανένας άλλος. Την πείραζαν και γελούσε. Πείραζε τους άλλους και γελούσε.
Σήμερα το πρωί ήρθε στο γραφείο μου. Είχε πρώτα περάσει από του Δημήτρη. Θα έφευγε. Το ξερα, το χα ακούσει αλλά δεν το είχα πιστέψει. Ο άντρας της χρόνια κάπου στην Ισπανία, εδέησε να την καλέσει κοντά του. Είμαστε πολύ αυστηροί με άτομα που έρχονται πάνω στο φούλ της δουλειάς και σου λένε "φεύγω αύριο". Με αυτή ο Δημήτρης δεν μπόρεσε να είναι. "Το θες πολύ, πήγαινε" της είπε. "Ας τη να βρει το δρόμο της" μου έγραψε. Μα θα την άφηνα. Ετσι κι αλλιώς. Ισως τα καταφέρει.
Με πλησίασε με τα μάτια βουρκωμένα. Κράτησε το χέρι μου ανάμεσα στα δικά της και μου είπε ότι θα εύχεται πάντα να γυρίσει και να μας βρει εδώ. Γιατί μας αγαπάει. Δεν θυμάμαι να το χω ξανακούσει αυτό τόσο καιρό εδώ μέσα. Κοιταζόμασταν χωρίς να μιλάμε. Ετσι αγκαλιαστήκαμε και πριν λίγο. Δεν ήθελα να την βλέπω βουρκωμένη. Δεν είχε κανένα λόγο να πονάει που αφήνει το "κάτεργο". Φεύγει, πάει να αρχίσει μια νέα ζωή. Σε μια χώρα με ήλιο! Εκεί που θα ξαναγίνουν οικογένεια. Εκεί που μπορεί η μικρή να μην έχει πια ανάγκη τα ψυχοφάρμακα. Με πονάει που έφυγε. Κι ας μην ήταν από τα άτομα που συναλλασόμουν κάθε μέρα μαζί τους.
Εύχομαι να πετύχει, εύχομαι να τα καταφέρει. Κι εύχομαι να γυρίσει κάποτε , μόνο για διακοπές, χαμογελαστή. Πριατεν πετ Ντάντσο.

Tuesday, November 14, 2006

Τούμπα-Κυβίστηση-Κουτρουβάλημα

Πόσες μέρες μπορεί να αντέξει κάποιος, έτοιμος να βάλει τα κλάμματα; Πόσες μέρες, μπορεί να νοιώθει έναν λυγμό στο λαιμό να τον πνίγει, χωρίς να ξεσπάει; Πόσες μέρες, μπορεί να συγκρατείται, ενώ μέχρι πριν μια εβδομάδα, αποζητούσε ένα κλάμα γοερό γιατί μόνο έτσι θα ανακουφιστεί; Θα σας πω εγώ! Σήμερα είναι η ΤΡΙΤΗ μέρα! Και δεν ξέρω πόσες θα ακολουθήσουν ή αν είναι η τελευταία.
Τον τελευταίο χρόνο, έχω επιδείξει γενικά ψυχραιμία, ελάχιστες φορές έχω μπλοκάρει, ελάχιστες φορές με έχει καταβάλλει πανικός, συνήθως προσπαθώ κάθε μέρα να ηρεμώ άλλους, να καθοδηγώ μπλοκαρισμένους, να ψάχνω διεξόδους. Ή η «καλή μου τύχη» (οκ, δεν είναι θέμα τύχης, αλλά αφήστε με να με ειρωνευτώ λίγο) τελείωσε, ή όλα αυτά συσσωρεύτηκαν και με πνίγουν. Απολύτως λογικό θα μου πείτε. Κάποτε συμβαίνει και αυτό. Και συμβαίνει σε όλους, δεν αποτελώ εξαίρεση, ούτε είμαι μοναδικό φαινόμενο.
Το θέμα είναι ότι δεν μπορώ να αντιδράσω. Δεν μπορώ να σηκώσω κεφάλι. Σαν να με έχουν μουντζώσει, όπως θα έλεγε η γιαγιά μου. Οκ ,οκ, ξέρω, γίνομαι μοιρολάτρης. Τί πάει να πεί «με έχουν μουντζώσει;». Είπα αφήστε με να με ειρωνευτώ λίγο και επί τη ευκαιρία να ειρωνευτώ και την γιαγιά , η οποία και μοιρολάτρισα ήταν και μόνο με παροιμίες μιλούσε και μου κληροδότησε ένα γελοίο όνομα. Ο Σάμ, ένας ομοιοπαθητικός που πριν από μερικά χρόνια (ήμουν επίσης σε κακά χάλια τότε) με δέχτηκε στο ημιυπόγειο χώρο του μου είχε πεί ότι το μότο μου είναι το εξής «Θεέ μου, δεν θέλω μικρότερο φορτίο αλλά πιο γερούς ώμους». Σε ελεύθερη μετάφραση «Δεν με πειράζει το σκίσιμο, να χω μόνο πιο ανθεκτικές ραφές». Κι επειδή ως μότο μου άρεσε, υποδείκνυε έναν αλτρουισμό, μία δύναμη, δεν μπορείτε να πείτε, το έκανα συνήθεια. Βέβαια, η απάντηση που ο Σαμ είχε δώσει σε αυτό το εκπληκτικό μότο μου, ήταν ότι η δύναμή μου πηγάζει μέσα μου, δεν έχω παρά να την ψάξω. Κι εμένα βεβαίως με βόλευε να το πιστεύω αυτό, είμαι δυνατή, πρέπει και μπορώ να τα κάνω όλα. Δεν ακούγεται ιδανικό;
Και τα έκανα ! Ολα! Μια τρύπα στο νερό δηλαδή! Μην γελάτε, είναι εξαιρετικά δύσκολο να κάνεις τρύπα στο νερό. Οπως και να κάνεις την ζωή σου σύνθετη, όταν είναι τόσο απλή. Θέλει ιδιαίτερη τέχνη η εν λόγω κατάσταση. Είναι πολύ δύσκολο, να είσαι ήρεμος, να δουλεύεις επιτέλους μετά από χρόνια το οκταωράκι σου, να έχεις βρει έναν άνθρωπο που σε αντέχει και τον αντέχεις (ναι και αγάπη υπάρχει , αλλά η αντοχή έχει μεγαλύτερη σημασία και το ξέρουμε), να είσαι στο ωραίο σου σπιτάκι... πάρτε ανάσα...
Και μια μέρα (τρόπος του λέγειν μία, πολλές μέρες μεσολάβησαν μέχρι το αποτέλεσμα) να βρίσκεσαι στου διαόλου τη μάνα (κι ο διάολος έχει μάνα, μπορώ να σας το τεκμηριώσω), να δουλεύεις 18 ώρες τη μέρα, να μην έχεις χρόνο ούτε να τηλεφωνήσεις τη μάνα σου, το μυαλό σου να είναι κάθε βράδυ σαν ομελέτα, να γίνεις υπερτασική, να μην σε αντέχει και να μην αντέχεις τον άνθρωπό σου (γιατί ως γνωστόν σπανίως αντέχουμε συναδέλφους με την ίδια μανία με εμάς) και να μένεις πάνω από ένα εργοστάσιο στην ερημιά αγκαλιά με μία ξυλόσομπα (και δεν χιόνισε ακόμα κιόλας). Δεν θέλει τέχνη τέτοιο τουμπάρισμα; Οκ, θα μου πείτε ότι εγώ το λέω τέχνη, κάποιοι άλλοι μαλακία, είπα σήμερα αυτοσαρκάζομαι.
Μετά από τέτοια τούμπα σου παίρνει καιρό να συνέλθεις, και το κακό είναι ότι η τούμπα η δική μου συνεχίζεται, ακόμα χοροπηδάω κουλουριασμένη στα σκαλιά (κουτρουβαλάω θα έλεγε η γιαγιά), και τελειωμό δεν έχουν τα άτιμα, πέφτω, χτυπιέμαι κι έχει κι άλλα κι άλλα. Τί κεφάλι να σηκώσω, τί λυγμό να βγάλω, Πώς να ξεδιαλύνω τον απέραντο χαμό του μυαλού μου; Εχω αρχίσει να πιστεύω πως μόνο αν φτάσω το τελευταίο σκαλοπάτι, εκεί που θα ολοκληρώσω δηλαδή την μεγαλοπρεπή μου κυβίστηση (όχι τούμπα πάλι, έλεος), θα μπορέσω να είμαι εντελώς «λυμένη» και ελεύθερη να κλάψω, να φωνάξω, να ξεσπάσω και να κάνω προσπάθεια να βγάλω το κεφάλι μου από το κουλούριασμα και να κοιτάξω γύρω μου. Οχι μπροστά, γύρω μου, απλά γύρω μου.
Αν το χω ξαναπάθει; Ω, ναι! Κάτω υπό άλλες συνθήκες, με διαφορετικά σκαλιά και εντελώς διαφορετικά συναισθήματα κατά το χοροπήδημα πάνω τους. Θυμάμαι τότε, ότι κάποιο πρωί ξύπνησα (το βράδυ που προηγήθηκε ήμουν πολύ πιωμένη για να το θυμάμαι), κοίταξα γύρω μου, αντιλήφθηκα ότι είχα φτάσει στο τελευταίο σκαλί, μέτρησα τους μώλωπες από το πέσιμο και ξεκίνησα να ανεβαίνω. Ειχα και τότε μελετήσει το κεφάλαιο «πώς να κάνετε την ζωή σας σύνθετη» και έκανα την πρακτική μου.
Τελικά από ότι φαίνεται, είμαι επιρρεπής σε τέτοιες πρακτικές εξασκήσεις, το μόνο που με σώζει είναι μάλλον το ότι κατά την τούμπα (να’ το πάλι) κρατάω το κεφάλι μου προστατευμένο, κουλουριάζομαι και κατεβαίνω σαν μπαλίτσα (τουπ-τουπ-τοοουυυπ). Με ανησυχεί η πιθανότητα, ότι ίσως κάποια στιγμή, η συγκεκριμμένη μου ροπή προς τις κυβιστήσεις, με οδηγήσει να δοκιμάσω μία τουμπίτσα με το κεφάλι όρθιο, εκτεθημένο σε όλα τα τουπ-τουπ- τοοοουυυπ (εδώ που τα λέμε , αν έσπαγε το ξεροκέφαλό μου, θα κοβόταν και η εν λόγω ροπή).
Μην μου πείτε ότι βγάλατε άκρη από τα παραπάνω , είπαμε σήμερα, μιας και δεν μπορώ να ξεσπάσω αλλιώς, είπα να με ειρωνευτώ, μην έχετε και μεγάλες απαιτήσεις! (Μεταξύ μας, σαν να υποχώρησε λίγο ο λυγμός, λέτε να κοιμήθηκε νωρίς απόψε?)

Saturday, November 11, 2006

Το χαμένο ρόδο

Δεν ξέρω αν είναι απλά "σύμπτωση". Το βράδυ που ακολούθησε το προηγούμενο πόστ μου, ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο. Ήταν το τρίτο από τα πέντε που έφερα μαζί μου μετά το τελευταίο ταξίδι στην Ελλάδα. Επειδή πηγαίνω στην Ελλάδα, Σαββατοκύριακα συνήθως, αγοράζω βιβλία στο αεροδρόμιο. Τα αριθμώ ανάλογα με τη σειρά που θα τα διαβάσω. Τον Σερντάρ Ιοζκάν (Οζκάν για τους μη τουρκομαθείς), δεν τον ήξερα. Με τράβηξε ο τίτλος του βιβλίου, το εκλεπτυσμένο μυστήριο που το "μύριζες" από το εξώφυλλο και σαφώς το ότι ο συγγραφέας ήταν Τούρκος (αν και το όνομα μου φαίνεται Κουρδικό). Εμεινε στην βιβλιοθήκη μέχρι να ρθει η σειρά του λοιπόν. Καί ήρθε. Αμέσως μετά την εγγραφή του προηγούμενου πόστ.
Απίστευτα μαγικό, απίστευτα αληθινό , μπορεί να διαβαστεί από ανθρώπους που διαβάζουν με την "αληθινή τους καρδιά" όπως λέει ο συγγραφέας, ευχαριστώντας τις καρδιές που θα το διαβάσουν. Είναι μία συνύπαρξη του ΕΓΩ και του Εγώ μας, απευθύνεται σε όλους εμάς που έχουμε ή δεν έχουμε ακόμα συνειδητοποίησει, τον δίδυμό μας, κρυμμένο μέσα μας.
Δεν ξέρω πόσοι θα καταφέρουμε να "ακούσουμε τα τριαντάφυλλα" διαβάζοντάς το, αλλά πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο.

Tuesday, November 07, 2006

Διαλογικός μονόλογος

ΕΓΩ : Θέλω να γράψω!
Εγώ : Κι εγώ θέλω να γίνω η βασίλισσα της Αγγλίας, αλλά ο Κάρολος, προτίμησε την Καμίλα!

ΕΓΩ : Δεν μου αρέσει ο τρόπος που ζω πλέον, δεν με εκφράζει, ακούς;
Εγώ : Μήπως στον επέβαλλε κανένας καλό μου;

ΕΓΩ: Εσύ μου τον επέβαλλες!
Εγώ : Τώρα κατάλαβες πως τα μισά από όσα κάνεις, στα επιβάλλω εγώ?

ΕΓΩ : Οχι, πάντα το ξερα.
Εγώ : Οπότε, τώρα τί μου κλαίγεσαι?

ΕΓΩ : Δεν σε αντέχω άλλο, απλά...
Εγώ : Και σύνθετα να είναι, νο προ, με αντέχεις δεν με αντέχεις υπάρχω.

ΕΓΩ : Δεν ονειρευόμουν αυτό που ζω τώρα όταν ήμουν μικρή.
Εγώ : Εγώ ακριβώς έτσι το φανταζόμουν, αλλά δεν είχες χρόνο να με ακούσεις ποτέ,Ζούσες στις φαντασιώσεις σου.

ΕΓΩ : Θέλω να ζήσω ό,τι ονειρεύτηκα, ακούς;
Εγώ : Κι εγώ επίσης. Αλλά δεν μπορούμε να ζούμε ταυτοχρόνως δύο διαφορετικά όνειρα

ΕΓΩ : Να τα συνδυάσουμε!
Εγώ : Ναι ε; Υπάρχουν πράγματα που γίνονται και πράγματα που δεν γίνονται, πάρτο χαμπάρι επιτέλους.

ΕΓΩ : Δεν θες να κλάψεις ποτέ; Δεν μπορείς τελικά να νοιώσεις τίποτε;
Εγώ : Οταν ήταν η σειρά σου, έκλαιγες κι ένοιωθες. Ελεγες τότε «δεν αντέχω άλλο». Ηταν λογικό να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου.

ΕΓΩ : Δεν άντεχα άλλο, αλλά μπορούσες να μην τα ισοπεδώσεις όλα. Βοήθεια ζήτησα, όχι τον πλήρη εξοστρακισμό μου.
Εγώ : Ωραία λέξη, πόση ώρα σου πήρε να την γράψεις σωστά ;

ΕΓΩ : Κάποτε έγραφα όμορφα, χωρίς να μου πέρνει ώρα ξέρεις.
Εγώ : Ακόμα κι εγώ σε θαύμαζα τότε, ποτέ δεν κατάφερνα να γράψω όπως εσύ.

ΕΓΩ : Γιατί δεν ένοιωθες, μιλούσες με έτοιμα τσιτάτα, που αποδείκνυαν τον υψηλό δείκτη νοημοσύνης σου, αυτόν που πασσάρεις κάθε μέρα περιμένοντας να σε θαυμάσουν.
Εγώ : Μόνο που ψωμί τρώμε χάρει στα τσιτάτα μου, όπως τα αποκάλεσες , κι όχι χάρει της ικανότητάς σου να γράφεις καλά. Μπάι δε γουέι, τώρα γιατί απάντησες εσύ στο τηλέφωνο;

ΕΓΩ : Γιατί το είχα ανάγκη.
Εγώ : Ναι ε? Δεν απαντάς σε πελάτες, συνεργάτες και όλα τα συναφή έχουμε πει. Απαντάς, στη μαμά, το μπαμπά, τα σόγια και σε φίλους (αν σου χει μείνει κανένας)

ΕΓΩ : Είμαι η μόνη που έχει φίλους, για σένα φίλοι είναι αυτοί που δεν ακούν παρά μόνο τα τσιτάτα σου. Τεσπά, δεν το ξανακάνω, δεν μου αρέσει να μου λένε ότι δεν ακούγομαι καλά.
Εγώ : Εμ τα ξερα αυτά! Να πω ότι δεν τα ξερα? Από χθες είσαι στο κακό σου χάλι. Σε έχει πιάσει λύσσα να αλλάξουμε βάρδια. Το χεις ξαναρίξει στο γράψιμο.

ΕΓΩ : Εγώ το κανα, δεν με επηρέασε κανένας.
Εγώ : Οχι σε μένα αυτά οκ? Το ότι δεν μιλάω, δεν σημαίνει ότι είμαι ηλίθια! Νομίζω ότι κι εγώ γράφω καλά τελικά.... ΕΣΕΝΑ !

ΕΓΩ : Να ήσουν η μόνη τί καλά που θα ήταν?
Εγώ : Ξανά στην κλάψα , μίλησε η κυρία Με-Γράφουν-Ολοι!

ΕΓΩ : Και πρώτη και καλύτερη εγώ η ίδια, εσύ δηλαδή.
Εγώ : Αυτή είναι η δουλειά μου αν δεν το χεις καταλάβει, να γράφω τους πάντες και τα πάντα, να αγνοώ, πόσες φορές σε έσωσε αυτό, να το επαναλάβω?

ΕΓΩ : Οχι δεν χρειάζεται, κατάλαβα. Ο,τι παθαίνω το παθαίνω εξ αιτίας σου τελικά.
Εγώ : Λοιπόν θέλεις ακόμα να αλλάξουμε βάρδιες?

ΕΓΩ : .........................................



Πούντο????

Χρειάζεται ένα θαύμα εδώ
δεν γίνεται αλλιώς!
Aυτά που μας βαραίνουν να καούν
μα πες μου πως!
Tα πάνω να 'ρθουν κάτω
και τα πίσω να 'ρθουν μπρος,
χρειάζεται ένα θαύμα εδώ
μα πες μου πως...


(Φίλιππος Πλιάτσικας)

Monday, November 06, 2006

...

Ημουν κι εγώ κάποτε...
Αισιόδοξη, ευτυχισμένη με τα πάντα και ανατέλλουσα!
Ημουν κι εγώ κάποτε...
Λαμπερή σαν ήλιος και κινούμενη σαν την θάλασσα.
Ημουν κι εγώ κάποτε,
όλα αυτά που είσαι και που δεν μπορώ να είμαι πιά.
Γιατί η ζωή είναι στιγμές,
δεν θέλω να αναστηθώ για να σκοτωθώ πάλι!
Προτιμώ να μείνω έτσι,
με τα μάτια κλειστά , με τη ψυχή βουλιαγμένη στον πόνο της,
με τα όνειρα να χάνονται στο πρωινό ξύπνημα.
Μου αρκεί ότι ήμουν κάποτε,
κάτι που δεν μπορώ να είμαι ποτέ ξανά...
Αρα κάτι μοναδικό!
Μου αρκεί που ξέρω πως δεν ήταν
πάντα ευνουχισμένος ο εγωισμός μου!
Μου αρκεί που ξέρω πως κάποτε,
μισούσα την λέξη "υπομονή".
Μου αρκεί που έμαθα να ζω,
μαζί με μια λέξη που μίσησα τόσο.
Μου αρκεί που κάποτε,
μπορούσα να κλαίω,
που κάποτε μπορούσα να απαντάω σε όσα με πονούν,
που κάποτε ήξερα να παλεύω.
Δεν τα θέλω πίσω όλα αυτά,
ξέρω πως αλλάζουμε,
πως τώρα η πίστα του παιχνιδιού είναι άλλη...
Αλλα μου αρκεί, που έχω δει τις προηγούμενες,
που μπορώ να καταλάβω την αξία τους!
Οχι, δεν είναι παραίτηση!
Είναι συνειδητοποίηση...

Wednesday, November 01, 2006

Πρωτομηνιά στραβή και μαύρη

Ο Νοέμβρης μπήκε με το αριστερό. Οπως και ο περυσινός δηλαδή. Είναι περίεργο να συναναστρέφεσαι τα ίδια εκατό άτομα κάθε μέρα και παρόλα αυτά να νοιώθεις εντελώς αποκλεισμένος από τον κόσμο. Ασχετο αυτό, προχωράμε. Χθες βράδυ ο καλός ρουφιάνος, με ενημέρωσε ότι το προσωπικό ετοιμάζει απεργία. Εχει αυτοχρηστεί ρουφιάνος μόνος του, ουδείς τον ρώτησε ποτέ τίποτα, ουδείς τον έβαλε να παρακολουθεί συζητήσεις. Τεσπά η ενημέρωση έγινε και παρότι ένα χρόνο τώρα με πανικόβαλαν οι μαλακισμένες απεργίες τους (γίνονται πάντα μετά τις 12:30, αφού έχουν φάει και πιεί στο καθιερωμένο διάλειμμά τους), χθες το βράδυ κοιμήθηκα ήρεμα. Δεν αντέχω άλλες πιέσεις, άλλους εκβιασμούς και άλλη αχαριστία. Εν τω μεταξύ, στην αρχή όλα αυτά έπιαναν, θες γιατί δεν τους ξέραμε, θες γιατί δεν θέλαμε να διαταραχτεί η λειτουργία του εργοστασίου, θες γιατί ήμασταν χάνοι, πάντως έπιαναν.
Το πρωί κατέβηκα στο γραφείο πριν τον Δημήτρη με τη Μέτζυ να έχει γαντζωθεί στο παντελόνι μου και προσποιήθηκα την αδιάφορη και άνετη. Βρήκα γλυκά στο γραφείο, κάποιος γιόρταζε, μου είπαν ότι ο εορτάζων ήταν ο καλός μας ρουφιάνος, που χθες βράδυ αγωνιούσε για την τύχη της εταιρείας αν απεργήσει ο λαός. Μετά από τρία λεπτά εμφανίστηκε ο ίδιος και πριν προλάβω να του πω "Χρόνια Πολλά", αναγνώρισα αυτό που κρατούσε στα χέρια του. Οχι καλέ, δεν κρατούσε μαχαίρι (δεν με λένε και Στέλλα), ούτε όπλο. Κρατούσε το γνωστό λατρεμένο χαρτάκι με επικεφαλίδα "ΜΠΟΛΜΠΑ" που μου φέρνουν όσοι θέλουν να παραιτηθούν. Πόσες φορές με τρόμαξε η θέα τέτοιων χαρτιών και πόσες φορές τα υπέγραψα με ικανοποίηση, γράφοντας πάνω το πελώριο ΝΤΑ μου! Συγκράτησα την ψυχραιμία μου, ρουφιάνος - ξερουφιάνος στην δουλειά του είναι καλός και δεν μπορώ να τον αντικαταστήσω εύκολα. Από την άλλη, συνειδητοποίησα την ενορχήστρωση της όλης υπόθεσης, αυτός καρφώνει όσους απεργούν, αλλά έχει έναν πολύ πιο ευγενικό τρόπο να πιέσει για αύξηση. Του είπα ότι δεν τον κρατάω με το ζόρι, αφού βρήκε περισσότερα λεφτά μπορεί να φύγει, δεν μπορώ να του δώσω επ΄ουδενί τόσα και ότι θα συζητήσω με τον Δημήτρη για να του πω πόσο ακόμα πρέπει να μείνει. Καθόταν απέναντί μου, με τα μάτια κατεβασμένα, ανίκανος να μιλήσει, έτοιμος να κλάψει. Γιατί θα μου πείτε; Ελαμ ντε, άβυσσος η ψυχή των Βούλγαρων.
Συνέχισα σαν να μην τρέχει τίποτε, παρότι ο έτερος ρουφιάνος μου πετούσε μηνύματα στο skype "είναι κακό για την εταιρεία να΄φύγει, βρείτε τρόπο να τον κρατήσουμε". Του απάντησα "για την εταιρεία το μόνο κακό είναι οι εκβιασμοί" και το βούλωσε.
Μετά είχαμε χορό με τους προισταμένους, οι οποίοι έτοιμοι να σηκώσουν την σημαία της απεργίας και να μας αιφνιδιάσουν, κόντεψαν να λυποθυμίσουν όταν τους είπαμε "μιας και ετοιμάζετε απεργία, μπείτε όλοι τώρα στο λεωφορείο και πηγαίνετε σπίτια σας". Ειπώθηκαν κι άλλα, παρόλα αυτά σήμερα δούλεψαν περισσότερο από ποτέ, σας λέει τίποτα αυτό; Βεβαίως όταν ο μισητός έλληνας σου κόβει το κέφι για απεργεία, απαντάς με σαμποτάζ, παλιά λατρεμένη τους τακτική, οπότε ήδη το ξυλουργείο μετράει τα τραύματα του με μία μηχανή λιγότερη. Δεν πάει στο διάολο, θα την φτιάξουμε.
Με διέλυσε η όλη κατάσταση, από την μία μου έρχεται να τους πλακώσω, από την άλλη λυπάμαι τα φτωχά τους μυαλά. Λυπάμαι για την νοοτροπία τους, για την τεμπελιά τους, για το ότι δεν νοιάζονται που χωρίς δουλειά τα παιδιά τους θα πεινάσουν. Λυπάμαι που δεν μπορούν να εκτιμήσουν τίποτε, που είναι αχάριστοι και ταυτόχρονα τόσο χέστες και ηλίθιοι που με την πρώτη φωνή βάζουν την ουρά κάτω από τα σκέλια και πάνε στις θέσεις τους. Πόσες φορές μάλιστα, αυτή η φωνή βγήκε μέσα από τον φόβο μου και την απόγνωσή μου, και δεν αντιλήφθηκαν κάν ότι είμαι έτοιμη να λυγίσω.
Τους θυμάμαι από την άλλη (ελάχιστους βέβαια αλλά υπάρχουν), να μοιράζονται μαζί μας τις αγωνίες μας για τη δουλειά, να βλέπουμε μαζί παιδικά θεατρικά τα Χριστούγεννα, να χορεύουμε στον Χριστουγεννιάτικο χορό σαν φίλοι. Μετά μου έρχεται στο μυαλό το γεμάτο βλέμμα μίσος τους τόσες και τόσες φορές, η αδιαφορία τους για το εργοστάσιο που τους ταϊζει πολλά χρόνια πριν έρθω ακόμα εγώ.
"Την ζωή την διεκδικούμε, δεν περιμένουμε από τον Θεό να μας ρίξει το τσουβάλι με το χρυσάφι χωρίς να κάνουμε τίποτα!" είπα της Τσέτσας. "Για μας ο Θεός είστε εσείς" είπε. Οχι, μην είμαστε ρομαντικοί! Δεν εννοούσε ότι μας βλέπει σαν Θεούς. Μην τρελλαθούμε κιόλας. Εννοούσε ότι πολύ απλά , πρέπει επιτέλους να ρίξουμε τα τσουβάλια με το χρυσάφι χωρίς να κάνουν τίποτα.
Ξέρω ότι αύριο, το 20% των ασθενειών ανά μέρα, θα εκτοξευθεί στα ύψη. Είναι τόσο χέστες που θα αρρωστήσουν όλοι. Με ασθένεια δεν μπορείς να τους απολύσεις αφενός, δεν δουλεύουν αφετέρου, τους πληρώνεις επίσης. Η μόδα των εργαζομένων εδώ είναι μία ασθένεια! Και είναι τόσο κουτοί , που κάθε φορά που αλλάζουν γιατρό για να πάρουν χαρτί ασθενείας (γύρω στα 5 ευρώ κοστίζει), ξεχνούν να του πουν τι τους είχε γράψει ο προηγούμενος. Εκτός πιά κι αν η άπονη ζωή μου χτύπησε τόσο αλύπητα τον Μπορίς, που μετά από μία εβδομάδα με αιμοροείδες, πέρασε μια εβδομάδα βρογχίτιδας και αμέσως μετά ημικρανίες. Παρεμπιπτόντως, δεν δουλεύει καθιστός και δεν χρησιμοποιεί καθόλου το αδειανό κρανίο του σε αυτό που κάνει. ΄
Το δίκιο του εργάτη, είναι το δίκιο του εργάτη. Συμφωνώ παιδιά και επαυξάνω! Νομίζω όμως ότι εκτός απο δικαιώματα έχουμε και υποχρεώσεις, σωστά; Στο κάτω κάτω κι εγώ εργάτισσα είμαι εδώ, δεν είναι δικό μου αυτό του μπουρδέλο που το λάτρεψα, παρότι δεν είναι δίπλα στο σπίτι μου! Είχε δίκιο ο Δημήτρης σήμερα ... "Κάφτε το, κλείστε το, παίρνω το πρώτο αεροπλάνο και γυρίζω σπίτι μου" τους είπε. Και συμπληρώνω... εσείς που θα πάτε;

Home Sweet Home!!!




Η είσοδος του καθιστικού μας! Η Φατιμά και ο Σερχάν της βολεύτηκαν στον καναπέ.








Η κουζίνα μας!!! Επιτέλους μια κουζίνα μεγάλη και φωτεινή. Στο βάθος η παραδοσιακή βουλγάρικη πέτσκα, δηλαδή η σόμπα μας!






Χμμμμ, η άσχετη, πως έφερα την κρεββατοκάμαρα τούμπα, μου λέτε???













TO καθιστικό. Αυσιέν και Ασλάν στην μία πλευρά του καναπέ.






Το νέο μας σπίτι στο Ογκνιάνοβο είναι γεγονός. Ο φίλος μας ο Γιάννης μας είπε ότι είναι πολύ της μοδός να γίνονται σπίτια οι βιομηχανικοί χώροι !!!! Αν το ξέραμε πριν το φτιάξουμε θα σας έλεγα ότι το φτιάξαμε για να πάμε με την μόδα :p

Friday, October 27, 2006

Meggie



Η Μετζέλα η καλή
κάνει βόλτες στις αυλή!
Πάνω στο παχύ χορτάρι,
παίζει με ένα παλληκάρι,
που το λένε Πλαμενάκο
και το αγαπά πολύ!
Και στον ύπνο της το βλέπει
η Μετζέλα η καλή.

Wednesday, October 25, 2006

Νοιώθω ότι έχασα την ψυχραιμία μου. Οχι μόνο μία φορά σήμερα, εκατόν μία. Έχω την αίσθηση ότι με φλερτάρει η υπέρταση και δεν έχω τα χάπια μαζί μου. Η ώρα είναι έξη περίπου κι απ' όσο θυμάμαι, από τις έντεκα θέλω να βάλω τα κλάμματα. Ισως και λίγο νωρίτερα. Κρατιέμαι, δεν θα τους δώσω την χαρά να με δουν να κλαίω. Μια φορά μου ξέφυγε μπροστά τους και ήταν σφάλμα ολέθριο.
Η μέρα ξεκίνησε θεόστραβα. Ο Δημήτρης ωρυόταν (δικαίως) γιατί η Μέτζι είχε κάνει το σπίτι αλώνι (δικαίως επίσης). Η μικρή έχει πρόβλημα, ως παραχαϊδεμένη, τρώει ότι σαχλαμάρα βρει μπροστά της όλη μέρα (κομμάτια από δέρμα και ύφασμα κουλουπού) και το ξερνάει όλη νύχτα. Από τη μία κατανοώ το Δημήτρη, από την άλλη ανησυχώ για αυτή. Και δεν μπορώ να την μαλώσω όταν ξέρω πως και η ίδια υποφέρει.
Κατέβηκα στο γραφείο. Τις τελευταίες μέρες ο πανικός είναι τέτοιος σε όλα τα επίπεδα που δεν ξέρω τί να πρωτοκοιτάξω. Και είναι όλα αλυσίδα. Αν μου ξεφύγει κάτι το πρόβλημα σκάει και εγώ δεν ξέρω σε πόσα τμήματα. Ο Δημήτρης στα πρόθυρα νευρικής κρίσης (ποιά πρόθυρα δηλαδή, έχει μπει με τα μπούνια), κι αυτό με μπλοκάρει, με τις φωνές μπλοκάρω γιατί πολύ απλά δεν απαντώ, προτιμώ να επεξεργαστώ όσα ακούσω και μετά να απαντήσω. Και ασφαλώς ενώ επεξεργάζομαι, το μυαλό μου ήδη έχει φτάσει στο πώς θα λυθεί το πρόβλημα, ψάχνω εναλλακτικές. Ο Δημήτρης δεν είναι έτσι, αν δεν διευκρινιστεί το θέμα, αν δεν απαντήσω, αν δεν παίξουμε μπουνιές, στηλώνει τα πόδια. Καλή λύση, δεν λέω, δεν θα αποκτήσει ποτέ υπέρταση (εύχομαι και ελπίζω).
Λοιπόν ίσως να πέρασα και χειρότερες μέρες εδώ, αλλά σήμερα τσακώθηκα με όποιον έπεφτε μπροστά μου, βρίστηκα όσο ποτέ, με αποκορύφωμα τον ηλίθιο που νοίκιασε το εστιατόριο και ο οποίος είχε 2 μέρες αφήσει ανοιχτή τη μηχανή του καφέ, για να τιναχτούμε στον αέρα. Ασφαλώς και δεν πληρώνει αυτός το ρεύμα, ασφαλώς και μου έκανε την γελοία ερώτηση "Γιατί δεν κατεβάζατε τον γενικό και με κουβαλήσατε βραδιάτικα;"
Ο άλλος εφυής για να δεχτεί να μου φέρει το ύφασμα από το τελωνείο (θα πρεπε να το χει εδώ από χθες παρεμπιπτόντως), όταν υπέπεσα στην γνωστή ανά την Βουλγαρία ερώτηση του κάθε απελπισμένου "τί θες επιτέλους ρε παιδάκι μου? Πόσα για να το φέρεις?" απάντησε "δέκα χιλιάδες λέβα"!!!! Δηλαδή πέντε χιλιάδες ευρώ για να μην καθυστερήσει μια δουλειά για την οποία έχει πληρωθεί προκαταβολικά. Ω Θεέ μου, γιατί επέστρεψες εδώ κι έφερες μαζί σου την καριόλα την ιδιωτικοποίηση; Μια χαρά δεν ήταν άθεοι και στρατιωτάκια;
Η Ελλάδα (μανία κι αυτή να λέω Ελλάδα την εταιρεία κάτω) λύσσαξε για καθυστερημένες παραδόσεις και προβλήματα φορτώσεων, όταν πρώτη τους είχα πει να προσέχουν τί πουλάνε γιατί δεν προλαβαίνουμε ρε παιδιά! Και τεσπά κόφτε τις γραπτές αναφορές που στέλνετε πέντε παρά πέντε γελοίοι, πέντε λεπτά πριν την κοπανήσετε δηλαδή, γιατί εσείς έχετε πενθήμερο και οκτάωρο , ενώ οι σκλάβοι θα πρέπει να συντάσσουν απαντήσεις όλο το βράδυ για να μην φάνε χρόνο από την δική σας δουλειά αύριο.
Σταδιάλα κι εσύ ηλίθιε δικηγόρε, που όταν βγαίναμε από το δικαστήριο που με έσερνες για μάρτυρα , καμάρωνες σαν γύφτικο σκεπάρνι, γιατί η "υπόθεση ήταν δική μας" και "τί καλά που τους τα χωσες" και σήμερα ήρθες να μου πεις ότι "χάσαμε, γιατί είναι πολύ δύσκολο να κερδίσεις το κράτος εδώ, δεν έλαβαν υπόψη την μαρτυρία σας". Και γιατί αγόρι μου πήγα και κατέθεσα ??? (μαλακισμένη ερώτηση αλλά την έκανα, σας το ορκίζομαι!) "Εχουμε δικαίωμα να έχουμε μάρτυρες στις δίκες στην Βουλγαρία". Αλήθεια? Α, και δεν το ξερα η άσχετη Ελληνίδα. Εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να καλούμε μάρτυρες καλέ, ούτε τολμάμε να τα βάλουμε κατά του κράτους ποτέ!
Αυτά ήταν λίγα από τα ευχάριστα της σημερινής ημέρας. Νοιώθω ότι καταρρέω. Ή μήπως κατάρρευσα ήδη; Ο Δημήτρης παρότι φώναζε όλο το πρωί και σφαχτήκαμε , συντάσσει υπομονετικά τις απαντήσεις αυτή τη στιγμή. Που το βρίσκει το κουράγιο; Εγώ δεν αντέχω ούτε να πεθάνω ...

Monday, October 23, 2006

Μια μετακόμιση για πλάκα ή για σοβαρό σκοπό...

Ω ναι, μετακομίζουμε! Πού θα μου πείτε; Πάνω από το γραφείο! Σκεφτήκαμε ότι δεύτερος χειμώνας με το σπίτι 40 χιλιόμετρα μακρυά δεν έβγαινε. Μετά τα πρώτα χιόνια θα θες δυό ώρες να φτάσεις. Από την άλλη το αυτοκίνητο που αντικατέστησε τον "Αρτέμη" μετά την μυστηριώδη εξαφάνισή του από το αεροδρόμιο της Σόφια, δεν είναι για πολλά πολλά.
Το φέραμε από δω, το φέραμε από κει και καταλήξαμε. Το εργοστάσιο είναι τεράστιο (όπως όλα τα επί καθεστώτος κατασκευασμένα), άλλωστε κάποτε το προσωπικό του ήταν χίλια άτομα. Υπάρχουν ένα σωρό χώροι που δεν έχω καν προλάβει να δω, ένα χρόνο που είμαι εδώ. Ανακάλυψα λοιπόν στον δεύτερο όροφο τρία δωμάτια, τα οποία με ρυθμό χελώνας ξεκίνησαν να γίνονται "σπίτι" τον περασμένο Μάη. Βλέποντας τους ρυθμούς της ανακατασκευής και έχοντας σαν δεδομένο την απόφασή μου να συμμαζευτούν με υπάρχοντα υλικά, σκεφτόμουν ότι δεν θα τελείωνε ποτέ. Κάτι το ότι ο χειμώνας ήρθε και ήδη άρχισαν να κλείνουν δρόμοι στα χωριά τριγύρω, κάτι που βαρέθηκα τα πάνω κάτω δις ημερησίως μας έπιασε φούρια να το τελειώσουμε. Μέσα σε μία εβδομάδα, έγιναν όσα τόσους μήνες αναβάλαμε. Και καλώς εχόντων των πραγμάτων (και του προσωπικού) αύριο μεθαύριο ανεβαίνουμε μόνιμα.
Σκέφτομαι βέβαια ότι θα είμαστε λιγάκι απομονωμένοι. Για να κατέβεις στο χωριό, πρέπει να κάνεις παράκαμψη μιάς και η γέφυρα έχει πέσει πριν ενάμιση χρόνο κι ακόμα μέσα στο ποτάμι βρίσκεται. Για να πας στην κοντινότερη πόλη θες δέκα χιλιόμετρα. Από την άλλη, επί ένα και πλέον χρόνο, όσο δηλαδή μένουμε στο Πλόβντιβ, η ζωή μας περιορίζεται σε ένα δωμάτιο. Μεγάλο μέν, αλλά ένα. Κουζίνα, κρεββατοκάμαρα, καθιστικό αλλά Βιντάλ Σασούν. Ισως συνετέλεσε κι αυτό στην άσχημη ψυχολογία μου όλο αυτό το διάστημα. Διότι πολύ απλά το σπίτι πρέπει να σε ξεκουράζει. Θα είναι και καλύτερα για το σκυλί εδώ, παραμεγάλωσε και δεν βολευόταν με τίποτα στο Πλόβντιβ, εδώ τουλάχιστον θα παίζει με τα αδέλφια της και δεν θα τρώει τα καλώδια της τηλεόρασης τη νύχτα.
Λοιπόν θα πρέπει να το φωτογραφίσω όταν τελειώσει, κακώς δεν τράβηξα μερικές φωτογραφίες πριν την ανακατασκευή, να έχω και μέτρο σύγκρισης.

Composition Doll

Χαζεύοντας την μπλογκόσφαιρα το σου-κου, έπεσα σε ένα "κουκλίστικο"μπλογκ, με λάμψη διαμαντιού. Κάτι μου θύμιζε η γράφουσα, τί μου θύμιζε, έσπαγα την κεφάλα μου όλο το βράδυ. Σήμερα, ξεδιάλυνα το μυστήριο (για ξανθιά και λίγο μου πήρε) και μπορώ να σας παρουσιάσω το μοναδικό εν δικτύω άτομο που μας ενώνει η ίδια τρέλλα σχετικά με τις κούκλες. Νινάκι χάρηκα που σε πέτυχα εδώ, θα σε διαβάζω!

Saturday, October 21, 2006

Αυσιέν (δε ορίτζιναλ ουάν, έχουμε και ιμιτασιόν,σε επόμενο ποστ)

Με την Αυσιέν, πρωτομιλήσαμε τον Νοέμβρη του 2001. Εψαχνα νέα προϊόντα που θα μπορούσα να διαθέσω στο υπάρχον πελατολόγιό μου και είχα στείλει άπειρα φαξ σε Τουρκικές κυρίως Εταιρείες, ζητώντας ενημέρωση. Οταν μου πέρασαν την γραμμή από το τηλεφωνικό κέντρο άκουσα μια "χαμογελαστή" φωνή να λέει "Goodmorning Giorgia". Τί σημαίνει θα μου πείτε "χαμογελαστή φωνή". Η φωνή εκείνη που όταν την ακούς καταλαβαίνεις ότι ο έχων την, σου μιλάει χαμογελώντας. Κι ο πάγος σπάει, ακόμα και αν δεν τον έχεις δει ποτέ.
Το επώνυμό μου προφέρεται εξαιρετικά δύσκολα από τους ξένους, και ειδικά η Αυσιέν δεν το πρόφερε ποτέ, για αυτήν είμαι πάντα η Giorgia, έτσι με ζητάει στο τηλέφωνο, έτσι μου κλείνει δωμάτια σε ξενοδοχεία κι έτσι με ζητάει στις ρεσεψιόν. Κι εγώ με τον καιρό το καθιέρωσα με όλους τους ξένους που συναλλάσομαι, εκτός από τους Βούλγαρους που με λένε Γκεόργκια, ίσως γιατί έχουν αντίστοιχα παρόμοια ονόματα.
Κλείνει η παρένθεση και συνεχίζουμε. Ηταν τόσο επαγγελματική και συνάμα φιλική η προσέγγιση της παντελώς άγνωστης σε μένα Αυσιέν, που ένοιωσα ότι η επόμενη εταιρεία που θα συνεργαζόμουν θα ήταν αυτή στην οποία δούλευε, στο κάτω κάτω της γραφής, όλοι οι άλλοι είχαν απαντήσει με επιστολές και αποστολή προσπέκτους, κανένας δεν είχε σηκώσει το τηλέφωνο να με πάρει όπως αυτή. "Πρέπει να έρθεις να μας δεις από κοντά, άλλωστε είμαστε τόσο κοντά" μου είπε. Σκέφτηκα "μα που το είδε το κοντά;" και ανακάλυψα ότι η Αυσιέν είχε απλά ανοίξει ένα χάρτη, είδε το Ναύπλιο στην ίδια ευθεία με τη Σμύρνη και αυτό δεν μπορούσε παρά να είναι κοντά! Οταν σε χωρίζει απλά μία ευθεία θάλασσας δεν μπορεί να είσαι μακρυά, είσαι κοντά.
Βρέθηκα λοιπόν να θαλασσοπνίγομαι τέλη Νοέμβρη με το καραβάκι της γραμμής Χίος - Τσεσμέ, έχοντας οδηγήσει όλη νύχτα για να προλάβω το πρώτο αεροπλάνο για Χίο, και έχοντας μία απίστευτη αγωνία για το πως θα είναι μία χώρα τόσο κοντά σε μάς και ταυτόχρονα τόσο μακρυά μας, ακόμα και η Νέα Υόρκη εκείνον τον καιρό μου φαινόταν πιο προσιτή.
Η συνάντησή μας έγινε το επόμενο πρωί, στο μικρό της γραφείο, η χαμογελαστή φωνή ήταν πράγματι χαμογελαστή, με καλωσόρισε με μια ζεστή αγκαλιά σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Εκείνη η συνάντηση, ήταν η αρχή μιας συνεργασίας που κράτησε κάμποσα χρόνια. Με την Αυσιέν περάσαμε μαζί "επαγγελματικές αγωνίες", Κυριακές κολλημένες στα κινητά μας από το σπίτι (όντας παντρεμένες τότε και οι δύο) για να με ενημερώνει τί ώρα το φορτηγό ξεμπλοκάρεται στα σύνορα, οργανώσαμε εξ αποστάσεως μαζί εκθέσεις και τέλος πάντων η επαγγελματική μας σχέση ήταν πάντοτε γεμάτη με χαμόγελα και ικανοποίηση. Θυμάμε ακόμα, ότι όποτε γινόταν κάποιος αγώνας ποδοσφαίρου μεταξύ Ελληνικής και Τουρκικής ομάδας, ένα μήνυμα ερχόταν στο κινητό μου, για να ευχηθεί "Καλή Επιτύχία ". Ισως καυγαδίσαμε και μια δυό φορές, συμβαίνουν αυτά όταν στήνεις μία συνεργασία. Ενα πρωί με πήρε τηλέφωνο και της είπα "Συγγνώμη που χάθηκα μία εβδομάδα, χώρισα και μετακόμιζα". Δεν έδειξε έκπληξη, με ρώτησε μόνο "Είσαι καλά;".
Επαγγελματικά οι δρόμοι μας χώρισαν όταν αυτή έφυγε από την εταιρεία που εργαζόταν. Κρατήσαμε την επικοινωνία μας και βρέθηκα πάλι μαζί της, την πρώτη φορά που ταξίδεψα στην Ιστανμπούλ, περάσαμε μια μέρα μαζί κι αγοράσαμε μαζί την Αυσιέν , την μαύρη κούκλα μου που της έδωσα το όνομά της. Βλέποντάς της ξανά στην Ιστανμπούλ, μια γυναίκα στα 35 της πιά, να δουλεύει τόσο δυναμικά για την δική της πλέον εταιρεία και ταυτόχρονα να σου μιλάει για την κόρη της, σκέφτηκα πόσο μου μοιάζει η Αυσιέν και ασφαλώς "γιατί δεν έχει χωρίσει ακόμα". Θα μου πείτε, γιατί να χωρίσει δηλαδή; Πως το λέω τώρα αυτό, τί σχέση έχει. Δεν υπάρχει απάντηση που να σας ικανοποιήσει, απλά εμένα η Αυσιέν σε έναν γάμο συμβατικό (κι αυτό ήταν εμφανές) δεν μου καθόταν καλά, δεν μου πήγαινε.
Πριν ένα μήνα περίπου ξαναβρεθήκαμε στη Σμύρνη. Βρεθήκαμε το πρωί στο Κορντόν για καφέ και μετά την ανταλλαγή των πρόσφατων νέων την ρώτησα τί κάνει η κόρη της. Μιλούσε χαμογελαστή για την Μελίς, πόσο καλά τα πάει στο σχολείο, πόσο λίγο την βλέπει λόγω της δουλειάς της. Δεν θυμάμε πως ήρθε η κουβέντα και την ρώτησα τί κάνει ο άντρας της. "Χωρίσαμε πριν οκτώ μήνες" μου είπε χαμογελαστή. Δεν έδειξα έκπληξη , την ρώτησα μόνο "Τώρα είσαι καλά;".
Η Αυσιέν, παρότι εξακολουθεί να μιλά χαμογελαστά, παρότι είναι ευδιάθετη και πάντα αισιόδοξη, δεν είναι καλά. Οι οκτώ αυτοί μήνες ήταν ο ένας χειρότερος από τον άλλον και την νοιώθω, τα χω περάσει, τα ξέρω και έχοντας ένα παιδί σίγουρα είναι χειρότερα από όσα ξέρω. Μου είπε μόνο ότι έχει μια σχέση, δεν ρώτησα λεπτομέρειες, της είπα να κοιτάξει μπροστά, να φτιάξει πάλι τη ζωή της.
Χθες το απόγευμα μου "χτύπησε " στο Skype, κατάλαβα ότι δεν θα ήταν μια "χαμογελαστή" συνομιλία. Πώς το κατάλαβα; Τόσα χρόνια στο τσατ, καταλαβαίνω με το καλημέρα του άλλου αν είναι καλά ή όχι. Και την Αυσιέν δεν την ξέρω μόνο μέσω της γραπτής επικοινωνίας. Ηταν λυπημένη γιατί η μικρή θα περνούσε 5 μέρες με τον μπαμπά της. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Προσπάθησα να της δώσω κουράγιο, να της πω να μην κάνει χαζές σκέψεις, στο κάτω κάτω της γραφής, θα είχε κι αυτή 5 μέρες ελεύθερες να περάσει με τον φίλο της.
Κι εκεί έξυσα την πληγή. Η Αυσιέν άνοιξε τα μουσκεμένα από δάκρυα χαρτιά της και μου το ξέρασε "Δεν είναι τόσο απλό, είναι παντρεμένος και δεν μπορεί να χωρίσει γιατί η γυναίκα του δεν του δίνει διαζύγιο και εξαιτίας της κατάστασης η κορούλα τους (σημειώστε ότι είναι τριών μόλις χρονών) έχει ψυχολογικά προβλήματα". Στο μυαλό μου ήρθαν όλες οι παρόμοιες ιστορίες που κατά καιρούς έχω ακούσει, όλες οι παρόμοιες δικαιολογίες που περιφέρονται σε τέτοιες περιπτώσεις, και έγινα θηρίο. "Με το καλό" σκέφτηκα "είναι χάλια, φέρτης το με τρόπο".
Της είπα ότι κακώς νοιώθει ενοχές, κακώς φορτώνεται τα προβλήματα του Τζαν, αυτή είχε την τόλμη να λύσει τα δικά της και να τα παλέψει, αν και γυναίκα και μάλιστα πιστή μουσουλμάνα. Δεν της είπα ευθέως ότι ο καλός της βρίσκει μαλακισμένες δικαιολογίες, για να διατηρεί το ονειρεμένο δίπορτό του. Δεν της είπα ευθέως ότι ένα παιδάκι τριών χρονών δεν μπορεί να έχει "ψυχολογικά προβλήματα" γιατί ο μπαμπάς τα φόρεσε στη μαμά, παρά μόνον αν οι ίδιοι του το λένε απροκάλυπτα. Της είπα όμως ότι ο Τζαν δεν είναι μωρό, ότι αν θέλει να αποφασίσει θα αποφάσιζε κι ότι αν η γυναίκα του θέλει να σώσει τον γάμο τους, ουδείς την εμποδίζει , συνεπώς δεν χρειάζεται να πιάνει τον πρώην και τους γονείς της Αυσιέν για να βρει συμμάχους.
Με παρακάλεσε να βρεθούμε και οι τέσσερις μαζί ένα Σαββατοκύριακο, "αν δει τον Δημήτρη και μιλήσει μαζί του, ίσως καταλάβει" μου είπε. Δεν τόλμησα να της πω, ότι ακόμα κι αν δεχθεί ο Τζαν μία τέτοια συνάντηση (διότι μετά τα "προβλήματα του παιδιού", τα Σαββατοκύριακα κόπηκαν μαχαίρι) μόνο δυσαρέσκεια μπορεί να νοιώσει για έναν άντρα που πάτησε πόδι και απέφυγε μαλακισμένες δικαιολογίες για να κάνει τη ζωή του. Γιατί πολύ απλά ο Τζαν δεν θέλει να χωρίσει Αυσιένακι, δεν θέλει συνεπώς βοήθεια και υποδείξεις από κανέναν, απλά σου μεταδίδει τα "υποτιθέμενα προβλήματά του" για να μην σηκώσεις κεφάλι ποτέ.
Η Αυσιέν δεν είναι ούτε κουτή, ούτε φυγόπονη, ούτε ψάχνει κάποιον να κρεμαστεί πάνω του. Μπορεί κανένας να μου πεί, γιατί δεν μπορεί να καταλάβει το αυτονόητο; Γιατί ενώ σε όλες τις καταστάσεις της ζωής της λειτουργεί με δυναμισμό και λογική και στην κατάσταση με τον Τζαν έχει γίνει χαλί από το Ουσιάκ (μπαι δε γουέι, από κει κατάγεται) που το πατάνε όλο και περισσότεροι; Γιατί είναι ερωτευμένη μάλλον, τον αγαπά λέει. Κι αξίζει αυτή η αγάπη τόσο που η φωνή της έπαψε να είναι χαμογελαστή, που θα περάσει πέντε μέρες μόνη για πρώτη φορά στη ζωή της , χωρίς να ξεκουνηθεί να πάει μια βόλτα ρε αδελφέ.
Τελικά οι γυναίκες παντού είναι ίδιες! Μα εντελώς! Θα μου πείτε για να καταλήξω εκεί χρειαζόταν όλη αυτή η εισαγωγή; Οχι, ενδεχομένως όχι. Απλά στο πρόσωπό της βλέπω την Γωγώ μερικά χρόνια πριν. Και παρότι η φιλία μας όλα αυτά τα χρόνια στηρίχτηκε σε τηλέφωνα, δεν βγήκαμε για ψώνια μαζί, δεν μιλήσαμε για γκόμενους, δεν κουτσομπολέψαμε, δεν κάναμε διακοπές μαζί, με πονάει να την νοιώθω μόνη σήμερα και δυστυχισμένη. Ειδικά όταν σκέφτομαι πως θα μπορούσαν όλα να είναι εντάξει γιαυτή αν ένας άντρας έλεγε αλήθεια!

Tuesday, October 17, 2006

Σήμερα έβαλε κρύο. Απίστευτο κρύο, ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα φοράω κασκόλ μέσα Οκτώβρη. Το κτίριο τεράστιο και παγωμένο, με το ζόρι κρατιέμαι να μην ανάψω εκείνα τα τεράστια θερμαντικά τερατουργήματα, που θα εκτινάξουν το κόστος του πετρελαίου στα ύψη! Κοιτάζω έξω από το τζάμι τον μάλλον μουντό βραδυνό ουρανό και νοσταλγώ (ας το θέσουμε έτσι), ένα απόγευμα στον καναπέ μου στο Ναύπλιο, με ένα βιβλίο αγκαλιά (πόσο μου λείπουν εδώ τα βιβλία) και μια κούπα καφέ. Θα μου περάσει η νοσταλγία, δεν μπορεί, αρκεί να πάψω να ρίχνω κλεφτές ματιές έξω από το τζάμι!
Απότι φαίνεται χιόνια θα έχουμε νωρίς φέτος. Τα βλέπω να έρχονται σε δυό τρεις εβδομάδες, σημάδι ο δήμαρχος που ήρθε να ζητήσει την καθιερωμένη πλέον "δωρεά" σε ξύλα και πριονίδι για το σχολείο του χωριού. Πέρσι είχε έρθει τέλη Νοέμβρη, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Σκέφτηκα πάλι, όπως και πέρσι, τα παιδάκια στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, στις μεγάλες αίθουσες, να φορούν τα κουρελάκια τους και προσπαθούν να ζεσταθούν με μία σόμπα που δεν καίει τίποτε άλλο παρά πριονίδι. Και η μελαγχολία μου μεγάλωσε, πήγα να την διασκεδάσω, "βάζοντας χέρι" στον Δήμαρχο, γιατί δεν βάφει το σχολείο (ένα αριστούργημα αρχιτεκτονικής, κτίριο του 1932, όταν τα σχολειά μας στα Ελληνικά χωριά, σίγουρα δεν είχαν τόση μεγαλοπρέπεια), γιατί δεν παίρνουν μπογιά και οι ίδιοι οι γονείς να καθήσουν ένα Σαββατοκύριακο να το βάψουν. Μέσα στις δικαιολογίες που πρόφτασε να πεί, με προσκάλεσε να πάω μια μέρα από εκεί "αν η καρδιά σας αντέχει να μην μαυρίσει" όπως χαρακτηριστικά είπε.
Σκέφτηκα πως αυτά τα χωριά, κάποτε ήταν πιο εξελιγμένα από τα δικά μας, χρόνια βέβαια πριν, μα ήταν. Και τώρα, εν έτει 2006 , οι χωρικοί στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο της πόλης, γιατί στο χωριό "τα παιδιά των Ρόμ, δεν διαβάζουν και μένουν πίσω και τα άλλα". Εν έτει 2006, οι χωρικοί αναζητούν από δω κι από κει δωρεές για καύσιμα, και Σύλλογος Γονέων δεν υφίσταται λόγος να υπάρχει γιατί "τί να κάνουν; Οι γονείς δεν έχουν λεφτά ούτε για να τα ταϊσουν". Εν έτει 2006 το χιόνι θα ρθει και τα παιδάκια δεν θα βγαίνουν στο προαύλιο, θα στριμώχνονται για ώρες γύρω από την ξυλόσομπα, γεμίζοντας τα μικρά τους πνευμόνια με κάρβουνο.
Και ύστερα μου ήρθε στο μυαλό, πόσο γελοίοι , πόσο ανώφελοι, ήταν οι πανηγυρισμοί τους και η αναστημένη υπερηφάνια τους, για την επικείμενη είσοδό τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Λες κι αυτή, η ταμπελίτσα του Ευρωπαίου πολίτη, θα καταργήσει τις ξυλόσομπες στα σχολειά, θα αλλάξει τα σπασμένα τζάμια και θα μάθει τα παιδιά των Ρόμ πως να διαβάζουν.
Κι από την άλλη σκέφτηκα πως το πρόγραμμα "Ομορφη Βουλγαρία" που όοοολοι περιμένουν για να σουλουπώσουν την ασχήμια κτιρίων και περιοχών, ασχολείται μόνον με την εξωτερική ομορφιά , όσων κτιρίων προλάβουν να ενταχθούν σε αυτό, (άραγε με πιο κριτήριο), κι όχι με την ουσία μιας Βουλγαρίας όμορφης μέσα από τις ψυχές των παιδιών της.
Οσο κι αν δεν μπορώ να αγαπήσω τούτον τον τόπο, όσο κι αν μου φαίνεται το ίδιο ξένος ένα χρόνο μετά, νοιώθω πως άρχισα να δένομαι μαζί του, να με πονούν οι πληγές του. Μεθαύριο έχουν εκλογές, εκτός από ελάχιστες αφίσες στους δρόμους τίποτε δεν με έκανε να το καταλάβω. Απορώ τί περιμένουν από αυτές, τί όνειρα μπορεί να έχει ένας λαός που έχει ξεχάσει να ζει (αν το ήξερε ποτέ...)

Monday, October 16, 2006

ANGELO


Σήμερα "γεννήθηκε" ο Αντζελο! Τον περιμέναμε καιρό, και τη "σύλληψή" του την κρατούσαμε κρυμμένη μέχρι να τον δούμε να έρχεται!!! Αλλο ένα "παιδί" στην μεγάλη μας οικογένεια, ίσως το πιό τυχερό από όλα! Να μας ζήσει!

Friday, October 06, 2006

Τελικά έχουμε πρόβλημα!!!

Τελικά ναί! Εχουμε πρόβλημα! Ξανά μανά τα ίδια. Μήπως να πάρω το μπλογκάκι και να την κάνω ;;;;;