Friday, December 29, 2006

Πάει ο παλιός ο χρόνος...

Να κάνω τον απολογισμό μου? Μιας και φεύγει το 2006 (στο καλό να πάει, μας τρέλλανε!)
Το ζώδιό μου έλεγε, ότι το 2006 θα είναι μια χρονιά για «δύσκολους λύτες». Δεν είχα ωστόσο άλλη επιλογή από το να το παλέψω. Και αυτό έπραξα.
Το 2006 λοιπόν ....
- Ενοιωσα πολλές φορές την απόγνωση σε όλες της τις μορφές.
- Ενοιωσα πολλές φορές απόλυτα διαλυμένη
- Απειρες φορές η προσωπικότητά μου ευνουχίστηκε
- Απέκτησα υπέρταση , εγώ, η ανέκαθεν υποτασική.
- Γνώρισα πολύ λίγο μια χώρα που με φιλοξενεί (μιλάμε για πέντε αστέρων φιλοξενεία) εδώ και ενάμιση χρόνο, δεν έκανα καμία προσπάθεια να την μάθω παραπάνω κιόλας.
- Γνώρισα πολύ περισσότερο μια χώρα που θα ευχόμουν να με φιλοξενήσει στο μέλλον και απόρησα με τον εαυτό μου και την μανία του να θέλει να την γνωρίσει κι άλλο.
- Δεν μου έλειψε η Ελλάδα, παρά μόνον οι θάλασσές της και για να είμαι ειλικρινής με πανικοβάλει η σκέψη ότι ίσως κάποια μέρα χρειαστεί να επιστρέψω μόνιμα εκεί.
- Ο κύκλος των ατόμων που συναντώ κάθε – μα κάθε- μέρα, διευρύνθηκε στους άνω των εκατό.
- Ο κύκλος των ατόμων που μιλάω – ουσιαστικά, όχι να λέμε καλημέρα- μειώθηκε στον ένα (αχ καλέ μου Δημήτρη, τι τραβάς για την αγάπη μου).
- Ενοιωσα πολλές φορές την επιβεβαίωση σαν επαγγελματίας και άλλες τόσες την αυτοαπόρριψη σαν άνθρωπος.
- Είπα ψέματα σε ανθρώπους που νόμιζαν (κακώς) πως το μέλλον τους κρινόταν από μένα. Συγγνώμη παιδιά, είμαι σίγουρη πως είστε καλύτερα μακρυά μας κι αν δεν είστε, φροντίστε να γίνεται.
- Πίστεψα ψέματα ανθρώπων που δεν είχαν κανέναν λόγο να τα πουν, ουδείς τους τα ζήτησε, ουδείς τους ρώτησε κάτι για να περιμένει μια απάντηση και μάλιστα ψεύτικη.
- Πίστεψαν σε μένα άνθρωποι , που κανένα όφελος δεν είχαν να το κάνουν, αυτοί που είχαν, θα πίστευαν έτσι κι αλλιώς γιατί δεν είχαν άλλη εναλλακτική.
- Πίστεψα σε ανθρώπους που το άξιζαν και σε άλλους που δεν το άξιζαν και μου χάρισαν απογοητεύσεις, αλλά έτσι είναι η ζωή, ας προσέχαμε όλοι.
- Εχασα φίλους χρόνων, ίσως τελικά πάντα χαμένοι να ήταν, απλά οι συνθήκες να το έκαναν πιο ορατό. Με πονάει μεν, αλλά πρέπει όλοι να προχωρήσουμε είτε μαζί , είτε χώρια. Ευχαριστώ παιδιά για την αγάπη που μου δώσατε, για τις «ανατροπές», για την αλήθεια που με βοηθήσατε να δω.
- Εκανα φίλους, και γνώρισα καλύτερα κάποιους που είχα «ξεχασμένους» (κακώς , κακώς, κακώς). Ευχαριστώ, ευχαριστώ, ευχαριστώ
- Στάθηκα εντελώς ανεπαρκής, στις υποχρεώσεις μου απέναντι στους γονείς μου κυρίως, αυτό δεν σημαίνει ότι έπαψα να τους αγαπώ ή ότι τους αγαπώ λιγότερο, απλά όταν ο ομφάλιος λώρος κόβεται, δεν έχει καμία σημασία πόσα χιλιόμετρα μακρυά είμαι.
- Στάθηκα απολύτως επαρκής στις υποχρεώσεις μου απέναντι σε ένα γκρίζο εργοστασιάκι στην μέση του πουθενά, σε σημείο που αναρωτιέμαι μήπως τρέφω μητρικά αισθήματα για δαύτο.
- Ημουν μια απαράδεκτη σύζυγος και μία επίσης απαράδεκτη συνάδελφος για τον άντρα μου (συγγνώμη Μητσάκο μου, του χρόνου θα το παλέψουμε περισσότερο).
- Η διμελής οικογένειά μας, συμπληρώθηκε από ένα ακόμα μέλος, την Μέτζυ μας, την οποία βέβαια δεν κουβάλησα στην κοιλιά μου 9 μήνες, δεν λέει λεξούλες και δεν κάνει τα πρώτα της βηματάκια, αντίθετα γαυγίζει και χοροπηδάει, αλλά δεν μπορούμε μακρυά της και τρελλαίνεται μακρυά μας. Κρίμα που θα κάνει Πρωτοχρονιά με την νταντά της! Να αναφέρω βέβαια και την βιολογική οικογένεια της Μέτζυ, αυτά τα υπέροχα έξη σκυλιά που μας κρατάνε συντροφιά και μας προσέχουν νύχτα και μέρα.

Είναι κι άλλα, πολλά ακόμα.... Αν συνεχίσω όμως δεν θα τελειώσω ποτέ. Θα με βρει το 2007 να κάνω απολογισμό (μην γελάτε, το έχω ξαναπάθει). Ελπίζω η επόμενη χρονιά να είναι καλύτερη για όλους μας και να είναι ωραιότερος ο απολογισμός μου στο τέλος της. Τις θερμότερες ευχές μου λοιπόν, για ό,τι προσδοκά ο νους και η καρδιά την χρονιά που έρχεται!!!!!!

Wednesday, December 27, 2006

Black mood

Ημουν στην Πόλη των ονείρων μου για τέσσερις μέρες!
Πέρασα υπέροχα Χριστούγεννα!
Είχα μαζί μου τον αγαπημένο μου και περπατούσαμε αγκαλιασμένοι!
Είδα φίλους αγαπημένους!
Ξέφυγα από το στρες της δουλειάς!
Το ταξίδι ήταν μια χαρά, χωρίς απρόοπτα!
Ξεκουράστηκα!
Σήμερα έχει μια λιακάδα υπέροχη επίσης!
Θα κάνω Πρωτοχρονιά στην Ελλάδα!!!

Μπορείτε να μου πείτε γιατί σήμερα τα βλέπω όλα μαύρα κι ακόμα πιο μαύρα???

Tuesday, December 19, 2006

Τα κακά κορίτσια πάνε (ΚΑΙ αυτά) στον Παράδεισο...

... όπου Παράδεισος είναι εν προκειμένω η Istanbul! H Ελένη είπε ότι μόνο τα καλά πάνε στον Παράδεισο. Νομίζω ότι μετά τον καφέ μας στο καφέ του Αρά Γκιουλέρ στην Ιστικλάκ, συμφωνεί ότι ο Παράδεισος είναι ένας και βρίσκεται εκεί. Αυτό κι αν ήταν σύμπτωση! Να βρεθούμε εκεί και να νοιώσουμε ότι γνωριζόμαστε χρόνια! Αφήστε το άλλο φοβερό, η Ελένη ήρθε με έναν φίλο της, εμείς συνοδευόμασταν από τον αγαπημένο μας Ογούζ και κάποια στιγμή όσο τα παιδιά





μιλούσαν , γύρισα και της είπα "καλά, αυτοί οι δύο είναι ίδιοι!".




Πέραν της συνάντησης στο καφέ του Αρά Γκιουλέρ, περπατήσαμε στους δρόμους, στριμωχτήκαμε στο πολύχρωμο πλήθος του Καπαλί Τσαρσί, απολαύσαμε την Ιστικλάκ με έναν απίθανο ήλιο.....

















Ξενυχτήσαμε με φίλους ανοίγοντας τις καρδιές μας,







Φάγαμε ΑΠΙΘΑΝΟ Ισκεμπέ...


Και πολλά πολλά άλλα που θα σας τα γράψω με ησυχία πριν ξαναφύγω (ελπίζω) για τον Παράδεισο, την ερχόμενη Παρασκευή!

Wednesday, December 13, 2006

Τα μικρά παιδιά...

Τα μικρά παιδιά που κρατάνε στα χέρια τους,
Σαν το μήλο το πράσινο τις ελπίδες μας....

Σήμερα η ψυχή μου και το μυαλό μου θα ταξιδέψει στα «δικά μου» τα παιδιά στην Τσατάλτζα της Ιστανμπούλ....

Θα ζωγραφίσει τα προσωπάκια τους!










Θα παίξει μαζί τους θέατρο!



Θα τους πεί πόσο σημαντικό είναι να είσαι παιδί ακόμα κι
όταν οι συνθήκες σε πιέζουν να μεγαλώσεις!





Κι αφού τα τραγούδια μας και τα ποδοβολητά μας, χαϊδέψουν τα αυτιά του παππού Αζίζ, θα μπούμε όλοι μαζί στο δωμάτιο του παιχνιδιού και θα ζωγραφίσουμε τους τοίχους γελώντας... για να πετύχουμε αυτό που θεωρούσε ως το πιο σημαντικό που πρέπει να έχουμε ... ένα σπίτι να τρίζει από τα γέλια!
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!!
11.12.2006

Wednesday, December 06, 2006

Το κακό κοριτσάκι

Κάποτε ήταν ένα κοριτσάκι. Λένε πως έδειχνε κακό, σίγουρα θα ήταν κιόλας. Τέλος πάντων, οι έννοιες του καλού και του κακού, είναι τόσο μπερδεμένες και αλληλοσυμπληρούμενες, που είναι δύσκολο να τις οριοθετήσεις. Είναι και αντικειμενικές άλλωστε.
Ναι λοιπόν, το κοριτσάκι ήταν κακό. Γιατί όταν το χτυπούσαν τα άλλα παιδάκια, όχι απλώς δεν ανταπέδιδε τα χτυπήματα, αλλά έβρισκε πάντα τρόπο να ψάχνει δικαιολογίες για αυτά. Οταν ο πόνος του φαινόταν, φώναζε "εγώ φταίω". Οταν κάποιος πλήγωνε άτομα που αγαπούσε, γίνονταν αυτόματα εχθρός του. Λειτουργούσε τόσο συχνά με το συναίσθημα, που ανάγκαζε τους πάντες να του φερθούν όπως ήθελαν. Μα και πάλι, δεν έφταιγαν αυτοί, το ίδιο έφταιγε, ήταν πολύ κακό κοριτσάκι είπαμε.
Το κοριτσάκι δεν θα γίνει ποτέ καλό. Γιατί γλύφει τις πληγές του και ξανααπλώνει τα πληγωμένα του γόνατα για να τα σπάσει οικειωθελώς. Γιατί αρνείται να νοιώσει μίσος, ενώ θα ήταν κι αυτό ένα ξέσπασμα. Ο κόσμος είναι πολύ δύσκολος για τα κακά κοριτσάκια. Και φροντίζει να τους το δείχνει καθημερινά. Και δεν θα γίνει ποτέ πιο εύκολος, όσο επιμένουν να είναι τόσο κακά.
Τα κοριτσάκια αυτά δεν μεγαλώνουν ποτέ. Είναι τόση η κακία τους, που τα ατροφεί. Που μπουκώνουν από δάκρυα όπως όταν ήταν μωρά. Κι αυτά τα δάκρυα γλύφουν σαν κύματα τις γωνιές της ψυχής τους και την κατασπαράζουν. Τα κοριτσάκια αυτά απαξιούν να απαντήσουν στο άδικο, γιατί πολύ απλά θεωρούν προνόμιό της να γνωρίζουν την αδικία, δεν τα απασχολεί να την διορθώσουν κιόλας ή να τις αντιταχθούν.
Τα κοριτσάκια αυτά πονάνε πρώτα τον εαυτό τους, να δουν τις αντοχές του, ώστε αν ποτέ χρειαστεί να πονέσουν κάποιον να ξέρουν τα όριά του. Δοκιμασμένα στα δικά τους μέτρα, στο δικό τους πετσί.
Το κοριτσάκι της ιστορίας μας, χαίρεται με την κακία του, κι αυτό το κάνει ακόμα πιο κακό. Το κοριτσάκι είναι απόλυτα κακό ...με τον εαυτό του.
Δεν χρειάζεται να το καταλάβει κανένας... Δεν γράφτηκε για να το καταλάβει κανένας. Εγωιστικότατο ε? Το έχουν αυτό τα κακά κοριτσάκια....

Thursday, November 23, 2006

Φεύγουμε (και επιστρέφουμε δυστυχώς)

Λοιπόν έρχομαι και ευχηθείτε να πάνε όλα καλά! Ναι, ναι, ναι, αύριο βράδυ insallah θα περνάμε τα σύνορα! Εάν βεβαίως δεν βρούμε ουρά από αυτοκίνητα επί Βουλγαρικού εδάφους και χρειαστεί να το παίξω ακόμη μία φορά εγκυμονούσα, εάν οι τελωνειακοί της μαμάς πατρίδας εννοήσουν ότι ρε αδελφέ δεν είναι δυνατόν να πάω Θεσσαλονίκη αεροπορικώς μέσω Αθήνας και ναι, θέλω να μπω για δυό μέρες με το Βουλγάρικο αυτοκίνητο, σε δυο κράτη φορολογούμαι Χριστιανέ μου, αντί να χαίρεσαι που σας πληρώνω φόρους, μου κάνεις και παρατήρηση γιατί έχω εισόδημα εντός Ελλάδας?
Τεσπά , αφού το πήραμε απόφαση (και εδώ και καιρό το λέμε και κάτι στραβώνει τελευταία στιγμή), αύριο θα ξενυχτήσω παίζοντας μπιρίμπα με την κουμπαρούλα μου, θα φάω μαγειρευτό φαγητό, θα πιώ καφέ, θα βολτάρω, θα οδηγήσω! Και θα δω άσφαλτο, πέτρες, ουρανό. Βαρέθηκα τα δάση τους, τα ποτάμια τους, το ταλαιπωρημένο πράσινο παντού, όχι άλλα έλατα , όχι άλλα πεύκα, θέλω να δω θάλασσα λέμε!
Μετράω ώρες, να περάσει η νύχτα, να μου βγάλουν την κολασμένη και αύριο στο γραφείο και μετά καπάκι να πάρω τα βουνά για να βγω στα σύνορα. Βέβαια, επειδή τα ωραία δεν είναι για χόρταση που έλεγε κι η συνονόματη γιαγιά μου, την Κυριακή τα μεσάνυχτα , θα ξεκινήσουμε το ταξίδι της επιστροφής για να είμαστε στην ώρα μας στο κολαστήριο.
Η Μέτζυ έχει νεύρα, μάλλον έχει καταλάβει ότι θα κάνει Σαββατοκύριακο στην "νταντά της" κι εγώ είμαι ήσυχη γιατί όταν γυρίσω θα είναι μία κυρία (την πρώτη μέρα δηλαδή, γιατί μετά θα επιστρέψει στα δικά της). Σήμερα ανακάλυψα με φρίκη , ότι όλα τα ρουχαλάκια που θα μπορούσα να πάρω στο ταξίδι είναι άπλυτα, ή έχουν ξεμείνει στο Πλόβντιβ, τί να τα κάνω τα τζην και τα πουλοβεράκια εδώ; Θα βρεθεί λύση και για αυτό, εν ανάγκει φεύγω και με πυτζάμες, να φύγω παιδιά, να φύγω κι όπως να ' ναι.
Ξέρω βέβαια, ότι την Κυριακή το μεσημέρι, θα με πιάσει το σύνδρομο της μαθήτριας, θα τρώγομαι να γυρίσω πίσω, θα κρεμάσω μούτρα, θα είμαι μια αηδία δηλαδή. Και δυστυχώς αυτή την εποχή δεν μπορώ να πω "χαλάλι, μια μέρα ακόμα από τη σημαία". Μην είμαι όμως αχάριστη, σωστά ? Μήπως προτιμούσα να πήξω κι άλλο ένα σαββατοκύριακο στο γκρίζο τους? Οχι τους το χαρίζω! Ενδεχομένως γκρίζο να έχει και στην Ελλάδα, χειμώνας είναι, αλλά είναι άλλο το δικό μας γκρίζο , πιστέψτε με.
Λοιπόν, ευχηθείτε μου καλό ταξίδι, ευχηθείτε μου να μην μου τύχει κανένα καινούργιο στραβό και αύριο να νοιώσω σαν μετανάστης που πατάει ελληνικό χώμα και συγκινείται (αλήθεια, εμάς δεν μας αφήνουν να πατήσουμε χώμα μπαίνοντας στα σύνορα, μας βάζουν να σκουπίζουμε τα ποδαράκια μας στο απολυμαντικό, γιατί που ξέρεις, μπορεί τα παπούτσια μας να έχουν σόλα από κότα γριπιασμένη). Θα τα πούμε επιστρέφοντας (αρκεί να φύγω ασφαλώς!)

Monday, November 20, 2006

Ντάντσο

Την πρώτη φορά που την πρόσεξα, είχε έρθει να της υπογράψω μια άδεια. Είμαι πάντα καχύποπτη με τις άδειες τους. Αδύναμη, με μάτια ξεπλυμένα, άρχισε να τρέμει όταν μου έδωσε το χαρτί στο χέρι κι έβαλε τα κλάμματα. Προσπαθούσα να καταλάβω το γιατί. "Η κόρη της έχει ψυχολογικά προβλήματα και πρέπει να την πάει αύριο στον ψυχίατρο" μου είπε η μεταφράστρια. "Κι αυτή θέλει ψυχίατρο" σκέφτηκα. Αλλά με πόνεσε η ιστορία του παιδιού, σκέφτηκα ότι για να τρέχει μια μάνα που δεν στέκει και τόσο καλά σε ψυχιάτρους, πρέπει η μικρή να είναι πολύ άσχημα.
Είχε πάντα την ανοχή μας. Ηταν μέρες που ερχόταν αργά, μέρες που πέταγε τα χαρτιά στον αέρα όταν μπλόκαρε. Αλλά πήγαινε παντού. Δεν υπήρχε δουλειά που να της έλεγες να κάνει και να την άφηνε στη μέση. Η Ιορντάνκα. Που μια μέρα έμαθα ότι της άρεσε να την φωνάζουν "Ντάντσο" γιατί είχε προφανώς καταλάβει πως ο άντρας της ζωής της ήταν ο εαυτός της και κανένας άλλος. Την πείραζαν και γελούσε. Πείραζε τους άλλους και γελούσε.
Σήμερα το πρωί ήρθε στο γραφείο μου. Είχε πρώτα περάσει από του Δημήτρη. Θα έφευγε. Το ξερα, το χα ακούσει αλλά δεν το είχα πιστέψει. Ο άντρας της χρόνια κάπου στην Ισπανία, εδέησε να την καλέσει κοντά του. Είμαστε πολύ αυστηροί με άτομα που έρχονται πάνω στο φούλ της δουλειάς και σου λένε "φεύγω αύριο". Με αυτή ο Δημήτρης δεν μπόρεσε να είναι. "Το θες πολύ, πήγαινε" της είπε. "Ας τη να βρει το δρόμο της" μου έγραψε. Μα θα την άφηνα. Ετσι κι αλλιώς. Ισως τα καταφέρει.
Με πλησίασε με τα μάτια βουρκωμένα. Κράτησε το χέρι μου ανάμεσα στα δικά της και μου είπε ότι θα εύχεται πάντα να γυρίσει και να μας βρει εδώ. Γιατί μας αγαπάει. Δεν θυμάμαι να το χω ξανακούσει αυτό τόσο καιρό εδώ μέσα. Κοιταζόμασταν χωρίς να μιλάμε. Ετσι αγκαλιαστήκαμε και πριν λίγο. Δεν ήθελα να την βλέπω βουρκωμένη. Δεν είχε κανένα λόγο να πονάει που αφήνει το "κάτεργο". Φεύγει, πάει να αρχίσει μια νέα ζωή. Σε μια χώρα με ήλιο! Εκεί που θα ξαναγίνουν οικογένεια. Εκεί που μπορεί η μικρή να μην έχει πια ανάγκη τα ψυχοφάρμακα. Με πονάει που έφυγε. Κι ας μην ήταν από τα άτομα που συναλλασόμουν κάθε μέρα μαζί τους.
Εύχομαι να πετύχει, εύχομαι να τα καταφέρει. Κι εύχομαι να γυρίσει κάποτε , μόνο για διακοπές, χαμογελαστή. Πριατεν πετ Ντάντσο.

Tuesday, November 14, 2006

Τούμπα-Κυβίστηση-Κουτρουβάλημα

Πόσες μέρες μπορεί να αντέξει κάποιος, έτοιμος να βάλει τα κλάμματα; Πόσες μέρες, μπορεί να νοιώθει έναν λυγμό στο λαιμό να τον πνίγει, χωρίς να ξεσπάει; Πόσες μέρες, μπορεί να συγκρατείται, ενώ μέχρι πριν μια εβδομάδα, αποζητούσε ένα κλάμα γοερό γιατί μόνο έτσι θα ανακουφιστεί; Θα σας πω εγώ! Σήμερα είναι η ΤΡΙΤΗ μέρα! Και δεν ξέρω πόσες θα ακολουθήσουν ή αν είναι η τελευταία.
Τον τελευταίο χρόνο, έχω επιδείξει γενικά ψυχραιμία, ελάχιστες φορές έχω μπλοκάρει, ελάχιστες φορές με έχει καταβάλλει πανικός, συνήθως προσπαθώ κάθε μέρα να ηρεμώ άλλους, να καθοδηγώ μπλοκαρισμένους, να ψάχνω διεξόδους. Ή η «καλή μου τύχη» (οκ, δεν είναι θέμα τύχης, αλλά αφήστε με να με ειρωνευτώ λίγο) τελείωσε, ή όλα αυτά συσσωρεύτηκαν και με πνίγουν. Απολύτως λογικό θα μου πείτε. Κάποτε συμβαίνει και αυτό. Και συμβαίνει σε όλους, δεν αποτελώ εξαίρεση, ούτε είμαι μοναδικό φαινόμενο.
Το θέμα είναι ότι δεν μπορώ να αντιδράσω. Δεν μπορώ να σηκώσω κεφάλι. Σαν να με έχουν μουντζώσει, όπως θα έλεγε η γιαγιά μου. Οκ ,οκ, ξέρω, γίνομαι μοιρολάτρης. Τί πάει να πεί «με έχουν μουντζώσει;». Είπα αφήστε με να με ειρωνευτώ λίγο και επί τη ευκαιρία να ειρωνευτώ και την γιαγιά , η οποία και μοιρολάτρισα ήταν και μόνο με παροιμίες μιλούσε και μου κληροδότησε ένα γελοίο όνομα. Ο Σάμ, ένας ομοιοπαθητικός που πριν από μερικά χρόνια (ήμουν επίσης σε κακά χάλια τότε) με δέχτηκε στο ημιυπόγειο χώρο του μου είχε πεί ότι το μότο μου είναι το εξής «Θεέ μου, δεν θέλω μικρότερο φορτίο αλλά πιο γερούς ώμους». Σε ελεύθερη μετάφραση «Δεν με πειράζει το σκίσιμο, να χω μόνο πιο ανθεκτικές ραφές». Κι επειδή ως μότο μου άρεσε, υποδείκνυε έναν αλτρουισμό, μία δύναμη, δεν μπορείτε να πείτε, το έκανα συνήθεια. Βέβαια, η απάντηση που ο Σαμ είχε δώσει σε αυτό το εκπληκτικό μότο μου, ήταν ότι η δύναμή μου πηγάζει μέσα μου, δεν έχω παρά να την ψάξω. Κι εμένα βεβαίως με βόλευε να το πιστεύω αυτό, είμαι δυνατή, πρέπει και μπορώ να τα κάνω όλα. Δεν ακούγεται ιδανικό;
Και τα έκανα ! Ολα! Μια τρύπα στο νερό δηλαδή! Μην γελάτε, είναι εξαιρετικά δύσκολο να κάνεις τρύπα στο νερό. Οπως και να κάνεις την ζωή σου σύνθετη, όταν είναι τόσο απλή. Θέλει ιδιαίτερη τέχνη η εν λόγω κατάσταση. Είναι πολύ δύσκολο, να είσαι ήρεμος, να δουλεύεις επιτέλους μετά από χρόνια το οκταωράκι σου, να έχεις βρει έναν άνθρωπο που σε αντέχει και τον αντέχεις (ναι και αγάπη υπάρχει , αλλά η αντοχή έχει μεγαλύτερη σημασία και το ξέρουμε), να είσαι στο ωραίο σου σπιτάκι... πάρτε ανάσα...
Και μια μέρα (τρόπος του λέγειν μία, πολλές μέρες μεσολάβησαν μέχρι το αποτέλεσμα) να βρίσκεσαι στου διαόλου τη μάνα (κι ο διάολος έχει μάνα, μπορώ να σας το τεκμηριώσω), να δουλεύεις 18 ώρες τη μέρα, να μην έχεις χρόνο ούτε να τηλεφωνήσεις τη μάνα σου, το μυαλό σου να είναι κάθε βράδυ σαν ομελέτα, να γίνεις υπερτασική, να μην σε αντέχει και να μην αντέχεις τον άνθρωπό σου (γιατί ως γνωστόν σπανίως αντέχουμε συναδέλφους με την ίδια μανία με εμάς) και να μένεις πάνω από ένα εργοστάσιο στην ερημιά αγκαλιά με μία ξυλόσομπα (και δεν χιόνισε ακόμα κιόλας). Δεν θέλει τέχνη τέτοιο τουμπάρισμα; Οκ, θα μου πείτε ότι εγώ το λέω τέχνη, κάποιοι άλλοι μαλακία, είπα σήμερα αυτοσαρκάζομαι.
Μετά από τέτοια τούμπα σου παίρνει καιρό να συνέλθεις, και το κακό είναι ότι η τούμπα η δική μου συνεχίζεται, ακόμα χοροπηδάω κουλουριασμένη στα σκαλιά (κουτρουβαλάω θα έλεγε η γιαγιά), και τελειωμό δεν έχουν τα άτιμα, πέφτω, χτυπιέμαι κι έχει κι άλλα κι άλλα. Τί κεφάλι να σηκώσω, τί λυγμό να βγάλω, Πώς να ξεδιαλύνω τον απέραντο χαμό του μυαλού μου; Εχω αρχίσει να πιστεύω πως μόνο αν φτάσω το τελευταίο σκαλοπάτι, εκεί που θα ολοκληρώσω δηλαδή την μεγαλοπρεπή μου κυβίστηση (όχι τούμπα πάλι, έλεος), θα μπορέσω να είμαι εντελώς «λυμένη» και ελεύθερη να κλάψω, να φωνάξω, να ξεσπάσω και να κάνω προσπάθεια να βγάλω το κεφάλι μου από το κουλούριασμα και να κοιτάξω γύρω μου. Οχι μπροστά, γύρω μου, απλά γύρω μου.
Αν το χω ξαναπάθει; Ω, ναι! Κάτω υπό άλλες συνθήκες, με διαφορετικά σκαλιά και εντελώς διαφορετικά συναισθήματα κατά το χοροπήδημα πάνω τους. Θυμάμαι τότε, ότι κάποιο πρωί ξύπνησα (το βράδυ που προηγήθηκε ήμουν πολύ πιωμένη για να το θυμάμαι), κοίταξα γύρω μου, αντιλήφθηκα ότι είχα φτάσει στο τελευταίο σκαλί, μέτρησα τους μώλωπες από το πέσιμο και ξεκίνησα να ανεβαίνω. Ειχα και τότε μελετήσει το κεφάλαιο «πώς να κάνετε την ζωή σας σύνθετη» και έκανα την πρακτική μου.
Τελικά από ότι φαίνεται, είμαι επιρρεπής σε τέτοιες πρακτικές εξασκήσεις, το μόνο που με σώζει είναι μάλλον το ότι κατά την τούμπα (να’ το πάλι) κρατάω το κεφάλι μου προστατευμένο, κουλουριάζομαι και κατεβαίνω σαν μπαλίτσα (τουπ-τουπ-τοοουυυπ). Με ανησυχεί η πιθανότητα, ότι ίσως κάποια στιγμή, η συγκεκριμμένη μου ροπή προς τις κυβιστήσεις, με οδηγήσει να δοκιμάσω μία τουμπίτσα με το κεφάλι όρθιο, εκτεθημένο σε όλα τα τουπ-τουπ- τοοοουυυπ (εδώ που τα λέμε , αν έσπαγε το ξεροκέφαλό μου, θα κοβόταν και η εν λόγω ροπή).
Μην μου πείτε ότι βγάλατε άκρη από τα παραπάνω , είπαμε σήμερα, μιας και δεν μπορώ να ξεσπάσω αλλιώς, είπα να με ειρωνευτώ, μην έχετε και μεγάλες απαιτήσεις! (Μεταξύ μας, σαν να υποχώρησε λίγο ο λυγμός, λέτε να κοιμήθηκε νωρίς απόψε?)

Saturday, November 11, 2006

Το χαμένο ρόδο

Δεν ξέρω αν είναι απλά "σύμπτωση". Το βράδυ που ακολούθησε το προηγούμενο πόστ μου, ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο. Ήταν το τρίτο από τα πέντε που έφερα μαζί μου μετά το τελευταίο ταξίδι στην Ελλάδα. Επειδή πηγαίνω στην Ελλάδα, Σαββατοκύριακα συνήθως, αγοράζω βιβλία στο αεροδρόμιο. Τα αριθμώ ανάλογα με τη σειρά που θα τα διαβάσω. Τον Σερντάρ Ιοζκάν (Οζκάν για τους μη τουρκομαθείς), δεν τον ήξερα. Με τράβηξε ο τίτλος του βιβλίου, το εκλεπτυσμένο μυστήριο που το "μύριζες" από το εξώφυλλο και σαφώς το ότι ο συγγραφέας ήταν Τούρκος (αν και το όνομα μου φαίνεται Κουρδικό). Εμεινε στην βιβλιοθήκη μέχρι να ρθει η σειρά του λοιπόν. Καί ήρθε. Αμέσως μετά την εγγραφή του προηγούμενου πόστ.
Απίστευτα μαγικό, απίστευτα αληθινό , μπορεί να διαβαστεί από ανθρώπους που διαβάζουν με την "αληθινή τους καρδιά" όπως λέει ο συγγραφέας, ευχαριστώντας τις καρδιές που θα το διαβάσουν. Είναι μία συνύπαρξη του ΕΓΩ και του Εγώ μας, απευθύνεται σε όλους εμάς που έχουμε ή δεν έχουμε ακόμα συνειδητοποίησει, τον δίδυμό μας, κρυμμένο μέσα μας.
Δεν ξέρω πόσοι θα καταφέρουμε να "ακούσουμε τα τριαντάφυλλα" διαβάζοντάς το, αλλά πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο.

Tuesday, November 07, 2006

Διαλογικός μονόλογος

ΕΓΩ : Θέλω να γράψω!
Εγώ : Κι εγώ θέλω να γίνω η βασίλισσα της Αγγλίας, αλλά ο Κάρολος, προτίμησε την Καμίλα!

ΕΓΩ : Δεν μου αρέσει ο τρόπος που ζω πλέον, δεν με εκφράζει, ακούς;
Εγώ : Μήπως στον επέβαλλε κανένας καλό μου;

ΕΓΩ: Εσύ μου τον επέβαλλες!
Εγώ : Τώρα κατάλαβες πως τα μισά από όσα κάνεις, στα επιβάλλω εγώ?

ΕΓΩ : Οχι, πάντα το ξερα.
Εγώ : Οπότε, τώρα τί μου κλαίγεσαι?

ΕΓΩ : Δεν σε αντέχω άλλο, απλά...
Εγώ : Και σύνθετα να είναι, νο προ, με αντέχεις δεν με αντέχεις υπάρχω.

ΕΓΩ : Δεν ονειρευόμουν αυτό που ζω τώρα όταν ήμουν μικρή.
Εγώ : Εγώ ακριβώς έτσι το φανταζόμουν, αλλά δεν είχες χρόνο να με ακούσεις ποτέ,Ζούσες στις φαντασιώσεις σου.

ΕΓΩ : Θέλω να ζήσω ό,τι ονειρεύτηκα, ακούς;
Εγώ : Κι εγώ επίσης. Αλλά δεν μπορούμε να ζούμε ταυτοχρόνως δύο διαφορετικά όνειρα

ΕΓΩ : Να τα συνδυάσουμε!
Εγώ : Ναι ε; Υπάρχουν πράγματα που γίνονται και πράγματα που δεν γίνονται, πάρτο χαμπάρι επιτέλους.

ΕΓΩ : Δεν θες να κλάψεις ποτέ; Δεν μπορείς τελικά να νοιώσεις τίποτε;
Εγώ : Οταν ήταν η σειρά σου, έκλαιγες κι ένοιωθες. Ελεγες τότε «δεν αντέχω άλλο». Ηταν λογικό να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου.

ΕΓΩ : Δεν άντεχα άλλο, αλλά μπορούσες να μην τα ισοπεδώσεις όλα. Βοήθεια ζήτησα, όχι τον πλήρη εξοστρακισμό μου.
Εγώ : Ωραία λέξη, πόση ώρα σου πήρε να την γράψεις σωστά ;

ΕΓΩ : Κάποτε έγραφα όμορφα, χωρίς να μου πέρνει ώρα ξέρεις.
Εγώ : Ακόμα κι εγώ σε θαύμαζα τότε, ποτέ δεν κατάφερνα να γράψω όπως εσύ.

ΕΓΩ : Γιατί δεν ένοιωθες, μιλούσες με έτοιμα τσιτάτα, που αποδείκνυαν τον υψηλό δείκτη νοημοσύνης σου, αυτόν που πασσάρεις κάθε μέρα περιμένοντας να σε θαυμάσουν.
Εγώ : Μόνο που ψωμί τρώμε χάρει στα τσιτάτα μου, όπως τα αποκάλεσες , κι όχι χάρει της ικανότητάς σου να γράφεις καλά. Μπάι δε γουέι, τώρα γιατί απάντησες εσύ στο τηλέφωνο;

ΕΓΩ : Γιατί το είχα ανάγκη.
Εγώ : Ναι ε? Δεν απαντάς σε πελάτες, συνεργάτες και όλα τα συναφή έχουμε πει. Απαντάς, στη μαμά, το μπαμπά, τα σόγια και σε φίλους (αν σου χει μείνει κανένας)

ΕΓΩ : Είμαι η μόνη που έχει φίλους, για σένα φίλοι είναι αυτοί που δεν ακούν παρά μόνο τα τσιτάτα σου. Τεσπά, δεν το ξανακάνω, δεν μου αρέσει να μου λένε ότι δεν ακούγομαι καλά.
Εγώ : Εμ τα ξερα αυτά! Να πω ότι δεν τα ξερα? Από χθες είσαι στο κακό σου χάλι. Σε έχει πιάσει λύσσα να αλλάξουμε βάρδια. Το χεις ξαναρίξει στο γράψιμο.

ΕΓΩ : Εγώ το κανα, δεν με επηρέασε κανένας.
Εγώ : Οχι σε μένα αυτά οκ? Το ότι δεν μιλάω, δεν σημαίνει ότι είμαι ηλίθια! Νομίζω ότι κι εγώ γράφω καλά τελικά.... ΕΣΕΝΑ !

ΕΓΩ : Να ήσουν η μόνη τί καλά που θα ήταν?
Εγώ : Ξανά στην κλάψα , μίλησε η κυρία Με-Γράφουν-Ολοι!

ΕΓΩ : Και πρώτη και καλύτερη εγώ η ίδια, εσύ δηλαδή.
Εγώ : Αυτή είναι η δουλειά μου αν δεν το χεις καταλάβει, να γράφω τους πάντες και τα πάντα, να αγνοώ, πόσες φορές σε έσωσε αυτό, να το επαναλάβω?

ΕΓΩ : Οχι δεν χρειάζεται, κατάλαβα. Ο,τι παθαίνω το παθαίνω εξ αιτίας σου τελικά.
Εγώ : Λοιπόν θέλεις ακόμα να αλλάξουμε βάρδιες?

ΕΓΩ : .........................................



Πούντο????

Χρειάζεται ένα θαύμα εδώ
δεν γίνεται αλλιώς!
Aυτά που μας βαραίνουν να καούν
μα πες μου πως!
Tα πάνω να 'ρθουν κάτω
και τα πίσω να 'ρθουν μπρος,
χρειάζεται ένα θαύμα εδώ
μα πες μου πως...


(Φίλιππος Πλιάτσικας)

Monday, November 06, 2006

...

Ημουν κι εγώ κάποτε...
Αισιόδοξη, ευτυχισμένη με τα πάντα και ανατέλλουσα!
Ημουν κι εγώ κάποτε...
Λαμπερή σαν ήλιος και κινούμενη σαν την θάλασσα.
Ημουν κι εγώ κάποτε,
όλα αυτά που είσαι και που δεν μπορώ να είμαι πιά.
Γιατί η ζωή είναι στιγμές,
δεν θέλω να αναστηθώ για να σκοτωθώ πάλι!
Προτιμώ να μείνω έτσι,
με τα μάτια κλειστά , με τη ψυχή βουλιαγμένη στον πόνο της,
με τα όνειρα να χάνονται στο πρωινό ξύπνημα.
Μου αρκεί ότι ήμουν κάποτε,
κάτι που δεν μπορώ να είμαι ποτέ ξανά...
Αρα κάτι μοναδικό!
Μου αρκεί που ξέρω πως δεν ήταν
πάντα ευνουχισμένος ο εγωισμός μου!
Μου αρκεί που ξέρω πως κάποτε,
μισούσα την λέξη "υπομονή".
Μου αρκεί που έμαθα να ζω,
μαζί με μια λέξη που μίσησα τόσο.
Μου αρκεί που κάποτε,
μπορούσα να κλαίω,
που κάποτε μπορούσα να απαντάω σε όσα με πονούν,
που κάποτε ήξερα να παλεύω.
Δεν τα θέλω πίσω όλα αυτά,
ξέρω πως αλλάζουμε,
πως τώρα η πίστα του παιχνιδιού είναι άλλη...
Αλλα μου αρκεί, που έχω δει τις προηγούμενες,
που μπορώ να καταλάβω την αξία τους!
Οχι, δεν είναι παραίτηση!
Είναι συνειδητοποίηση...

Wednesday, November 01, 2006

Πρωτομηνιά στραβή και μαύρη

Ο Νοέμβρης μπήκε με το αριστερό. Οπως και ο περυσινός δηλαδή. Είναι περίεργο να συναναστρέφεσαι τα ίδια εκατό άτομα κάθε μέρα και παρόλα αυτά να νοιώθεις εντελώς αποκλεισμένος από τον κόσμο. Ασχετο αυτό, προχωράμε. Χθες βράδυ ο καλός ρουφιάνος, με ενημέρωσε ότι το προσωπικό ετοιμάζει απεργία. Εχει αυτοχρηστεί ρουφιάνος μόνος του, ουδείς τον ρώτησε ποτέ τίποτα, ουδείς τον έβαλε να παρακολουθεί συζητήσεις. Τεσπά η ενημέρωση έγινε και παρότι ένα χρόνο τώρα με πανικόβαλαν οι μαλακισμένες απεργίες τους (γίνονται πάντα μετά τις 12:30, αφού έχουν φάει και πιεί στο καθιερωμένο διάλειμμά τους), χθες το βράδυ κοιμήθηκα ήρεμα. Δεν αντέχω άλλες πιέσεις, άλλους εκβιασμούς και άλλη αχαριστία. Εν τω μεταξύ, στην αρχή όλα αυτά έπιαναν, θες γιατί δεν τους ξέραμε, θες γιατί δεν θέλαμε να διαταραχτεί η λειτουργία του εργοστασίου, θες γιατί ήμασταν χάνοι, πάντως έπιαναν.
Το πρωί κατέβηκα στο γραφείο πριν τον Δημήτρη με τη Μέτζυ να έχει γαντζωθεί στο παντελόνι μου και προσποιήθηκα την αδιάφορη και άνετη. Βρήκα γλυκά στο γραφείο, κάποιος γιόρταζε, μου είπαν ότι ο εορτάζων ήταν ο καλός μας ρουφιάνος, που χθες βράδυ αγωνιούσε για την τύχη της εταιρείας αν απεργήσει ο λαός. Μετά από τρία λεπτά εμφανίστηκε ο ίδιος και πριν προλάβω να του πω "Χρόνια Πολλά", αναγνώρισα αυτό που κρατούσε στα χέρια του. Οχι καλέ, δεν κρατούσε μαχαίρι (δεν με λένε και Στέλλα), ούτε όπλο. Κρατούσε το γνωστό λατρεμένο χαρτάκι με επικεφαλίδα "ΜΠΟΛΜΠΑ" που μου φέρνουν όσοι θέλουν να παραιτηθούν. Πόσες φορές με τρόμαξε η θέα τέτοιων χαρτιών και πόσες φορές τα υπέγραψα με ικανοποίηση, γράφοντας πάνω το πελώριο ΝΤΑ μου! Συγκράτησα την ψυχραιμία μου, ρουφιάνος - ξερουφιάνος στην δουλειά του είναι καλός και δεν μπορώ να τον αντικαταστήσω εύκολα. Από την άλλη, συνειδητοποίησα την ενορχήστρωση της όλης υπόθεσης, αυτός καρφώνει όσους απεργούν, αλλά έχει έναν πολύ πιο ευγενικό τρόπο να πιέσει για αύξηση. Του είπα ότι δεν τον κρατάω με το ζόρι, αφού βρήκε περισσότερα λεφτά μπορεί να φύγει, δεν μπορώ να του δώσω επ΄ουδενί τόσα και ότι θα συζητήσω με τον Δημήτρη για να του πω πόσο ακόμα πρέπει να μείνει. Καθόταν απέναντί μου, με τα μάτια κατεβασμένα, ανίκανος να μιλήσει, έτοιμος να κλάψει. Γιατί θα μου πείτε; Ελαμ ντε, άβυσσος η ψυχή των Βούλγαρων.
Συνέχισα σαν να μην τρέχει τίποτε, παρότι ο έτερος ρουφιάνος μου πετούσε μηνύματα στο skype "είναι κακό για την εταιρεία να΄φύγει, βρείτε τρόπο να τον κρατήσουμε". Του απάντησα "για την εταιρεία το μόνο κακό είναι οι εκβιασμοί" και το βούλωσε.
Μετά είχαμε χορό με τους προισταμένους, οι οποίοι έτοιμοι να σηκώσουν την σημαία της απεργίας και να μας αιφνιδιάσουν, κόντεψαν να λυποθυμίσουν όταν τους είπαμε "μιας και ετοιμάζετε απεργία, μπείτε όλοι τώρα στο λεωφορείο και πηγαίνετε σπίτια σας". Ειπώθηκαν κι άλλα, παρόλα αυτά σήμερα δούλεψαν περισσότερο από ποτέ, σας λέει τίποτα αυτό; Βεβαίως όταν ο μισητός έλληνας σου κόβει το κέφι για απεργεία, απαντάς με σαμποτάζ, παλιά λατρεμένη τους τακτική, οπότε ήδη το ξυλουργείο μετράει τα τραύματα του με μία μηχανή λιγότερη. Δεν πάει στο διάολο, θα την φτιάξουμε.
Με διέλυσε η όλη κατάσταση, από την μία μου έρχεται να τους πλακώσω, από την άλλη λυπάμαι τα φτωχά τους μυαλά. Λυπάμαι για την νοοτροπία τους, για την τεμπελιά τους, για το ότι δεν νοιάζονται που χωρίς δουλειά τα παιδιά τους θα πεινάσουν. Λυπάμαι που δεν μπορούν να εκτιμήσουν τίποτε, που είναι αχάριστοι και ταυτόχρονα τόσο χέστες και ηλίθιοι που με την πρώτη φωνή βάζουν την ουρά κάτω από τα σκέλια και πάνε στις θέσεις τους. Πόσες φορές μάλιστα, αυτή η φωνή βγήκε μέσα από τον φόβο μου και την απόγνωσή μου, και δεν αντιλήφθηκαν κάν ότι είμαι έτοιμη να λυγίσω.
Τους θυμάμαι από την άλλη (ελάχιστους βέβαια αλλά υπάρχουν), να μοιράζονται μαζί μας τις αγωνίες μας για τη δουλειά, να βλέπουμε μαζί παιδικά θεατρικά τα Χριστούγεννα, να χορεύουμε στον Χριστουγεννιάτικο χορό σαν φίλοι. Μετά μου έρχεται στο μυαλό το γεμάτο βλέμμα μίσος τους τόσες και τόσες φορές, η αδιαφορία τους για το εργοστάσιο που τους ταϊζει πολλά χρόνια πριν έρθω ακόμα εγώ.
"Την ζωή την διεκδικούμε, δεν περιμένουμε από τον Θεό να μας ρίξει το τσουβάλι με το χρυσάφι χωρίς να κάνουμε τίποτα!" είπα της Τσέτσας. "Για μας ο Θεός είστε εσείς" είπε. Οχι, μην είμαστε ρομαντικοί! Δεν εννοούσε ότι μας βλέπει σαν Θεούς. Μην τρελλαθούμε κιόλας. Εννοούσε ότι πολύ απλά , πρέπει επιτέλους να ρίξουμε τα τσουβάλια με το χρυσάφι χωρίς να κάνουν τίποτα.
Ξέρω ότι αύριο, το 20% των ασθενειών ανά μέρα, θα εκτοξευθεί στα ύψη. Είναι τόσο χέστες που θα αρρωστήσουν όλοι. Με ασθένεια δεν μπορείς να τους απολύσεις αφενός, δεν δουλεύουν αφετέρου, τους πληρώνεις επίσης. Η μόδα των εργαζομένων εδώ είναι μία ασθένεια! Και είναι τόσο κουτοί , που κάθε φορά που αλλάζουν γιατρό για να πάρουν χαρτί ασθενείας (γύρω στα 5 ευρώ κοστίζει), ξεχνούν να του πουν τι τους είχε γράψει ο προηγούμενος. Εκτός πιά κι αν η άπονη ζωή μου χτύπησε τόσο αλύπητα τον Μπορίς, που μετά από μία εβδομάδα με αιμοροείδες, πέρασε μια εβδομάδα βρογχίτιδας και αμέσως μετά ημικρανίες. Παρεμπιπτόντως, δεν δουλεύει καθιστός και δεν χρησιμοποιεί καθόλου το αδειανό κρανίο του σε αυτό που κάνει. ΄
Το δίκιο του εργάτη, είναι το δίκιο του εργάτη. Συμφωνώ παιδιά και επαυξάνω! Νομίζω όμως ότι εκτός απο δικαιώματα έχουμε και υποχρεώσεις, σωστά; Στο κάτω κάτω κι εγώ εργάτισσα είμαι εδώ, δεν είναι δικό μου αυτό του μπουρδέλο που το λάτρεψα, παρότι δεν είναι δίπλα στο σπίτι μου! Είχε δίκιο ο Δημήτρης σήμερα ... "Κάφτε το, κλείστε το, παίρνω το πρώτο αεροπλάνο και γυρίζω σπίτι μου" τους είπε. Και συμπληρώνω... εσείς που θα πάτε;

Home Sweet Home!!!




Η είσοδος του καθιστικού μας! Η Φατιμά και ο Σερχάν της βολεύτηκαν στον καναπέ.








Η κουζίνα μας!!! Επιτέλους μια κουζίνα μεγάλη και φωτεινή. Στο βάθος η παραδοσιακή βουλγάρικη πέτσκα, δηλαδή η σόμπα μας!






Χμμμμ, η άσχετη, πως έφερα την κρεββατοκάμαρα τούμπα, μου λέτε???













TO καθιστικό. Αυσιέν και Ασλάν στην μία πλευρά του καναπέ.






Το νέο μας σπίτι στο Ογκνιάνοβο είναι γεγονός. Ο φίλος μας ο Γιάννης μας είπε ότι είναι πολύ της μοδός να γίνονται σπίτια οι βιομηχανικοί χώροι !!!! Αν το ξέραμε πριν το φτιάξουμε θα σας έλεγα ότι το φτιάξαμε για να πάμε με την μόδα :p

Friday, October 27, 2006

Meggie



Η Μετζέλα η καλή
κάνει βόλτες στις αυλή!
Πάνω στο παχύ χορτάρι,
παίζει με ένα παλληκάρι,
που το λένε Πλαμενάκο
και το αγαπά πολύ!
Και στον ύπνο της το βλέπει
η Μετζέλα η καλή.

Wednesday, October 25, 2006

Νοιώθω ότι έχασα την ψυχραιμία μου. Οχι μόνο μία φορά σήμερα, εκατόν μία. Έχω την αίσθηση ότι με φλερτάρει η υπέρταση και δεν έχω τα χάπια μαζί μου. Η ώρα είναι έξη περίπου κι απ' όσο θυμάμαι, από τις έντεκα θέλω να βάλω τα κλάμματα. Ισως και λίγο νωρίτερα. Κρατιέμαι, δεν θα τους δώσω την χαρά να με δουν να κλαίω. Μια φορά μου ξέφυγε μπροστά τους και ήταν σφάλμα ολέθριο.
Η μέρα ξεκίνησε θεόστραβα. Ο Δημήτρης ωρυόταν (δικαίως) γιατί η Μέτζι είχε κάνει το σπίτι αλώνι (δικαίως επίσης). Η μικρή έχει πρόβλημα, ως παραχαϊδεμένη, τρώει ότι σαχλαμάρα βρει μπροστά της όλη μέρα (κομμάτια από δέρμα και ύφασμα κουλουπού) και το ξερνάει όλη νύχτα. Από τη μία κατανοώ το Δημήτρη, από την άλλη ανησυχώ για αυτή. Και δεν μπορώ να την μαλώσω όταν ξέρω πως και η ίδια υποφέρει.
Κατέβηκα στο γραφείο. Τις τελευταίες μέρες ο πανικός είναι τέτοιος σε όλα τα επίπεδα που δεν ξέρω τί να πρωτοκοιτάξω. Και είναι όλα αλυσίδα. Αν μου ξεφύγει κάτι το πρόβλημα σκάει και εγώ δεν ξέρω σε πόσα τμήματα. Ο Δημήτρης στα πρόθυρα νευρικής κρίσης (ποιά πρόθυρα δηλαδή, έχει μπει με τα μπούνια), κι αυτό με μπλοκάρει, με τις φωνές μπλοκάρω γιατί πολύ απλά δεν απαντώ, προτιμώ να επεξεργαστώ όσα ακούσω και μετά να απαντήσω. Και ασφαλώς ενώ επεξεργάζομαι, το μυαλό μου ήδη έχει φτάσει στο πώς θα λυθεί το πρόβλημα, ψάχνω εναλλακτικές. Ο Δημήτρης δεν είναι έτσι, αν δεν διευκρινιστεί το θέμα, αν δεν απαντήσω, αν δεν παίξουμε μπουνιές, στηλώνει τα πόδια. Καλή λύση, δεν λέω, δεν θα αποκτήσει ποτέ υπέρταση (εύχομαι και ελπίζω).
Λοιπόν ίσως να πέρασα και χειρότερες μέρες εδώ, αλλά σήμερα τσακώθηκα με όποιον έπεφτε μπροστά μου, βρίστηκα όσο ποτέ, με αποκορύφωμα τον ηλίθιο που νοίκιασε το εστιατόριο και ο οποίος είχε 2 μέρες αφήσει ανοιχτή τη μηχανή του καφέ, για να τιναχτούμε στον αέρα. Ασφαλώς και δεν πληρώνει αυτός το ρεύμα, ασφαλώς και μου έκανε την γελοία ερώτηση "Γιατί δεν κατεβάζατε τον γενικό και με κουβαλήσατε βραδιάτικα;"
Ο άλλος εφυής για να δεχτεί να μου φέρει το ύφασμα από το τελωνείο (θα πρεπε να το χει εδώ από χθες παρεμπιπτόντως), όταν υπέπεσα στην γνωστή ανά την Βουλγαρία ερώτηση του κάθε απελπισμένου "τί θες επιτέλους ρε παιδάκι μου? Πόσα για να το φέρεις?" απάντησε "δέκα χιλιάδες λέβα"!!!! Δηλαδή πέντε χιλιάδες ευρώ για να μην καθυστερήσει μια δουλειά για την οποία έχει πληρωθεί προκαταβολικά. Ω Θεέ μου, γιατί επέστρεψες εδώ κι έφερες μαζί σου την καριόλα την ιδιωτικοποίηση; Μια χαρά δεν ήταν άθεοι και στρατιωτάκια;
Η Ελλάδα (μανία κι αυτή να λέω Ελλάδα την εταιρεία κάτω) λύσσαξε για καθυστερημένες παραδόσεις και προβλήματα φορτώσεων, όταν πρώτη τους είχα πει να προσέχουν τί πουλάνε γιατί δεν προλαβαίνουμε ρε παιδιά! Και τεσπά κόφτε τις γραπτές αναφορές που στέλνετε πέντε παρά πέντε γελοίοι, πέντε λεπτά πριν την κοπανήσετε δηλαδή, γιατί εσείς έχετε πενθήμερο και οκτάωρο , ενώ οι σκλάβοι θα πρέπει να συντάσσουν απαντήσεις όλο το βράδυ για να μην φάνε χρόνο από την δική σας δουλειά αύριο.
Σταδιάλα κι εσύ ηλίθιε δικηγόρε, που όταν βγαίναμε από το δικαστήριο που με έσερνες για μάρτυρα , καμάρωνες σαν γύφτικο σκεπάρνι, γιατί η "υπόθεση ήταν δική μας" και "τί καλά που τους τα χωσες" και σήμερα ήρθες να μου πεις ότι "χάσαμε, γιατί είναι πολύ δύσκολο να κερδίσεις το κράτος εδώ, δεν έλαβαν υπόψη την μαρτυρία σας". Και γιατί αγόρι μου πήγα και κατέθεσα ??? (μαλακισμένη ερώτηση αλλά την έκανα, σας το ορκίζομαι!) "Εχουμε δικαίωμα να έχουμε μάρτυρες στις δίκες στην Βουλγαρία". Αλήθεια? Α, και δεν το ξερα η άσχετη Ελληνίδα. Εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να καλούμε μάρτυρες καλέ, ούτε τολμάμε να τα βάλουμε κατά του κράτους ποτέ!
Αυτά ήταν λίγα από τα ευχάριστα της σημερινής ημέρας. Νοιώθω ότι καταρρέω. Ή μήπως κατάρρευσα ήδη; Ο Δημήτρης παρότι φώναζε όλο το πρωί και σφαχτήκαμε , συντάσσει υπομονετικά τις απαντήσεις αυτή τη στιγμή. Που το βρίσκει το κουράγιο; Εγώ δεν αντέχω ούτε να πεθάνω ...

Monday, October 23, 2006

Μια μετακόμιση για πλάκα ή για σοβαρό σκοπό...

Ω ναι, μετακομίζουμε! Πού θα μου πείτε; Πάνω από το γραφείο! Σκεφτήκαμε ότι δεύτερος χειμώνας με το σπίτι 40 χιλιόμετρα μακρυά δεν έβγαινε. Μετά τα πρώτα χιόνια θα θες δυό ώρες να φτάσεις. Από την άλλη το αυτοκίνητο που αντικατέστησε τον "Αρτέμη" μετά την μυστηριώδη εξαφάνισή του από το αεροδρόμιο της Σόφια, δεν είναι για πολλά πολλά.
Το φέραμε από δω, το φέραμε από κει και καταλήξαμε. Το εργοστάσιο είναι τεράστιο (όπως όλα τα επί καθεστώτος κατασκευασμένα), άλλωστε κάποτε το προσωπικό του ήταν χίλια άτομα. Υπάρχουν ένα σωρό χώροι που δεν έχω καν προλάβει να δω, ένα χρόνο που είμαι εδώ. Ανακάλυψα λοιπόν στον δεύτερο όροφο τρία δωμάτια, τα οποία με ρυθμό χελώνας ξεκίνησαν να γίνονται "σπίτι" τον περασμένο Μάη. Βλέποντας τους ρυθμούς της ανακατασκευής και έχοντας σαν δεδομένο την απόφασή μου να συμμαζευτούν με υπάρχοντα υλικά, σκεφτόμουν ότι δεν θα τελείωνε ποτέ. Κάτι το ότι ο χειμώνας ήρθε και ήδη άρχισαν να κλείνουν δρόμοι στα χωριά τριγύρω, κάτι που βαρέθηκα τα πάνω κάτω δις ημερησίως μας έπιασε φούρια να το τελειώσουμε. Μέσα σε μία εβδομάδα, έγιναν όσα τόσους μήνες αναβάλαμε. Και καλώς εχόντων των πραγμάτων (και του προσωπικού) αύριο μεθαύριο ανεβαίνουμε μόνιμα.
Σκέφτομαι βέβαια ότι θα είμαστε λιγάκι απομονωμένοι. Για να κατέβεις στο χωριό, πρέπει να κάνεις παράκαμψη μιάς και η γέφυρα έχει πέσει πριν ενάμιση χρόνο κι ακόμα μέσα στο ποτάμι βρίσκεται. Για να πας στην κοντινότερη πόλη θες δέκα χιλιόμετρα. Από την άλλη, επί ένα και πλέον χρόνο, όσο δηλαδή μένουμε στο Πλόβντιβ, η ζωή μας περιορίζεται σε ένα δωμάτιο. Μεγάλο μέν, αλλά ένα. Κουζίνα, κρεββατοκάμαρα, καθιστικό αλλά Βιντάλ Σασούν. Ισως συνετέλεσε κι αυτό στην άσχημη ψυχολογία μου όλο αυτό το διάστημα. Διότι πολύ απλά το σπίτι πρέπει να σε ξεκουράζει. Θα είναι και καλύτερα για το σκυλί εδώ, παραμεγάλωσε και δεν βολευόταν με τίποτα στο Πλόβντιβ, εδώ τουλάχιστον θα παίζει με τα αδέλφια της και δεν θα τρώει τα καλώδια της τηλεόρασης τη νύχτα.
Λοιπόν θα πρέπει να το φωτογραφίσω όταν τελειώσει, κακώς δεν τράβηξα μερικές φωτογραφίες πριν την ανακατασκευή, να έχω και μέτρο σύγκρισης.

Composition Doll

Χαζεύοντας την μπλογκόσφαιρα το σου-κου, έπεσα σε ένα "κουκλίστικο"μπλογκ, με λάμψη διαμαντιού. Κάτι μου θύμιζε η γράφουσα, τί μου θύμιζε, έσπαγα την κεφάλα μου όλο το βράδυ. Σήμερα, ξεδιάλυνα το μυστήριο (για ξανθιά και λίγο μου πήρε) και μπορώ να σας παρουσιάσω το μοναδικό εν δικτύω άτομο που μας ενώνει η ίδια τρέλλα σχετικά με τις κούκλες. Νινάκι χάρηκα που σε πέτυχα εδώ, θα σε διαβάζω!

Saturday, October 21, 2006

Αυσιέν (δε ορίτζιναλ ουάν, έχουμε και ιμιτασιόν,σε επόμενο ποστ)

Με την Αυσιέν, πρωτομιλήσαμε τον Νοέμβρη του 2001. Εψαχνα νέα προϊόντα που θα μπορούσα να διαθέσω στο υπάρχον πελατολόγιό μου και είχα στείλει άπειρα φαξ σε Τουρκικές κυρίως Εταιρείες, ζητώντας ενημέρωση. Οταν μου πέρασαν την γραμμή από το τηλεφωνικό κέντρο άκουσα μια "χαμογελαστή" φωνή να λέει "Goodmorning Giorgia". Τί σημαίνει θα μου πείτε "χαμογελαστή φωνή". Η φωνή εκείνη που όταν την ακούς καταλαβαίνεις ότι ο έχων την, σου μιλάει χαμογελώντας. Κι ο πάγος σπάει, ακόμα και αν δεν τον έχεις δει ποτέ.
Το επώνυμό μου προφέρεται εξαιρετικά δύσκολα από τους ξένους, και ειδικά η Αυσιέν δεν το πρόφερε ποτέ, για αυτήν είμαι πάντα η Giorgia, έτσι με ζητάει στο τηλέφωνο, έτσι μου κλείνει δωμάτια σε ξενοδοχεία κι έτσι με ζητάει στις ρεσεψιόν. Κι εγώ με τον καιρό το καθιέρωσα με όλους τους ξένους που συναλλάσομαι, εκτός από τους Βούλγαρους που με λένε Γκεόργκια, ίσως γιατί έχουν αντίστοιχα παρόμοια ονόματα.
Κλείνει η παρένθεση και συνεχίζουμε. Ηταν τόσο επαγγελματική και συνάμα φιλική η προσέγγιση της παντελώς άγνωστης σε μένα Αυσιέν, που ένοιωσα ότι η επόμενη εταιρεία που θα συνεργαζόμουν θα ήταν αυτή στην οποία δούλευε, στο κάτω κάτω της γραφής, όλοι οι άλλοι είχαν απαντήσει με επιστολές και αποστολή προσπέκτους, κανένας δεν είχε σηκώσει το τηλέφωνο να με πάρει όπως αυτή. "Πρέπει να έρθεις να μας δεις από κοντά, άλλωστε είμαστε τόσο κοντά" μου είπε. Σκέφτηκα "μα που το είδε το κοντά;" και ανακάλυψα ότι η Αυσιέν είχε απλά ανοίξει ένα χάρτη, είδε το Ναύπλιο στην ίδια ευθεία με τη Σμύρνη και αυτό δεν μπορούσε παρά να είναι κοντά! Οταν σε χωρίζει απλά μία ευθεία θάλασσας δεν μπορεί να είσαι μακρυά, είσαι κοντά.
Βρέθηκα λοιπόν να θαλασσοπνίγομαι τέλη Νοέμβρη με το καραβάκι της γραμμής Χίος - Τσεσμέ, έχοντας οδηγήσει όλη νύχτα για να προλάβω το πρώτο αεροπλάνο για Χίο, και έχοντας μία απίστευτη αγωνία για το πως θα είναι μία χώρα τόσο κοντά σε μάς και ταυτόχρονα τόσο μακρυά μας, ακόμα και η Νέα Υόρκη εκείνον τον καιρό μου φαινόταν πιο προσιτή.
Η συνάντησή μας έγινε το επόμενο πρωί, στο μικρό της γραφείο, η χαμογελαστή φωνή ήταν πράγματι χαμογελαστή, με καλωσόρισε με μια ζεστή αγκαλιά σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Εκείνη η συνάντηση, ήταν η αρχή μιας συνεργασίας που κράτησε κάμποσα χρόνια. Με την Αυσιέν περάσαμε μαζί "επαγγελματικές αγωνίες", Κυριακές κολλημένες στα κινητά μας από το σπίτι (όντας παντρεμένες τότε και οι δύο) για να με ενημερώνει τί ώρα το φορτηγό ξεμπλοκάρεται στα σύνορα, οργανώσαμε εξ αποστάσεως μαζί εκθέσεις και τέλος πάντων η επαγγελματική μας σχέση ήταν πάντοτε γεμάτη με χαμόγελα και ικανοποίηση. Θυμάμε ακόμα, ότι όποτε γινόταν κάποιος αγώνας ποδοσφαίρου μεταξύ Ελληνικής και Τουρκικής ομάδας, ένα μήνυμα ερχόταν στο κινητό μου, για να ευχηθεί "Καλή Επιτύχία ". Ισως καυγαδίσαμε και μια δυό φορές, συμβαίνουν αυτά όταν στήνεις μία συνεργασία. Ενα πρωί με πήρε τηλέφωνο και της είπα "Συγγνώμη που χάθηκα μία εβδομάδα, χώρισα και μετακόμιζα". Δεν έδειξε έκπληξη, με ρώτησε μόνο "Είσαι καλά;".
Επαγγελματικά οι δρόμοι μας χώρισαν όταν αυτή έφυγε από την εταιρεία που εργαζόταν. Κρατήσαμε την επικοινωνία μας και βρέθηκα πάλι μαζί της, την πρώτη φορά που ταξίδεψα στην Ιστανμπούλ, περάσαμε μια μέρα μαζί κι αγοράσαμε μαζί την Αυσιέν , την μαύρη κούκλα μου που της έδωσα το όνομά της. Βλέποντάς της ξανά στην Ιστανμπούλ, μια γυναίκα στα 35 της πιά, να δουλεύει τόσο δυναμικά για την δική της πλέον εταιρεία και ταυτόχρονα να σου μιλάει για την κόρη της, σκέφτηκα πόσο μου μοιάζει η Αυσιέν και ασφαλώς "γιατί δεν έχει χωρίσει ακόμα". Θα μου πείτε, γιατί να χωρίσει δηλαδή; Πως το λέω τώρα αυτό, τί σχέση έχει. Δεν υπάρχει απάντηση που να σας ικανοποιήσει, απλά εμένα η Αυσιέν σε έναν γάμο συμβατικό (κι αυτό ήταν εμφανές) δεν μου καθόταν καλά, δεν μου πήγαινε.
Πριν ένα μήνα περίπου ξαναβρεθήκαμε στη Σμύρνη. Βρεθήκαμε το πρωί στο Κορντόν για καφέ και μετά την ανταλλαγή των πρόσφατων νέων την ρώτησα τί κάνει η κόρη της. Μιλούσε χαμογελαστή για την Μελίς, πόσο καλά τα πάει στο σχολείο, πόσο λίγο την βλέπει λόγω της δουλειάς της. Δεν θυμάμε πως ήρθε η κουβέντα και την ρώτησα τί κάνει ο άντρας της. "Χωρίσαμε πριν οκτώ μήνες" μου είπε χαμογελαστή. Δεν έδειξα έκπληξη , την ρώτησα μόνο "Τώρα είσαι καλά;".
Η Αυσιέν, παρότι εξακολουθεί να μιλά χαμογελαστά, παρότι είναι ευδιάθετη και πάντα αισιόδοξη, δεν είναι καλά. Οι οκτώ αυτοί μήνες ήταν ο ένας χειρότερος από τον άλλον και την νοιώθω, τα χω περάσει, τα ξέρω και έχοντας ένα παιδί σίγουρα είναι χειρότερα από όσα ξέρω. Μου είπε μόνο ότι έχει μια σχέση, δεν ρώτησα λεπτομέρειες, της είπα να κοιτάξει μπροστά, να φτιάξει πάλι τη ζωή της.
Χθες το απόγευμα μου "χτύπησε " στο Skype, κατάλαβα ότι δεν θα ήταν μια "χαμογελαστή" συνομιλία. Πώς το κατάλαβα; Τόσα χρόνια στο τσατ, καταλαβαίνω με το καλημέρα του άλλου αν είναι καλά ή όχι. Και την Αυσιέν δεν την ξέρω μόνο μέσω της γραπτής επικοινωνίας. Ηταν λυπημένη γιατί η μικρή θα περνούσε 5 μέρες με τον μπαμπά της. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Προσπάθησα να της δώσω κουράγιο, να της πω να μην κάνει χαζές σκέψεις, στο κάτω κάτω της γραφής, θα είχε κι αυτή 5 μέρες ελεύθερες να περάσει με τον φίλο της.
Κι εκεί έξυσα την πληγή. Η Αυσιέν άνοιξε τα μουσκεμένα από δάκρυα χαρτιά της και μου το ξέρασε "Δεν είναι τόσο απλό, είναι παντρεμένος και δεν μπορεί να χωρίσει γιατί η γυναίκα του δεν του δίνει διαζύγιο και εξαιτίας της κατάστασης η κορούλα τους (σημειώστε ότι είναι τριών μόλις χρονών) έχει ψυχολογικά προβλήματα". Στο μυαλό μου ήρθαν όλες οι παρόμοιες ιστορίες που κατά καιρούς έχω ακούσει, όλες οι παρόμοιες δικαιολογίες που περιφέρονται σε τέτοιες περιπτώσεις, και έγινα θηρίο. "Με το καλό" σκέφτηκα "είναι χάλια, φέρτης το με τρόπο".
Της είπα ότι κακώς νοιώθει ενοχές, κακώς φορτώνεται τα προβλήματα του Τζαν, αυτή είχε την τόλμη να λύσει τα δικά της και να τα παλέψει, αν και γυναίκα και μάλιστα πιστή μουσουλμάνα. Δεν της είπα ευθέως ότι ο καλός της βρίσκει μαλακισμένες δικαιολογίες, για να διατηρεί το ονειρεμένο δίπορτό του. Δεν της είπα ευθέως ότι ένα παιδάκι τριών χρονών δεν μπορεί να έχει "ψυχολογικά προβλήματα" γιατί ο μπαμπάς τα φόρεσε στη μαμά, παρά μόνον αν οι ίδιοι του το λένε απροκάλυπτα. Της είπα όμως ότι ο Τζαν δεν είναι μωρό, ότι αν θέλει να αποφασίσει θα αποφάσιζε κι ότι αν η γυναίκα του θέλει να σώσει τον γάμο τους, ουδείς την εμποδίζει , συνεπώς δεν χρειάζεται να πιάνει τον πρώην και τους γονείς της Αυσιέν για να βρει συμμάχους.
Με παρακάλεσε να βρεθούμε και οι τέσσερις μαζί ένα Σαββατοκύριακο, "αν δει τον Δημήτρη και μιλήσει μαζί του, ίσως καταλάβει" μου είπε. Δεν τόλμησα να της πω, ότι ακόμα κι αν δεχθεί ο Τζαν μία τέτοια συνάντηση (διότι μετά τα "προβλήματα του παιδιού", τα Σαββατοκύριακα κόπηκαν μαχαίρι) μόνο δυσαρέσκεια μπορεί να νοιώσει για έναν άντρα που πάτησε πόδι και απέφυγε μαλακισμένες δικαιολογίες για να κάνει τη ζωή του. Γιατί πολύ απλά ο Τζαν δεν θέλει να χωρίσει Αυσιένακι, δεν θέλει συνεπώς βοήθεια και υποδείξεις από κανέναν, απλά σου μεταδίδει τα "υποτιθέμενα προβλήματά του" για να μην σηκώσεις κεφάλι ποτέ.
Η Αυσιέν δεν είναι ούτε κουτή, ούτε φυγόπονη, ούτε ψάχνει κάποιον να κρεμαστεί πάνω του. Μπορεί κανένας να μου πεί, γιατί δεν μπορεί να καταλάβει το αυτονόητο; Γιατί ενώ σε όλες τις καταστάσεις της ζωής της λειτουργεί με δυναμισμό και λογική και στην κατάσταση με τον Τζαν έχει γίνει χαλί από το Ουσιάκ (μπαι δε γουέι, από κει κατάγεται) που το πατάνε όλο και περισσότεροι; Γιατί είναι ερωτευμένη μάλλον, τον αγαπά λέει. Κι αξίζει αυτή η αγάπη τόσο που η φωνή της έπαψε να είναι χαμογελαστή, που θα περάσει πέντε μέρες μόνη για πρώτη φορά στη ζωή της , χωρίς να ξεκουνηθεί να πάει μια βόλτα ρε αδελφέ.
Τελικά οι γυναίκες παντού είναι ίδιες! Μα εντελώς! Θα μου πείτε για να καταλήξω εκεί χρειαζόταν όλη αυτή η εισαγωγή; Οχι, ενδεχομένως όχι. Απλά στο πρόσωπό της βλέπω την Γωγώ μερικά χρόνια πριν. Και παρότι η φιλία μας όλα αυτά τα χρόνια στηρίχτηκε σε τηλέφωνα, δεν βγήκαμε για ψώνια μαζί, δεν μιλήσαμε για γκόμενους, δεν κουτσομπολέψαμε, δεν κάναμε διακοπές μαζί, με πονάει να την νοιώθω μόνη σήμερα και δυστυχισμένη. Ειδικά όταν σκέφτομαι πως θα μπορούσαν όλα να είναι εντάξει γιαυτή αν ένας άντρας έλεγε αλήθεια!

Tuesday, October 17, 2006

Σήμερα έβαλε κρύο. Απίστευτο κρύο, ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα φοράω κασκόλ μέσα Οκτώβρη. Το κτίριο τεράστιο και παγωμένο, με το ζόρι κρατιέμαι να μην ανάψω εκείνα τα τεράστια θερμαντικά τερατουργήματα, που θα εκτινάξουν το κόστος του πετρελαίου στα ύψη! Κοιτάζω έξω από το τζάμι τον μάλλον μουντό βραδυνό ουρανό και νοσταλγώ (ας το θέσουμε έτσι), ένα απόγευμα στον καναπέ μου στο Ναύπλιο, με ένα βιβλίο αγκαλιά (πόσο μου λείπουν εδώ τα βιβλία) και μια κούπα καφέ. Θα μου περάσει η νοσταλγία, δεν μπορεί, αρκεί να πάψω να ρίχνω κλεφτές ματιές έξω από το τζάμι!
Απότι φαίνεται χιόνια θα έχουμε νωρίς φέτος. Τα βλέπω να έρχονται σε δυό τρεις εβδομάδες, σημάδι ο δήμαρχος που ήρθε να ζητήσει την καθιερωμένη πλέον "δωρεά" σε ξύλα και πριονίδι για το σχολείο του χωριού. Πέρσι είχε έρθει τέλη Νοέμβρη, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Σκέφτηκα πάλι, όπως και πέρσι, τα παιδάκια στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, στις μεγάλες αίθουσες, να φορούν τα κουρελάκια τους και προσπαθούν να ζεσταθούν με μία σόμπα που δεν καίει τίποτε άλλο παρά πριονίδι. Και η μελαγχολία μου μεγάλωσε, πήγα να την διασκεδάσω, "βάζοντας χέρι" στον Δήμαρχο, γιατί δεν βάφει το σχολείο (ένα αριστούργημα αρχιτεκτονικής, κτίριο του 1932, όταν τα σχολειά μας στα Ελληνικά χωριά, σίγουρα δεν είχαν τόση μεγαλοπρέπεια), γιατί δεν παίρνουν μπογιά και οι ίδιοι οι γονείς να καθήσουν ένα Σαββατοκύριακο να το βάψουν. Μέσα στις δικαιολογίες που πρόφτασε να πεί, με προσκάλεσε να πάω μια μέρα από εκεί "αν η καρδιά σας αντέχει να μην μαυρίσει" όπως χαρακτηριστικά είπε.
Σκέφτηκα πως αυτά τα χωριά, κάποτε ήταν πιο εξελιγμένα από τα δικά μας, χρόνια βέβαια πριν, μα ήταν. Και τώρα, εν έτει 2006 , οι χωρικοί στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο της πόλης, γιατί στο χωριό "τα παιδιά των Ρόμ, δεν διαβάζουν και μένουν πίσω και τα άλλα". Εν έτει 2006, οι χωρικοί αναζητούν από δω κι από κει δωρεές για καύσιμα, και Σύλλογος Γονέων δεν υφίσταται λόγος να υπάρχει γιατί "τί να κάνουν; Οι γονείς δεν έχουν λεφτά ούτε για να τα ταϊσουν". Εν έτει 2006 το χιόνι θα ρθει και τα παιδάκια δεν θα βγαίνουν στο προαύλιο, θα στριμώχνονται για ώρες γύρω από την ξυλόσομπα, γεμίζοντας τα μικρά τους πνευμόνια με κάρβουνο.
Και ύστερα μου ήρθε στο μυαλό, πόσο γελοίοι , πόσο ανώφελοι, ήταν οι πανηγυρισμοί τους και η αναστημένη υπερηφάνια τους, για την επικείμενη είσοδό τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Λες κι αυτή, η ταμπελίτσα του Ευρωπαίου πολίτη, θα καταργήσει τις ξυλόσομπες στα σχολειά, θα αλλάξει τα σπασμένα τζάμια και θα μάθει τα παιδιά των Ρόμ πως να διαβάζουν.
Κι από την άλλη σκέφτηκα πως το πρόγραμμα "Ομορφη Βουλγαρία" που όοοολοι περιμένουν για να σουλουπώσουν την ασχήμια κτιρίων και περιοχών, ασχολείται μόνον με την εξωτερική ομορφιά , όσων κτιρίων προλάβουν να ενταχθούν σε αυτό, (άραγε με πιο κριτήριο), κι όχι με την ουσία μιας Βουλγαρίας όμορφης μέσα από τις ψυχές των παιδιών της.
Οσο κι αν δεν μπορώ να αγαπήσω τούτον τον τόπο, όσο κι αν μου φαίνεται το ίδιο ξένος ένα χρόνο μετά, νοιώθω πως άρχισα να δένομαι μαζί του, να με πονούν οι πληγές του. Μεθαύριο έχουν εκλογές, εκτός από ελάχιστες αφίσες στους δρόμους τίποτε δεν με έκανε να το καταλάβω. Απορώ τί περιμένουν από αυτές, τί όνειρα μπορεί να έχει ένας λαός που έχει ξεχάσει να ζει (αν το ήξερε ποτέ...)