Friday, April 20, 2012

Gunaydin

Ιούλης του 2011. Διαδρομή Αλικαρνασσός - Μάκρη. Εχουμε ξεκινήσει πρωί, μετά από ξενύχτι και με έχει πάρει ο ύπνος. Ξυπνάω. Στα αριστερά μου, ο Δημήτρης που οδηγεί. Δεξιά το Αιγαίο στα καλά του.

"Gunaydin!" φωνάζω.

Ο Δημήτρης γυρίζει και με κοιτάζει χαμογελώντας.

Δεν ξέρω γιατί, συχνά - πυκνά, μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η στιγμή.

Εκείνο το χαμόγελο.

Εκείνο το καλοκαιρινό Αιγαίο, στην αντίθετη πλευρά από αυτή που συνήθισα να το βλέπω μεγαλώνοντας.

Εκείνο το ευτυχισμένο "Gunaydin".

Ξέρω όμως, ότι λαχταράω να το λέω συχνότερα...

Friday, April 06, 2012

Νησιώτικο στυλ

Χθες, μετά από πολύ καιρό, αναγκάστηκα να ανακατευτώ με την παραγωγή. Ενας σημαντικός πελάτης, ήθελε κάτι καναπεδάκια. "Νησιώτικο στυλ" απεφάνθη. Από τη μία, έχω να δω νησί κάτι αιώνες. Από την άλλη, η έμπνευση να "παίζω" με τα υφάσματα, με έχει εγκαταλείψει καιρό. Παράγουμε τόσο μαζικά, που η Φατιμούλα κοιτάζει την τιμή, χέστηκε για τα χρώματα και τις ποιότητες. Δεν την κατηγορώ καθόλου, σε τέτοιες εποχές έχει δίκιο και μπράβο της. Χάρη σε αυτή και σε όλες τις Φατιμούλες του κόσμου, δουλεύουμε ακόμα. Αλλωστε, πάντα γκρινιάζω με τις ιδέες του Μήτσου να αναβαθμίσει το στυλ μας.


Ο Μήτσος όμως, ο υπέρμαχος του ντιζάιν, έλειπε. Κι έπρεπε εγώ, να κλειδώσω τις ανάγκες τις Φατιμούλας για λίγη ώρα και να ψάξω το "νησιώτικο στυλ". Εφερα ένα γύρo στο μυαλό μου τα υφάσματα που έχουμε και έκανα έναν συνδυασμό, που δεν σκέφτηκα ποτέ ότι μπορεί να υπάρξει. Εναν συνδυασμό που η Φατιμούλα επίσης, δεν θα αγοράσει ποτέ. Εριξα και δυό - τρεις πινελιές, εντελώς απλές. Ο Αγγελάκος όταν του τις έλεγα, ήταν έτοιμος να κλάψει. Μάλλον νόμισε ότι σάλταρα. "Εκρού ρέλι στο τζήν ύφασμα σέφκα? Και εκρού κουμπιά? Κουμπιά στα μαξιλάρια? Σίγουρα?". Μου επανέλαβε την ερώτηση δύο φορές. Σαν να ευχόταν, να έχω μπερδευτεί. Τον αγριοκοίταξα, όπως κάθε φορά που κολλάει η βελόνα του κι έφυγε.


Σήμερα το "δημιούργημα" πήρε σάρκα και οστά. Δηλαδή ύφασμα και αφρολέξ. Και όταν πήγα να το δω, ξαναθυμήθηκα πως είναι τα νησιά. Και είδα ότι εξακολουθώ να "ζωγραφίζω" τρελλά με τα υφάσματα. Κάποια πράγματα, είναι σαν το ποδήλατο. Οσο κι αν αλλοτριώνεσαι, δεν τα ξεχνάς ποτέ.


Monday, March 26, 2012

Ανοιξη, Bahar

Επιτέλους Ανοιξη! Σκέτο καφεδάκι, πασατέμπος και τουλουμπίτσα σιροπιαστή στα υπαίθρια καφενεδάκια της "εργατικής τάξης" που λέει κι ο φίλος μας ο Μεμίν...

Περπάτημα με θέα το Νουσρετιγιέ τζαμί και τον Βόσπορο...



... και μια χαζή γατούλα που πίστεψε ότι μπορεί να τα βάλει με γλάρο!!! (Μην φας, έχουμε γλαρόσουπα!).

Εχω πει, πόσο λατρεύω την Πόλη των Πόλεων την άνοιξη????





Thursday, March 01, 2012

Τσεστίτα Μάλκα Κλέφτρα!

Φέτος ήταν η πρώτη φορά που δεν αγόρασα μαρτενίτσες (τα γνωστά μαρτιάτικα ασπροκόκκινα βραχιολάκια). Δεν είχα τον χρόνο και κυρίως την διάθεση, να κατέβω έστω και στο χωριό, για να τις προμηθευτώ. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι το να έρθω σήμερα στο γραφείο, χωρίς να κουνάω στα χέρια μου τα βραχιολάκια, θα ήταν συνώνυμο της καταστροφής, έχωσα την Πέτια να μου αγοράσει μερικές και να με περιμένει στην πόρτα. Διότι μπορεί να σφαζόμαστε, να αγχωνόμαστε, να τρελλαινόμαστε στο γραφείο, όλοι μαζί, αλλά αλλοίμονο αν η Μπάμπα Μάρτα μας βρει χωρίς βραχιόλια! Ποιός ξέρει πόσο θα θυμώσει κι άντε περίμενε Ανοιξη μετά!

Ο Δημήτρης που μας θεωρεί πάντα "ασθενείς και οδοιπόρους" (κι από τα δύο είμαστε), την Καθαρά Δευτέρα αγόρασε ωραιότατο, μοσχαρίσιο κιμά και μελιτζάνες. Στην ερώτηση μου τί θα κάνει τις μελιτζάνες χειμωνιάτικα, μου απάντησε ότι θα φτιάξει χουνκιάρ. Δεν μου έκανε καρδιά να το τσικνήσω μέρα που ήταν και τα παράχωσα στο ψυγείο. Κάθε βράδυ γυρίζουμε τόσο διαλυμένοι που τρώμε ό,τι βρίσκουμε. Χθες όμως, ο ασθενής και οδοιπόρος νούμερο ένα, αποφάσισε να κάνει επιτέλους το χουνκιάρ του. Βάλθηκε λοιπόν να κόβει κρεμμύδια, να λερώνει δυό τηγάνια, να κόβει μελιτζάνες και πολλά άλλα κουλά. Επειδή όμως η διαδικασία απαιτούσε χρόνο, σε τρίτο τηγάνι πέταξε και δύο πατατούλες.

Οσο μεγαλουργούσε στην Χιροσίμα (φτυστή η κουζίνα μας , κατά την διάρκεια των μαγειρικών του αναζητήσεων), εγώ τσιμπολόγησα τις πατατούλες μου. Γύρω στις δέκα, ο περήφανος σεφ, έφερε λίγη από την σπεσιαλιτέ του να την δοκιμάσω. Εβαλα μια μπουκιά στο στόμα μου, γλύφτηκα σαν την σκύλα μας την Μέτζυ, όταν της λες "γκουρμέ" και αποφάσισα ότι δεν άντεχα δεύτερη. Διότι μπορεί μεν το χουνκιάρ του να ήταν τέλειο (κι ας μην είχε και αρνί ο κιμάς), οι πατάτες δε είχαν απλωθεί στο στομάχι μου και δεν άντεχαν περεταίρω παρέα. "Μπράβο σου αγάπη μου! Θα το φάω αύριο βράδυ!" είπα όλο χαρά. Μεγάλη χαρά το να μην έχω να μαγειρέψω αύριο το βράδυ, σωστά?

Σήμερα το πρωί, ενώ προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου και να καταραστώ την μπάμπα Μάρτα που κατέβηκε φτιαγμένη από τα βουνά, με χιόνι και να της πω να τσακιστεί να φύγει, αφού δεν φέρνει την άνοιξη επιτέλους, άκουσα τον επίδοξο σεφ να ουρλιάζει "θα σε σκοτώσω κλέφτρααα, κλέφτρααα!". Μέσα στον ύπνο μου, σκέφτηκα ότι βρίζει κι αυτός την μπάμπα Μάρτα που με το χιόνι, μας έκλεψε την Ανοιξη η παλιόγρια, αλλά δεν! Στο μαξιλάρι δίπλα μου, είχε ήδη έρθει τρέχοντας η μικρή μας Κρέμα κλαψουρίζοντας, ενώ ο Μήτσος της τσίριζε "είσαι κλέφτραααααα" και της έχωνε απαλά χαστουκάκια. Παραδόξως η μικρή με το πρώτο χαστουκάκι, σταμάτησε το κλαψούρισμα, διότι το απολάμβανε! Τόοοοσο δυνατά την έδερνε, βλέπετε!

"Εφαγε το χουνκιάρ μου, η κλέφτρααααα! Το έφαγεεεε και μαγείρευα τρεις ώρες σαν μαλακας χθες!" αναφώνησε ο σεφ.

" Πώς στο έφαγε ρε Μητσάκο μου? Αφού ήταν πάνω στον πάγκο, κολλημένο στον τοίχο! Ούτε η Μέτζυ δεν φτάνει να κάνει τέτοια γυφτιά!"

"Την είδα με τα μάτια μου την κλέφτραααααα! Κλέφτραααααααα, δεν θα το ξανακάνεις!" συνέχισε, ενώ η μικρή απλωνόταν στο μαξιλάρι για να χωνεύει πιο άνετα, την ώρα της -και καλά- τιμωρίας.

"Πωπώωω, ψήλωσε τόσο το μωρό μας?" διαπίστωσα περήφανη.

Μετά την πήρε και έφυγαν για την πρωινή τους βόλτα, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Δηλαδή ελπίζω να μην την φώναζε "κλέφτρα", όσο κατέβαιναν τις σκάλες. Εγώ ετοιμάστηκα για να έρθω στο γραφείο, βρίζοντας το χιόνι, την μπάμπα Μάρτα (που δεν την ξεγέλασα με δανεικές μαρτενίτσες) και το γεγονός ότι πρέπει να μαγειρέψω απόψε! Και μπήκα στο γραφείο ευχόμενη όχι "Τσεστίτα Μπάμπα Μάρτα" αλλά "Τσεστίτα Μάλκα (μικρή) Κλέφτρα"!

Καλό μας γδάρτη!

Tuesday, February 14, 2012

Χατζέρ Τεϋζέ, 13.2.2012

Την πάντρεψαν μικρή. Οχι πως εκείνος ήταν μεγάλος. Μόνο που αυτή, ήταν παιδάκι ακόμα. Του έπιασε το χέρι, όπως θα έπιανε το χέρι της πάνινης κούκλας που ονειρευόταν. Ετσι, με τα χέρια πιασμένα σφιχτά, έφτασαν στην μεγάλη πόλη. Γεμάτα τα μαγαζιά πάνινες κούκλες. «Αχ να μου έπαιρνε μία. Πόσο θα την πρόσεχα» σκεφτόταν. Είπαμε, παιδάκι ήταν.
Δεν της πήρε κούκλα. Στο κρύο σπιτάκι που πρωτοέμειναν, την ζέσταινε με την αγκαλιά του. «Να δουλέψουμε Χατζέρ, ψυχή μου, να έχουμε ψωμί και ξύλα στο σπίτι». Τί κούκλες να του ζητήσει και τί παιχνίδια? Μόλις ήρθε το ψωμί στο σπίτι, έπρεπε να μάθει να βάζει το τσουκάλι στη φωτιά. Η Ρωμία γειτόνισσα την λυπόταν. Μια σταλιά κοριτσάκι. Της μάθαινε να μαγειρεύει. Και την άφηνε, όσο γινόταν το φαγητό να κοιτάζει τις κούκλες της κόρης της. Ποτέ δεν άπλωσε τα χεράκια της να τις ακουμπίσει. Μόνο τις κοίταζε.
Είχε κλείσει τα δεκατέσσερα όταν έμεινε έγκυος. Και στα δεκαπέντε, γέννησε τον Μεμίν της. Μια σταλίτσα, τον κράτησε στην αγκαλιά. Σαν την πάνινη κούκλα που ονειρευόταν. «Καλύτερα που δεν πήρα κούκλα! Δεν θα είχα χρόνο να παίζω μαζί της! Τώρα θα παίζω με το μωρό μου». Και το παιδάκι, έγινε κορίτσι πια. Μεροκάματο, μαγείρεμα, φρόντισμα του μωρού. Και τα βράδυα, να την ζεσταίνει η αγκαλιά του. Ποτέ της δεν μετάνοιωσε που τον ακολούθησε. Κι όταν φόρτωναν το φτωχικό νοικοκυριό τους για να πάνε σε άλλο σπιτάκι, πιο φτηνό, σε άλλη γειτονιά, ποτέ της δεν βαρυγκομούσε. Να δουλεύουν, να έχουν ψωμί και ξύλα.
Αλλα δυό παιδιά γεννήθηκαν κι άλλα οκτώ δεν τα κατάφεραν. Πόσο της έμοιασαν και λαχταρούσαν κι αυτά παιχνίδια! Πόσο την πονούσε που δεν μπορούσε να τους τα αγοράσει. Πόση ευγνωμοσύνη ένοιωσε, όταν ο Ρωμιός γείτονας, ο πατέρας του Γιαννάκη, χάρισε στον Μεμίν της το ίδιο ξύλινο παιχνίδι που χάρισε του γιού του. «Τί όμορφο που είναι Μεμίν μου! Να το προσέχεις, ναι?». Πόσο έκλαψε εκείνο το βράδυ στην αγκαλιά του ανθρώπου της. Ηταν καλός πατέρας, αλλά ποτέ δεν θα κατάφερνε να αγοράσει ένα παιχνίδι στα παιδάκια τους. Οπως δεν αγόρασε και σε αυτήν την κούκλα.
Μεγάλωνε μαζί με τα παιδιά της. Σαν αδελφή τους ήταν. Την καρδιά της πέτρα έκανε, όταν τα δυό μεγάλα, τα πήραν εσώκλειστα στο «ορφανοτροφείο». Ορφανά δεν ήταν, φτωχά ήταν. Πως είναι να είσαι μάνα και να λογιέσαι σαν να πέθανες? «Για το καλό τους». Ηταν έξυπνα παιδιά, καλοί μαθητές. Εκεί τουλάχιστον θα σπουδάσουν. Θα έχουν πάντα ζεστό φαί. Και ρούχα. Μεγάλη ανάσα για το νοικοκυριό τους, κερασμένη ελπίδα στα παιδιά. «Δεν τα χάνεις Χατζέρ, ψυχή μου. Θα σπουδάσουν και θα γίνουν καλά παιδιά». Κάθε Σαββατόβραδο, που έρχονταν στο σπίτι, έβαζε όλη την τέχνη της στο μαγείρεμα. Να μην ξεχάσουν το φαί της μάνας. Και μετά έδινε όλη την αγκαλιά της. Να μην ξεχάσουν την αγκαλιά της μάνας, να τα τυλίγει η αγάπη της σαν πάπλωμα, μέχρι το επόμενο σαββατόβραδο.

Και πέρασαν τα χρόνια , κι ήρθε το καλό των παιδιών. Γι’ αυτό, το καλό τους, δεν τα στερήθηκε άραγε? Βρήκαν και τα τρία τον δρόμο τους. Καλύτερα κι από ό,τι ονειρευόταν. Είχε ονειρευτεί ποτέ στα δεκαπέντε της, ότι εκείνη η σταλίτσα στην αγκαλιά της, ο Μεμίν της, θα δίδασκε στο Πανεπιστήμιο? Οχι! Να που έγινε. Για τα παιδιά ήταν πάντα η μεγάλη τους αδελφή. Ολα της τα έλεγαν. Και πόσο την αγαπούσαν. Τίποτα δεν της έλειψε ξανά. Και εκείνος, πάντα εκεί. Να την ζεσταίνει στην αγκαλιά του τις νύχτες. «Τα καταφέραμε Χατζέρ, ψυχή μου. Καλά δεν τα καταφέραμε?».
Ναι τα είχαν καταφέρει. Κι αν καμιά φορά, της μάγκωνε την ψυχή να βλέπει τις κούκλες των εγγονών της, μισό λεπτό κρατούσε. Γιατί το κορίτσι, είχε γίνει γυναίκα, από χρόνια. Κι έτσι έφυγαν από την μεγάλη πόλη και πιάσαν ένα σπιτάκι κοντά στη θάλασσα. Οι δυό τους πια, με το τσουκάλι πάντα γεμάτο και το καλοριφέρ να τους ζεσταίνει τον χειμώνα.
Ποιός διάολος την έβαλε να παραπονεθεί ότι πονάει το γόνατό της; Ποτέ της δεν παραπονιόταν. Τί το θελε και χαϊδεύτηκε, τώρα στα γεράματα? Ετρεξαν τα παιδιά αμέσως, να την πάρουν στην πόλη, να την πάνε στους γιατρούς. Το γόνατο δεν είχε πρόβλημα τελικά, «παραπάχυνες θεία Χατζέρ» της είπαν. Μια ζωή γεμάτη πείνα, τώρα δεν θα πάχαινε? Αλλα ήταν τα προβλήματα, είπαν οι γιατροί και την ξεσκόνισαν στις εξετάσεις. Τα παιδιά να κλαίνε όπως κλαίγανε μωρά κι εκείνος να λιώνει σαν το κεράκι. Να της κρατά το χέρι και λέξη να μην βγάζει.
Θεραπείες, θεραπείες, θεραπείες. Πάνε τα πλούσια καστανά μαλλιά της. Την πήραν και μακρυά από την θάλασσα. Τα παιδιά φαρμακωμένα. Κάποτε τα στερήθηκε για το καλό τους. Τώρα γιατί τα πίκραινε? Κι εκείνος να μην λέει κουβέντα. Μόνο να βλέπει τα μάτια του θολωμένα από τα δάκρυα, όταν της κρατούσε το χέρι. «Θα τα καταφέρουμε Χατζέρ, ψυχή μου. Πάντα δεν τα καταφέρναμε?»
Μπήκε κι ο χειμώνας. Δύσκολος χειμώνας τούτος, μνημόνεψε τους χειμώνες στο χωριό. Κρύο και ψιλόχιονο. Δεν άντεχε άλλο. Δεν είχε μάθει να περιμένει από τους άλλους. Δεν είχε μάθει να της μαγειρεύουν. Δεν ήθελε να την νταντεύουν. Δεν ήθελε να κουράζονται τα παιδιά. Δεν άντεχε να κοιμάται μόνος του, για να μην την ενοχλεί. Η ζωή χωρίς θυσία για τους άλλους και χωρίς την αγκαλιά του τα βράδυα, ζωή άλλη είναι. Κι άντε να αλλάξεις ζωή μετά από μισόν αιώνα. «Δεν θέλω άλλα φάρμακα, γιέ μου. Δεν θέλω να συνεχίσω τις θεραπείες», είπε του Μεμίν.
Το ήξερε, δεν θα την άφηναν να ησυχάσει. Ποτέ δεν έλεγε ¨θέλω¨. Ποτέ δεν ήθελε. Και να που τώρα, έλεγε «δεν θέλω» και πάλι κανένας δεν την άκουγε. Για το καλό της. Της έλεγαν να παλέψει. Σάμπως δεν πάλεψε από παιδάκι? Πόση πάλη ακόμα? Πόσος πόνος? «Ο ψυχολογικός παράγοντας μάνα, είναι σημαντικός». Κοίτα πως της μιλούσαν βρε! Ψυχολογίες και παράγοντες. Δεν τις έλεγαν τίποτα αυτές οι λέξεις, δεν τις χρησιμοποίησε ποτέ. Πώς να τις ακούσει τώρα?

Εκλεισε τα μάτια, "να κοιμηθώ Θεέ μου. Να κοιμηθώ για να μην πονάω". Το μυαλό της ταξίδεψε στο χωριό, στον γάμο της. Στον ερχομό τους στην πόλη. Στις γεννήσεις των παιδιών και των εγγονιών της. Σε όλες τις θύμησες, αυτός δίπλα της, να της κρατάει σφιχτά το χέρι. Μια μεγάλη πάνινη κούκλα την πλησίασε. Είχε ξανθά μαλλιά σαν άγγελος! Τί όμορφη κούκλα! Κάπου την ήξερε αυτή την κούκλα. Την είχε ονειρευτεί? Την είχε δει σε καμιά βιτρίνα, όταν ήταν παιδί? Μα πότε ήταν παιδί άραγε? Μεγάλη γεννήθηκε. Απλωσε τα χέρια της να την πάρει, αλλά η κούκλα άνοιξε την αγκαλιά της και την έκλεισε σφιχτά. «Θα σε προσέχω εγώ τώρα Χατζέρ, ψυχή μου. Τα καταφέραμε να βρεθούμε επιτέλους!» .

Monday, February 13, 2012

Παραλειπόμενα

‎1. Πώς μπορείς να πιστέψεις κάποιον, ο οποίος, ενώ από καταβολής κόσμου φοράει πατομπούκαλα, λέει με στόμφο "δεν είμαι μύωψ"? (Κι εγώ δεν είμαι ξανθιά!!!).

2. Οταν κολλάς ένα πιστόλι στον κρόταφο δεκατετράχρονου, βγαίνει πυροβολημένο κι ας μην το πυροβόλησες! Ως συνέπεια, γράφει εκθέσεις εκτός θέματος (χθες ήταν εντελώς εκτός θέματος) και δεν ξέρει ότι η λέξη "κρυψώνα" είναι γένους θηλυκού!


Για όποιον δεν κατάλαβε, χθες συμπλήρωσα δωδεκάωρο, επιμελούς παρακολούθησης της συζήτησης στην Βουλή.

Wednesday, February 08, 2012

Πλημμύρες

Ο Έβρος αγρίεψε και πλημμύρισε τα πάντα, ο Δούναβης πάγωσε. Μέρα εθνικού πένθους σήμερα, η δέκατη πέμπτη μέσα σε είκοσι χρόνια. Τραγικό αν σκεφτείς, ότι επτά χρόνια εδώ, μετράω ήδη πέντε μέρες εθνικού πένθους και δεν ξέρω μήπως μου διαφεύγει και καμία.

Φράγματα έσπασαν σαν τσιγαρόχαρτα, καταπίνοντας χωριά και ανοίγοντας "γραφικές" για τα Βαλκάνια, διαμάχες. Ποιός ήταν υπεύθυνος του φράγματος Χ? Η κυβέρνηση? Η νομαρχία? Το δείνα ή το τάδε υπουργείο? Αααα, μπορεί και κανένας, κάποια φράγματα δεν έχουν αποτυπωθεί σε κανένα χάρτη. Υπάρχουν όμως... και καταρρέουν τα κερατένια. Οπως και να έχει, βγήκε η γαμάτη αποζημίωση! Περί τα εκατόν εξήντα έξη ευρά ανά νοικοκυριό που καταστράφηκε και περί τα πέντε χιλιάρικα ευρά για κάθε νεκρό. Τόσο αποτιμούνται εδώ οι ζωές, τα ξαναπάμε και στο πένθος της Οχρίδας. Οι πρώτοι που έσπευσαν να στείλουν βοήθεια στους δοκιμαζόμενους κάτοικους του Μπίσερ, ήταν οι κάτοικοι του Τσαρ Καλογιάν. Εξη Φλεβάρη, πνίγηκε το Μπίσερ, Εξη Αυγούστου πρόπερσι, είχε πνιγεί το Τσαρ Καλογιάν.

Κολλάμε στις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, για να δούμε ποιό είναι το επόμενο φράγμα που θα σπάσει, τί θα πλημμυρίσει. Και καταντήσαμε να χαιρόμαστε, που η θερμοκρασία θα ξαναπέσει στους μείον είκοσι, για να σταματήσουν να λιώνουν τα χιόνια, να σταματήσουν να ξερνάνε τρόμο τα ποτάμια. Ανακοινώσεις, που και που. Το φράγμα Ψ είναι επικίνδυνο, οι κάτοικοι να ανέβουν στο ψηλότερο σημείο του χωριού. Να τρέξουν οι δόλιοι, μέσα στο χιονιά, να ανέβουν στο βουνό ή να σκαρφαλώσουν σε καμιά στέγη. Ιδανικός ο καιρός για αναβάσεις.

Τα σχολεία έκλεισαν. Κάποιος γνωστός προχθές, ανέφερε ότι τα κλείνουν γιατί είναι υψηλό το κόστος θέρμανσης τέτοιες μέρες. Κι έτσι τα παιδάκια που το σπίτι τους είναι πιο κρύο από το σχολείο, θα ξεπαγιάσουν ευκολότερα. Και χωρίς να κοστίζει στο κράτος. Πού το βάζεις αυτό?

Και μέσα σε όλη αυτή τη μαυρίλα, που το μισό μέτρο χιόνι δεν λέει να την καλύψει, η Ελλάδα πνίγεται καθημερινά, με τον δικό της τρόπο. Αλλου είδους φράγματα σπάνε κι εκεί, διαφορετικές πλημμύρες την σβήνουν από τον χάρτη. Και δεν έχεις που να ακουμπήσεις την ελπίδα, σε ποιά πατρίδα να την δεις να ανθίζει, να ξεγελαστείς για λίγο ότι έπιασε άνοιξη. Εύχεσαι να παγώσουν όλα , μαζί κι ο χρόνος. Δεν αντέχεται νέα πλημμύρα κι οι Ελληνες βαρέθηκαν τις αναβάσεις.


"Ετσι και σκάσει και στο χωριό μας το ποτάμι, θα μαζευτεί όλος ο κόσμος εδώ", λέω του Δημήτρη. "Είμαστε οι μόνοι στην πλαγιά. Ευτυχώς, τους βολεύουμε όλους". Και σκέφτομαι ότι έναν αιώνα πριν, κάποιος παλιός, φωτισμένος άρχοντας του χωριού, ήθελε να το μεταφέρει στο σημείο που είμαστε εμείς. Δεμένοι οι χωρικοί με το ποτάμι τους, όχι μόνο δεν το δέχτηκαν, του έκαψαν και το σπίτι του άρχοντα. Κι αυτός πήρε των οματιών του και έφυγε από τη χώρα. "Την φωτιά την παλεύεις με το νερό, το νερό δεν παλεύεται με τίποτα", είπαν χθες κάποιοι πληγέντες.

Thursday, February 02, 2012

Παγώσαμεεεεεεεε

Οταν ζούσα στην Ελλάδα, υπέφερα με την υπερβολική ζέστη. Το κρύο βολεύεται, σκεφτόμουν. Θα φορέσεις ένα ρούχο παραπάνω, θα χουχουλιάσεις στο σπίτι, θα περάσει. Η ζέστη, αχ αυτή η ζέστη, είναι ανυπόφορη!

Μην λες ποτέ μεγάλες κουβέντες, χαζή ξανθιά! Την πρώτη χρονιά που μετακόμισα εδώ, ο χειμώνας μας χάρισε απλόχερα κάτι -26, για μια-δυό μέρες. Αγόρασα ένα παλτουδάκι με γούνινη επένδυση (ανέκαθεν κορόιδευα τα γούνινα παλτά) και κυκλοφορούσα στο γραφείο σαν εσκιμώος. Μαλάκωσε μετά ο καιρός, οι χειμώνες που ακολούθησαν ήταν πιο ήρεμοι, το -10 δεν το λες και κρύο, όταν το συνηθίσεις.

Κι ήρθε αυτή,η καταραμένη εβδομάδα! Αυτόν τον άτιμο, δίσεκτο χρόνο! Η Πολυάννα μέσα μου, πήγε για σκι προφανώς και με παράτησε μόνη, να γκρινιάζω σαν την κακιά πεθερά. Χτύπησε εμπλοκή το -20, το γραφείο να μην ζεσταίνεται με τίποτα, το σπίτι να μην ζεσταίνεται επίσης. Να έχω κάνει κολλητή την "τσιγγάνα γκόμενα", την ξυλόσομπα κι αυτή να μην χορταίνει! Ερχομαι στο γραφείο ντυμένη σαν κρεμμύδι, τρία πουλόβερ, μπουφάν,παλτό και σάλι. Ω ναι, όλα μαζί. Πάγωσαν οι σωλήνες, το νερό είδος υπό εξαφάνιση. Να δουλεύω με το σκουφί και τα γάντια. Εχω γίνει γνήσια βουλγάρα. Δηλαδή, τα νεφρά μου με πεθαίνουν στον πόνο, μάλλον φταίει το μόνιμο κουλούριασμα. Τα πόδια μου είναι παγάκια. Το μυαλό μου σε χειμέρια νάρκη. Με μούτρα να ξυπνάω, με μούτρα να περιφέρομαι όλη μέρα, με μούτρα να κοιμάμαι. Και το κερασάκι στην τούρτα? Ο Δημήτρης με πυρετό! Δεν μπορώ να το διαχειριστώ το γαμημένο το κρύο, τέλος. Οσες τακτικές "θετικής σκέψης" κι αν εφαρμόσω! Το γεγονός ότι έχω γίνει γκρινιάρα, μου τη δίνει πιο πολύ από όλα!

Ο μπάι Πέτιο μου κουβάλησε ένα τέρας. Ηλεκτρική σόμπα, λέει. Δεν μπόρεσε να μου προσδιορίσει εάν κατασκευάστηκε πρό ή μετά "δημοκρατίας". Παρότι την έχει βάψει ένα απίθανο κεραμμυδί, τα χρόνια της δεν κρύβονται, άσε που κάνει θόρυβο σιδηρόδρομου. Και να πεις ότι ζέσταινε. @@. Μόνο να καίει κιλοβάτ ξέρει, η αχόρταγη κι αυτή. Σκέφτομαι ότι στην μαμά Ελλάδα, με τέτοιες θερμοκρασίες δεν θα δούλευε τίποτα! Εδώ ρε γαμώτο, γιατί όλα συνεχίζονται σαν να μην τρέχει κάστανο?

Θέλω να μετακομίσω στον Ισημερινό και υπόσχομαι να μην γκρινιάξω ποτέ ξανά για την ζέστη!

Wednesday, January 25, 2012

Τί όμορφος χειμώνας

Ο ντιάντο (παππούς) Λίτσο, είναι ο πατέρας του κολλητού μας, του Μπόυκο. Κάθε φορά που τον βλέπω, τρέχω και τον αγκαλιάζω σφιχτά. Μου το ανταποδίδει πάντα, παρότι οι αγκαλιές μεταξύ άτομων που δεν είναι συγγενείς, δεν συνηθίζονται τρελλά στα μέρη μας. Εγώ δεν τον αποκαλώ "ντιάντο" αλλά "σβετί (άγιο)" και νομίζω ότι του ταιριάζει απόλυτα.

Παρότι στα νειάτα του υπήρξε διάσημος παλαιστής, έμεινε για όλη του τη ζωή στο μικρό χωριό του, δουλεύοντας σκληρά για το μεροκάματο. Σήμερα που είναι στα εβδομηνταεπτά, εξακολουθεί να δουλεύει και να κάνει παράλληλα αγγαρείες σε όλους μας. Να ταίσει τα σκυλιά στο γκαράζ του γιού του, να φέρει σανό στο άλογό μας όταν ξεμένουμε κι ό,τι άλλο φανταστείς. "Οχι", δεν ακούς ποτέ από το στόμα του.

Το περασμένο σαββατοκύριακο αποφασίσαμε με τον Μπόυκο, να πάμε στο διαμέρισμά του, σε κάποιο χιονοδρομικό θέρετρο. Δυό μέρες ψηνόμουν στον πυρετό αλλά ήταν αδύνατο να μην πάμε, μιας και τους είχαμε στήσει ήδη δυό φορές. Σηκώθηκα από το κρεββάτι με τρομερή γκρίνια, δεν ήπια καφέ καν και μάζεψα δυό ρούχα με τα χίλια ζόρια. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο έβριζα τον "γαμώκαιρο", "σήμερα βρήκε να πέσει το κωλόχιονο? που θα πρέπει να περάσουμε το σκατοβουνό?" (Μετρήστε πόσες ωραίες λέξεις χώρεσαν, σε μία φράση! Και σημειώσατε ότι πήγαινα εκδρομή, δεν με έστελναν στα τάγματα εργασίας!)

Βρεθήκαμε όλοι στο πατρικό του Μπόυκο. Οσο προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε στην μπάμπα Νικολίνκα ότι δεν χρειαζόμαστε φαγητό μαζί, ναι μας αρέσει ο καπαμάς αλλά δεν πάμε σχολική εκδρομή να πάρουμε το κατσαρολάκι μας (δεν τόλμησε κανένας να της πει, ότι έτσι και σκάγαμε μύτη στο τετράστερο με τον τέντζερη, θα τρώγαμε πόρτα αντί για καπαμά!), ήρθε ο ντιάντο Λίτσο.

Μπήκε στο σπίτι κατακόκκινος από το κρύο κι έτρεξα αμέσως στην αγκαλιά του. "Τί κάνεις?" τον ρώτησε ο Δημήτρης. "Είμαι πολύ καλά παιδί μου!" είπε δυνατά με ένα πλατύ χαμόγελο. "Δεν βλέπεις τί όμορφο χειμώνα έχουμε?"

Φύγαμε και όλη η γκρίνια μου, είχε πάει περίπατο. Οταν ο Δημήτρης επανέλαβε τα λόγια του, ντράπηκα όσο δεν παίρνει. Πώς μπορούσα να γκρινιάζω με το παραμικρό, όταν ένας παππούς τόσο κουρασμένος από τη ζωή κι από τα χρόνια, μπορεί ακόμα να χαίρεται γιατί ο χειμώνας είναι χειμώνας? Το μάθημα της ημέρας (για μένα τουλάχιστον): Οσο πιο απλά δούμε τη ζωή μας, τόσο πιο πολύ θα την απολαύσουμε. Κι ας χάνουμε τον δρόμο, πού και πού...




Thursday, January 12, 2012

Οχι αστείο... Γελοίο

Χάνεται ένα κορίτσι δεκαεπτά ετών. Η αδελφή του κοριτσιού δηλώνει ότι την μέρα της εξαφάνισης, η μικρή της τηλεφώνησε και της είπε ότι έχει απαχθεί κι ότι στην απαγωγή της, εμπλέκονται και αστυνομικοί. Η αστυνομία "αποφασίζει" ότι η μικρή βαρέθηκε την ζωή εδώ και το έσκασε για το εξωτερικό. Η οικογένεια αντιδρά, ασφαλώς.


Βρίσκουν το πτώμα της μετά από δύο μήνες, σε προάστιο της πόλης που ζούσε. Ο ιατροδικαστής διαπιστώνει, πως το κορίτσι έχει δολοφονηθεί από την ημέρα της εξαφάνισης. Την ίδια μέρα, η αστυνομία συλλαμβάνει δύο ύποπτους. Κι ενώ ανακοινώνεται επίσημα η σύλληψή τους, δεν περνούν λίγες ώρες και ο ένας αναφέρεται ήδη σαν "αυτόχειρας". Οι αστυνομικοί μετά την σύλληψη τον πήγαν στο σπίτι του(!) και "αυτοπυροβολήθηκε". Γιατί ενώ τον είχαν συλλάβει, ήταν οπλισμένος, καθώς και το πώς διέφυγε της προσοχής τους και αυτοπυροβολήθηκε, είναι κάτι που προφανώς δεν θα μάθουμε ποτέ.


Το κερασάκι στην τούρτα της συμφοράς? Βγαίνει ο πρωθυπουργός μας, να βάλει τα πράγματα στην θέση τους! Απαιτεί από τους γονείς, να ζητήσουν συγγνώμη από την αστυνομία! "Αντί να κατακρίνουν την αστυνομία, να κατακρίνουν το περιβάλλον τους. Γνωστοί τους απήγαγαν το παιδί ". Τα συμπεράσματα δικά μας και η ζωή στην χώρα των ρόδων συνεχίζεται.




Το μαύρισμα εν τέλει, είναι αναπόφευκτο. Λέω να κόψω την ενημέρωση και να διαβάζω μόνο εσπρέσσο. 'Η να πάψω να σχολιάζω την επικαιρότητα...

Wednesday, January 11, 2012

Οι νύφες των Πυραμίδων.

Πού και πού διαβάζω τα βουλγαρικά νέα, για να μην είμαι εντελώς εκτός επικαιρότητας. Αν επαναπαυόμουν στα "κουτσομπολιά" του προσωπικού, θα ήταν σαν να είμαι στην Ελλάδα και παρακολουθώ ειδήσεις του Σταρ. Ακούστε λοιπόν το απίστευτο που βρήκα σήμερα!

Τις τελευταίες μέρες, μεγάλος αριθμός ανδρών από συγκεκριμένη περιοχή της Αιγύπτου, αιτήθηκε βίζας, στην Βουλγαρική πρεσβεία, στο Κάιρο. Για όσους δεν το γνωρίζουν, οι Βούλγαροι τις αιτήσεις βίζας, τις ψειρίζουν όσο δεν παίρνει, τις δε βίζες τις δίνουν σπανιότατα. Ειδικά μέρες που είναι, προ εντάξεως στην Σένγκεν. Εν ολίγοις, την ψυχή τους παίρνεις, βίζα δεν παίρνεις. (Οξύμωρο για χώρα με τόσο μεγάλη μετανάστευση, αλλά μην μπω σε άσχετα χωράφια). Φαντάσου τώρα, να σκάνε ένα κάρο αιτήσεις Αιγυπτίων για βίζα, ταυτοχρόνως! Ξεκίνησαν λοιπόν το ψείρισμα και εντόπισαν άλλο ένα κοινό σημείο, σε όλες (μα σε όλες!) τις αιτήσεις. Ολοι οι Αιγύπτιοι αιτούντες, ήταν φρεσκοπαντρεμένοι με Βουλγάρες!!!

Κι έτσι ψάξε - ψάξε - θα - με - βρεις (ουδέν κρυπτόν από το υπουργείο μας και μπράβο τους!), ξεσκεπάστηκε όλο το σενάριο. Το οποίο ήταν μεν ευφάνταστο, αλλά αν γνωρίζεις τα δεδομένα, βλέπεις ότι έμπαζε από παντού. Βουά λα το σενάριο:

Ενας μεσήλικας ιθαγενής και ένας Αραβας που μένει εδώ, οι οποίοι συστήνονταν ως "επιχειρηματίες" (τρύπα σεναρίου νόμερ εντνό: Ολοι όσοι πάνε να κάνουν κουτσουκέλα, έτσι συστήνονται), μετά από περιήγηση στας βουλγαρικάς εξοχάς, μάζεψαν απροσδιόριστο αριθμό γυναικών , από είκοσι έως σαρανταπέντε χρονών. Ως επί το πλείστον τσιγγάνες (τρύπα σεναρίου, νόμερ ντβε: Τις τσιγγάνες τις υποπτεύονται ακόμα και ελλείψει καπνού. Φαντάσου τώρα που υπήρχε και ντουμάνι). Τις έντυσαν, τις στόλισαν και τις πήγαν εκδρομούλα στο Κάιρο (τρύπα σεναρίου, νόμερ τρι: Μα όλες μαζί? Χάθηκε να τις στέλνατε μία-μία?). Εκτός από το δωρεάν ταξιδάκι, τους έδωσαν και πεντακόσια ευρουλάκια το κεφάλι, για να παραδεχτούν γυρίζοντας ότι ήρθαν σε γάμου κοινωνία με τους Αιγύπτιους. Εκεί, έγιναν οι "γάμοι" σε χρόνο ντε-τε και τις γύρισαν πίσω. (τρύπα σεναριού, νόμερ τσέτιρι: Δεν τις άφηναν λίγο εκεί, να φανεί ότι έκαναν και μήνα του μέλλιτος?). Μόνες, διότι οι "σύζυγοι" έτρεξαν να κάνουν αίτηση για βίζα.

Είναι κατανοητό, ότι οι "σύζυγοι" ακόμα κι αν είχαν μισή πιθανότητα για βίζα, πλέον δεν έχουν καμία. Είναι επίσης κατανοητό, ότι εκτός από την βίζα που χάθηκε, κλαίνε και τα ευρουλάκια τους. Τα οποία προφανώς, τα μάζεψαν με κόπο. Οι "επιχειρηματίες" δεν έχουν συλληφθεί ακόμα, αλλά σίγουρα θα τους βρουν. Οσο για τις "νύφες", θα έχουν να λένε στον μαχαλά ή στο χωριό,ότι είδαν τις Πυραμίδες. Αν και δεν νομίζω ότι τους έκαναν και τέτοια εκδρομούλα. Οι εφημερίδες λένε ότι ξεσκεπάζεται "μεγάλο κύκλωμα παράνομης διακίνησης μεταναστών". Εγώ λέω ότι ξεσκεπάζεται ένα απλό "νταλαβέρ". Μαζί με βλακεία απεριόριστη, εκ μέρους όλων όσων συμμετείχαν στο σεναριάκι. Αλλά ας μην χαλάσω το όνειρο!


ΥΓ : Επειδή μαύρισα όσο δεν πάει, από άλλο νέο που διάβασα σήμερα κι επειδή μέρες που ζούμε, το "μαύρισμα" με σκοτώνει κυριολεκτικά, είπα να διακωμωδίσω λιγουλάκι το παραπάνω. Ξέρω ότι δεν είναι αστείο, φτωχές γυναίκες και απελπισμένοι άντρες, να πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης. Οι μεν για πεντακόσια γαμωευρώ και οι δε για να έρθουν στον -χαμένο πλέον- ευρωπαϊκό παράδεισο.

Tuesday, January 03, 2012

χάπυ νιου γίαρρρρρ

Πάλι πίσω στα κρύα και τα χιόνια μας! Για το καλό! Μετά από δέκα μέρες σε μια Ελλάδα ηλιόλουστη. Τόσο ηλιόλουστη που μέχρι και αρνί ψήσαμε και τραπέζια στρώσαμε στην αυλή του θείου, λες και ήταν Πάσχα.

Δέκα μέρες, που μας γύρισαν χρόνια πίσω. Κι έτσι μας ξαναβρήκε ένα ξημέρωμα στου Σάκη, που παραπονιόταν γιατί έπεσε η δουλειά. "Κρίση?" τον ρωτήσαμε. "Οχι ρε σεις, απλά οι πελάτες μου γέρασαν και πεθαίνουν". Μαζί μας η έξτρα ορντίναρυ θεία του Μήτσου. Αφότου την γνώρισα πριν ενάμιση χρόνο, τρέχω να προλάβω τις στιγμές που χάσαμε και θέλω να είμαι μαζί της με τις ώρες και να τα λέμε. Ολα.

Αλλο βράδυ , με παλιούς συμμαθητές. Εικοσιένα χρόνια μετά, ήμασταν ακόμα σαν να βγήκαμε για διάλειμμα. Τραγουδήσαμε, ήπιαμε, γελάσαμε και ήταν απίστευτο πως ανακτάς κώδικες επικοινωνίας με ανθρώπους, που το μόνο κοινό σας ήταν τα σχολικά θρανία. Οχι με όλους βέβαια. Είμαι πολύ τυχερή που υπάρχει πάντα ο Τάκης. Και που είναι τόσο δυνατός, αισιόδοξος και σαρκαστικός όσο όταν ήταν ντυμένος Αη Βασίλης στο νηπιαγωγείο. Και που δείχνει σε όλους μας, την φωτεινή πλευρά της ζωής, με μία ψυχική δύναμη που ζηλεύω.

Δυό βράδυα με την μπουμπού και τον Γιώργο. Δεν ξέρω γιατί τα τελευταία επτά χρόνια δεν καταφέραμε να βρεθούμε ούτε μισή φορά. Ετσι έπρεπε, προφανώς. Βρεθήκαμε κι ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Καμία απόσταση σε χρόνο και τόπο, δεν άλλαξε όσα ζήσαμε και νοιώθαμε, κοριτσάκια ακόμα, δέκα χρόνια πριν. Κι όσο κι αν μας άλλαξε ο χρόνος, η ευχάριστη έκπληξη ήταν ότι μας άλλαξε προς την ίδια κατεύθυνση. Οι δρόμοι μας δεν έγιναν παράλληλοι και δεν θα γίνουν ποτέ. Και πάντα θα είμαστε "ίδιες", όπως χαιρέκακα μας αποκαλούσε μια μαύρη ψυχή, κάποτε.

Και τέλος πολλές , γλυκές στιγμές με την οικογένεια και τους συγγενείς, που "στερούμαστε" τα τελευταία χρόνια. Είμαι ακόμα το "κοριτσάκι" του μπαμπά μου, κι ας έχει πλέον ο ίδιος γίνει ένας ταλαιπωρημένος παππούς. Μπορεί να μην δύναμαι, να του ανεβάσω τον πεσμένο στα τάρταρα αιματοκρίτη του, αλλά θέλω να πιστεύω ότι την διάθεση του την ανεβάσαμε λίγο. Δεν θα ξεχάσω το χαμόγελο της μαμάς μου, όταν της έδειξα το καφετί σημαδάκι στο μάγουλό μου."Στο πήρα κι αυτό μάμμυ".

Κι αφού γεμίσαμε μπαταρίες και ψυχή, σε μια Ελλάδα που αδειάζει, πιστεύω ότι ο χρόνος που ήρθε, θα είναι φωτεινός και χαρούμενος. Κι ας προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο. Γιατί ο μεγαλύτερος, ο πιο αληθινός πλούτος μας, είναι οι δικοί μας άνθρωποι, γύρω μας. Αυτοί που θα γεμίζουν τις ψυχές μας με χαμόγελα. Κι αυτός ο πλούτος, δεν μπορεί να ξεπουληθεί, να φορολογηθεί ή να υποθηκευτεί. Καλό είναι να τον ανακτήσουμε, μιας και κάποιοι από εμάς, τον έχουμε ξεχάσει εντελώς.

Για το κλείσιμο, η καλύτερη ατάκα έβερ, από τον ανηψιό μου: "Παππού δεν θέλω λεφτά και δώρο, αφού κέρδισα το φλουρί!".

Καλή μας χρονιά!

Friday, December 09, 2011

Η αγάπη όλα τα μπορεί.

Την περασμένη εβδομάδα αρρώστησε ο Μήτσος-Τζαβάρ. Ηταν τόσο άσχημα, που ο γιατρός ήταν σαφής. "Αν αύριο δεν σηκωθεί, δεν έχει νόημα να του κάνω άλλες ενέσεις". Ο Ιορντάν βρήκε το σημείο που θα τον πηγαίναμε. Επρεπε να μεταφερθεί πριν πεθάνει (πώς να το μεταφέρεις το τέρας αν δεν σέρνεται έστω?) και ο καλός γιατρός μας θα κανόνιζε τα υπόλοιπα. Βασικά δεν ήθελα με τίποτα να πεθάνει μπροστά στη Γωγώ.

Λες και ο Μήτσος πήρε χαμπάρι τί του ετοιμάζαμε, έβαλε τα δυνατά του και το Σάββατο το πρωί ξεχύθηκε στο προαύλιο σαν γνήσιο αραβικό που είναι (αν και γερασμένο όσο ο συγχωρεμένος ο Γκαντάφι). Την Κυριακή κατέφθασε μετά τιμών ο ντιάντο Λίτσο με φρέσκο σανό, να το γιορτάσει ο Μήτσος-Λάζαρος μετά της συμβίας. Κι εγώ πήρα ανάσα και είπα την μεγάλη κουβέντα-μαλακία. "Αν το πάθαινε η Γωγώ θα το άντεχα, αλλά δεν αντέχω να χάσουμε τον Μήτσο!".

Η ώρα ήταν ανοιχτή προφανώς, όπως θα έλεγε η γιαγιά μου αν ζούσε. Κι έτσι χθες το μεσημέρι΄, βγήκα για μισό λεπτό από το γραφείο κι έπεσα πάνω στον κτηνίατρο. "Πώς από δω?" τον ρώτησα. "Δεν σας είπε ο Δημήτρης τίποτα? Η θηλυκιά είναι πολύ άσχημα". Κατά τον γιατρό, η Γωγώ ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση. Δεν θα την έβγαζε την νύχτα. Την πλάκωσε στις ενέσεις μεν, αλλά βελτίωση δεν περίμενε. Πήρα τον Μπόυκο να στείλει ένα φορτηγό. Να την πάμε στο σημείο που θα πηγαίναμε τον αρσενικό, μια βδομάδα πριν. Δεν ήθελα με τίποτα να πεθάνει μπροστά στον Μήτσο. Οταν το φορτηγό βρέθηκε, ο φύλακας μου είπε ότι προσπαθεί να την κάνει να κινηθεί λίγο. Σηκωνόταν, έπεφτε. Πιάστηκα στο ότι σηκωνόταν. Κι ας έπεφτε αμέσως. "Να της δώσουμε μια ευκαιρία?" είπα στην Ελένα. "Μόνο απόψε να περιμένουμε. Μήπως τα καταφέρει! Ας το κάνουμε αύριο". "Ο γιατρός είπε ότι αν δεν σηκωθεί να κινηθεί, δεν θα τα καταφέρει". Ισως να έπαιξε ρόλο κι ο εγωισμός μου. Δεν άντεχα να χαθεί κάποια που είχε το όνομά μου. Κι ας μην της έδινα την παραμικρή σημασία, πέντε χρόνια τώρα.

Η αγάπη όμως, όλα τα μπορεί. Κι όσα φαντάζουν ακατόρθωτα. Ακόμα κι αν πρόκειται για αγάπη μεταξύ αλόγων. Από χθες το απόγευμα μέχρι σήμερα τα ξημερώματα, ο Μήτσος βγήκε από την συνήθη απραξία του ως γέρος και κουρασμένος και έβαλε σκοπό να σώσει την συντροφό του. Την κουτούλαγε με τόση μανία για να σηκωθεί, την τραβούσε σαν τρελλός. Αφού κατάφερε να την σηκώσει όρθια, δεν άφησε κανέναν να τους πλησιάσει. Δυό βήματα μαζί. Επεφτε. Ξανά κουτουλιές να σηκωθεί. Αντε, άλλα δυό βήματα. "Δεν θα μείνω μόνος μου τρελλόγρια!" έμοιαζε να της λέει. Οι φύλακες δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που γινόταν.

Οπως δεν το πίστεψε κι ο γιατρός μας, σήμερα το πρωί. Μπήκε με ένα πλατύ χαμόγελο στο γραφείο μου και άρχισε να μου μιλάει στα αγγλικά! Τόσο χαρούμενος ήταν, που δεν έψαχνε τις λέξεις όπως συνήθως. "Δεν το περίμενα! Δεν υπήρχε ελπίδα κι ας μην στο έλεγα! Θαύμα έγινε!". Τα κλείσαμε λοιπόν στον χώρο τους, με μια γερή παρτίδα σανό. Να γιορτάσουν το Σαββατοκύριακο. Να μην βγουν για μερικές μέρες, να μπορέσουν να δυναμώσουν για τα καλά.

Αυτό που κατάλαβα είναι ότι αποκλείεται να μπορέσουμε να τα χωρίσουμε. Δεν θα το επιτρέψουν τα ίδια. Κι αν ο ένας κάποια μέρα φύγει, ο άλλος θα πρέπει να τον ακολουθήσει αμέσως. Η ανησυχία του Μήτσου-Τζαβάρ, δεν θα ήταν αν έβλεπε την Γωγώ να πεθαίνει μπροστά του. Θα ανησυχούσε μόνο, μήπως δεν τον βοηθήσουμε να πεθάνει μαζί της.


Monday, December 05, 2011

Πέτια

- Την Δευτέρα δεν θα έρθεις για δουλειά. Σου κλείσαμε ραντεβού σε μία κλινική.

- Να πάω εδώ στο νοσοκομείο, τί την θέλω την κλινική?

- Θα πας στην κλινική. Τα έξοδα τα αναλαμβάνει η εταιρεία.

- Γιατί? Πόσο θα κάνει η ρημάδα η κλινική?

- Αν ψοφήσεις, κατ' έθιμο, πρέπει να σου αναλάβουμε την κηδεία και κοστίζει περισσότερο.

- Χαχαχααχααααα! Σιγά το περισσότερο! Θα πείτε του Νάσκο στο ξυλουργείο να πάρει δυό χαρτόνια...

- Τέτοια χοντρή που είσαι αγάπη μου, δεν πρόκειται να αντέξουν τα χαρτόνια! Θα σε σκορπίσουμε στο δρόμο.

- Χαχαααααα!

- Εσύ θες ειδική κατασκευή, με ένα κάρο ξύλο. Και λόγω της θέσης σου, ταπετσαριστό και με δέρμα! Γι' αυτό σου λέω. Αντε να πας στην κλινική.


Πετούνια μου, το ξέρεις ότι σε αγαπάω. Γι' αυτό και μπορώ, να σου μιλάω έτσι κι εσύ να γελάς. Καλά αποτελέσματα γιατί μου λείπεις ήδη!

Friday, December 02, 2011

Στο ίδιο έργο θεατής.

Αντιλαμβάνομαι ότι βρίσκομαι στο ίδιο έργο θεατής, μετά από δέκα χρόνια.

Τελικά κάποιοι άνθρωποι, παρόλες τις φανφάρες τους δεν έχουν μάθει να δίνουν ψυχή. Κι ούτε πρόκειται. Αγνοούν τί σημαίνει, τί κοστίζει. Εγώ πάλι σαν μαλάκας, δεν μπορώ να αγγίξω τίποτα χωρίς να του στάξω σταγόνες από την ψυχή μου.

Και το συγκεκριμένο, είναι το "παιδί μου". Το μοναδικό "παιδί" που γέννησα και μεγαλώνω.

Κάποτε είχα πει ότι αν το πειράξουν, θα το κάψω και θα καώ μέσα του. Και το εννοούσα. Κι ας γελάσαμε.

Σήμερα καταλαβαίνω, ότι έλεγα μαλακίες. 'Οτι κακώς το εννοούσα. Μια μάνα που αγαπάει το παιδί της, δεν καίγεται μαζί του. Εχει πάντα την δύναμη να κάψει, όποιον τόλμησε να το πειράξει. Εχω νέα... κάπου θα μυρίσει καμμένο.

Wednesday, November 23, 2011

Οι εικόνες που πονάνε.

Αφορμή για το σημερινό, είναι το ποστ μιας διαδικτυακής φιλενάδας. 'Η μάλλον, η απάντησή της στο σχόλιο μου στο συγκεκριμένο ποστ. Γιατί σχολίασα, κοιτάζοντας όπως πάντα την τελευταία αχτίδα του ήλιου, σε έναν κατάμαυρο ουρανό. Η απάντησή της και οι απαντήσεις όλων των άλλων σχολιαστών, μου έδωσαν να καταλάβω ότι οι περισσότεροι Ελληνες αυτή τη στιγμή, δεν μπορούν να δουν καμία αχτίδα ήλιου. Οχι γιατί είναι τυφλοί. (Εγώ άλλωστε με έξη βαθμούς μυωπία, συγκαταλέγομαι στους απολύτως στραβούς). Γιατί πολύ απλά, αυτή η αχτίδα, ακόμα κι αν υπάρχει, δεν είναι ορατή σε ανθρώπους που ζουν κάτω από το σοκ, της μαυρίλας του ουρανού τους. Ενός ουρανού, ηλιόλουστου μέχρι πρότεινος.

Το σκοτάδι, δεν το συνηθίζεις με την πρώτη. Στην αρχή σε καταλαμβάνει πανικός. Φοβάσαι ότι τυφλώθηκες ξαφνικά. Μετά από λίγο, κρατώντας τα μάτια ορθάνοιχτα, βλέπεις τα πρώτα σχήματα , καταλαβαίνεις ότι απλά, είναι σκοτάδι. Δεν είσαι εσύ τυφλός. Και παίρνεις μια πρώτη ανάσα. Και προσπαθείς να δεις μέσα στο σκοτάδι. Γιατί που θα πάει. Θα ξημερώσει. Η μαγκιά είναι βέβαια να μην το συνηθίσεις. Πρέπει πάντα, να αναζητάς το ξημέρωμα. Τέλος.

Πού κολλάει αυτό? Οταν πρωτοήρθα στην Βουλγαρία, έξη και χρόνια πριν, κάθε μέρα έτρωγα και μια γερή μπουνιά στο στομάχι. Αιτία, οι παρακάτω εικόνες :

- Η μάνα με το μωρό στην αγκαλιά, έψαχνε Κυριακή μεσημέρι, στους κάδους σκουπιδιών για να βρει κάτι να φάει.

- Ολες οι οδικές αρτηρίες, ήταν γεμάτες από κοριτσάκια και γυναίκες που πουλιόντουσαν για δυόμιση ευρώ. Από το ξημέρωμα, μέχρι μετά τα μεσάνυχτα, κάθε εποχή, ακόμα και με τριάντα πόντους χιόνι.

-Στο δημοτικό σχολείο του χωριού μας (όπως σε όλα τα σχολειά των χωριών), η μόνη θέρμανση ήταν παλιές ξυλόσομπες. Επειδή τα ξύλα στοίχιζαν, ο δήμαρχος ερχόταν και φόρτωνε σε κάρα, το πριονίδι που μας έμενε.

- Τα περισσότερα σπίτια στα χωριά, δεν είχαν τουαλέτες. Μια τρύπα στην άκρη της αυλής, ήταν όλη κι όλη η ιστορία. Με σανίδια γύρω - γύρω. Η μόνη θέρμανση στα σπίτια, ήταν πάλι "η ερωμένη του τσιγγάνου", όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι. Δηλαδή η ξυλόσομπα. Τα ξύλα στοίχιζαν. Κι έτσι, η συγχωρεμένη η Λίνκα, η τσιγγάνα καθαρίστριά μας, παράχωνε όλη τη χρονιά στις φαρδιές της τσέπες, κομματάκια από ξύλο που έβρισκε πεταμένα εδώ κι εκεί.

- Τα σκυλιά μας γεννούσαν καλή ώρα, σαν και τώρα. Τα μωρά τους τα έκλεβαν, για να τα πουλήσουν για είκοσι ευρώ. Κι όσα τους ξέμεναν απούλητα, πέθαιναν λίγο μετά από πείνα.

- Ας μην μιλάω για σκυλιά. Τα ιδρύματα ήταν γεμάτα παρατημένα παιδιά. Υγιή και μή. Ιδρύματα απαρχαιωμένα που δεν μπορούσαν να προσφέρουν ούτε τα βασικά. Την ίδια στιγμή, έγκυοι περνούσαν τα σύνορα για να γεννήσουν και να πουλήσουν το παιδί τους στους πλούσιους γείτονες. Τους Ελληνες.

Και άλλες, πολλές άλλες εικόνες, που θα χρειαζόταν μέρες να γράφω για να τις περιγράψω. Τις αναφέρω στον παρατατικό. Δεν ξέρω γιατί δεν χρησιμοποιώ ενεστώτα, αφού ίδιες είναι και σήμερα. Ελάχιστα πράγματα άλλαξαν. Απλά δεν είχα την μαγκιά, να μην το συνηθίσω το σκοτάδι. Με κούρασε η αναμονή του ξημερώματος, που δεν ερχόταν. Και πλέον αυτές οι εικόνες με σοκάρουν όλο και λιγότερο. Δεν αποτελούν έκπληξη πια. Και οι μπουνιές στο στομάχι, έγιναν ένας μόνιμος κόμπος, που σφίγγεται μέσα μου. Και που με αναγκάζει όλο και συχνότερα, να εκτιμώ το "μη χειρότερα" και να το παίζω Πολυάννα.

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η Ελλάδα, που νοσταλγούσα, βλέποντας αυτές τις εικόνες κάποτε, είναι σήμερα στην ίδια μοίρα. Ισως γιατί ελάχιστα την επισκέπτομαι πια. Ισως γιατί δεν έχω δει, αυτές τις εικόνες ακόμα. Την θυμάμαι πάντα, σαν μια ακτίδα ήλιου, στον εδώ κατάμαυρο ουρανό μας. "Να περάσουμε τα σύνορα, να πάρουμε ανάσα" λέμε πάντα με τον Δημήτρη. Γι'αυτό κι όταν την σκέφτομαι, παρ' όσα ακούω και διαβάζω, ψάχνω πάντα την ακτίδα του ήλιου της. Πολυάννα είπαμε.

Δεν ξέρω τί να προτείνω στους συμπατριώτες μου, που βουτάνε τώρα, για πρώτη φορά στο σκοτάδι. Ξέρω όμως, ότι είναι σκληρό, ένας κόμπος να σφίγγεται στο στομάχι σου μόνιμα. Είναι προτιμότερος ο στιγμιαίος πόνος της μπουνιάς. Ειδικά όταν μπορεί να σε προκαλέσει να αντιδράσεις. Είναι οδυνηρό να θεωρείς δεδομένες, τέτοιες εικόνες. Προτιμότερο είναι, να εξακολουθούν να σε σοκάρουν. Αλλιώς, θα μπεις στο κάδρο τους. Μετά τον πανικό που σας προκαλεί το σκοτάδι, να προσπαθήστε να μην το συνηθίσετε. Να μην βυθιστείτε μέσα του. Γιατί δεν είσαστε τυφλοί. Όσο κι αν αργεί το ξημέρωμα, κάποια στιγμή θα έρθει. Σας το λέω, με την επίγνωση του λάθους μου, να μην το περιμένω.

Friday, November 18, 2011

39

Το ότι έκλεισα τα τριανταεννέα, μου πήρε δυό μέρες να το καταλάβω και να το ποστάρω. Βασικά, ο Μητσάκος βιάστηκε να μου ευχηθεί ένα πρωινό νωρίτερα και τον ακολούθησε η Κρέμα, πηδώντας στο κρεββάτι μου. "Αφού την φιλάει ο ντάντυ, ας την φιλήσω κι εγώ", πρέπει να σκέφτηκε. Μετά καταλάβαμε ότι ο μήνας έχει 15 κι όχι 16 και κυνηγήσαμε το ταλαίπωρο, το σκυλί.

Το δείπνο γενεθλίων μου, περιλάμβανε συζητήσεις για αναζήτηση πρωτοτυπίστα και εργονομία του κώλου. Ω ναι, η εργονομία στο προϊόν μας, είναι ακριβώς αυτό. Πως θα βολευτεί ο κώλος σου. Το λέω λοιπόν απλά, για να γίνει κατανοητό.

Κατά την προσφιλή μου συνήθεια, σε όποιον με ρωτάει πόσο χρονών είμαι, θα λέω πλέον, σαράντα. Απεχθάνομαι το τριανταεννέα και δύο ημέρες, ή τριανταεννέα και μισό, που θα απαντούσε κάποιος νορμάλ άνθρωπος. Σαράντα στρογγυλά και τέλος.

Τον Αύγουστο, παραδοσιακά, θα κάνω την τέταρτη τρύπα στο δεξί μου αυτί. Εχω σταμπάρει από τώρα το σημείο. Ψηλά, πάνω από αυτήν των τριάντα. Τί κι αν δεν έχω καμία σχέση πιά, με την Γωγώ των τριάντα? Οι τρύπες, χρόνια δεν κοιτούν.

Οχι, μην βιαστεί κανένας να βγάλει συμπεράσματα. Καμία κρίση ηλικίας δεν περνάω κι ούτε προτίθεμαι. Δεν γεννήθηκα για να μείνω νεαρή και χαριτωμένη. Ούτε που το θέλω κιόλας. Ασε που πατώντας τα σαράντα, κλείνεις και κεφάλαια που πόνεσαν γιατί πιά δεν λές " μα γιατί δεν έγινε?", λες " δεν μπορεί πια να γίνει!" και ξεμπερδεύεις δια παντός. Κι ούτε τολμάει κανένας να σου πει " έχεις καιρό ακόμα!". Αλλο βάσανο αυτό, αυτός ο κανένας με τις κουβέντες του.

Η μόνη σκιά στα γενέθλια μου, ήταν η συγκίνηση του πατέρα μου στο τηλέφωνο. Για πρώτη φορά εδώ και τριανταεννέα χρόνια, μου ευχήθηκε μισοκλαίγοντας. Τον τελευταίο καιρό με κοροϊδευε συχνά "μην ανησυχείς κοριτσάκι μου, δεν θα σε αφήσω να ορφανέψεις μικρή". Αχ ρε μπαμπά, στην παράταση παίζουμε και το ξέρω, μην νομίζεις όμως ότι μεγάλωσα κιόλας.

Μπάι δε γουέι, εκτός από τα σαράντα, η πρόωρη κλιμακτήριος μου χτυπά την πόρτα και κάνω πως δεν την ακούω. Δεν προλαβαίνω δηλαδή να της ανοίξω, να ξεμπερδεύουμε. Αφού είπε να έρθει νωρίτερα από το ραντεβού μας, ας περιμένει κι αυτή.

Χρόνια μου πολύχρωμα λοιπόν! Και εντοιχισμένα!

Friday, November 11, 2011

ο Μίτκο.

Το περασμένο Σάββατο, κατά τις εννέα το βράδυ, χτύπησε το κινητό μου. Είδα ότι με καλεί ο Στάνι και η πρώτη σκέψη ήταν να μην απαντήσω. Ο Στάνι, καλεί απίθανες στιγμές, για κάτι εντελώς ασήμαντο κι εγώ δεν έχω διάθεση να πληρώνω περιαγωγή για ασήμαντα. Η δεύτερη σκέψη μου, ήταν ότι στην Βουλγαρία, η ώρα ήταν δέκα, άρα ίσως και να μην ήταν τόσο ασήμαντο το τηλεφώνημα.

" Ο Μίτκο είναι στο πάρκιν μιας εταιρείας στην Ελλάδα και έπαθε έμφραγμα".

Ο Μίτκο είναι οδηγός μας χρόνια. Από τους πρώτους που γνώρισα όταν ήρθα εδώ. Με τα σπαστά του ελληνικά, με καλημέριζε όταν ερχόταν να φορτώσει. Δεν πλησίασε ποτέ το γραφείο μου, παρά μόνο αν τον φώναζα εγώ. ΄Η όταν έφερνε να μας κεράσει, για τα γενέθλιά του. "Ιδιο ζώδιο είμαστε σέφκα" μου έλεγε. Δεν έμοιαζε με τους συνηθισμένους οδηγούς. Ισως γιατί, δεν φώναζε ποτέ, δεν παραπονιόταν ακόμα κι όταν φόρτωνε μέχρι τα μεσάνυχτα. Και γιατί ποτέ δεν έπαιρνε να μας ζαλίσει, όταν οι πελάτες μας αργούσαν να τον ξεφορτώσουν. Το παράπονο του Στάνι, του εργοδότη του δηλαδή, ήταν ότι καμιά φορά σε αυτόν μπορούσε και να αρνηθεί κάτι. Αν του το ζητούσαμε εμείς, δεν θα αρνιόταν ποτέ. Κι εμείς του χώναμε όλα τα δύσκολα φορτία, γιατί ξέραμε ότι ο Μίτκο ήταν από τους ελάχιστους που θα τα έβγαζαν πέρα.

Την Τετάρτη φόρτωσε. Παραπονέθηκε στην Ελένα, ότι δεν ήθελε να φύγει. Δεν θα προλάβαινε να γυρίσει το Σαββατοκύριακο στο σπίτι του και ήταν κουρασμένος. Θα προτιμούσε να φύγει την Κυριακή. Ο Στάνι επέμενε. Επρεπε να κερδίσει το φορτίο της επιστροφής, το φορτηγό ήταν καινούργιο, τα έξοδα έτρεχαν, ο καλός του οδηγός έπρεπε να το κάνει. Και θα έπαιρνε ρεπώ στα γενέθλια του. Λίγο το έχεις?

Να μην τα πολυλογώ. Οταν έπαθε το έμφραγμα, οι φύλακες στο εργοστάσιο που βρισκόταν δεν κάλεσαν ασθενοφόρο. Ειδοποίησαν τον Στάνι, χίλια διακόσια χιλιόμετρα μακρυά. Κι ο Στάνι δεν ήξερε τί να κάνει και μου τηλεφώνησε. Μόνο που εγώ βρισκόμουν ακόμα πιο μακρυά. Σκέφτηκα έναν συνάδελφο, που μισεί να του τηλεφωνείς τα Σαββατοκύριακα. Προς τιμή του, απάντησε στο τηλεφωνημά μου, έστειλε ασθενοφόρο κι έτρεξε κι ο ίδιος στο νοσοκομείο.

" Οκ Στάνι, ηρέμησε. Αφού ο ίδιος επικοινωνεί, όλα θα πάνε καλά".

Με καθησύχασε κι ο Δημήτρης. " Αφού μπήκε στο νοσοκομείο, δεν θα πεθάνει. Θα δεις ότι θα τον σώσουν".

Μόνο που το νοσοκομείο που τον μετέφεραν, δεν είχε μονάδα εμφραγμάτων. Κι όταν το πράγμα σκούρυνε, τον άρπαξαν και τον πήγαν σε άλλο. Εκεί που έπρεπε να έχει πάει από την αρχή, δηλαδή. Γύρω στις δώδεκα, μου τηλεφώνησε ο συνάδελφος και μου ζήτησε τα λεπτομερή στοιχεία του. " Γωγώ, είναι κρίσιμη η κατάσταση". Θεώρησα ότι μου λέει παπάδες, για να δώσει βαρύτητα στο ότι έτρεξε στο νοσοκομείο. "Πάρε με όταν έχεις νεότερα, οκ?".

Δεν κατάφερα να κοιμηθώ μετά. Είχα αγκαλιά το τηλέφωνο και ευχόμουν να μην χτυπήσει. Να ξημερώσει η επόμενη μέρα, να πάει ο Στάνι στην Ελλάδα, να του πάει ρούχα, να μην είναι μόνος. Ξέρω ότι είναι σκληρό να είσαι στο νοσοκομείο μιας ξένης χώρας, εντελώς μόνος. Οι ευχές μου, δεν εισακούστηκαν. Στις τέσσερις χτύπησε το τηλέφωνό μου. Πριν απαντήσω, ήξερα ακριβώς τι θα ακούσω.

- Ρε σύ, Γωγώ.

- Πες το.

- Ρε.... πέθανε! Το πιστεύεις? Πέθανε!

Δεν το πίστευα και δεν το πιστεύω ακόμα. Θα το πιστέψω όταν θα είναι η σειρά του να φορτώσει και δεν θα έρθει. Οταν δεν θα ξανακαλέσω το κινητό του, για να δω αν καθυστέρησε. Δεν πιστεύεις εύκολα ότι χάθηκε κάποιος που ζεις από τόσο κοντά. Κυρίως όταν, δεν είχες ποτέ φανταστεί ότι μπορεί να χαθεί. Εκείνη τη στιγμή όμως , έπρεπε να προσποιηθώ ότι το πίστεψα και να ενημερώσω τους δικούς του. Δεν θα ξεχάσω τους λυγμούς του Μπόυκο όταν του τηλεφώνησα. Δεν καταλάβαινα γιατί κλαίει. Δεν ήθελα να καταλάβω ότι ο Μίτκο έφυγε. Του μιλούσα σαν ρομπότ. Πρακτική όπως πάντα.

- Ξεκινήστε να έρθετε κάτω. Τώρα θα φύγετε! Θα έπρεπε ήδη να είχατε ξεκινήσει, από όταν σας είπα ότι δεν είναι καλά! Τί περιμένατε να ξημερώσει? Φέρε ρούχα μαζί σου. Ο,τι χρειαστείς στην Ελλάδα, πες μου να το κανονίσω. Τί πάει να πεί, δεν μπορείς να το πεις στη γυναίκα του? Παιδί μου, ο άντρας της πέθανε! Είσαι ικανός εσύ, να αποφασίζεις πότε θα το μάθει?

- Είσαστε στο Βέλγιο ακόμα?

- Ναι, αλλά μην ανησυχείς. Κι από εδώ, ό,τι μπορεί να γίνει, θα γίνει. Να με καλείς να σου μεταφράζω, οκ? Μην κάνετε καμιά μαλακία.

Το επόμενο πρωί μου τηλεφώνησε ένα κοράκι. Συνεργαζόταν λέει με το προξενείο κι έπρεπε να πάρει τη δουλειά. Ηταν τόσο επίμονος στο τέταρτο τηλεφώνημα, που έγινα τσουνάμι και με άκουσε όλο το εκθεσιακό. "Συγγνώμη, ζητάς τρεις χιλιάδες ευρώ και επιμένεις κιόλας? Πεντακόσια ευρώ ήταν ο μισθός του χριστιανού! Η οικογένεια θα ενημερωθεί και θα αποφασίσει!" .

" Ναι, αλλά αν δεν πάρω εγώ τη δουλειά, δεν θα περάσει τα σύνορα! Εχω δίπλα μου τον Ιατροδικαστή!" .

" Θα τον κρατήσετε εκεί, για ενθύμιο δηλαδή?" .

Βγήκα έξω για τσιγάρο. Σκέφτηκα τα δικά μου ενθύμια από τον Μίτκο. Ερχόταν πάντα χαμογελαστός. Ακουσα την φωνή του να μου λέει καλημέρα. Θυμήθηκα τα καλοκαίρια, που αν έβγαινε δρομολόγιο για Κρήτη το ήθελε αυτός. Για να πάρει την γυναίκα του μαζί, να δει την θάλασσα. Αλήθεια, τον είδα καθόλου την τελευταία φορά, πριν φύγει?Αν δεν αργούσαν στο νοσοκομείο? Αν δεν είχε τελικά ταξιδέψει? Ο καπνός του τσιγάρου, μου μπήκε στα μάτια και τα θόλωσε. "Δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς, δεν έχεις χρόνο να ψάξεις το τί και το πώς. Δεν έχει σημασία τί έγινε και τί δεν θα γινόταν! Ο Μίτκο πρέπει να γυρίσει σπίτι, γαμώτο. Και είσαι η μόνη που μπορεί να το κάνει!", με επανέφερε η πρακτική Γωγώ.

Ο Μίτκο μετά από αγώνα και αγωνίες, γύρισε στο σπίτι, το βράδυ των γενεθλίων του. Ηταν η πρώτη φορά που πέρασε τα σύνορα, χωρίς να είναι στην θέση του οδηγού. Δεν μπόρεσα να τον δω να γυρίζει. Επέστρεψα δυό μέρες αργότερα. Το κέρασμα για τα γενέθλιά του, έγινε από το καινούργιο του σπίτι. Είμαι σίγουρη, ότι τις τελευταίες του στιγμές, κάναμε τα πάντα για να μην νοιώσει μόνος. Με ανακουφίζει αυτό. Τον νοιώθω πάντα, δικό μου άνθρωπο. Και το άξιζε, όσο λίγοι. Σκέφτομαι για μια ακόμη φορά, ότι αυτό που έλεγε η γιαγιάκα μου ισχύει. "Οι καλοί, φεύγουν νωρίς παιδάκι μου".

Thursday, November 10, 2011

Μια εβδομάδα πριν. Φτάνουμε στις Βρυξέλλες πρωί πρωί. Είμαστε στο πόδι από τις τρεις τα ξημερώματα και χρειάζομαι επειγόντως καφέ και τσιγάρο. Στον έλεγχο διαβατηρίων αρχίζουν να σχηματίζονται ουρές. Ο Δημήτρης βαδίζει προς την πιο άδεια και αρχικά τον ακολουθώ. Ξαφνικά κάνω μεταβολή και τον τραβάω στην πιο γεμάτη.

- Παιδί μου, χαζό είσαι? Θα περιμένουμε τρεις ώρες?

- Μα πήγαινες στο γκισέ που λέει " All passports"!

- Και πού είναι το πρόβλημα? "All passports" λέει! Τα δικά μας δεν ανήκουν στο " ΟΛΑ"?

- Πάμε στα Ευρωπαϊκά χρυσέ μου! Μπορεί να είναι η τελευταία μας φορά που θεωρούμαστε Ευρωπαίοι! Ποτέ δεν ξέρεις!

Φτάνω στο γκισέ μετά από ώρα, ενώ ο Μήτσος μουρμουράει και περιμένω το κλασσικό! Να δει ο μπατσούλης το διαβατήριό μου και να μου πει "Καλημέρα", στα σπαστά του Ελληνικά. Παραδόξως, συμβαίνει πάντα, επί χρόνια. Κι εγώ θα χαμογελάσω. Πώς το ήθελες? Οχι καλημέρα δεν μου είπε. Μόνο στα μούτρα που δεν μου το πέταξε. Εγώ πάντως του χαμογέλασα. Το είχα στον αυτόματο ,το χαμόγελο.

-Χμμμμ , πάει και το "καλημέρα".

- Μήτσο, σου έλεγα να πάρουμε Βουλγαρική υπηκοότητα και δεν ήθελες. Τουλάχιστον με τους Βούλγαρους είναι απλά αδιάφοροι, δεν είναι αγενείς.

Το ίδιο βράδυ, λοιωμένοι από την κούραση, πεταγόμαστε για παϊδάκια και τσίπουρο, στο αγαπημένο μου Ελληνικό εστιατόριο. Οι ιδιοκτήτες και ο σερβιτόρος, παραπονιούνται γιατί οι Βέλγοι θεωρούν και αυτούς υπόλογους για το όλο δράμα.

- Πενήντα χρόνια εδώ. Από τα ορυχεία τους ξεκίνησα, παιδάκι. Και τώρα δουλεύω κάθε μέρα, δεκαπέντε ώρες. Παρότι πήρα σύνταξη. Είναι δυνατόν να λένε ότι οι Ελληνες δεν δουλεύουμε?

Ολες τις υπόλοιπες μέρες, μέχρι και την Κυριακή, τρώμε μόνο εκεί. Παρότι πάντα, τρελλαινόμουν να τρώω φιλέ μινιόν και να πίνω Ντούβελ στο Βέλγιο. Δεν ξέρω τί μας έπιασε και το μόνο που θέλαμε στο τέλος της μέρας, ήταν να πηγαίνουμε με τα πόδια, στο Ελληνικό εστιατόριο.

Δυό μέρες μετά, ένας Ολλανδός έρχεται στο περίπτερο για να γίνει αντιπρόσωπός μας. Ολα καλά κι ωραία, μέχρι που αρχίζει να λέει τα χίλια όσα για την Ελλάδα και τους Ελληνες. Δεν μπορώ να του πω να πάει να γαμηθεί, αφενός γιατί είμαι ευγενής. Αφετέρου, γιατί τα περισσότερα από όσα λέει, δεν είναι και ψέματα. Απλά, ακόμα κι όταν ξέρεις πόσο χάλιας είσαι, στην δίνει τρελλά να στο λένε και οι ξένοι. Κανόνας! Κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση. Ούτε ο Μήτσος βέβαια, που πήγε να τον βουτήξει. Την κατάσταση έσωσε ο Φρεντ, ο οποίος στόλισε τους Ολλανδούς, όσο δεν πάει. Ο τύπος δεν του είπε να πάει να γαμηθεί, απλά δεν τον βλέπω να καίγεται και για την αντιπροσωπεία. Μεταξύ μας, ούτε κι εγώ.

Χθες, μιλάμε με δύο πελάτες που συναντώ πρώτη φορά. Είναι πρόσχαροι και γελαστοί, παρότι κάθε φορά μου βγάζουν την πίστη για να πληρώσουν πριν φορτώσουμε. Και αντιστρόφως, κάθε φορά, τους βγάζουμε την πίστη να πληρώσουν για να φορτώσουμε. Οταν ακούνε ότι είμαστε Ελληνες, βγάζουν από την τσέπη τους είκοσι ευρώ. " Για την σωτηρία της Ελλάδας", λένε γελώντας. Γελάμε μαζί τους. Ξέρω ότι δεν το κάνουν από αγένεια. Δεν έχουν καμία διάθεση να μας προσβάλλουν. "Ασε καλύτερα! Θα σου χρειαστούν για την προκαταβολή που πρέπει να μας στείλεις", απαντάω. Νέα γέλια. Δεν το είπα από αγένεια. Το είπα για να ισοφαρίσω το γκολ, που έφαγα λίγο πριν. Γιατί όσο κι αν έχω απεμπλακεί από την Ελλάδα, όσο κι αν δεν εξαρτάται η ζωή μου από δαύτη, αυτός ο μόνιμος διασυρμός της, τρυπάει σαν αγκάθι. Και πονάει. Ας μην φέρνει δάκρυα στα μάτια, ας μην πνίγει λυγμούς στον λαιμό. Πονάει.

Κάθε φορά που επέστρεφα από την Ευρώπη, διαλυόμουν στην σκέψη ότι με περιμένει και πάλι η Σόφια. Οχι όμως και αυτή τη φορά. Χθες τα μεσάνυχτα, κατεβαίνοντας από την "Μάγια την Μέλισσα" των Βουλγαρικών αερογραμμών και πατώντας το πόδι μου σε βουλγαρικό έδαφος, ένοιωσα μια τρομερή ανακούφιση. Εδώ βλέπεις, οι άνθρωποι, δεν έχουν κανένα ευρώ που απειλείται από τους "διεφθαρμένους Ελληνες". Είναι και οι ίδιοι, στον πάτο της Ευρώπης έτσι κι αλλιώς. Αν ασχοληθούν μαζί μας, θα είναι μόνο για να ανακαλύψουν με ποιές ωραίες τεχνικές φάγαμε όσα φάγαμε. Για να μάθουν και κάτι χρήσιμο.

Θα φτάσουμε στο σπίτι στις τρεις τα ξημερώματα. Θα έρθουμε στο γραφείο στις οκτώ. Και θα δουλέψουμε όπως πάντα, δεκατρείς ώρες. Στα κορίτσια, θα πω ότι η έκθεση πήγε καλά κι ότι πήξαμε στις παραγγελίες. Θα πω κι ότι είμαστε από τις ελάχιστες ανατολικές εταιρείες, που έχουν το προνόμιο να έχουν περίπτερο σε αυτή την έκθεση. Θα πω ακόμα, ότι ένας Βούλγαρος μετανάστης, πέρασε να μας συγχαρεί έκπληκτος, γιατί δεν περίμενε ποτέ να δει εκεί, Βουλγαρική εταιρεία. Θα σπρώξω την τραυματισμένη Ελλάδα, στο βάθος του μυαλού μου και θα την βάλω για ύπνο. Γιατί το μόνο που μπορώ να κάνω για να την σώσω, είναι αυτό που κάνω χρόνια. Να δουλεύω δεκατρείς και δεκαπέντε ώρες, πληρώνοντας την επιλογή μου να ζήσω μακρυά της. Κι αυτή, με τις δικές της επιλογές, να με διώχνει όλο και πιο μακρυά. Τί κι αν εξακολουθεί να με πονάει το τραύμα της?

Saturday, October 15, 2011

Ασχετα

Πριν δεκαπέντε μέρες, μετά από κάτι φωνές, η Νεβένα έβαλε τα κλάμματα πάνω στο φωτοτυπικό. Πράγμα απολύτως ασυνήθιστο. Οχι οι φωνές, αυτές τις έχουμε σε ημερήσια διάταξη. Το να κλαίει η Νεβένα ήταν το ασυνήθιστο. Γιατί η Νεβένα ήταν ανέκαθεν σκύλα στην δουλειά. Δεν λέει πολλά, κάνει περισσότερα από όσα βλέπεις και μιλάει σαν στρατηγός. Προσπάθησα να την κλείσω στην αγκαλιά μου και να την ηρεμήσω, πράγμα κομματάκι δύσκολο. Γιατί εκτός από σκύλα είναι και ογκώδης. Το φαινόμενο εξηγήθηκε προχθές, η Νεβένα είναι έγκυος!!! "Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή" είπε όταν μας το ανακοίνωσε, με το γνωστό στρατηγικό ύφος της. Εννοούσε προφανώς ότι είναι μικρή ακόμα, άσε που έχουμε και τρελλή δουλειά. "Δεν είναι ο κατάλληλος πατέρας" ήθελα να της πω, αλλά δεν μου πέφτει λόγος. Η Ελένα είπε να της δώσει κουράγιο. " Δεν υπάρχουν κατάλληλες στιγμές σε αυτά! Κοίτα κι εμένα! Ετσι έλεγα στην ηλικία σου! Εφτασα τα τριανταοκτώ και έμεινα χωρίς παιδί". Δεν βλέπω βέβαια να τρελλαίνεται από την έλλειψη παιδιού, αλλά έπρεπε κάτι να πει.

Η Ελένα τρελλαίνεται από τον όγκο της δουλειάς, από τις απαιτήσεις όλων και τις δικές της, απέναντι στον εαυτό της. Εχει μάθει απέξω κι ανακατωτά που βρίσκεται το κάθε χωριό της Γαλλίας. Οταν την ρωτάς που είναι ο τάδε πελάτης, απαντάει " Περιοχή 66" και θες να την πλακώσεις στις μπουνιές. Γιατί δεν είμαστε όλοι το γκουγκλ μαπς! Με τόσες πληροφορίες κάθε μέρα, βραχυκυκλώνει συχνά πυκνά αλλά δεν το βάζει κάτω. Εχει και το άλλο καλό. Παραδέχετε πάντα, "Εκανα λάθος". Το πρόβλημα είναι ότι τα λάθη είναι πολλά. Και το μεγαλύτερό της πρόβλημα, είναι ότι μόλις η Νεβένα γεννήσει, θα κλατάρει μόνη της. Προσπαθεί να κρατάει δυνάμεις και πάει για ύπνο στις έντεκα. "Δεν ξέρω τί μου συμβαίνει πια! Ξαπλώνω στις έντεκα και το μυαλό μου αρχίζει να κάνει σχήματα για φορτώσεις! Μέχρι τις τέσσερις είμαι ξύπνια!" μας είπε χθες.

"Μία από τα ίδια!" της απάντησα. Γιατί κι εμένα με παίρνει το ξημέρωμα. Στο μεταξύ χτυπάω κάτι βόλτες στην κουζίνα και μασουλάω ότι βρω μπροστά μου. Κάθε νύχτα όμως. Τρέμω την μέρα που η ζυγαριά μου θα δείξει το αποτέλεσμα. Ακόμα αντιστέκεται, καρφωμένη στο ίδιο βάρος. Προφανώς όλο αυτό το μπάχαλο, έχει εκαταστήσει ένα σκουλικάκι μέσα μου και μου τρώει τα σπέκουλος και τα μαρόν γκλασέ σε χρόνο ντε τε. "Πώς είσαι?" με ρώτησε χθες το βράδυ ο Δημήτρης, ενώ μαγειρεύαμε για τις μικρές. "Μια χαρά! Αν εξαιρέσεις την κωλογρίπη που μας θέρισε, το ότι το στόμα μου είναι γεμάτο άφθες κι ότι έχω περίοδο κάθε δεκαπέντε μέρες πλέον, είμαι μια χαρά!". Αρχισε να γελάει. "Γιατί, με βλέπεις να έχω κάτι??" τον ρώτησα έτοιμη να γελάσω κι εγώ.

Και η ζωή συνεχίζεται. Τουλάχιστον γελάμε ακόμα...