Το περασμένο Σάββατο, κατά τις εννέα το βράδυ, χτύπησε το κινητό μου. Είδα ότι με καλεί ο Στάνι και η πρώτη σκέψη ήταν να μην απαντήσω. Ο Στάνι, καλεί απίθανες στιγμές, για κάτι εντελώς ασήμαντο κι εγώ δεν έχω διάθεση να πληρώνω περιαγωγή για ασήμαντα. Η δεύτερη σκέψη μου, ήταν ότι στην Βουλγαρία, η ώρα ήταν δέκα, άρα ίσως και να μην ήταν τόσο ασήμαντο το τηλεφώνημα.
" Ο Μίτκο είναι στο πάρκιν μιας εταιρείας στην Ελλάδα και έπαθε έμφραγμα".
Ο Μίτκο είναι οδηγός μας χρόνια. Από τους πρώτους που γνώρισα όταν ήρθα εδώ. Με τα σπαστά του ελληνικά, με καλημέριζε όταν ερχόταν να φορτώσει. Δεν πλησίασε ποτέ το γραφείο μου, παρά μόνο αν τον φώναζα εγώ. ΄Η όταν έφερνε να μας κεράσει, για τα γενέθλιά του. "Ιδιο ζώδιο είμαστε σέφκα" μου έλεγε. Δεν έμοιαζε με τους συνηθισμένους οδηγούς. Ισως γιατί, δεν φώναζε ποτέ, δεν παραπονιόταν ακόμα κι όταν φόρτωνε μέχρι τα μεσάνυχτα. Και γιατί ποτέ δεν έπαιρνε να μας ζαλίσει, όταν οι πελάτες μας αργούσαν να τον ξεφορτώσουν. Το παράπονο του Στάνι, του εργοδότη του δηλαδή, ήταν ότι καμιά φορά σε αυτόν μπορούσε και να αρνηθεί κάτι. Αν του το ζητούσαμε εμείς, δεν θα αρνιόταν ποτέ. Κι εμείς του χώναμε όλα τα δύσκολα φορτία, γιατί ξέραμε ότι ο Μίτκο ήταν από τους ελάχιστους που θα τα έβγαζαν πέρα.
Την Τετάρτη φόρτωσε. Παραπονέθηκε στην Ελένα, ότι δεν ήθελε να φύγει. Δεν θα προλάβαινε να γυρίσει το Σαββατοκύριακο στο σπίτι του και ήταν κουρασμένος. Θα προτιμούσε να φύγει την Κυριακή. Ο Στάνι επέμενε. Επρεπε να κερδίσει το φορτίο της επιστροφής, το φορτηγό ήταν καινούργιο, τα έξοδα έτρεχαν, ο καλός του οδηγός έπρεπε να το κάνει. Και θα έπαιρνε ρεπώ στα γενέθλια του. Λίγο το έχεις?
Να μην τα πολυλογώ. Οταν έπαθε το έμφραγμα, οι φύλακες στο εργοστάσιο που βρισκόταν δεν κάλεσαν ασθενοφόρο. Ειδοποίησαν τον Στάνι, χίλια διακόσια χιλιόμετρα μακρυά. Κι ο Στάνι δεν ήξερε τί να κάνει και μου τηλεφώνησε. Μόνο που εγώ βρισκόμουν ακόμα πιο μακρυά. Σκέφτηκα έναν συνάδελφο, που μισεί να του τηλεφωνείς τα Σαββατοκύριακα. Προς τιμή του, απάντησε στο τηλεφωνημά μου, έστειλε ασθενοφόρο κι έτρεξε κι ο ίδιος στο νοσοκομείο.
" Οκ Στάνι, ηρέμησε. Αφού ο ίδιος επικοινωνεί, όλα θα πάνε καλά".
Με καθησύχασε κι ο Δημήτρης. " Αφού μπήκε στο νοσοκομείο, δεν θα πεθάνει. Θα δεις ότι θα τον σώσουν".
Μόνο που το νοσοκομείο που τον μετέφεραν, δεν είχε μονάδα εμφραγμάτων. Κι όταν το πράγμα σκούρυνε, τον άρπαξαν και τον πήγαν σε άλλο. Εκεί που έπρεπε να έχει πάει από την αρχή, δηλαδή. Γύρω στις δώδεκα, μου τηλεφώνησε ο συνάδελφος και μου ζήτησε τα λεπτομερή στοιχεία του. " Γωγώ, είναι κρίσιμη η κατάσταση". Θεώρησα ότι μου λέει παπάδες, για να δώσει βαρύτητα στο ότι έτρεξε στο νοσοκομείο. "Πάρε με όταν έχεις νεότερα, οκ?".
Δεν κατάφερα να κοιμηθώ μετά. Είχα αγκαλιά το τηλέφωνο και ευχόμουν να μην χτυπήσει. Να ξημερώσει η επόμενη μέρα, να πάει ο Στάνι στην Ελλάδα, να του πάει ρούχα, να μην είναι μόνος. Ξέρω ότι είναι σκληρό να είσαι στο νοσοκομείο μιας ξένης χώρας, εντελώς μόνος. Οι ευχές μου, δεν εισακούστηκαν. Στις τέσσερις χτύπησε το τηλέφωνό μου. Πριν απαντήσω, ήξερα ακριβώς τι θα ακούσω.
- Ρε σύ, Γωγώ.
- Πες το.
- Ρε.... πέθανε! Το πιστεύεις? Πέθανε!
Δεν το πίστευα και δεν το πιστεύω ακόμα. Θα το πιστέψω όταν θα είναι η σειρά του να φορτώσει και δεν θα έρθει. Οταν δεν θα ξανακαλέσω το κινητό του, για να δω αν καθυστέρησε. Δεν πιστεύεις εύκολα ότι χάθηκε κάποιος που ζεις από τόσο κοντά. Κυρίως όταν, δεν είχες ποτέ φανταστεί ότι μπορεί να χαθεί. Εκείνη τη στιγμή όμως , έπρεπε να προσποιηθώ ότι το πίστεψα και να ενημερώσω τους δικούς του. Δεν θα ξεχάσω τους λυγμούς του Μπόυκο όταν του τηλεφώνησα. Δεν καταλάβαινα γιατί κλαίει. Δεν ήθελα να καταλάβω ότι ο Μίτκο έφυγε. Του μιλούσα σαν ρομπότ. Πρακτική όπως πάντα.
- Ξεκινήστε να έρθετε κάτω. Τώρα θα φύγετε! Θα έπρεπε ήδη να είχατε ξεκινήσει, από όταν σας είπα ότι δεν είναι καλά! Τί περιμένατε να ξημερώσει? Φέρε ρούχα μαζί σου. Ο,τι χρειαστείς στην Ελλάδα, πες μου να το κανονίσω. Τί πάει να πεί, δεν μπορείς να το πεις στη γυναίκα του? Παιδί μου, ο άντρας της πέθανε! Είσαι ικανός εσύ, να αποφασίζεις πότε θα το μάθει?
- Είσαστε στο Βέλγιο ακόμα?
- Ναι, αλλά μην ανησυχείς. Κι από εδώ, ό,τι μπορεί να γίνει, θα γίνει. Να με καλείς να σου μεταφράζω, οκ? Μην κάνετε καμιά μαλακία.
Το επόμενο πρωί μου τηλεφώνησε ένα κοράκι. Συνεργαζόταν λέει με το προξενείο κι έπρεπε να πάρει τη δουλειά. Ηταν τόσο επίμονος στο τέταρτο τηλεφώνημα, που έγινα τσουνάμι και με άκουσε όλο το εκθεσιακό. "Συγγνώμη, ζητάς τρεις χιλιάδες ευρώ και επιμένεις κιόλας? Πεντακόσια ευρώ ήταν ο μισθός του χριστιανού! Η οικογένεια θα ενημερωθεί και θα αποφασίσει!" .
" Ναι, αλλά αν δεν πάρω εγώ τη δουλειά, δεν θα περάσει τα σύνορα! Εχω δίπλα μου τον Ιατροδικαστή!" .
" Θα τον κρατήσετε εκεί, για ενθύμιο δηλαδή?" .
Βγήκα έξω για τσιγάρο. Σκέφτηκα τα δικά μου ενθύμια από τον Μίτκο. Ερχόταν πάντα χαμογελαστός. Ακουσα την φωνή του να μου λέει καλημέρα. Θυμήθηκα τα καλοκαίρια, που αν έβγαινε δρομολόγιο για Κρήτη το ήθελε αυτός. Για να πάρει την γυναίκα του μαζί, να δει την θάλασσα. Αλήθεια, τον είδα καθόλου την τελευταία φορά, πριν φύγει?Αν δεν αργούσαν στο νοσοκομείο? Αν δεν είχε τελικά ταξιδέψει? Ο καπνός του τσιγάρου, μου μπήκε στα μάτια και τα θόλωσε. "Δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς, δεν έχεις χρόνο να ψάξεις το τί και το πώς. Δεν έχει σημασία τί έγινε και τί δεν θα γινόταν! Ο Μίτκο πρέπει να γυρίσει σπίτι, γαμώτο. Και είσαι η μόνη που μπορεί να το κάνει!", με επανέφερε η πρακτική Γωγώ.
Ο Μίτκο μετά από αγώνα και αγωνίες, γύρισε στο σπίτι, το βράδυ των γενεθλίων του. Ηταν η πρώτη φορά που πέρασε τα σύνορα, χωρίς να είναι στην θέση του οδηγού. Δεν μπόρεσα να τον δω να γυρίζει. Επέστρεψα δυό μέρες αργότερα. Το κέρασμα για τα γενέθλιά του, έγινε από το καινούργιο του σπίτι. Είμαι σίγουρη, ότι τις τελευταίες του στιγμές, κάναμε τα πάντα για να μην νοιώσει μόνος. Με ανακουφίζει αυτό. Τον νοιώθω πάντα, δικό μου άνθρωπο. Και το άξιζε, όσο λίγοι. Σκέφτομαι για μια ακόμη φορά, ότι αυτό που έλεγε η γιαγιάκα μου ισχύει. "Οι καλοί, φεύγουν νωρίς παιδάκι μου".