Tuesday, March 18, 2008

150

Μάρτης ήταν και τότε, πριν τρία χρόνια. Περάσαμε για πρώτη φορά τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα για να πάρουμε μια ιδέα από τη χώρα που ίσως («ίσως» λέγαμε ακόμα τότε), θα μας φιλοξενούσε. Δεν ήταν εύκολο το «πέρασμα», οι Βούλγαροι δεν ήταν ακόμη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, οι συνοριοφύλακές τους και οι τελωνειακοί τους ήταν ιδιαίτερα αγενείς και απότομοι. Θυμάμαι ότι ρώτησαν που ακριβώς πάμε, και γιατί πάμε. Λες και η απάντηση θα είχε σημασία. Ηταν βέβαια ακόμα η εποχή , που εφόσον παρέμενες στην χώρα πάνω από τρεις μέρες, η παραμονή σου θα έπρεπε να δηλωθεί στο αστυνομικό τμήμα της πόλης που επισκεπτόσουν.
Το γκρίζο μας συνάντησε αμέσως. Γκρίζα , άχρωμα σπίτια, γκρίζα, ξηλωμένη άσφαλτος, γκρίζος ουρανός. Θυμάμαι ότι προσπαθούσα να διασκεδάσω τις πρώτες εντυπώσεις, πριν προλάβει ο Δημήτρης να σχολιάσει ο,τιδήποτε. «Η φύση πάντως είναι υπέροχη, δεν συμφωνείς?» του είπα. Δεν απάντησε. Ηταν προσηλωμένος να οδηγεί με ασφάλεια το καινούργιο μας ακόμα αυτοκίνητο στους γεμάτους λακούβες δρόμους. Πράγματι η φύση ήταν υπέροχη, τα δέντρα καταπράσινα, η Ανοιξη σε οργασμό.
Μπαίνοντας στην Σόφια, το βλέμμα μου έπεσε στα τεράστια γκρίζα μπλόκ με τους φαγωμένους σοβάδες. Η πλήρης εγκατάλειψη. Ο ουρανός σαν να συνομωτούσε με την μιζέρια, είχε γεμίσει σύννεφα. Πρώτη στάση σε ένα βενζινάδικο. Της ΕΚΟ. «Να που έχει επενδύσει και η ΕΚΟ εδώ!» είπα προσπαθώντας πάλι, να βρω κάτι οικείο.
Συνεχίσαμε για το Πλόβντιβ διασχίζοντας πλακόστρωτα. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Γιατί να μην υπάρχει σε κεντρικές αρτηρίες άσφαλτος! Μήνες μετά, όταν πια μετακομίσαμε εδώ, μια Ελληνοβουλγάρα μου είπε ότι επί καθεστώτος, έφτιαχναν έτσι τους δρόμους. «Στα χιόνια, ήταν πιο ανθεκτικοί και το κόστος επισκευής του πλακόστρωτου είναι μικρότερο», μου είπε. «Και δεν είχατε και τόσα αυτοκίνητα επί καθεστώτος» ήθελα να της πω αλλά το κατάπια.
Μπαίνοντας στην πόλη του Πάζαρτζικ, είδα κάρα στους δρόμους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκπληξή μου. Δεν θυμάμαι αν είχα ξαναδεί ποτέ κάρα. Κι αν είχα, σίγουρα ήταν τόσο λίγες οι φορές και τόσο παλιά, που πια το είχα ξεχάσει. Εδώ όμως τα κάρα, κυκλοφορούσαν μέσα στους κεντρικούς δρόμους, μαζί με τα πολυτελή αυτοκίνητα. Στην Βουλγαριά θα δεις ή πολύ παλιά ή πολυτελή αυτοκίνητα. Μέση κατηγορία, στην περιοχή μας τουλάχιστον, δεν υπάρχει.
Τις τρείς μέρες που μείναμε εδώ, εκείνον τον Μάρτη, φιλοξενηθήκαμε σε ένα πολυτελές για τα δεδομένα της περιοχής τριόροφο σπίτι, σε κάποιο χωριό που θεωρείται «ακριβό», έξω από το Πλόβντιβ. Μόνο που αυτό, το «ακριβό» χωριό, δεν διέφερε πολύ από το χωριό του μπαμπά μου, στο οποίο πλέον κατοικούν μόνο ηλικιωμένοι. Μετά από καιρό, όταν πια γνώρισα τα αληθινά , συνηθισμένα χωριά της περιοχής, κατάλαβα ότι πράγματι εκείνο διέφερε από τα άλλα, προς το καλύτερο. Αν μη τί άλλο, οι τουαλέτες στα σπίτια δεν ήταν εξωτερικές και οι κατασκευές (αν και φτηνές), ήταν πιο καινούργιες.
Γνωρίσαμε το νυχτερινό Πλόβντιβ, σε κάποιο από τα μπαρ που επισκέπτονται συχνά ξένοι. Οι κοπέλλες όμορφες, καλοντυμένες, κυκλοφορούσαν μόνες. Τεράστιες γυναικοπαρέες. Οι νεαροί, πνιγμένοι στην μιζέρια τους, επίσης μόνοι. Οι κοπέλλες προτιμούσαν τους ξένους και οι νεαροί το ξεχνούσαν με αλκοόλ. Μετά το ποτό, ένα κομμάτι πίτσα από το δρόμο. Ηταν τόσο φρικτή, που την χρησιμοποίησα για να σβήσω το τσιγάρο μου.
Φάγαμε σε ένα εστιατόριο, μέσα σε κάποιο μοναστήρι που εκείνη την εποχή, επισκευαζόταν από την ΟΥΝΕΣΚΟ. Η Βουλγάρα που βρισκόταν στην παρέα μας, με ενημέρωσε ότι πριν, στο ίδιο μοναστήρι λειτουργούσαν μπουζούκια. «Ηταν πολύ ωραίο μαγαζί, κρίμα που έκλεισε», είχε συμπληρώσει.
Επισκεφτήκαμε το Χάσκοβο, μια πόλη στον δρόμο για τα Βουλγαροτουρκικά σύνορα. Εκεί είδα για πρώτη φορά, μέρα μεσημέρι, μια μητέρα να ψάχνει στα σκουπίδια , κρατώντας στην αγκαλιά το μωρό της.
Το τεράστιο, άδειο πια, εργοστάσιο που επισκεφθήκαμε, διατηρούσε την κομμουνιστική του αίγλη, με εγκυκλίους προς τους εργάτες, κολλημένες στους τοίχους το ’88 ή το ’89. Οταν σταμάτησε να λειτουργεί, οι εργάτες έκλεψαν από καλώδια μέχρι λεβιεδάκια, κανένας δεν σκέφτηκε να ξεκολλήσει τις εγκυκλίους από τους τοίχους.
Μία μηχανή- τέρας, αγορασμένη λίγες μέρες πριν την κατάρευση του καθεστώτος, δεν λειτούργησε ποτέ. Αποδεκατισμένη από ό,τι μπορούσε να μεταφερθεί, γερασμένη χωρίς να έχει ζήσει, περίμενε υπομονετικά κάποιον να την αγοράσει, με την ελπίδα ότι θα την γλυτώσει και δεν θα την πουλήσουν για παλιοσίδερα. Πόση θλίψη μου προκάλεσε εκείνη η μηχανή!
Φύγαμε ένα πρωινό που το θερμόμετρο έδειχνε εικοσιτρείς βαθμούς, ακολουθώντας τον δρόμο που από τον χάρτη μας φαινόταν πιο σύντομος. Βρεθήκαμε στα βουνά, χωρίς να το καταλάβουμε, το θερμόμετρο έδειξε μείον τρεις, το αυτοκίνητο γλυστρούσε πάνω στους παγωμένους δρόμους και δεν συναντήσαμε για πολύ ώρα κανένα άλλο αυτοκίνητο. Στον δρόμο κορμοί δέντρων και ταμπέλες μόνο σε κυριλλικό. Θυμάμαι ότι ανέπνευσα με ανακούφιση βλέποντας το Γκόλτσε Ντέλτσεβ, μια πόλη επίσης γκρίζα, αλλά όπως και να το κάνεις πόλη. Είχαμε διανύσει λιγότερο από διακόσια χιλιόμετρα σε έξη ώρες.
Ηταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που ένοιωσα ανακούφιση μπαίνοντας στην Ελλάδα. Η πρώτη φορά που οι τελωνειακοί μας μου φάνηκαν τόσο ευγενικοί. Εκλεισα τα μάτια και τα ξανάνοιξα, να αφήσω το γκρίζο πίσω μου. Να μην σκεφτώ άλλο αυτό το ταξίδι. Αν θα μετακομίζαμε τελικά? Δεν πάμε καλά!!! Αν θα ξαναερχόμασταν έστω για βόλτα? Ποτέ, ποτέ, ποτέ!!!
Πέντε μήνες μετά, αρχές του Σεπτέμβρη, έμαθα για τα καλά, πως ποτέ δεν πρέπει να λες ποτέ. Πέντε μήνες μετά, επανήλθαμε στο γκρίζο, αποφασισμένοι να μείνουμε...

3 comments:

Marina said...

Αυτό το "ποτέ μη λές ποτέ" έχει κάψει κόσμο τελικά!
Συνήθως οι πρώτες επισκέψεις είναι οι καλύτερες, βλέπει κανείς τη μόστρα και τα ελαττώματα έρχονται κατόπιν..ενώ σε εσάς έγινε μάλλον το αντίθετο έτσι δεν είναι?
Πώς όμως και το αποφασίσατε ?

Giorgia_is_coming_to_town said...

Μαρίνα μου, η απάντηση στο πως το αποφασίσαμε, ταξιδεύει προς εσένα με τα Βουλγαρικά ταχυδρομεία! (Ελπίζω να φτάσει! :)

Palirroia said...

Η περιγραφή σου μου θύμισε την Βουλγαρία του 1984 που γνώρισα εγώ,
Αυτό το έντονο γκρίζο τα θλιμμένα πρόσωπα και τα αναψυκτικά τύπου cola που κατανάλωναν μικροί μεγάλοι όλες τις ώρες . Ακόμα θυμάμαι τα μαγαζιά στη Σοφία με τα κρεμασμένα σα φωτιστικά σαλάμια και τις ουρές που σχημάτιζαν για να ψωνίσουν τρόφιμα.
Είχαμε πάει καλοκαίρι για διακοπές με ένα φιλικό ζευγάρι και θα προχωρούσαμε για Μαύρη θάλασσα αλλά μείναμε τρεις μέρες Σοφία μας κλέψανε εννοείται όταν αλλάζαμε χρήματα στη μαύρη δεν μας άρεσαν τα φαγητά ,καθότι μίζερα καλομαθημένα ελληνοπούλα και πάθαμε και γαστρεντερίτιδα όποτε όπου φύγει φύγει