Friday, October 27, 2006

Meggie



Η Μετζέλα η καλή
κάνει βόλτες στις αυλή!
Πάνω στο παχύ χορτάρι,
παίζει με ένα παλληκάρι,
που το λένε Πλαμενάκο
και το αγαπά πολύ!
Και στον ύπνο της το βλέπει
η Μετζέλα η καλή.

Wednesday, October 25, 2006

Νοιώθω ότι έχασα την ψυχραιμία μου. Οχι μόνο μία φορά σήμερα, εκατόν μία. Έχω την αίσθηση ότι με φλερτάρει η υπέρταση και δεν έχω τα χάπια μαζί μου. Η ώρα είναι έξη περίπου κι απ' όσο θυμάμαι, από τις έντεκα θέλω να βάλω τα κλάμματα. Ισως και λίγο νωρίτερα. Κρατιέμαι, δεν θα τους δώσω την χαρά να με δουν να κλαίω. Μια φορά μου ξέφυγε μπροστά τους και ήταν σφάλμα ολέθριο.
Η μέρα ξεκίνησε θεόστραβα. Ο Δημήτρης ωρυόταν (δικαίως) γιατί η Μέτζι είχε κάνει το σπίτι αλώνι (δικαίως επίσης). Η μικρή έχει πρόβλημα, ως παραχαϊδεμένη, τρώει ότι σαχλαμάρα βρει μπροστά της όλη μέρα (κομμάτια από δέρμα και ύφασμα κουλουπού) και το ξερνάει όλη νύχτα. Από τη μία κατανοώ το Δημήτρη, από την άλλη ανησυχώ για αυτή. Και δεν μπορώ να την μαλώσω όταν ξέρω πως και η ίδια υποφέρει.
Κατέβηκα στο γραφείο. Τις τελευταίες μέρες ο πανικός είναι τέτοιος σε όλα τα επίπεδα που δεν ξέρω τί να πρωτοκοιτάξω. Και είναι όλα αλυσίδα. Αν μου ξεφύγει κάτι το πρόβλημα σκάει και εγώ δεν ξέρω σε πόσα τμήματα. Ο Δημήτρης στα πρόθυρα νευρικής κρίσης (ποιά πρόθυρα δηλαδή, έχει μπει με τα μπούνια), κι αυτό με μπλοκάρει, με τις φωνές μπλοκάρω γιατί πολύ απλά δεν απαντώ, προτιμώ να επεξεργαστώ όσα ακούσω και μετά να απαντήσω. Και ασφαλώς ενώ επεξεργάζομαι, το μυαλό μου ήδη έχει φτάσει στο πώς θα λυθεί το πρόβλημα, ψάχνω εναλλακτικές. Ο Δημήτρης δεν είναι έτσι, αν δεν διευκρινιστεί το θέμα, αν δεν απαντήσω, αν δεν παίξουμε μπουνιές, στηλώνει τα πόδια. Καλή λύση, δεν λέω, δεν θα αποκτήσει ποτέ υπέρταση (εύχομαι και ελπίζω).
Λοιπόν ίσως να πέρασα και χειρότερες μέρες εδώ, αλλά σήμερα τσακώθηκα με όποιον έπεφτε μπροστά μου, βρίστηκα όσο ποτέ, με αποκορύφωμα τον ηλίθιο που νοίκιασε το εστιατόριο και ο οποίος είχε 2 μέρες αφήσει ανοιχτή τη μηχανή του καφέ, για να τιναχτούμε στον αέρα. Ασφαλώς και δεν πληρώνει αυτός το ρεύμα, ασφαλώς και μου έκανε την γελοία ερώτηση "Γιατί δεν κατεβάζατε τον γενικό και με κουβαλήσατε βραδιάτικα;"
Ο άλλος εφυής για να δεχτεί να μου φέρει το ύφασμα από το τελωνείο (θα πρεπε να το χει εδώ από χθες παρεμπιπτόντως), όταν υπέπεσα στην γνωστή ανά την Βουλγαρία ερώτηση του κάθε απελπισμένου "τί θες επιτέλους ρε παιδάκι μου? Πόσα για να το φέρεις?" απάντησε "δέκα χιλιάδες λέβα"!!!! Δηλαδή πέντε χιλιάδες ευρώ για να μην καθυστερήσει μια δουλειά για την οποία έχει πληρωθεί προκαταβολικά. Ω Θεέ μου, γιατί επέστρεψες εδώ κι έφερες μαζί σου την καριόλα την ιδιωτικοποίηση; Μια χαρά δεν ήταν άθεοι και στρατιωτάκια;
Η Ελλάδα (μανία κι αυτή να λέω Ελλάδα την εταιρεία κάτω) λύσσαξε για καθυστερημένες παραδόσεις και προβλήματα φορτώσεων, όταν πρώτη τους είχα πει να προσέχουν τί πουλάνε γιατί δεν προλαβαίνουμε ρε παιδιά! Και τεσπά κόφτε τις γραπτές αναφορές που στέλνετε πέντε παρά πέντε γελοίοι, πέντε λεπτά πριν την κοπανήσετε δηλαδή, γιατί εσείς έχετε πενθήμερο και οκτάωρο , ενώ οι σκλάβοι θα πρέπει να συντάσσουν απαντήσεις όλο το βράδυ για να μην φάνε χρόνο από την δική σας δουλειά αύριο.
Σταδιάλα κι εσύ ηλίθιε δικηγόρε, που όταν βγαίναμε από το δικαστήριο που με έσερνες για μάρτυρα , καμάρωνες σαν γύφτικο σκεπάρνι, γιατί η "υπόθεση ήταν δική μας" και "τί καλά που τους τα χωσες" και σήμερα ήρθες να μου πεις ότι "χάσαμε, γιατί είναι πολύ δύσκολο να κερδίσεις το κράτος εδώ, δεν έλαβαν υπόψη την μαρτυρία σας". Και γιατί αγόρι μου πήγα και κατέθεσα ??? (μαλακισμένη ερώτηση αλλά την έκανα, σας το ορκίζομαι!) "Εχουμε δικαίωμα να έχουμε μάρτυρες στις δίκες στην Βουλγαρία". Αλήθεια? Α, και δεν το ξερα η άσχετη Ελληνίδα. Εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να καλούμε μάρτυρες καλέ, ούτε τολμάμε να τα βάλουμε κατά του κράτους ποτέ!
Αυτά ήταν λίγα από τα ευχάριστα της σημερινής ημέρας. Νοιώθω ότι καταρρέω. Ή μήπως κατάρρευσα ήδη; Ο Δημήτρης παρότι φώναζε όλο το πρωί και σφαχτήκαμε , συντάσσει υπομονετικά τις απαντήσεις αυτή τη στιγμή. Που το βρίσκει το κουράγιο; Εγώ δεν αντέχω ούτε να πεθάνω ...

Monday, October 23, 2006

Μια μετακόμιση για πλάκα ή για σοβαρό σκοπό...

Ω ναι, μετακομίζουμε! Πού θα μου πείτε; Πάνω από το γραφείο! Σκεφτήκαμε ότι δεύτερος χειμώνας με το σπίτι 40 χιλιόμετρα μακρυά δεν έβγαινε. Μετά τα πρώτα χιόνια θα θες δυό ώρες να φτάσεις. Από την άλλη το αυτοκίνητο που αντικατέστησε τον "Αρτέμη" μετά την μυστηριώδη εξαφάνισή του από το αεροδρόμιο της Σόφια, δεν είναι για πολλά πολλά.
Το φέραμε από δω, το φέραμε από κει και καταλήξαμε. Το εργοστάσιο είναι τεράστιο (όπως όλα τα επί καθεστώτος κατασκευασμένα), άλλωστε κάποτε το προσωπικό του ήταν χίλια άτομα. Υπάρχουν ένα σωρό χώροι που δεν έχω καν προλάβει να δω, ένα χρόνο που είμαι εδώ. Ανακάλυψα λοιπόν στον δεύτερο όροφο τρία δωμάτια, τα οποία με ρυθμό χελώνας ξεκίνησαν να γίνονται "σπίτι" τον περασμένο Μάη. Βλέποντας τους ρυθμούς της ανακατασκευής και έχοντας σαν δεδομένο την απόφασή μου να συμμαζευτούν με υπάρχοντα υλικά, σκεφτόμουν ότι δεν θα τελείωνε ποτέ. Κάτι το ότι ο χειμώνας ήρθε και ήδη άρχισαν να κλείνουν δρόμοι στα χωριά τριγύρω, κάτι που βαρέθηκα τα πάνω κάτω δις ημερησίως μας έπιασε φούρια να το τελειώσουμε. Μέσα σε μία εβδομάδα, έγιναν όσα τόσους μήνες αναβάλαμε. Και καλώς εχόντων των πραγμάτων (και του προσωπικού) αύριο μεθαύριο ανεβαίνουμε μόνιμα.
Σκέφτομαι βέβαια ότι θα είμαστε λιγάκι απομονωμένοι. Για να κατέβεις στο χωριό, πρέπει να κάνεις παράκαμψη μιάς και η γέφυρα έχει πέσει πριν ενάμιση χρόνο κι ακόμα μέσα στο ποτάμι βρίσκεται. Για να πας στην κοντινότερη πόλη θες δέκα χιλιόμετρα. Από την άλλη, επί ένα και πλέον χρόνο, όσο δηλαδή μένουμε στο Πλόβντιβ, η ζωή μας περιορίζεται σε ένα δωμάτιο. Μεγάλο μέν, αλλά ένα. Κουζίνα, κρεββατοκάμαρα, καθιστικό αλλά Βιντάλ Σασούν. Ισως συνετέλεσε κι αυτό στην άσχημη ψυχολογία μου όλο αυτό το διάστημα. Διότι πολύ απλά το σπίτι πρέπει να σε ξεκουράζει. Θα είναι και καλύτερα για το σκυλί εδώ, παραμεγάλωσε και δεν βολευόταν με τίποτα στο Πλόβντιβ, εδώ τουλάχιστον θα παίζει με τα αδέλφια της και δεν θα τρώει τα καλώδια της τηλεόρασης τη νύχτα.
Λοιπόν θα πρέπει να το φωτογραφίσω όταν τελειώσει, κακώς δεν τράβηξα μερικές φωτογραφίες πριν την ανακατασκευή, να έχω και μέτρο σύγκρισης.

Composition Doll

Χαζεύοντας την μπλογκόσφαιρα το σου-κου, έπεσα σε ένα "κουκλίστικο"μπλογκ, με λάμψη διαμαντιού. Κάτι μου θύμιζε η γράφουσα, τί μου θύμιζε, έσπαγα την κεφάλα μου όλο το βράδυ. Σήμερα, ξεδιάλυνα το μυστήριο (για ξανθιά και λίγο μου πήρε) και μπορώ να σας παρουσιάσω το μοναδικό εν δικτύω άτομο που μας ενώνει η ίδια τρέλλα σχετικά με τις κούκλες. Νινάκι χάρηκα που σε πέτυχα εδώ, θα σε διαβάζω!

Saturday, October 21, 2006

Αυσιέν (δε ορίτζιναλ ουάν, έχουμε και ιμιτασιόν,σε επόμενο ποστ)

Με την Αυσιέν, πρωτομιλήσαμε τον Νοέμβρη του 2001. Εψαχνα νέα προϊόντα που θα μπορούσα να διαθέσω στο υπάρχον πελατολόγιό μου και είχα στείλει άπειρα φαξ σε Τουρκικές κυρίως Εταιρείες, ζητώντας ενημέρωση. Οταν μου πέρασαν την γραμμή από το τηλεφωνικό κέντρο άκουσα μια "χαμογελαστή" φωνή να λέει "Goodmorning Giorgia". Τί σημαίνει θα μου πείτε "χαμογελαστή φωνή". Η φωνή εκείνη που όταν την ακούς καταλαβαίνεις ότι ο έχων την, σου μιλάει χαμογελώντας. Κι ο πάγος σπάει, ακόμα και αν δεν τον έχεις δει ποτέ.
Το επώνυμό μου προφέρεται εξαιρετικά δύσκολα από τους ξένους, και ειδικά η Αυσιέν δεν το πρόφερε ποτέ, για αυτήν είμαι πάντα η Giorgia, έτσι με ζητάει στο τηλέφωνο, έτσι μου κλείνει δωμάτια σε ξενοδοχεία κι έτσι με ζητάει στις ρεσεψιόν. Κι εγώ με τον καιρό το καθιέρωσα με όλους τους ξένους που συναλλάσομαι, εκτός από τους Βούλγαρους που με λένε Γκεόργκια, ίσως γιατί έχουν αντίστοιχα παρόμοια ονόματα.
Κλείνει η παρένθεση και συνεχίζουμε. Ηταν τόσο επαγγελματική και συνάμα φιλική η προσέγγιση της παντελώς άγνωστης σε μένα Αυσιέν, που ένοιωσα ότι η επόμενη εταιρεία που θα συνεργαζόμουν θα ήταν αυτή στην οποία δούλευε, στο κάτω κάτω της γραφής, όλοι οι άλλοι είχαν απαντήσει με επιστολές και αποστολή προσπέκτους, κανένας δεν είχε σηκώσει το τηλέφωνο να με πάρει όπως αυτή. "Πρέπει να έρθεις να μας δεις από κοντά, άλλωστε είμαστε τόσο κοντά" μου είπε. Σκέφτηκα "μα που το είδε το κοντά;" και ανακάλυψα ότι η Αυσιέν είχε απλά ανοίξει ένα χάρτη, είδε το Ναύπλιο στην ίδια ευθεία με τη Σμύρνη και αυτό δεν μπορούσε παρά να είναι κοντά! Οταν σε χωρίζει απλά μία ευθεία θάλασσας δεν μπορεί να είσαι μακρυά, είσαι κοντά.
Βρέθηκα λοιπόν να θαλασσοπνίγομαι τέλη Νοέμβρη με το καραβάκι της γραμμής Χίος - Τσεσμέ, έχοντας οδηγήσει όλη νύχτα για να προλάβω το πρώτο αεροπλάνο για Χίο, και έχοντας μία απίστευτη αγωνία για το πως θα είναι μία χώρα τόσο κοντά σε μάς και ταυτόχρονα τόσο μακρυά μας, ακόμα και η Νέα Υόρκη εκείνον τον καιρό μου φαινόταν πιο προσιτή.
Η συνάντησή μας έγινε το επόμενο πρωί, στο μικρό της γραφείο, η χαμογελαστή φωνή ήταν πράγματι χαμογελαστή, με καλωσόρισε με μια ζεστή αγκαλιά σαν να γνωριζόμασταν χρόνια. Εκείνη η συνάντηση, ήταν η αρχή μιας συνεργασίας που κράτησε κάμποσα χρόνια. Με την Αυσιέν περάσαμε μαζί "επαγγελματικές αγωνίες", Κυριακές κολλημένες στα κινητά μας από το σπίτι (όντας παντρεμένες τότε και οι δύο) για να με ενημερώνει τί ώρα το φορτηγό ξεμπλοκάρεται στα σύνορα, οργανώσαμε εξ αποστάσεως μαζί εκθέσεις και τέλος πάντων η επαγγελματική μας σχέση ήταν πάντοτε γεμάτη με χαμόγελα και ικανοποίηση. Θυμάμε ακόμα, ότι όποτε γινόταν κάποιος αγώνας ποδοσφαίρου μεταξύ Ελληνικής και Τουρκικής ομάδας, ένα μήνυμα ερχόταν στο κινητό μου, για να ευχηθεί "Καλή Επιτύχία ". Ισως καυγαδίσαμε και μια δυό φορές, συμβαίνουν αυτά όταν στήνεις μία συνεργασία. Ενα πρωί με πήρε τηλέφωνο και της είπα "Συγγνώμη που χάθηκα μία εβδομάδα, χώρισα και μετακόμιζα". Δεν έδειξε έκπληξη, με ρώτησε μόνο "Είσαι καλά;".
Επαγγελματικά οι δρόμοι μας χώρισαν όταν αυτή έφυγε από την εταιρεία που εργαζόταν. Κρατήσαμε την επικοινωνία μας και βρέθηκα πάλι μαζί της, την πρώτη φορά που ταξίδεψα στην Ιστανμπούλ, περάσαμε μια μέρα μαζί κι αγοράσαμε μαζί την Αυσιέν , την μαύρη κούκλα μου που της έδωσα το όνομά της. Βλέποντάς της ξανά στην Ιστανμπούλ, μια γυναίκα στα 35 της πιά, να δουλεύει τόσο δυναμικά για την δική της πλέον εταιρεία και ταυτόχρονα να σου μιλάει για την κόρη της, σκέφτηκα πόσο μου μοιάζει η Αυσιέν και ασφαλώς "γιατί δεν έχει χωρίσει ακόμα". Θα μου πείτε, γιατί να χωρίσει δηλαδή; Πως το λέω τώρα αυτό, τί σχέση έχει. Δεν υπάρχει απάντηση που να σας ικανοποιήσει, απλά εμένα η Αυσιέν σε έναν γάμο συμβατικό (κι αυτό ήταν εμφανές) δεν μου καθόταν καλά, δεν μου πήγαινε.
Πριν ένα μήνα περίπου ξαναβρεθήκαμε στη Σμύρνη. Βρεθήκαμε το πρωί στο Κορντόν για καφέ και μετά την ανταλλαγή των πρόσφατων νέων την ρώτησα τί κάνει η κόρη της. Μιλούσε χαμογελαστή για την Μελίς, πόσο καλά τα πάει στο σχολείο, πόσο λίγο την βλέπει λόγω της δουλειάς της. Δεν θυμάμε πως ήρθε η κουβέντα και την ρώτησα τί κάνει ο άντρας της. "Χωρίσαμε πριν οκτώ μήνες" μου είπε χαμογελαστή. Δεν έδειξα έκπληξη , την ρώτησα μόνο "Τώρα είσαι καλά;".
Η Αυσιέν, παρότι εξακολουθεί να μιλά χαμογελαστά, παρότι είναι ευδιάθετη και πάντα αισιόδοξη, δεν είναι καλά. Οι οκτώ αυτοί μήνες ήταν ο ένας χειρότερος από τον άλλον και την νοιώθω, τα χω περάσει, τα ξέρω και έχοντας ένα παιδί σίγουρα είναι χειρότερα από όσα ξέρω. Μου είπε μόνο ότι έχει μια σχέση, δεν ρώτησα λεπτομέρειες, της είπα να κοιτάξει μπροστά, να φτιάξει πάλι τη ζωή της.
Χθες το απόγευμα μου "χτύπησε " στο Skype, κατάλαβα ότι δεν θα ήταν μια "χαμογελαστή" συνομιλία. Πώς το κατάλαβα; Τόσα χρόνια στο τσατ, καταλαβαίνω με το καλημέρα του άλλου αν είναι καλά ή όχι. Και την Αυσιέν δεν την ξέρω μόνο μέσω της γραπτής επικοινωνίας. Ηταν λυπημένη γιατί η μικρή θα περνούσε 5 μέρες με τον μπαμπά της. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Προσπάθησα να της δώσω κουράγιο, να της πω να μην κάνει χαζές σκέψεις, στο κάτω κάτω της γραφής, θα είχε κι αυτή 5 μέρες ελεύθερες να περάσει με τον φίλο της.
Κι εκεί έξυσα την πληγή. Η Αυσιέν άνοιξε τα μουσκεμένα από δάκρυα χαρτιά της και μου το ξέρασε "Δεν είναι τόσο απλό, είναι παντρεμένος και δεν μπορεί να χωρίσει γιατί η γυναίκα του δεν του δίνει διαζύγιο και εξαιτίας της κατάστασης η κορούλα τους (σημειώστε ότι είναι τριών μόλις χρονών) έχει ψυχολογικά προβλήματα". Στο μυαλό μου ήρθαν όλες οι παρόμοιες ιστορίες που κατά καιρούς έχω ακούσει, όλες οι παρόμοιες δικαιολογίες που περιφέρονται σε τέτοιες περιπτώσεις, και έγινα θηρίο. "Με το καλό" σκέφτηκα "είναι χάλια, φέρτης το με τρόπο".
Της είπα ότι κακώς νοιώθει ενοχές, κακώς φορτώνεται τα προβλήματα του Τζαν, αυτή είχε την τόλμη να λύσει τα δικά της και να τα παλέψει, αν και γυναίκα και μάλιστα πιστή μουσουλμάνα. Δεν της είπα ευθέως ότι ο καλός της βρίσκει μαλακισμένες δικαιολογίες, για να διατηρεί το ονειρεμένο δίπορτό του. Δεν της είπα ευθέως ότι ένα παιδάκι τριών χρονών δεν μπορεί να έχει "ψυχολογικά προβλήματα" γιατί ο μπαμπάς τα φόρεσε στη μαμά, παρά μόνον αν οι ίδιοι του το λένε απροκάλυπτα. Της είπα όμως ότι ο Τζαν δεν είναι μωρό, ότι αν θέλει να αποφασίσει θα αποφάσιζε κι ότι αν η γυναίκα του θέλει να σώσει τον γάμο τους, ουδείς την εμποδίζει , συνεπώς δεν χρειάζεται να πιάνει τον πρώην και τους γονείς της Αυσιέν για να βρει συμμάχους.
Με παρακάλεσε να βρεθούμε και οι τέσσερις μαζί ένα Σαββατοκύριακο, "αν δει τον Δημήτρη και μιλήσει μαζί του, ίσως καταλάβει" μου είπε. Δεν τόλμησα να της πω, ότι ακόμα κι αν δεχθεί ο Τζαν μία τέτοια συνάντηση (διότι μετά τα "προβλήματα του παιδιού", τα Σαββατοκύριακα κόπηκαν μαχαίρι) μόνο δυσαρέσκεια μπορεί να νοιώσει για έναν άντρα που πάτησε πόδι και απέφυγε μαλακισμένες δικαιολογίες για να κάνει τη ζωή του. Γιατί πολύ απλά ο Τζαν δεν θέλει να χωρίσει Αυσιένακι, δεν θέλει συνεπώς βοήθεια και υποδείξεις από κανέναν, απλά σου μεταδίδει τα "υποτιθέμενα προβλήματά του" για να μην σηκώσεις κεφάλι ποτέ.
Η Αυσιέν δεν είναι ούτε κουτή, ούτε φυγόπονη, ούτε ψάχνει κάποιον να κρεμαστεί πάνω του. Μπορεί κανένας να μου πεί, γιατί δεν μπορεί να καταλάβει το αυτονόητο; Γιατί ενώ σε όλες τις καταστάσεις της ζωής της λειτουργεί με δυναμισμό και λογική και στην κατάσταση με τον Τζαν έχει γίνει χαλί από το Ουσιάκ (μπαι δε γουέι, από κει κατάγεται) που το πατάνε όλο και περισσότεροι; Γιατί είναι ερωτευμένη μάλλον, τον αγαπά λέει. Κι αξίζει αυτή η αγάπη τόσο που η φωνή της έπαψε να είναι χαμογελαστή, που θα περάσει πέντε μέρες μόνη για πρώτη φορά στη ζωή της , χωρίς να ξεκουνηθεί να πάει μια βόλτα ρε αδελφέ.
Τελικά οι γυναίκες παντού είναι ίδιες! Μα εντελώς! Θα μου πείτε για να καταλήξω εκεί χρειαζόταν όλη αυτή η εισαγωγή; Οχι, ενδεχομένως όχι. Απλά στο πρόσωπό της βλέπω την Γωγώ μερικά χρόνια πριν. Και παρότι η φιλία μας όλα αυτά τα χρόνια στηρίχτηκε σε τηλέφωνα, δεν βγήκαμε για ψώνια μαζί, δεν μιλήσαμε για γκόμενους, δεν κουτσομπολέψαμε, δεν κάναμε διακοπές μαζί, με πονάει να την νοιώθω μόνη σήμερα και δυστυχισμένη. Ειδικά όταν σκέφτομαι πως θα μπορούσαν όλα να είναι εντάξει γιαυτή αν ένας άντρας έλεγε αλήθεια!

Tuesday, October 17, 2006

Σήμερα έβαλε κρύο. Απίστευτο κρύο, ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα φοράω κασκόλ μέσα Οκτώβρη. Το κτίριο τεράστιο και παγωμένο, με το ζόρι κρατιέμαι να μην ανάψω εκείνα τα τεράστια θερμαντικά τερατουργήματα, που θα εκτινάξουν το κόστος του πετρελαίου στα ύψη! Κοιτάζω έξω από το τζάμι τον μάλλον μουντό βραδυνό ουρανό και νοσταλγώ (ας το θέσουμε έτσι), ένα απόγευμα στον καναπέ μου στο Ναύπλιο, με ένα βιβλίο αγκαλιά (πόσο μου λείπουν εδώ τα βιβλία) και μια κούπα καφέ. Θα μου περάσει η νοσταλγία, δεν μπορεί, αρκεί να πάψω να ρίχνω κλεφτές ματιές έξω από το τζάμι!
Απότι φαίνεται χιόνια θα έχουμε νωρίς φέτος. Τα βλέπω να έρχονται σε δυό τρεις εβδομάδες, σημάδι ο δήμαρχος που ήρθε να ζητήσει την καθιερωμένη πλέον "δωρεά" σε ξύλα και πριονίδι για το σχολείο του χωριού. Πέρσι είχε έρθει τέλη Νοέμβρη, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Σκέφτηκα πάλι, όπως και πέρσι, τα παιδάκια στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, στις μεγάλες αίθουσες, να φορούν τα κουρελάκια τους και προσπαθούν να ζεσταθούν με μία σόμπα που δεν καίει τίποτε άλλο παρά πριονίδι. Και η μελαγχολία μου μεγάλωσε, πήγα να την διασκεδάσω, "βάζοντας χέρι" στον Δήμαρχο, γιατί δεν βάφει το σχολείο (ένα αριστούργημα αρχιτεκτονικής, κτίριο του 1932, όταν τα σχολειά μας στα Ελληνικά χωριά, σίγουρα δεν είχαν τόση μεγαλοπρέπεια), γιατί δεν παίρνουν μπογιά και οι ίδιοι οι γονείς να καθήσουν ένα Σαββατοκύριακο να το βάψουν. Μέσα στις δικαιολογίες που πρόφτασε να πεί, με προσκάλεσε να πάω μια μέρα από εκεί "αν η καρδιά σας αντέχει να μην μαυρίσει" όπως χαρακτηριστικά είπε.
Σκέφτηκα πως αυτά τα χωριά, κάποτε ήταν πιο εξελιγμένα από τα δικά μας, χρόνια βέβαια πριν, μα ήταν. Και τώρα, εν έτει 2006 , οι χωρικοί στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο της πόλης, γιατί στο χωριό "τα παιδιά των Ρόμ, δεν διαβάζουν και μένουν πίσω και τα άλλα". Εν έτει 2006, οι χωρικοί αναζητούν από δω κι από κει δωρεές για καύσιμα, και Σύλλογος Γονέων δεν υφίσταται λόγος να υπάρχει γιατί "τί να κάνουν; Οι γονείς δεν έχουν λεφτά ούτε για να τα ταϊσουν". Εν έτει 2006 το χιόνι θα ρθει και τα παιδάκια δεν θα βγαίνουν στο προαύλιο, θα στριμώχνονται για ώρες γύρω από την ξυλόσομπα, γεμίζοντας τα μικρά τους πνευμόνια με κάρβουνο.
Και ύστερα μου ήρθε στο μυαλό, πόσο γελοίοι , πόσο ανώφελοι, ήταν οι πανηγυρισμοί τους και η αναστημένη υπερηφάνια τους, για την επικείμενη είσοδό τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Λες κι αυτή, η ταμπελίτσα του Ευρωπαίου πολίτη, θα καταργήσει τις ξυλόσομπες στα σχολειά, θα αλλάξει τα σπασμένα τζάμια και θα μάθει τα παιδιά των Ρόμ πως να διαβάζουν.
Κι από την άλλη σκέφτηκα πως το πρόγραμμα "Ομορφη Βουλγαρία" που όοοολοι περιμένουν για να σουλουπώσουν την ασχήμια κτιρίων και περιοχών, ασχολείται μόνον με την εξωτερική ομορφιά , όσων κτιρίων προλάβουν να ενταχθούν σε αυτό, (άραγε με πιο κριτήριο), κι όχι με την ουσία μιας Βουλγαρίας όμορφης μέσα από τις ψυχές των παιδιών της.
Οσο κι αν δεν μπορώ να αγαπήσω τούτον τον τόπο, όσο κι αν μου φαίνεται το ίδιο ξένος ένα χρόνο μετά, νοιώθω πως άρχισα να δένομαι μαζί του, να με πονούν οι πληγές του. Μεθαύριο έχουν εκλογές, εκτός από ελάχιστες αφίσες στους δρόμους τίποτε δεν με έκανε να το καταλάβω. Απορώ τί περιμένουν από αυτές, τί όνειρα μπορεί να έχει ένας λαός που έχει ξεχάσει να ζει (αν το ήξερε ποτέ...)

Monday, October 16, 2006

ANGELO


Σήμερα "γεννήθηκε" ο Αντζελο! Τον περιμέναμε καιρό, και τη "σύλληψή" του την κρατούσαμε κρυμμένη μέχρι να τον δούμε να έρχεται!!! Αλλο ένα "παιδί" στην μεγάλη μας οικογένεια, ίσως το πιό τυχερό από όλα! Να μας ζήσει!

Friday, October 06, 2006

Τελικά έχουμε πρόβλημα!!!

Τελικά ναί! Εχουμε πρόβλημα! Ξανά μανά τα ίδια. Μήπως να πάρω το μπλογκάκι και να την κάνω ;;;;;

Saturday, September 30, 2006

Εχουμε πρόβλημα????

Παρότι βρίσκω τα ποστς μου, δεν μπορώ να βρω το μπλόγκ μου!!!!
Είμαστε καλά ή να βάλω τις φωνές????

Monday, September 25, 2006

DUGUNUMUZ VAR - Πρόσκληση σε γάμο...


Ελαβα το πιο πρωτότυπο προσκλητήριο γάμου!!! Ο Οσμάν ως δημοσιογράφος και χιουμορίστας και η γλυκιά του Γκιουλχάν μοίρασαν για προσκλητήρια μολύβια που στις πλευρές τους ήταν σκαλισμένη η ώρα και ο τόπος του γάμου τους! Το μολύβι ως προς το επάγγελμα του γαμπρού! Η κίτρινη μυτούλα του ως προς το χιούμορ του γαμπρού, υπονοώντας τον κίτρινο τύπο! Δυστυχώς, ο δρόμος μας έφερε στην Ιστάνμπουλ την επομένη του γάμου! Τις ευχές μας παιδιά!

Sunday, September 17, 2006

Μπαμπά μου...

Θυμάμαι ήμουν μωρό... πόσο μωρό άραγε ώστε να μπορώ να θυμάμαι; Η κούνια μου ήταν δίπλα στην δική σου πλευρά στο κρεββάτι. Η κούνια της Μαρίας, στην πλευρά της μαμάς. Ξυπνούσατε τη νύχτα μαζί και μας ταϊζατε. Η μαμά τη Μαρία, εσύ εμένα. Πνιγόμουν με το γάλα, ήμουν πάντα λαίμαργη και σε τρόμαζα. Μια νύχτα έφυγες τρέχοντας να φέρεις γιατρό. Λαίμαργη με τη ζωή από τότε ή μόνιμο φλερτάρισμα με αυτοκτονία;
Θυμάμαι, ήμουν γύρω στα 3,5 ... Μας έφερες στο σπίτι δύο πλαστικά πολυθρονάκια. Σιέλ για μένα, κίτρινο για τη Μαρία. Είχατε ξεχωρίσει τα χρώματά μας, εγώ πάντα θα είχα σιέλ, η Μαρία κόκκινα και κίτρινα. Μπήκες στο σπίτι τραγουδώντας «Μαρία με τα κίτρινα, Γωγώ με τα γαλάζια» και τα έβαλες μπροστά μας για να καθήσουμε. Πέρασε καιρός για να καταλάβω ότι το εν λόγω τραγούδι δεν περιείχε καμία «Γωγώ με τα γαλάζια» , παρά μόνο μία «Μαρία με τα κίτρινα».
Θυμάμαι θα ήμουν γύρω στα τέσσερα, μπορεί και πέντε. Η μαμά στην Αθήνα για εγχείρηση. Εσύ μαζί της. Δεν μπορούσαν να με βάλουν για ύπνο! Η θεία, η γιαγιά , η Ελένη έξαλλες και εξαντλημένες... «Δεν κοιμάμαι αν δεν μιλήσω με τον μπαμπά μου!» . Για τη μαμά που ήταν στο νοσοκομείο μάλλον δεν με απασχολούσε πολύ. Που να σε βρουν 1 η ώρα τη νύχτα; Σε ποιόν συγγενή άραγε θα είχες πάει για ύπνο; Αρχισα να κλαίω, «υστερία» απεφάνθηκαν οι «τρεις νταντάδες» και λυποθύμισα. Βρέθηκες μετά από δεν θυμάμαι πόσα τηλεφωνήματα. Είχα «ξελυποθυμίσει» στο μεταξύ, απλώς τσίριζα. Μου μίλησες και κοιμήθηκα, τόσο απλό.
Θυμάμαι όταν πρωτοπήγαμε στο Νηπιαγωγείο. Οι αγορές των σχολικών αυστηρά δική σου επιλογή και ευθύνη, εξού και οι αυστηρές καρώ κασσετίνες μας. Οταν έβρεχε μας πήγαινες με το αυτοκίνητο , ένα φιλί πριν κατέβουμε.
Τις καλοκαιρινές Κυριακές δεν δούλευες. Πηγαίναμε στη θάλασσα! Μας ανέβαζες στους ώμους σου και βουτάγαμε. «Πάλι μπαμπά, άλλη μία!». Μεγαλώνοντας ξέκλεβες μία εβδομάδα και ταξιδεύαμε. Ηθελες να μας μάθεις την Ελλάδα. Δεν καταφέραμε να πάμε μαζί στην Θεσσαλονίκη και το θελες τόσο! Αραγε θα βρω ποτέ τον χρόνο να σου το χαρίσω αυτό το ταξίδι;
Θα ήμασταν γύρω στα οκτώ εννιά, καλοκαίρι. Μαζέψαμε τεσσεράμιση χιλιάρικα από τα χαρτζηλίκια της χρονιάς (βοήθησε και η γιαγιά, ότι είχε πάρει την σύνταξη) και φτάσαμε έξω από το γραφείο σου. «Θέλουμε να πάμε να μας πάρεις ποδήλατο! Εχουμε δικά μας λεφτά». Γέλασες, και πως να μην γελάσεις δηλαδή; Δικά μας λεφτά, τα δικά σου που μαζεύαμε. Και πήγαμε. Και είδαμε ένα υπέροχο μπλε με λευκό καθισματάκι. Είχε και μια μικρή σχάρα πίσω, για να καθόμαστε και οι δύο. Και βοηθητικές ρόδες. Το κράτησες στο γραφείο, φοβόσουν να γυρίσουμε σπίτι με το ποδήλατο. Και το φερες το απόγευμα.
Το επόμενο καλοκαίρι, σκέφτηκες ότι δεν είναι δυνατόν να κυκλοφορούμε πάντα με βοηθητικές ρόδες, έπρεπε να μάθουμε. Κι ένα απόγευμα βγήκες στο στενό που παίζαμε με τα γειτονόπουλα, και προσπαθούσες να μας δείξεις τί πρέπει να κάνουμε. Ντρεπόμουν! Δεν άντεχα το «ίσιωσε επιτέλους την πλάτη σου» μπροστά στα άλλα παιδία. Αλλά την ίσιωσα, μέρα με τη μέρα και περισσότερο, κι έμαθα.
Στα έντεκα σου είπαμε ότι θέλουμε να κάνουμε στίβο. Μας πήγες στο γήπεδο κι έμεινες στην πρώτη προπόνηση εκεί, να μας παρακολουθείς. Και μας καμάρωνες. Ολα τα επόμενα χρόνια, με τα μετάλλια και τα κύπελλα στο σπίτι. Δεν ήρθες ποτέ σε κανέναν αγώνα μας. Δεν στο ζητήσαμε, ίσως δεν το θέλαμε κιόλας και δεν το έκανες. Πάντα είσαι διακριτικός.
Η εφηβεία δύσκολη. Οπως για όλους τους έφηβους. Σε πονέσαμε, μας πόνεσες. Πόσες φορές νόμισα ότι σε μισώ! Πέρασαν χρόνια για να καταλάβω ότι το μίσος είναι υψηλότατο συναίσθημα για τις δυνατότητές μου και δεν μπορώ να το νοιώσω. Σε απογοήτευσα όταν έπαψα να είμαι μαθήτρια του 19, δεκαεννιά έπαιρνα πια μόνο στις απουσίες όπως έλεγες. Στους «καυγάδες» μας μου λεγες «κοριτσάκι μου όταν γίνεις γονιός θα με καταλάβεις». Δεν έγινα γονιός μπαμπά, αυτή την ικανοποίηση δεν στην έδωσα, αλλά σε κατάλαβα. Πόσο πολύ σε κατάλαβα.
«Αλλος τέτοιος πατέρας δεν υπάρχει» μου λεγε η μαμά. Την θεωρούσα απλά μονίμως ερωτευμένη μαζί σου και φανερά υπερβολική. Μου πήρε χρόνια για να συμφωνήσω μαζί της και να πιστέψω κι εγώ το ίδιο.
Τελείωσα το Λύκειο... σε απογοήτευσα για μια ακόμα φορά. Ευτυχώς η επιτυχία της Μαρίας σου δωσε τη χαρά που περίμενες, την επιβεβαίωση ότι πέτυχες κι εσύ για μια ακόμη φορά σαν πατέρας. «Δεν πειράζει κοριτσάκι μου, την επόμενη χρονιά» μου είπες. Είχα πλέον αλλάξει μπαμπά. Είχε ήδη τελειώσει η εφηβεία μου. Δεν θα υπήρχε επόμενη χρονιά. Είχα αποφασίσει τον δρόμο μου , ούτε καν στον ανακοίνωσα, σε άφησα να τον παρακολουθείς απλά.
Κι άρχισε η ωραιότερη περίοδος της ζωής μας. Ξυπνούσαμε τα πρωινά και οι τρεις μαζί. Πίναμε καφέ χαζεύοντας τηλεόραση και εγώ έφευγα για τη σχολή. Γυρνούσα το μεσημέρι κι άρχιζα τα ιδιαίτερα σε παιδάκια, μέχρι να έρθει η ώρα που θα πήγαινα για δουλειά. Θεωρώ ότι κατά βάθος το χαιρόσουν. Καμάρωνες που δεν κάθησα με σταυρωμένα χέρια , να το παίζω «ετοιμάζομαι ξανά για Πανελλαδικές». Καμάρωνες που μπορούσα να συνεισφέρω στο σπίτι, χωρίς ποτέ να το έχεις ζητήσει. Οταν τα Σαββατοκύριακα έρχονταν οι αδελφές μου, γελούσαμε, το σπίτι έτριζε από το γέλιο, και διαπίστωνα ότι έχω πάρει από σένα το πνευματώδες χιούμορ σου, την ικανότητα για γρήγορες, έξυπνες απαντήσεις, την ικανότητα να μετατρέπω σε αστείο κάτι με μία μόνο λέξη.
Στα είκοσι μου έκαναν πρόταση για μια καλύτερη δουλειά. Ημουν αγχωμένη, φοβισμένη, δεν ήξερα αν θα τα καταφέρω. Με συνόδεψες στην συνέντευξη. Το απαίτησες θα έλεγα. Τότε είχα νοιώσει άσχημα, μπορούσα να τα καταφέρω και μόνη μου. Τώρα καταλαβαίνω πόσο γλυκό ήταν.
Οταν μάθαινες πόσο καλά τα πάω, απαντούσες «εντάξει, καλή είναι». Ποτέ δεν είπες πόσο περήφανους είσαι, προτιμούσες να το ακούς και να χαμογελάς. Τα βράδια με μάθαινες σκάκι (τελικά μόνο όταν άρχιζα να παίζω με τον Δημήτρη έμαθα πραγματικά!) και μιλούσαμε μαζί για τη δουλειά μου. Σχολιάζαμε την επικαιρότητα, μιλούσαμε για βιβλία, και όταν είχες κέφι μου έλεγες για τη ζωή σου. Πόσο τις λάτρεψα αυτές τις συζητήσεις. Πόσο καλό μου έκαναν, πόσα πράγματα με έμαθαν.
Ενα Σαββατόβραδο, ήμουν στα 23, ετοιμαζόμουν να βγω. Καθόσουν στο τραπέζι της κουζίνας και μόλις πέρασα από μπροστά σου μου είπες , εντελώς ουρανοκατέβατα «τα αισθηματικά σου πως πάνε;». Ηξερα πως γνώριζες για τον Τάσο, αλλά ποτέ δεν το είχαμε συζητήσει, η διαφορά ηλικίας που είχαμε, δεν θα επέτρεπε ποτέ τέτοιου είδους συζητήσεις, παππούς μου θα μπορούσες να είσαι! Θυμάμαι ότι ένοιωσα αμηχανία, αλλά απάντησα «Καλά» για να ακούσω «Ε, φέρτον να τον δούμε». Ηταν το πρώτο σου λάθος μπαμπά, όχι μόνο δικό σου, αλλά και δικό μου που το δέχτηκα. Χρόνια μετά είπες (όχι σε μένα, ποτέ δεν θα το λεγες σε μένα), πως ένοιωθες ένοχος που προέτρεψες να γίνει αυτός ο γάμος. Και κυρίως γιατί στο διάστημα που ακολούθησε μέχρι τον γάμο, είχες δει τα σημάδια, και ποτέ δεν είπες τίποτε , μόνον υπέμενες και προσπαθούσες να με μάθεις πως να είμαι υπομονετική.
Οταν παντρεύτηκα κι έφυγα από το σπίτι, τότε ήταν που σας λάτρεψα περισσότερο κι εσένα και τη μαμά, όταν χάνεις κάτι τότε καταλαβαίνεις πόσο διαφέρει από όλα τα άλλα... Ερχόσουν σαν επισκέπτης, προσπαθώντας ειδικά τα τελευταία χρόνια, να μην δείξεις ότι βλέπεις τα κενά... τό ότι εγώ απέφευγα να σας επισκεφτώ στο σπίτι, το ότι όποτε ερχόσασταν ο Τάσος κοιμόταν, το ότι εγώ δούλευα όλη μέρα ενώ αυτός έβγαινε όλη νύχτα. Στα γενέθλια μου, μου στελνες λουλούδια κι εγώ έβαζα τα κλάμματα και σε όλες τις διενέξεις προσπαθούσες να κρατήσεις ισορροπίες.
Αγόρασα το πρώτο μου αυτοκίνητο, και όταν ήρθες να το δεις, άρχισες να πετάς δεκαχίλιαρα από τις πόρτες «Αν δεν το είχες πάρει τρίθυρο θα σου ριχνα κι άλλα!»
Στα εικοσιοχτώ μου, αποφάσισα να χωρίσω, δεν είχε νόημα κανένας γάμος σαν αυτόν που είχα εγώ, δεν το έκανα γιατί δεν τολμούσα να στο πω. Οσο χαζό κι αν φαίνεται, έχασα δύο χρόνια από την ζωή μου γιατί δεν τολμούσα να σου πω ότι ο γάμος μου έχει διαλυθεί. Κι όταν τελικά στα τριάντα μου, δεν πήγαινε άλλο, πήγα, υπέγραψα την αίτηση του διαζυγίου, νοίκιασα σπίτι και περίμενα να βρω τρόπο να σας πω ότι φεύγω.
Ετοίμαζα το μαγαζί, μια Κυριακή σαν την σημερινή, τέλος Σεπτέμβρη (ούτε αυτό το ξέρατε) όταν χτύπησε το κινητό μου και η Ελένη κλαίγοντας μου είπε ότι το είχατε μάθει, έπρεπε επιτέλους να σας εξηγήσω. Μάζεψα όσο κουράγιο είχα, μπήκα στο αυτοκίνητο κι ήρθα σπίτι. Εκλαιγα επί δώδεκα χιλιόμετρα, πως να σου χαλάσω το όνειρο, πως να ταράξω την ηρεμία σου;
Θυμάμαι ότι μπήκα περιμένοντας να σε δω αγριεμένο, ανακουφίστηκα όταν με αγκάλιασες δακρυσμένος και μου πες «κοριτσάκι μου, τί έγινε;». Προσπάθησα να σε καθησυχάσω, να σε πείσω πως έτσι θα νοιώθω καλύτερα, πως θα τα καταφέρω μόνη μου, σου ζήτησα να έρθετε να δείτε το νέο μου σπίτι, το μαγαζί, να δείτε την ζωή που ετοίμαζα να αρχίσω... Αρνήθηκες τά πάντα «εγώ είμαι εδώ για σένα, αλλά δώσε μου λίγο χρόνο». Μου είπες «την κοινωνία παιδί μου δεν την σκέφτηκες;», το ξερα ότι σε νοιάζει αυτό, ένας άνθρωπος στα εβδομήντα , ένας άνθρωπος που έχασε πολλά από τη ζωή του για να είναι εντάξει στο κοινωνικό σύνολο, δεν μπορούσε να έχει άλλη αντίδραση.
Μετακόμισα μόνη μου, κάνοντας δρομολόγια με την Σελεστίνα, κοιμήθηκα στο πάτωμα μέχρι να μπορέσω να τακτοποιήσω το σπίτι και δούλευα από το πρωί μέχρι τα ξημερώματα. Σε πονούσε το ξέρω. Με νοιαζόσουν το ξέρω. Αλλά δεν ήθελα να ανακατευτείς σε τίποτε, είχα κάνει τις επιλογές μου.
Στο σπίτι μου ήρθες για πρώτη φορά μετά από έναν χρόνο. Ευτυχώς, δεν το είδες όπως ήταν τις πρώτες μέρες! Και την επομένη με πήρε η μαμά τηλέφωνο «έλα από το σπίτι κάτι σε θέλει ο πατέρας σου». Ηρθα και πριν προλάβω να πω οτιδήποτε κατέβηκες και μπήκες στο αυτοκίνητο «Θέλω να πάμε να σου πάρω μια τηλεόραση, θα στραβωθείς με την δεκατεσσάρα». Ημουν έτοιμη να σου πω, πως δεν θέλω τηλεόραση , δεν βλέπω πια τηλεόραση, είμαι καταχρεωμένη μπαμπά, δεν θέλω τηλεόραση, θέλω λεφτά. Αλλά δεν το είπα! Σκέφτηκα πόσο σημαντικός ένοιωσες εκείνη τη στιγμή, πόσο πολύ ήθελες να μου κάνεις ένα δώρο και δεν είπα τίποτε, μόνο σε φίλησα.
Θυμάμαι ότι ένα χρόνο μετά αποφάσισα να αγοράσω σπίτι. Την μέρα που υπέγραψα το συμβόλαιο και ήρθα να σας δω, με έσφιξες στην αγκαλιά σου δακρυσμένος, ένοιωθες ότι ξαναστέκομαι στα πόδια μου. Και μετά γνωρίσες τον Δημήτρη. Ηρθες να με βοηθήσεις στην μετακόμιση και τον βρήκες μπροστά σου. Δεν ρώτησες τίποτε, δεν έψαξες τίποτε. Μου είχες εμπιστοσύνη, σου αρκούσε αυτό....
Πριν ένα χρόνο ήρθαμε να σας ανακοινώσουμε ότι φεύγουμε από Ελλάδα... δυό φορές ήρθαμε και φύγαμε χωρίς να πούμε κουβέντα. Δυό μέρες πριν φύγω κατάφερα να στο πω. Περίμενα ότι θα αντιδρούσες... «Κάποτε κοριτσάκι μου, η μάνα μου κοψε τα δικά μου φτερά για να μην μείνει μόνη της. Δεν μπορώ να κάνω το ίδιο στο παιδί μου. Μόνο να είσαστε καλά κι αγαπημένοι».
Την μέρα που φεύγαμε, μας αγόρασες κουλούρια και κέηκ για τον δρόμο, σαν να είμασταν δεκάχρονα που πάνε εκδρομή με το σχολείο και με έβαλες να αλλάξω παπούτσια «με αυτά δεν μπορείς να οδηγήσεις τόσα χιλιόμετρα»....
Οταν τον χειμώνα αρρώστησες, θες γιατί ήμουν μακρυά, θες γιατί εδώ η ζωή μας δεν είναι ρόδινη, ένοιωσα να χάνω τόν κόσμο από τα πόδια μου. Οσες φορές κι αν είπα «είναι πια μεγάλος, μην περιμένω ότι θα είναι πάντα δίπλα μου», δεν μπόρεσα να το χωνέψω...
Ο Δημήτρης λέει πως είμαι πάντα ερωτευμένη μαζί σου κι εγώ ξέρω πως σε βλεπω παντού σαν πρότυπο, στις σχέσεις μου με τους άντρες, στις σχέσεις μου με πεθερούς και πεθερές.
Ξέρω πως σε πονάει που δεν είμαι εκεί, ένοιωθες πάντα ότι εγώ θα έμενα κάπου κοντά, θα γερνούσες μαζί μου, σε φοβίζει η μοναξιά σας...Ξέρω πως η φυγή μου σε κατέβαλλε αλλά δεν μπορώ να το αλλάξω πατερούλη και το ξέρεις, κατά βάθος δεν θες ποτέ να κόψεις τα φτερά μου. Δεν σου χω πει ποτέ πόσο δύσκολα είναι εδώ, πόσες φορές αρρώστησα, πόσο εξαντλημένη είμαι. Θέλω να πιστεύεις πως είμαι καλά... πως η ζωή μου είναι ρόδινη.
Ελπίζω μόνο να με περιμένεις, σε μία εβδομάδα θα είμαι εκεί. Θα έρθω για μια μέρα μόνο, αλλά θα έρθω! Πρέπει για πρώτη φορά να σε ταρακουνήσω εγώ, να σου πω εγώ «είμαι εδώ για σένα» κι αν μπορέσω να σε πάρω μαζί μου, έστω και μέχρι την Θεσσαλονίκη που ονειρεύεσαι..
.

Monday, September 11, 2006

No world anymore

Τί κάνεις όταν σε εγκαταλείπει το κουράγιο; Οταν δεν έχεις άλλη δύναμη να παλέψεις, να κάνεις «πατέντες», να διαπραγματεύεσαι το κενό; Κι όταν παράλληλα δεν έχεις την πολυτέλεια να κλειστείς σε ένα δωμάτιο και να απέχεις από όλα; Τί κάνεις, όταν κουράζεσαι να βρίσκεις διεξόδους σε τελειωμένα αδιέξοδα, να ανοίγεις δρόμους εκεί που δεν υπάρχει ούτε σοκάκι, να παλεύεις για κάτι που μόλις το φτάνεις απομακρύνεται πάλι;
Κάπως έτσι νοιώθω κι εγώ σήμερα. Κουράστηκα να κάνω κουράγιο, κουράστηκα να είμαι αισιόδοξη, κουράστηκα να βρίσκω λύσεις της μιάς μέρας. Τόσος αγώνας για να ηρεμώ πέντε μόνο λεπτά και μετά το ίδιο. Αυτό ήθελα από τη ζωή μου; Γι’ αυτό τα παράτησα όλα και βρέθηκα σε έναν εχθρικό τόπο τόσα χιλιόμετρα μακρυά, από αυτό που συνήθιζα να αποκαλώ «ζωή μου;»
Αυτό είναι το τέλμα. Και τόχω νοιώσει τόσες φορές εδώ, που πιά δεν έχει νόημα να το πω έτσι, δεν έχει νόημα να ξανασηκωθώ και να παλέψω να περπατήσω και πάλι. Αφήστε με εδώ, πεσμένη, δεν θέλω να αγωνιστώ άλλο, δεν θέλω να ξαναδώ φως. Δεν θέλω τίποτε καλό να προσδοκήσω, για τίποτε όμορφο να παλέψω, καμία γαμημένη επιβεβαίωση να εισπράξω! Δεν θέλω να λυθεί κανένα πρόβλημα, ποιό το όφελος άλλωστε, σαν Λερναία Υδρα άλλα εκατό θα γεννηθούν πάνω στη λύση του.
Οταν γονάτιζαν οι άλλοι, τους έλεγα «κάθε μέρα θα έχουμε προβλήματα, μην απαιτείτε τίποτε πιο εύκολο, αν δεν είχαμε προβλήματα, κανένας μας δεν χρειαζόταν εδώ».
Θέλω να με αφήσετε ήσυχη. Να πάρετε εσείς πάνω σας τις επιτυχίες, να παλέψετε εσείς για αυτές, κρατήστε τα συγχαρητήρια για πάρτη σας, ειλικρινά δεν αξίζουν μία.
Θέλω να κλείσω τα μάτια και τα αυτιά, να μην ακούω και να μην βλέπω τίποτε, να μην με αγγίζει τίποτε! Θέλω ο κόσμος μου όλος να γκρεμιστεί εδώ και να γίνω μια άλλη, μπορώ;

Saturday, September 09, 2006

Istanbul again


Μού λειψες Ιστανμπούλ... Κι ας είναι μόνον σαράντα μέρες από την τελευταία φορά που σε ανέπνευσα, που περπάτησα στα στενά σου, που γεύτηκα το αεράκι του Κερατείου, που χάζεψα τον μαγικό Βόσπορό σου.
Μού λειψες Ιστανμπούλ... Πιο πολύ κι από το σπίτι μου, που έχω να το δω τρεις μήνες. Και νοιώθω τόσο βαριά την νοσταλγία σου μέσα μου, που με πονάει το γκρίζο τούτου του τόπου καθώς αναζητώ το χρώμα σου, την χαρά σου και την μελαγχολία σου.
Σε είπαν «Πόλη» γιατί είσαι η απόλυτη Πόλη, η μοναδική στον κόσμο που αξίζει να αποκαλείται με τον ίδιο τον όρο, δεν έχει ανάγκη από κανένα όνομα , κανέναν χαρακτηρισμό.
Νοσταλγώ τις μαντηλοφορεμένες γυναίκες με τα χαμογελαστά παιδία στα χέρια, τα γεμάτα κόσμο πάρκα σου, κόσμο που γελά ευτυχισμένα, παρόλη την φτώχεια του, παρόλα τα προβλήματά του.
Νοσταλγώ τον πολιτισμό, τα τεράστια γυάλινα κτίρια στο Νισάντασι, την πολυκοσμία, το τεράστιο μποτιλιάρισμα στους μεγάλους πεντακάθαρους δρόμους σου.
Νοσταλγώ τις φτωχογειτονιές του Εγιούπ και του Εντιρνέκαπού, τους τσιγγάνικους μαχαλάδες με τις ασβεστομένες αυλές και τα πιτσιρίκια που χαμογελούν στους ξένους, μιλώντας τα πρώτα αγγλικά που μαθαίνουν «My name is Yasmin».
Νοσταλγώ την επιβλητικότητα του Πατριαρχείου και τα σοκάκια τριγύρω του, τα παλιά ξύλινα σπίτια ή ότι απέμεινε από αυτά.
Νοσταλγώ τους χαμογελαστούς ανθρώπους σου , που μόλις ακούν το “Yunan ben” , ξεκουμπώνονται και λένε «γείτονα!». Νοσταλγώ τις ατελείωτες συζητήσεις με τους φίλους μου εκεί, συζητήσεις που πάντα καταλήγουν στο πόσο ίδιοι είμαστε, πόσο γελάμε με τα ίδια αστεία, πόσες κοινές ευαισθησίες έχουμε.
Θέλω να καθήσω ξανά στο γρασίδι του Ιδρύματος Nesin στην Catalca, με τα χαρωπά προσωπάκια των παιδιών τριγύρω μου, παιδιά που παίζουν, γελούν , φωνάζουν , έτσι ακριβώς όπως ήθελε ο Αζίζ να γίνεται πάνω από τον σε όλους άγνωστο τάφο του.
Θέλω να ξανακατέβω τα σκαλιά του μαγαζιού του Μουσταφά , να φάω πάνω στον πάγκο της ψησταριάς μιλώντας με τον Αχμετ και μετά να κατηφορίσω προς το Ταξίμ , περασμένα μεσάνυχτα.
Θέλω να ξυπνήσω το πρωί με την φωνή του Μουεζίνη και τον θόρυβο του τραμ, οι φωνές των πλανόδιων πραματευτών να χαιδέψουν τα αυτιά μου, κι όταν κοιτάξω από το παράθυρο να δω τον ουρανό σου, γαλάζιο , ξάστερο, πουθενά στον κόσμο, ο ουρανός δεν έχει την μαγεία του δικού σου ουρανού.
Θέλω να μπω στην τεράστια «Κλειστή Αγορά» σου (επιμένω να μεταφράζω επακριβώς την τουρκική ονομασία , αρνούμενη το ευρωπαϊκό «Μεγάλη αγορά»), να χαζέψω τα ίδια πάντα μαγαζιά, τόσο πανομοιότυπα μεταξύ τους, με λίγο πολύ το ίδιο εμπόρευμα σε όλα, να παζαρέψω, να συναντήσω εμπόρους που έγιναν φίλοι και παραμένουν έτσι.
Σε θέλω Ιστανμπούλ, όπως ποτέ άνθρωπος δεν θέλησε πόλη. Σε θέλω με το πάθος του Φατίχ, το πάθος του πορθητή δηλαδή, με μοναδική διαφορά ότι δεν επιθυμώ να σε κατακτήσω, αλλά να με κατακτήσεις, να με κλείσεις στην απεραντοσύνη σου και να μην με αφήσεις να φύγω ποτέ.
Σε θέλω, γι’αυτό που είσαι τώρα, όπως σε γνώρισα, δεν αναζητώ καμιά χαμένη πατρίδα στην αγκαλιά σου, κανένα στοιχείο Ελληνικό, κανένα μίσος για τους ανθρώπους σου από όπου κι αν έφτασαν. Δεν ψάχνω σημάδια Ελληνισμού, σημάδια Βυζαντίου, τα όποια σημάδια σου ανήκουν, είναι δικά σου, τα χαρίζεις όπου θες, δεν ανήκουν σε έθνη και λαούς. Ευτυχισμένοι όσοι σε χαίρονται, όσοι παραπονιούνται για την κίνηση στους δρόμους, για την ακρίβεια στα μαγαζια σου, για όλα αυτά που όλοι γκρινιάζουμε αλλά ποτέ δεν επιθυμούμε να αλλάξουμε ή να εγκαταλείψουμε.
Θα με αγκαλιάσεις μια μέρα... Το ξέρω ή κι αν δεν το ξέρω, μου αρέσει να το πιστεύω. Για να μπορέσω να συνεχίσω να ζώ... για να έχω μια ελπίδα ζωντανή να πορεύομαι μαζί της. Για να νοιώθω ότι υπάρχει ένας παράδεισος που με περιμένει. Για να αντέχω όλα όσα με κρατάνε μακρυά σου. Για να έχει η ζωή μου ένα στόχο που δεν έχει να κάνει με χρήμα, επιτυχία και δόξα... έναν στόχο που έχει να κάνει μόνον με την ίδια τη ζωή...

Στη φωτό εγώ κι ο Ντεμίρ μου, στο ΑΡΑ-ΚΑΦΕ του Αρά Γκιουλέρ, στον παράδρομο της Ιστικλάλ

Thursday, August 17, 2006

Μίσος

Ελεγα για χρόνια ότι δεν μπορώ να μισήσω ... Το μίσος είναι πολύ δυνατό συναίσθημα για να το σπαταλάς άσκοπα... Σήμερα ξεπεράσατε τα όρια σας, ή μάλλον σήμερα κατάλαβα ότι τα ξεπεράσατε....
Σας μισώ τετράποδα!

Monday, August 14, 2006

Τί ωραία να δουλεύεις τον Δεκαπεντάυγουστο!

Ή μέρα ξεκίνησε υπέροχα... ακολουθώντας μια υπέροχη νύχτα! Η τηλεόραση ανοιχτή όλη τη νύχτα, ο ύπνος με είχε πάρει κατά τη διάρκεια του βραδυνού δελτίου ειδήσεων της δορυφορικής ΕΡΤ, εκεί που ο Χαρίτος μας ενημέρωνε πόσο εύθραυστη είναι η εκεχειρία στο Λίβανο. Είχα περάσει κανένα μισάωρο , τριγυρίζοντας στο δωμάτιο (δεν θα το ξαναπώ σπίτι μετά την πλάκα που έπαθα με την πεθερά μου, η οποία στην απάντησή μου "στο σπίτι είμαστε" ακόνισε μαχαίρια, πιστεύοντας πως ήρθαμε στην Ελλάδα και της το κρατήσαμε κρυφό) και ψάχνοντας συρτάρια για να βρω ένα παυσίπονο. Οι ορμόνες μου, κατά την προσφιλή τους τακτική αφότου ήρθα εδώ, τρελλάθηκαν once again, κάνοντας τον κύκλο μου από Ελβετικό ρολόι, κινέζικη μαϊκού της Ομόνοιας. Πονούσα σαν να με μαχαίρωνες παντού, αλλά τσιμουδιά στον Δημήτρη, ήταν ικανός να γυρίσει πίσω μέσα στη νύχτα....
Ξύπνησα κατά τις πέντε με το γνωστό αίσθημα νυχτερινής πείνας και την έπεσα στην πίτσα που είχα αφήσει γιατί δεν τρωγόταν με τίποτα. Μα Θεέ μου, ΝΙΚΑΣ πήρα, στην Ελλάδα είχαμε μάθει "βλέπεις ΝΙΚΑΣ , είναι καλό", εδώ τί τους έπιασε κι αντί για ψωμί βάζουν ένα πράγμα σαν τα μπισκότα ΠΤΙ ΜΠΕΡ σε αλμυρή έκδοση; Τεσπά δάγκωσα την μπισκοτοπίτσα μου και ξαναξάπλωσα, είχα ακόμα μια ώρα μπροστά μου.
Τα κινητά χτύπησαν με ένα λεπτό διαφορά όπως πάντα, ετοιμάστηκα, πήρα την κατσαρόλα με το φαγητό των σκυλιών παραμάσχαλα, και ξεχύθηκα στους δρόμους, ευχόμενη να μην βρώ άλλα αυτοκίνητα, και να μην με πιάσει ούτε ένα κόκκινο, το αυτοκίνητο τα έχει παίξει και σβήνει κάθε τρεις και λίγο , δεν είχα διάθεση για τέτοια. Για καλή μου τύχη, έσβησε μόνο δυό φορές, οι δρόμοι ήταν άδειοι, το μισό Πλόβντιβ διακοπάρει προφανώς και το άλλο μισό δεν πάει στις δουλειές του από τα χαράματα.
Εφτασα λοιπόν , ο φύλακας περίμενε εναγωνίως να μου ανοίξει, μετά το χθεσινό του κάζο που τον βρήκα κοιμισμένο, μάλλον δεν θα ξανακοιμηθεί αυτή την εβδομάδα. Και μπήκα στον παράδεισό μου! Παράδεισος για όλο΄το προσωπικό σήμερα αφού ο Δημήτρης λείπει! Φώναξα έναν έναν εδώ, τους ρώτησα αν ξέρουν τί θα κάνουν, ήξεραν είπαν, σκατά ήξεραν τελικά, ο ένας πέφτει πάνω στον άλλο προσπαθώντας να βρει ρυθμό. Το παμφάγο ανακοίνωσε, αφού πήγα εγώ εκεί, ότι του λείπει κόσμος. Γιατί δεν μπήκε στον κόπο να το πει από το πρωί μην ρωτήσετε, προφανώς δεν ήθελε να ενοχλήσει!
Στα τηλεφωνήματα που ακολούθησαν ήταν όλοι τους άρρωστοι, τα χρυσούλια μου αρρώστησαν, λες και δεν ήξεραν πως θα μάθω για το πανηγύρι! Εμφανίστηκε λοιπόν ο Δήμαρχος με τρομερή όρεξη για κουβέντα, για να με πληροφορήσει για το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου. Πρώτη σκέψη "αχ τι καλά, τελικά είναι σαν κι εμάς, δεν πειράζει που δουλεύουμε αύριο, τουλάχιστον το χωριό γιορτάζει".
- Πότε αρχίζει το πανηγύρι Δήμαρχε;
- Αύριο το πρωί με την Λειτουργία
(Σκέψη δεύτερη " ε δεν πειράζει, στην Ελλάδα αρχίζουν με τον εσπερινό την παραμονή , αλλά σιγά , απλά αυτοί έχουν άλλα έθιμα")
- Και για πες μας τί πρόγραμμα έχετε ;
- Μετά τη λειτουργία θα έχουμε ποδοσφαιρικό αγώνα βετεράνων
(Σλέψη τρίτη "χμμμ στην Ελλάδα δεν έχουμε τέτοια , ε μην τους παρεξηγώ μωρέ, τόσα χρόνια είχαν κλειστές τις εκκλησίες")
- Και θα έχουμε και τηλεόραση!
- Μπράβο Δήμαρχε!
- Μόνο στους βετεράνους , επειδή είναι πολύ γέροι και ίσως χτυπήσει η καμπάνα μέχρι του χρόνου (γελάκι ο Δήμαρχος)
- Στα διάλα Δήμαρχε πρωί πρωί (από μέσα μου). Και μετά; (Από έξω μου)
- Μετά θα κάνουμε κουρμπάν (ακριβώς έτσι, κατά τα άλλα οι Τούρκοι τους ανακάτεψαν την κουλτούρα), θα σφάξουμε τρία αρνιά και θα φάμε. Για τους καλεσμένους θα έχουμε τραπέζια στο καφενείο (οι υπόλοιποι στον δρόμο, όρθιοι συμπληρώνω από μέσα μου).
- Αχ τι ωραία, θα έρθω οπωσδήποτε Δήμαρχε!(ας όψεται)
- Ναι ναι, μετά θα κάνουμε και αγώνες με άλογα!
- Με άλογα;
- Ναι, με αρχαίο τρόπο, όπως στην αρχαία Ελλάδα!
- Στην Αρχαία Ελλάδα ; (προφανώς θα νομίσει ο Δήμαρχος ότι ψέμματα λέω ότι είμαι Ελληνίδα"
- Δηλαδή όχι ακριβώς όπως στην αρχαία Ελλάδα, θα έχουμε και κάρα, όπως στην Αμερική!
(Σκέψη, μην ρωτάτε αρίθμηση, προφανώς θα μιμηθούν την άγρια Δύση , πανάθεμά τους! Θα τρίξουν τα κόκκαλα του Ζίβκοφ φοβάμαι)
- Α ωραία θα είναι, θα έρθουμε Δήμαρχε (απέξω μου). Ξεμπέρδευε Δήμαρχε , έχω και δουλειές πρωί πρωί (εντελώς από μέσα μου).
- Ξέρετε βέβαια, τα άλογα και τα κάρα, θα τα οδηγούν γύφτοι, άλλωστε οι γύφτοι ξέρουν από άλογα (διστακτικός ο Δήμαρχος)
- Αλλίμονο, αλλίμονο, σιγά καλέ και ποιό το πρόβλημα; (ναι Δήμαρχε, νομίζεις οτί με εξέπληξες, μα μόνο γύφτους έχει το χωριό, ποιός θα τα οδηγούσε, Ινδιάνοι; )
- Αν έχετε κάμερα φέρτε τη, να βιντεοσκοπήσουμε τις εκδηλώσεις.
- Βεβαίως και θα φέρουμε (το μυαλό αυτομάτως πάει σε αυτόν που έχει κάμερα από εδώ μέσα και θα φάει το παστέλι).
- Να σας πω την αλήθεια , βαρετά θα είναι, θα προτιμούσα να πάρω τα βουνά αύριο, χαχαχα.
- Χαμογελάω (απέξω μου). Σταδιάλα και πάλι Δήμαρχε, μου φαγες τόση ώρα για να μου πείς ότι το πανηγύρι σας θα είναι για τα πανηγύρια , να παίξετε και καραγκιόζη ξεχάσατε (από μέσα μου.
Τσεπώνει την δωρεά για την καταπληκτική εκδήλωση και αποχωρεί χαιρετώντας σαν πολιτικός. Τώρα θα στην φέρω κερατά, σκέφτομαι1
- Ααααα, παρεμπιπτόντως, με τη γέφυρα τί κάνατε Δήμαρχε, μας έχουν φάει οι παρακάμψεις!
- Ξέρετε, εδώ τα πράγματα αργούν πάντα! (τον κερατά δεν μάσησε, μου πέταξε στα μούτρα αυτό που ήθελα να του χτυπήσω).
Κι έτσι περιμένω τον πρώτο Δεκαπενταύγουστο που θα δουλέψω, (σε κάτι τέτοια νοσταλγώ την Ελλάδα) και σκέφτομαι ότι για να πάω στο πανηγύρι του χωριού και να δω τα καράκια με τους γύφτους και τον ποδοσφαιρικό αγώνα μελλοθανάτων, θα πρέπει να κάνω έναν ολόκληρο κύκλο ανάμεσα στα χωριά ή να διασχίσω το ποτάμι, έχοντας σηκώσει τα μπατζάκια μου!
Και του χρόνου νάμαστε καλά στο φαρ ουέστ!

Monday, August 07, 2006

Ετσι νοιώθω σήμερα

Ενας αγώνας να ζήσει... λες κι είναι παιδί σου, λες και βγήκε από τα σπλάχνα σου. Μπαίνεις το πρωί, το βλέπεις μελαγχολικό και γκρίζο, όπως όλα τα κομμουνιστικά θεριά της περιοχής που πάσχισαν κάποια στιγμή να μεταμορφωθούν σε εξευρωπαϊσμένα κτίρια. Ακουμπάς τους τοίχους του, χαζεύεις τα χορτάρια που φυτρώνουν ατίθασα στους αρμούς και κανείς δεν νοιάζεται να τα βγάλει αν δεν του σπάσεις τα νεύρα φωνάζοντας. Λατρεύεις τα σπασμένα τζάμια του, καμαρώνεις την πονεμένη ιστορία του.
Μπαίνεις μέσα και είναι όλοι εκεί. Οσοι απέμειναν από τις τελευταίες εκκαθαρίσεις. Ξέρεις ότι στην έχουν φυλαγμένη, θεωρούν ότι τους πρόδωσες, δεν σε αγαπούν κι ας τους νοιώθεις δικούς σου, κι ας πάλεψες μέχρι εσχάτων να μην υπάρξουν απώλειες.
Και ξέρεις ότι σας σκοτώνουν. Σας διαλύουν όλους μαζί. Εσένα, εκείνο , τους ανθρώπους του. Σας πυροβολούν και περιμένουν το τέλος σας. Αλλωστε κάτι θα μείνει για την λεία τους. Θα το αγκαλιάσουν τότε, αφού το ξεριζώσουν από την δική σου αγκαλιά και θα το κανακέψουν για λίγο. Μέχρι να πειστεί κι αυτό κι οι άνθρωποι, που τόσο εύκολα πείθονται ότι είναι πάλι χαϊδεμένο. Και μετά φτου κι από την αρχή. Γιατί κανένας δεν το νοιάζεται όσο εσύ, σε κανέναν δεν είναι απαραίτητη η στραπατσαρισμένη ανάσα του, όσο σε σένα.
Κι αναζητάς τον επαγγελματισμό σου. Αυτόν για τον οποίο χρόνια υπερηφανεύεσαι Αυτός που δεν θα σε άφηνε ποτέ να δεθείς με ένα γαμημένο κτίριο και με μία σακατεμένη ιδέα. Μια ιδέα που λάτρεψες περισσότερο κι από αυτούς που την δημιούργησαν. Αυτός ο επαγγελματισμός που δεν θα σου προκαλούσε ποτέ αιμορραγίες και υπέρταση και θα σε βοηθούσε να κοιμάσαι τα βράδια χωρίς βαλεριάνα. Αυτός ο επαγγελματισμός που αν τελικά υπάρχει, είναι εγκληματικός για σένα και επικερδής για τους άλλους.
Και το συνειδητοποιείς. Δεν είσαι εδώ για τα γαμημένα λεφτά τους, δεν είσαι εδώ για τα γαμημένα χρέη σου, ούτε για να μπορείς να χαλάς όσα θές. Είσαι εδώ γιατί εδώ είναι το παιδί σου, αβοήθητο , ένα μωρό που πασχίζει να σταθεί στα πόδια του και τρέχει στην αγκαλιά σου κάθε φορά που κάποιος του βάζει τρικλοποδιά και χτυπάει τα γόνατά του. Αυτά τα γόνατα που παρόλες τις τρικλοποδιές, ακόμα το κρατάνε όρθιο.
Κι ανακαλύπτεις ότι δεν μπορείς να ζεις μακρυά του, όσο κι αν πονάς, όσα κι αν θυσιάζεις γι’αυτό. Προτιμάς να χάνεσαι μαζί του, καμμιά μάνα δεν αφήνει το παιδί της, ούτε ακόμα κι όταν πειστεί ότι είναι νεκρό.


7.8.2006

Thursday, July 06, 2006

Κι όμως , δεν έχω καμία απολύτως διάθεση να κατέβω Ελλάδα γαμώτο. Ισως γιατί δυό μέρες τώρα έχω κοιμηθεί ελάχιστα και στη δουλειά επικρατεί τρέλλα. Ούτε να σαπίσω στο Πλόβντιβ το Σαββατοκύριακο θέλω. Μου θυμίζω τον εαυτό μου τρία χρόνια πριν, όταν ξάπλωνα την Παρασκευή το βράδυ στο κρεββάτι, δεν κοιμόμουν και μέχρι την Δευτέρα περίμενα να πεθάνω. Κατά περίεργο τρόπο, παρότι όταν επιθυμούμε κάτι πολύ, το σύμπαν συνομωτεί μαζί μας, αυτό δεν συνέβη. Κι έτσι την Δευτέρα το πρωί με την αϋπνία μου αγκαλιά, εγκατέλειπα το κρεββάτι μου και επέστρεφα στην δουλειά. Ανεπανάληπτες εποχές, δεν νομίζετε;
Εχω σβήσει τα φώτα, η μείωση του λειτουργικού κόστους βλέπετε και οι μόνοι ήχοι που ακούω πλην των πλήκτρων μου, είναι ο θόρυβος που κάνει ο Ρίτσι έξω από το παράθυρό μου παίζοντας με το άδειο πιάτο του. Τυχερός, γαλήνιος Ρίτσι, μπορεί να παίζει έστω και με ένα άδειο πιάτο.
Συνειδητοποιώ το τραγικόν του θέματος (ή μήπως δεν είναι τελικά παρά μόνο αυτό που σε όλους συμβαίνει;), έχω μείνει μόνη και δεν εννοώ στο γραφείο μετά το ωράριο εργασίας, εννοώ ότι είμαι μόνη, πάντα είμαστε μόνοι προφανώς κι ας φοβόμαστε να το παραδεχτούμε. Ποτέ δεν μπορούμε να αφομοιωθούμε εντελώς, να αλλοτριωθούμε εντελώς, να γίνουμε πιστά αντίγραφα άλλων ή στρατιωτάκια τους. Γιατί πολύ απλά, ο καθένας από εμάς είναι ένας και μοναδικός... κι αν σκεφτούμε ότι το μοναδικός έχει την ίδια ρίζα με το μόνος ή το μοναχικός, τότε την πήραμε την απάντηση.
Τί μέλλει γενέσθαι όμως; Αν ήμουν χαρτορίχτρα, μέντιουμ ή Μεσσίας ίσως και να έδινα μια απάντηση. Επί του παρόντος όμως το μυαλό μου θυμίζει Ρώσικη σαλάτα, η μία σκέψη καλύπτει την άλλη μέχρι που εκείνη η άλλη αρχίζει να αντιστέκεται και ξαναβγαίνει από πάνω, κι όλη αυτή η μάχη των σκέψεων που προσπαθούν να επικρατήσουν, γίνεται μέσα μου, στο δικό μου κεφάλι , στο δικό μου κορμί, αποδυναμώνοντάς με εντελώς.
Νοιώθω νυσταγμένη αλλά ξέρω πως δεν μπορώ να κοιμηθώ, πεινασμένη αλλά ξέρω πως δεν μπορώ να φάω, απελπισμένη αλλά ξέρω πως δεν μπορώ να αυτοκτονήσω. Οχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί πολύ απλά είμαι πολύ δειλή για κάτι τέτοιο.
Θα μου πείτε τί κάθομαι και γράφω η γυναίκα; Ποιά συνοχή έχουν όλα αυτά που αραδιάζω; Δεν θέλω να τα διαβάσει κανένας, δεν θέλω να έχουν συνοχή, δεν με νοιάζει εν τέλει... απλά θέλω να φωνάξω σε μένα, για μένα!βοήθεια....

Wednesday, June 14, 2006

Χάθηκα εεεε?


Χάθηκα εεε? Είμαι και σίγουρη ότι σε κανέναν δεν έλειψα, σωστά; Λοιπόν έχω ένα βασικό πρόβλημα! Εδώ δεν λέει να καλοκαιριάσει. Ετσι σήμερα, 14 Ιούνη του σωτηρίου έτους 2006, εξακολουθώ να φοράω καλσόν και μπότες και να έχω την σομπίτσα στα πόδια μου αναμένη. Κρίμα που ως γνήσια απόγονος της Ιμέλντα Μάρκος, κουβάλησα από την Ελλάδα όλα τα πεδιλάκια, τα σανδαλάκια κλπ.κλπ. Τουλάχιστον σταμάτησε η βροχή, σάπισα πιά! Ασε που κατέβηκα για τρεις μερούλες Ελλάδα, να δω ήλιο και η βροχούλα με ακολούθησε κι εκεί μην τύχει και πάθω στερητικό εν τη απουσία της.
Νοιώθω τρομερά κουρασμένη (και πως να νοιωθα δηλαδή μετά από τόσο χιλιόμετρο και επιστροφή χωρίς ανάσα στα βαθιά;) Εφερα μαζί μερικά από τα βιβλία μου, βλέπεται δεν πρόλαβα να αγοράσω καινούργια, αλλά ούτε ματιά δεν τους έχω ρίξει ακόμα. Για να πω και την αλήθεια, η Τάνια κάπου τα "τακτοποίησε", μακάρι να ξερα που. Το έκανε με την ίδια λογική που κρέμασε την πετσέτα της κουζίνας σε καρφί πάνω από το κρεββάτι μας! Και να φανταστείτε, περιφέρονται τόσα κάδρα στο σπίτι που ουδέποτε σκέφτηκε να κρεμμάσει στον τοίχο!
Προσπαθώ να δω τί γίνεται στην Ελλάδα, η τηλεόραση για άλλη μια φορά μου έδειξε ότι δεν χάνω και τίποτα που δεν την παρακολουθώ, χαζεύω στον Pathfinder τις ειδήσεις και νοιώθω πολλάκις απογοητευμένη. Η δολοφονία του Αλεξ: το εξάντλησαν το θέμα, βιάστηκε εκ νέου η οικογένεια, κινδυνολογήσαμε για κρούσματα παιδικής εγκληματικότητας, με νέο θέμα "συμπλοκή εννιάχρονων στην Πάτρα, το ένα παιδί με διάσειση στο νοσοκομείο". Χαλαρώστε ρε παιδιά, εσείς ποτέ δεν ανοίξατε αν όχι κεφάλια, έστω μια μύτη σε τσακωμό με άλλα παιδιά στα εννιά σας; Σκέφτομαι να διηγηθώ το παιδικό μου τραύμα, μετά τους καυγάδες με την αδελφή μου, έβγαινα με τα μισά μαλλιά, γιατί δεν με έκαναν πρωτοσέλιδο γαμώτο;
Η Ντόρα πήγε στην Ιστάμπουλ (αχ πως ζηλέυω!!!!) και αυτοί οι "αιμοσταγείς γείτονες" είναι αδιάλλακτοι βρε παιδί μου; Μα γιατί να μην έχουμε γείτονες που να δέχονται ότι τους λέμε, να μην μας φέρνουν αντίρηση και να προασπίζουν τα δικά μας συμφέροντα; Πολλά ζητάμε;
Κι εδώ έρχεται στο μυαλό μου άλλη μια βλακώδης ερώτηση! Πόσοι από εμάς δεν έχουν τσακωθεί ποτέ με γείτονα, πόσοι δεν τσακωνόμαστε για έναν γαμημένο ακάλυπτο και μία μάντρα; Ξέρω πολλές περιπτώσεις, μπορώ να σας τις απαριθμήσω αλλά θα πάρει μέρες. Αλλά μην σκάτε, θα μπλοκάρουμε την είσοδό τους στην ΕΕ (κακό που θα τους κάνουμε) για να μάθουν οι απολίτιστοι! Ετσι θα συνεχίσουν να περιποιούνται τα δημόσια πάρκα τους το Σαββατοκύριακο, να κουνάνε τα παιδάκια τους στις κούνιες χωρίς έννοια και να έχουν λούστρους με γυαλισμένα μπρούτζινα σκαμνάκια στους δρόμους. Γιατί εμείς, που είμασταν χρόοοοονια μπροστά , μπήκαμε στην ΕΕ, γίναμε Ευρωπαίοι, ξετινάξαμε τα "θλιβερά κατάλοιπα" της Ανατολής και ζούμε σαν Ευρωπαίοι! Κοιμώμενοι δηλαδή... Κι έχουμε κι ένα Ευρώ ναααα μετά συγχωρήσεως, το οποίο δύσκολα αποκτάται, εύκολα σπαταλάται, όπως κάθε τί πολύτιμο.
Πάλι κακίες λέω σήμερα... και βλακείες ενδεχομένως. Αλλά βλέπω τόσα περίεργα και άδικα, όλοι δηλαδή τα βλέπουμε, απλά δεν τα κοιτάζουμε όλοι. Λοιπόν πάω να δω αν έχει τίποτα καινούργιο στην ενημέρωση του Pathfinder! Ολο και κάτι θα βρω για να πω τις κακίες μου...

Monday, May 22, 2006

ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ

Γυρίσαμε πάλι στην κόλασή μας. Τουλάχιστον ανασάναμε τον αέρα της Πόλης για δύο μέρες. Είχαμε την τύχη να μείνουμε στο νυφικό μας δωμάτιο , το δωμάτιο που φόρεσα το νυφικό μου πριν από δέκα περίπου μήνες.
Φτάσαμε νωρίς το βράδυ της Παρασκευής. Είχα κολλημένο ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη μου από την στιγμή που περάσαμε τα σύνορα. Οδήγησα μέχρι λίγο πριν την Ιστάνμπουλ με εκείνο το χαμόγελο και με όλη την ευτυχία ενός ανθρώπου που νοιώθει πως γυρίζει σπίτι του. Μα δεν είναι περίεργο; Πως μπορώ να νοιώθω τόσο δεμένη με έναν τόπο που καμιά καταγωγή δεν με δένει μαζί του; Φτάσαμε στο ξενοδοχείο και η πρώτη κίνηση ήταν να βγούμε στο μπαλκόνι, ο Κεράτιος έλαμπε κάτω από το ηλιοβασίλεμα, και οι ευτυχισμένες οικογένειες έκαναν το καθιερωμένο πικ νικ στις όχθες του. Μαντιλοφορεμένες γυναίκες που κουνούσαν τα παιδιά τους στις κούνιες, ζευγάρια που ατένιζαν ευτυχισμένα την απέναντι πλευρά. Τηλεφωνήσαμε τον Ογούζ, είναι ο μοναδικός αδελφός που έχουμε αποκτήσει ποτέ μας, κρίμα που ζει τόσο μακρυά. Ηρθε αμέσως και φύγαμε για του Μουσταφά. Μας περίμενε στην είσοδο όπως πάντα και το τραπέζι μας ήταν ήδη σερβιρισμένο. Για κακή τους τύχη αποφασίσαμε ότι προτιμούσαμε να φάμε κολλημένοι στην ψησταριά.
Ο Αχμετ ψήνει επί δεκαεννέα χρόνια. Τις μέρες του ρεπό του πηγαίνει με την γυναίκα του να φάει σε ψησταριές. Η σχέση του με τη δουλειά του είναι σχέση πάθους. Τον χαζεύαμε να δουλεύει, αγνοώντας την αφόρητη ζέστη. Πιάσαμε κουβέντα, και σε μια στιγμή ζήτησε από τον Ογούζ να μας μεταφράσει κάτι που κανένας από τους Τούρκους που γνώρισα μέχρι σήμερα δεν τόλμησε ποτέ να ρωτήσει τόσο άμεσα "Στην Ελλάδα μας νοιώθετε εχθρούς σας;" Προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν πιο απλή "όσοι σας νοιώθουν εχθρούς δεν έχουν ζήσει ποτέ στην Τουρκία και δεν έχουν γνωρίσει Τούρκους, είμαστε τόσο ίδιοι" του είπα. Με αφόπλισε για μια ακόμη φορά , λέγοντας "δεν έχω ζήσει πουθενά αλλού παρά μόνο εδώ, αλλά δεν μπορώ να νοιώσω κανέναν εχθρό μου". Χαμογέλασα... "ο παππούς μου είχε έρθει από την Θεσσαλονίκη". Τελικά κάθε φορά , σε κάθε ταξίδι εκεί, γνωρίζουμε έναν ακόμη άνθρωπο που έχει ρίζες από δω. Οι αλύτρωτες , χαμένες πατρίδες δεν είναι αποκλειστικότητά μας αγαπητοί μου! Ξεσπιτώθηκαν και Τούρκοι με την ανταλλαγή ξέρετε. Κι αυτοί, σε αντίθεση με εμάς, ίσως δεν δουν ποτέ τη γη των παππούδων τους, καθώς απαιτείται βίζα για την είσοδό τους στην Ελλάδα.
Φάγαμε, και τί δεν φάγαμε, ήπιαμε και τι δεν ήπιαμε και φύγαμε πάλι τελευταίοι, αφού υποσχεθήκαμε στον Μουσταφά ότι θα ξαναπάμε στο επόμενο ταξίδι μας και στον Αχμετ ότι θα του φέρουμε ένα μπουκάλι με ελληνικό ούζο (μεταξύ μας το ρακί τους είναι καλύτερο)...
Περπατήσαμε, αγκαλιασμένοι κι οι τρεις (βλέπετε ο Ογούζ μας είχε πάλι πιει κατιτίς παραπάνω) μέχρι την πλατεία του Ταξίμ, γελώντας σαν παιδιά. Η Ιστικλάλ έσφυζε από ζωή παρά το προχωρημένο της ώρας, ήταν γεμάτη χαμογελαστά πρόσωπα και οπλισμένους αστυνομικούς που σε έκαναν να νοιώθεις απόλυτα ασφαλής παρά την κοσμοσυροή. Φάγαμε γλυκά και πήραμε ένα χαμογελαστό ταξί για το ξενοδοχείο.
Κοιμηθήκαμε με τον αέρα του Κεράτιου να δροσίζει το παράθυρο και με μοναδικό φως τα φώτα της πόλης. Ξυπνήσαμε το πρωί με τόσο ανάλαφρη ψυχή και με μία ευτυχία που μόνο στην Ιστάμπουλ μπορείς να νοιώσεις, με την μαγεία της πόλης να έχει καθαρίσει το μυαλό μας. Συνάντησα την Μελίζ, που με εσφιξε στην αγκαλιά της και με κράτησε για ώρα βουρκωμένη και σκέφτηκα πως με καμιά φίλη, από αυτές που μοιράστηκα μυστικά και προβλήματα δεν έχω μοιραστεί τέτοια αγκαλιά όλα αυτά τα χρόνια. Αν ζούσα εκεί, αν μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, η Μελίζ θα ήταν η πιο αγαπημένη μου φίλη, είμαι σίγουρη γι' αύτό.
Πήγαμε στο Εκθεσιακό από το Μπακιρκιόι, ο Δημήτρης ήθελε να οδηγήσουμε δίπλα στην θάλασσα, μας έχει λείψει πολύ εδώ άλλωστε. Περάσαμε έξη ατέλειωτες ώρες ψάχνοντας ενδιαφέροντα πράγματα και διαπραγματευόμενοι, και συναντήσαμε τον Τζεμ και τον Ερντάλ. Ο Τζεμ δεν ήταν πολύ καλά, το βράδυ μάθαμε από τον Ερντάλ ότι ο πατέρας του είναι πολύ άρρωστος. Λυπήθηκα αφάνταστα, είναι πολύ νέος άνθρωπος κι από ότι έχω καταλάβει αρκετά καλλιεργημένος.
Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο με το ίδιο πάντα χαμόγελο, είναι αδύνατο να μην χαμογελάς όταν είσαι στην Πόλη... Είναι τόσο μαγική, τόσο απίθανο το κάθε της σημείο που πραγματικά δεν την χορταίνεις ποτέ. Το βράδ,υ ο Ερντάλ με τη γυναίκα του ήρθαν και μας πήραν με τον Ογούζ για φαγητό. Φάγαμε σε μία ψαροταβέρνα με θέα τον Κεράτιο, το πιο νόστιμο ψάρι που έχω φάει τον τελευταίο καιρό... Ο Δημήτρης βέβαια λέει, ότι και πετρέλαιο θα έπινα στην Ιστάμπουλ, ποτέ δεν έχω πει ότι δεν μου αρέσει κάτι. Καταλήξαμε σε ένα μπαρ στο Ταξίμ, παρόλη τη βαβούρα και το ότι έχω χρόνια να πάω σε μπαρ, το διασκέδασα και παραδόξως το άλλο πρωί το κεφάλι μου ήταν πεντακάθαρο, παρά τα κοκτέηλ , αγνώστου σύνθεσης που ήπια.
Την Κυριακή το πρωί ξυπνήσαμε με μία ακαθόριστη θλίψη, το οξυγόνο της Πόλης τελείωνε, φεύγαμε και ποτέ δεν είναι αρκετές οι μέρες που περνάμε εκεί. Από την άλλη, σε κάθε ταξίδι, την λατρεύω περισσότερο, πονάω όλο και πιο πολύ στον αποχωρισμό μου από αυτή. Περάσαμε από το πατριαρχείο, με όλη εκείνη τη συγκίνηση που νοιώθουμε κάθε φορά που μπαίνουμε στην εκκλησία που παντρευτήκαμε, και που δυστυχώς είναι τόσο μακρυά μας. Μιλώντας μετά με τον Δημήτρη, διαπιστώσαμε ότι κάναμε τις ίδιες σκέψεις "άραγε όλα αυτά τα φώτα ήταν αναμμένα την μέρα του γάμου μας", "αυτοί οι ψάλτες δεν έψαλαν κι εκείνη τη μέρα; "
Κατεβήκαμε με το αυτοκίνητο στο Μπεσικτάς, περπατήσαμε στην παραλία, χαζέψαμε στο υπαίθριο παζάρι και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής με εμένα να κοιμάμαι μέχρι το Εντίρνε , ποτέ δεν κοιμάμαι όταν πάμε, κοιμάμαι πάντα όταν φεύγω, δεν αντέχω αυτή τη φυγή, δεν θέλω να την ζω...
Γυρίσαμε στους τέσσερις (επακριβώς, ούτε ένας παραπάνω) τοίχους μας, μέσα στην απόλυτη σιωπή και ξαναείδαμε την "Πολίτικη Κουζίνα" νοσταλγώντας ήδη την Πόλη που αφήσαμε πίσω... Εκλαψα για μια ακόμη φορά, λες κι είχα γεννηθεί εκεί, λες κι είχα εγώ παίξει στις γειτονιές της...
Συζήτησα κάτι με τα παιδιά το Σάββατο το βράδυ. Κάτι που είχα σκεφτεί την προηγούμενη μετά την συζήτηση με τον Αχμετ... Αν γίνει ποτέ πόλεμος, αν υπάρξει ποτέ κάποιο επεισόδιο, πως θα αντέξω την αγωνία για τους φίλους που λατρεύω και με λατρεύουν εκεί; Και γιατί θα πρέπει να με πονάει ο χαμός οποιουδήποτε άγνωστου ή πολύ περισσότερο αντιπαθούς Ελληνα κι όχι των φίλων μου; Οσο το δουλεύω καταλήγω πάντα στην κουβέντα που ο Αζίζ Νεσίν είχε πει στον Σερντάρ όταν ήταν παιδάκι "δεν υπάρχουν καλά και κακά έθνη, υπάρχουν άνθρωποι"....

Wednesday, May 17, 2006

Πονάω...

Γράφω και σβήνω και ξαναγράφω και ξανασβήνω... Να δω πόσες φορές θα το κάνω αυτό ακόμα. Τόσος πόνος, που ανηφορίζει το στήθος μου, φτάνει στο λαιμό, γίνεται λυγμός και ξεσπάει στα μάτια μου σαν θάλασσα αγριεμένη. Τον διέλυσα... Η κατηγορία κατάμουτρα. Οχι γιατί το έκανα στα αλήθεια, αλλά γιατί πολύ απλά, αυτό θέλει να πιστεύει. Αυτό τον βολεύει , αυτό τον κάνει να μην χρειάζεται να σκεφτεί τις ενοχές του. Πάντα έτσι αμυνόμαστε, πάντα έτσι νοιώθουμε δικαιωμένοι. 'Οταν αρνούμαστε να δούμε που φταίξαμε και η εύκολη λύση είναι ένα "με διέλυσες"...
Λοιπόν για να μην κάνω κι εγώ το ίδιο, ίσως πράγματι τον διέλυσα, ίσως πράγματι δεν ήμουν αυτό που έψαχνε. Τώρα τί; Απλά το βουλώνω και δεν απαντάω. Τον αφήνω να λέει, να με κατηγορεί, δεν απαντώ, δεν αμύνομαι, δεν κάνω τίποτε. Μόνο κλαίω. Είναι τόσο μίσος συσωρευμένο μέσα του, με μισεί με όλη τη δύναμη της ψυχής του κι αυτό δεν αλλάζει. Αλήθεια με αγάπησε ποτέ; Υπάρχει ποτέ περίπτωση η αγάπη να γίνει μίσος; Και πώς; Γιατί δεν μπορώ, δεν θέλω να δεχτώ ότι δεν με αγάπησε ποτέ του... Ψάχνω μέσα μου; Εχω μισήσει ποτέ κανέναν; Οχι, ποτέ. Μπορεί να θεωρούμαι κακιά, να έχω βλάψει, σίγουρα έχω βλάψει ανθρώπους αλλά όχι, δεν έχω μισήσει. Πάντα άλλωστε το μίσος το θεωρούσα ένα πολύ δυνατό συναίσθημα για να το σπαταλάω από δω κι από κει...
Δεν ξέρω τί να κάνω... Δεν είμαι στην Ελλάδα. Δεν μπορώ να τρέξω στη μαμά μου, να μείνω στις αδελφές μου το βράδυ... Δεν μπορώ να μιλήσω σε κανέναν, δεν μπορώ να πάρω το αυτοκίνητο και να ξεχυθώ στην Εθνική κλαίγοντας. Είμαι εγκλωβισμένη σε έναν ξένο τόπο, με έναν άνθρωπο που με μισεί, που και οι βαλίτσες μας ακόμα αδύνατο να μοιραστούν και δεν έχω κουράγιο να σηκωθώ από το γραφείο μου. θέλει να πάει σπίτι λέει για να ετοιμαστεί. Ποιό σπίτι; Προφανώς το δωμάτιο που μας φιλοξενεί τους τελευταίους μήνες; Για που να ετοιμαστεί; Προφανώς για Ελλάδα, ποτέ του δεν έφυγε τελικά από εκεί , πάντα εκεί νοσταλγούσε να βρίσκεται. Με βρίζει, με πονάει, τόσες κατηγορίες, άραγε στέκει καμία; Δεν μπορώ να απαντήσω τώρα , δεν μπορώ να σκεφτώ, μόνο να γράφω μπορώ.
Δεν θέλω να κουνήσει ο χρόνος από αυτή τη στιγμή, δεν θέλω να υπάρξει μετά και αύριο, δεν θέλω τίποτα, δεν θέλω να ξαναδώ κανέναν. Δεν θέλω να μιλήσω σε κανέναν. Με προκαλεί κατηγορώντας με. Θεέ μου βοηθησέ με να μην απαντήσω, βοήθησέ με να μην αμυνθώ, βοηθησέ με να μείνω βουβή.
Κάνε με να μην σκέφτομαι, να μην αναζητώ αλήθειες, να μην είμαι λογική, να μην ψάχνω πίσω από τις λέξεις. Δεν μπορώ να αντέξω τόσο μίσος, δεν μπορώ να το αντικρίζω κάθε λεπτό στα μάτια του, δεν μπορώ άλλο αυτή την παράνοια.
Αραγε μου χει ξανασυμβεί ποτέ; Οχι απ' όσο θυμάμαι. Ποτέ άλλοτε δεν θέλησα να πεθάνω μαζί με τον χρόνο σε μία καρέκλα. Ποτέ. Ποτέ άλλοτε δεν ένοιωσα τόσο απελπισμένη, με τόσο τσαλαπατημένη αξιοπρέπεια... Ποτέ.
Για όλα μικρή μου υπάρχει μία πρώτη φορά... για όλα....