Friday, July 13, 2007

Ζω βρε! :Ρ

Είναι εδώ οι γονείς μου... από την περασμένη Κυριακή. Ενθουσιασμένοι με την ομορφιά της φύσης, με τις νέες γι'αυτούς φάτσες, με την Μέτζυ και την εγκυμοσύνη της, με ό,τι καινούργιο βλέπουν τέλος πάντων. Κι εγώ, είμαι τόσο απίστευτα νευρική και κουρασμένη που ανυπομονώ να φύγουν για να ξαναβρώ τους "αντικοινωνικούς" ρυθμούς μου.
Αύριο θα πάμε στον Κεμάλ, στο βουνό , με ευχαριστεί η ιδέα να γνωρίσω ένα Πομάκικο χωριό.Να μην ξεχάσω να πάρω την φωτογραφική κοντά. Και μεθαύριο Σόφια και τέλος οι ξεναγήσεις.
Σε δύσκολη περίοδο ήρθαν , αλλά και πότε δεν είναι δύσκολα εδώ θα μου πείς. Καλές διακοπές σε όσους φεύγουν...

Wednesday, June 27, 2007

Ερωτηματικό

Ναι κάτι δεν πάει και τόσο καλά. Σαν να έχω βομβαρδιστεί με τόννους από αρνητική ενέργεια. Οχι σαν, έχω! Προσπαθώ να συνεχίσω να σκέφτομαι το ίδιο πράγμα που σκέφτομαι κάτι χρόνια τώρα... "όταν είμαι ήρεμη, όταν δεν νοιώθω αρνητικά για τον άλλο, όταν δεν κάνω κακίες, όταν δεν νοιώθω μίσος, θα εισπράξω μόνο θετικά πράγματα". Μαλακισμένες σκέψεις ή μήπως δεν είναι? Να βράσω την αυτοκυριαρχία και την ηρεμία μου. Δεν με προστατεύουν από την αρνητική ενέργεια των άλλων. Οσο ήρεμη, ψύχραιμη, καλή είμαι, τις ίδιες φάπες τρώω που έτρωγα και πριν από χρόνια, πριν μάθω να δουλεύω με τον εαυτό μου (ή να δουλεύω τον εαυτό μου, τεσπά).
Και ανακαλύπτω ότι όλη αυτή η δουλειά με τα εσώψυχα της αφεντιάς μου, έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα, η κακή συμπεριφορά των όποιων άλλων , απλά να με κομματιάζει. Και βεβαίως δεν αντιδρώ, δεν φωνάζω, δεν ανταποδίδω, απλά τα μαζεύω μέσα μου και το παίζω ανώτερη. Ναι το παίζω. Γιατί αν ήμουν, πολύ απλά δεν θα με πονούσε τόσο.
Και σήμερα έχω πάθει και το άλλο στραβό κι ανάποδο. Εκτός από το ότι ψυχολογικά είμαι ένα κουρέλι, στο μυαλό μου τριγυρίζουν σαν ερινύες όλα τα περιστατικά που με πόνεσαν και δεν αντέδρασα. Ολες οι συμπεριφορές που ολόψυχα συγχώρεσα. Ολες αυτές, που δεν μπορούσα να συγχωρήσω και προτίμησα να κάνω πως τις ξεχνάω. "Και τί κάνουν που τριγυρίζουν?" θα ήταν η σωστή ερώτηση. Με κλειδώνουν περισσότερο. Οχι, δεν μισώ, δεν νοιώθω κακία, απλά τσαντίζομαι με μένα που τις ανέχτηκα, που άφησα τόσα πράγματα να περάσουν στο ντούκου. Γιατί όχι, δεν ήμουν ανώτερη, αν πραγματικά ήμουν, τώρα δεν θα επέστρεφαν να μου χτυπήσουν την πόρτα. Θα τα είχα πραγματικά αφήσει στην άκρη.
Μάλλον έχασα ό,τι δούλευα τόσα χρόνια ή ίσως ποτέ δεν ήμουν αρκετή για τόση καλοσύνη, τα τελευταία χρόνια... Να βίζνταμ...

Monday, June 18, 2007

Βαρέθηκα

Σας βαρέθηκα!
Ολους εσάς που νομίζετε ότι είναι απλό να τη μου τη φέρετε επειδή είμαι γυναίκα.
Ολους εσάς που νομίζετε ότι θα τρομάξω επειδή είμαι ξένη.
Ολους εσάς που με μισείτε ακριβώς επειδή είμαι γυναίκα και ξένη.
Ολους εσάς που σας κομπλάρει το ότι βγάζω περισσότερα από σας.
Ολους εσάς που σας ενοχλεί το ότι γεννήθηκα σε μια χώρα , λιγότερο μπάχαλο από τη δική σας.
Βαρέθηκα!
Τα κομπλεξ σας.
Τις ανέραστες ζωές σας.
Τα στερημένα από κάθε άποψη νειάτα σας και τα μίζερα γεράματά σας.
Την μειονεξία σας.
Την κακία σας.
Το δηλητήριο που χρόνια τώρα πηγάζει μέσα σας, σαν να το θηλάσατε από τη μάνα σας.


Παρότι σας βαρέθηκα,
λέω να μην σας περάσει.
Ακριβώς επειδή είμαι γυναίκα και η μόνη πουτανιά που εσείς γνωρίζετε,
είναι αυτή του σώματος.
Ακριβώς επειδή είμαι ξένη και δεν με πειράζει καθόλου να αναγκαστώ να φύγω.
Ακριβώς επειδή βγάζω περισσότερα από εσάς και δεν τα ρισκάρω για χάρη σας.
Ακριβώς επειδή γεννήθηκα σε μια χώρα, που το μπάχαλό της,
με έχει μάθει να αντιμετωπίζω σαν πρόκληση τα μεγαλύτερα μπάχαλα.

Και σας αφήνω για λίγο ακόμα να τα απολαύσετε,
Τα κόμπλεξ σας, γιατί δεν μπορείτε χωρίς αυτά.
Τις ανέραστες ζωές σας, γιατί δεν έχετε μάθει να είστε ερωτεύσιμοι,
Τα στερημένα νειάτα σας, γιατί δεν σκέφτομαι να χαραμίσω και τα δικά μου,
Την μειονεξία σας, γιατί χωρίς αυτή είστε ανασφαλείς,
Την κακία σας γιατι την δουλεύετε χρόνια μέσα σας,
Το δηλητήριό σας, γιατί είναι αίμα σας πια και δεν έχω ρεζέρβα για μεταγγίσεις.

Σας αφήνω να εκτοξεύετε απειλές,
Σας αφήνω να δημιουργείτε εντυπώσεις,
Σας αφήνω να πιστεύετε ότι με τρομοκρατήσατε,
Όχι μόνο γιατί δεν θέλω να σας στερήσω την γελοία χαρά σας,
Αλλά και γιατί στην μπαχαλοχώρα μου, έχουμε μια παροιμία...
«Οποιος γελάει τελευταίος, γελάει καλύτερα!»


Thursday, June 14, 2007

Ο Πύριν λέει την ιστορία του...


Η μαμά μου, η Ρίλλα, ήταν μια Μπούλγκαρσκα Οβτσάρσκα*. Της πλάκας οβτσάρσκα δηλαδή, μιας και ποτέ δεν συνόδεψε κοπάδι. Παρ' όλα αυτά καμάρωνε πολύ για την ράτσα της. Οταν ήμουν μικρός μου έλεγε, ότι το γένος της, πουθενά αλλού στον κόσμο δεν το βρίσκεις και θα πρεπε κι εγώ να είμαι περήφανος. Κατά το ήμισυ ασφαλώς περήφανος, μισές δουλειές δηλαδή.

Τριγυρνούσε πάντα εδώ η μαμά μου, στα σύνορα, αλλά δεν μπορούσε να ταξιδέψει στην Ελλάδα αν και πολύ θα το ήθελε. Βλέπετε, ούτε μικροτσίπ είχε, ούτε διαβατήριο, αμφιβάλλω για το αν την πήγε ποτέ κανένας στον γιατρό. Ετσι η μαμά ήταν ελεύθερη και ανεξάρτητη. Το καλό αυτό, να λέγεται. Την τάιζαν και οι τελωνειακοί όταν ακόμα δούλευαν εδώ. Μην φανταστείτε τώρα τίποτα κροκκέτες και φιλετάκια, κανένα ξεροκόμματο ψωμί και αυτό ήταν όλο. Τριγύριζε και στα πρώτα βρωμοκαφενεία μετά τα σύνορα και όλο και κάτι μάζευε.

Μια μέρα, καλοκαίρι ήταν,ζέστη πολύ, οι τελωνειακοί και οι συνοριοφύλακες ή άλλαζαν βάρδιες ή είχαν πάρει τον υπνάκο τους, η μαμά κατάφερε και πέρασε σαν κυρία, κάτω από τα παράθυρα των γκισέ. Βρέθηκε στο σημείο εκείνο, που μεσολαβεί με τα γκισέ των Ελλήνων. Οχι, δεν θα έφτανε ως εκεί, εκείνοι οι φύλακες δεν κοιμόνταν. Εβρισε την τύχη της που πάλι δεν θα έκανε το ονειρεμένο ταξίδι. Ετοιμάστηκε να γυρίσει πίσω, με την ουρίτσα της κάτω από τα σκέλια , τόσο δέος της προκάλεσε ότι ήταν έξω από τα δικά μας σύνορα.

Και τότε τον είδε! Ερχόταν προς το μέρος της με την ουρά του όρθια , όχι καλέ τσιγκελωτή όπως την έχουν οι Οβτσάρσκες της οικογένειας της μαμάς. Ηταν όμορφος λέει. Μεγάλος, επιβλητικός σαν λύκος. Τόσο όμορφος που η μαμά ξέχασε ότι βρίσκεται σε ουδέτερο έδαφος, σκαστή, και κάθισε και τον περίμενε. Ηταν ξένος, δεν ήταν δικός τους, θα έπρεπε να φοβηθεί η μαμά. Αλλά κάτι η ζέστη, κάτι το δέος της , βήμα δεν έκανε. Αχ και πόσο τρυφερά της φέρθηκε. Πόσο καλός ήταν μαζί της. "Κρίμα" της είπε, που δεν είχε φέρει μαζί του και τις κροκέτες του να την κεράσει. "Κρίμα", είπε κι η μαμά, κι ας μην ήξερε τί είναι οι κροκέτες. Για να το λέει ο Λυκάκος, κάτι καλό θα ήταν.

"Ηταν τόσο όμορφη, τόσο σπάνια, τόσο διαφορετική" της είπε "που θα μπορούσε να περάσει τη ζωή του μαζί της". Κι η μαμά χαμήλωσε τα μάτια (ευτυχώς τα σκυλιά δεν κοκκινίζουμε ποτέ) και κούνησε την τσιγκελωτή ουρίτσα της συνεσταλμένα. "Τί κρίμα τόσο όμορφη σκυλίτσα να τριγυρνάει μόνη της , αλλά και πόσο δυνατή είναι, που μπορεί να επιβιώνει χωρίς αφεντικό σε έναν τόσο φτωχό τόπο". Η μαμά μου τον άκουγε σαν μαγεμένη. Πόσα ήξερε αυτός ο Λυκάκος! Και πώς να μην ήξερε δηλαδή, για κοτζάμ τελωνείο δούλευε! Δεν της είπε ασφαλώς ότι ήταν τόσο αστυνομικός όσο κι αυτή Οβτσάρσκα, δηλαδή είχε κι αυτός αναδουλειές, σαν πόσοι κακοποιοί θα περνούσαν κυριλέ τα σύνορα στις μέρες μας? Χάθηκαν τα βουνά?

Αλλά η μαμά μαγεύτηκε. Και τίποτα δεν μπορούσε να την συνεφέρει. Σουρούπωσε κι ο Λυκάκος αποχαιρέτησε τη μαμά, παρά μόνο σαν άκουσε να φωνάζουν το όνομά του. "Ηταν τόσο γελοίο όνομα!" έλεγε μετά η μαμά, "ακούς εκεί Ντίκ! Οι Οβτσάρσκες μόνο ονόματα βουνών έχουμε, τί περίμενα κι εγώ από έναν Ντίκ!".

Της έδωσε υπόσχεση ο Ντίκ, αύριο, την ίδια ώρα, όταν οι φύλακες θα άλλαζαν βάρδιες ή θα έπαιρναν τον υπνάκο τους, θα την συναντούσε στο ίδιο σημείο. Και κάτι ακόμα, μεγάλο, της υποσχέθηκε. Σιγά σιγά , θα κατάφερνε να πείσει τα αφεντικά του και θα την έπαιρνε μαζί του, στην Ελλάδα. "Και πώς θα το κάνεις αυτό?" τον ρώτησε η μαμά. "Θα σε πάρω μαζί μου και δεν θα τους αφήσω να σε διώξουν" της είπε γεμάτος σιγουριά.

Συναντήθηκαν και την επόμενη μέρα , και την μεθεπόμενη, η μαμά περνούσε πια τα γκισέ με άνεση, οι φύλακες ακόμα κι αν δεν κοιμούνταν, την άφηναν, ήξεραν ότι μόλις σουρουπώσει η Ρίλλα θα γυρίσει. Κάποια μέρα ο Ντίκ της είπε την πολυπόθητη κουβέντα "ήρθε η ώρα Ρίλλα μου, να σε πάρω μαζί μου! Τώρα μαζί, θα φτάσουμε στα δικά μας σύνορα και θα δεις πως θα σε καλοδεχτούν τα αφεντικά μου! Με αγαπάνε τόσο που θα λατρέψουν και σένα! Εκεί να δεις φιλετάκι και κροκέτες!"

Η Ρίλλα και χάρηκε και φοβήθηκε. Κάτι περίεργο της συνέβαινε τελευταία, η κοιλιά της είχε γίνει τεράστια, μάλλον θα έκανε μωρά, τα μωρά του Ντικ της. Ναι, έπρεπε να τον ακολουθήσει, αλλιώς πώς θα κουβαλούσε τα μωρά στις απογευματινές τους συναντήσεις και που θα τα άφηνε; Και ξεκίνησαν.Δίπλα - δίπλα! Ο λυκάκος ο Ντικ με τα όρθια αυτιά και η οβτσάρσκα η Ρίλλα με την τσιγκελωτή ουρίτσα. Κι έφτασαν στα γκισέ των Ελλήνων.

Η μαμά μου, κάθε φορά σταματούσε σε αυτό το σημείο της διήγησής της. Πόσες φορές δεν μου ' χε πει την ιστορία της. Με αυτή με μεγάλωσε και με αυτή πέθανε εκείνο το χειμώνα που το χιόνι έφτασε το μισό μέτρο. Επερνε ανάσα βαθιά και συνέχιζε μετά...

Μόνο που τα αφεντικά του Ντικ, καθόλου δεν χάρηκαν με την έγγυο οβτσάρσκα που κουβαλούσε μαζί του. Μα καθόλου σας λέω! Κακήν κακώς άρχισαν να της πετούν πέτρες και να της λένε κάτι "ξουτ βρωμόσκυλο". Η μαμά στην αρχή το πέρασε παιχνίδι, έτρεχε να πιάσει τις πέτρες. Οταν όμως μία την πέτυχε στην κοιλιά της, ο Ντίκ βρέθηκε δεμένος με αλυσίδα να κλαίει και το "ξουτ" να συνεχίζεται, κατάλαβε ότι για καλό δεν ήταν όλο αυτό. Τό βαλε στα πόδια, όσο τρέχοντας μπορούσε με τέτοια κοιλιά και γύρισε στην πατρίδα της.

Ούτε που σκέφτηκε να ξαναπεράσει κάτω από τα γκισέ, αν ο Ντικ την αγαπούσε όσο έλεγε, ας ερχόταν αυτός, αυτή τέτοια λαχτάρα δεν ξαναπάθαινε. "Ευτυχώς Πύριν" μου έλεγε "που δεν έμαθα και στα φιλετάκια! Αντε να ξαναπλησίαζα ξεροκόμματο μετά". Ο Ντικ βέβαια δεν ήρθε ποτέ, μάλλον κι αυτός δεν ξαναπέρασε τα γκισέ, πολύ φοβάμαι ότι ακόμα δεμένος είναι.

Κι έτσι κι εγώ, που γεννήθηκα λίγο μετά την βόλτα της μαμάς στην Ελλάδα, δεν γνώρισα ποτέ τον πατέρα μου. Του χρωστάω βέβαια την μακρυά μου μούρη και τα όρθια αυτιά μου, αλλά μόνο αυτά έχω από κείνον. Εγώ δεν περνάω ποτέ κάτω από τα γκισέ και κανένα ταξίδι στην Ελλάδα δεν ονειρεύομαι. Κάθομαι εδώ, μετά και το τελευταίο δικό μας γκισέ, δεν εχει πια και τελωνειακούς να με ταϊζουν. Χαζεύω τα αυτοκίνητα που έρχονται, τους Ελληνες πεζούς και σκέφτομαι ότι κατά το ήμισυ είναι πατριώτες μου. Τους ποζάρω κιόλας, που ξέρεις, μπορεί ο Ντικ να με δει σε καμιά φωτογραφία και να δει τί όμορφο γιό έχει! Ααα, αν κανένας από τους Ελληνες έχει όρεξη, του λέω και την ιστορία μου, έτσι όπως μου την έλεγε η μαμά Ρίλλα. Και ψάχνω μια Μπούλγκαρσκα Οβτσάρσκα, που μόλις με δει, θα σκεφτεί πόσο διαφορετικός, όμορφος και δυνατός είμαι και θα δεχτεί να εγκαταλείψει το κοπάδι και να μείνει εδώ, στα σύνορα, μαζί μου.

Φοβάμαι ότι δεν θα την βρώ, όλες οι δικές μας, ονειρεύονται να περάσουν τα σύνορα...
* Βουλγαρικός Ποιμενικός

Tuesday, June 12, 2007

Βλέποντας ειδήσεις

Η απόδημη Ελληνίς παρακολουθεί τις ειδήσεις των 21:00 στην ΕΡΤ Sat και πέφτει πάνω σε ένα "εκπληκτικό" ρεπορτάζ για μία έρευνα, σχετικά με την ακαταλληλότητα των παιδικών παιχνιδιών. Ακολουθεί ο εξής διάλογος, με τον επίσης απόδημο σύζυγο που παίζει στην κουζίνα :
Γ: Μωρό μου, η ζωή μας στην Βουλγαρία, είναι ένα παιδικό παιχνίδι τελικά !
Δ: ?????
Γ: Με βάση την έρευνα καλέ!
Δ: ?????
Γ: Εεεε, τα περιέχει όλα! Βία, Φόβο, Χυδαίες φράσεις, Σεξ και... Ναρκωτικά!
Δ: Τα ναρκωτικά πού τα είδες?
Γ: Ελα μωρέ, το 0,7% είναι μόνο!!!!!!

Friday, June 08, 2007

Η φωτιά

Σε πονάνε τόσο οι άνθρωποι. Πόσο με είχαν απογοητεύσει όλον αυτό τον καιρό. Οταν τους είδα να τρέχουν σαν να καιγόταν το σπίτι τους, κατάλαβα ότι μέσα τους υπάρχει ακόμα κάτι. Κάτι που είχαν και οι ίδιοι ξεχάσει. Αυτοί, που απεργούν μετά τα διαλείμματα, αυτοί που φεύγουν κρυφά ό,τι ώρα τους καπνίσει, αυτοί που σε κοιτάζουν γεμάτοι μίσος όταν τους πιέσεις λίγο, αυτοί ήταν που σήμερα έπεσαν κυριολεκτικά μέσα στη φωτιά για να προστατέψουν κάτι που τελικά ίσως και να νοιώθουν δικό τους.
Οι δικές μου εντολές ήταν «όλοι έξω κι αφήστε το να καεί μέχρι να έρθει η πυροσβεστική, μην υπάρχει ούτε ένας μέσα». Τις παράκουσαν, ακολούθησαν την «εντολή» που έδινε ο Δημήτρης παλεύοντας με τους πυροσβεστήρες. Η Μέτζυ κολλημένη δίπλα του, με το ζόρι η Λίνα κι η Πόλια την έφεραν στο γραφείο και μου είπαν κλαίγοντας ότι «ο σέφε αρνείται να βγει έξω».
Μετέφεραν όλα τα εμπορεύματα στην άλλη πλευρά, άδειασαν και τους εικοσιεννέα πυροσβεστήρες που έφταναν από όλα τα τμήματα με μια αλυσίδα από χέρια που σχημάτισαν μόνοι τους. Και μετά άγνωστο πως και από που, οι ξυλουργοί κουβάλησαν μπιτόνια με νερό που τα πετούσαν μέσα στη φωτιά. Η Πόλια για να βγάλει τον «σέφε της» από μέσα, δέχτηκε να πει το ψέμα μου «η σέφκα δεν είναι καλά». Κι όταν είδα τον Δημήτρη κατακόκκινο με το δέρμα αρπαγμένο να βγαίνει, ανάσανα για πρώτη φορά με ηρεμία, τί κι αν δεν με άκουσε και ξαναέτρεξε δίπλα στα «παιδιά του».
Ο Δημήτρης ζητούσε βρεγμένα πανιά για τα πρόσωπα όσων προσπαθούσαν κι ο Μπλαγκόι έτρεξε να βρει μία μάσκα για τον σέφε του και μόνο. Ξέφευγαν από τα μάτια μου για να ξαναμπούν μέσα, τους μετρούσα στο προαύλιο κι έλεγα «μα καλά, πόσοι έμειναν μέσα?»
Η πυροσβεστική άργησε αλλά ήρθε , τέλος καλό, όλα καλά. Μια γαζώτρια ορκιζόταν ότι δεν θα ξανακαπνίσει κι ο Πλάμεν πάτησε το τσιγάρο του μπροστά μου, λέγοντας «από σήμερα σέφκα, τέλος». Οχι παιδιά, δεν έφταιγαν τα τσιγάρα σας. Δεν ξέρω πως θα είμαστε την Δευτέρα, δεν ξέρω αν μπορώ να τους αγαπήσω όσο παλιά, δεν ξέρω αν μπορούν κι αυτοί να με αγαπήσουν άλλωστε. Αλλά σήμερα θέλω από την καρδιά μου να τους ευχαριστήσω και να πω ότι μετά από πολύ καιρό, με την δύναμη και την θέλησή τους, με έκαναν να τους ξανανοιώσω «παιδιά μου». Τουλάχιστον το αγαπάνε τούτο το ρημάδι, δεν είναι λίγο αυτό...

Tuesday, June 05, 2007

Το νέο μας μαξιλάρι!



Ενα νέο μαξιλάρι για μπαμπού πολυθρόνα. Το "τοπ-μόντελ" Μέτζυ, μας επιδεικνύει και άλλες πιθανές χρήσεις του :ΡΡΡ (Δεν είναι μια κούκλα το παιδί μου???)

Thursday, May 31, 2007

Για την ΑΜΑΛΙΑ

"Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του»(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)
«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007).
Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της.Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες ινοσάρκωμα.Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια και επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Πέρα από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο.Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον όρκο που έδωσαν στον Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας»Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα.

Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΠΑΡΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία").

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

Wednesday, May 30, 2007

Ο Μάιος μας έσκισε (φεύγοντας), εμπρός βήμα ταχύ (δικό του του γκαντέμη)

Θέλετε να πείτε ότι είμαι ΕΓΩ γκαντέμω? Οχι, όλη η γκαντεμιά ανήκει στη Βουλγαρία και μου την δανείζει όποτε μπορεί!
Αφού χαλαρώσαμε (τί καλά) τρεις μερούλες στο Βελινγραντ, γυρίζουμε και βρίσκουμε όλα τα απίθανα! Να και μερικά παραδείγματα:

- Τα τηλέφωνα ακόμα κομμένα ! Δέκα μέρες ολόκληρες, το καλώδιό μας κλεμμένο. Ναι , ναι , εκείνο το ίδιο που πέρσι με τις πλημμύρες είχε φτάσει Ελλάδα μέσω Εβρου. Τηλέφωνο στον διευθυντή, απάντηση "πάρτε τις βλάβες σας παρακαλώ", ανταπάντηση του εκνευρισμένου υπαλλήλου μας "δεν δοκιμάζετε να πάρετε εσείς μήπως σας απαντήσουν"? Τηλέφωνο στις βλάβες, που επιτέλους μετά από ολόκληρη τη συμφωνία του Μπετόβεν απαντούν "και τί να σας κάνουμε?θα περιμένετε να φέρουμε νέο καλώδιο από το Πλόβντιβ". Αν δηλαδή το έφερναν από Μόσχα πόσες μέρες θα θέλαμε? Απάντηση της εξαγριωμένης πλέον μεταφράστριάς μου "μήπως ξεχνάτε ποιός πληρώνει τους μισθούς σας ζώα?".
Και όχι, τα "ζώα", που κατάφεραν να εκνευρίσουν ακόμα και Βούλγαρους (οι οποίοι σπανιώς εκνευρίζονται), δεν πτοήθηκαν! Οπότε σήμερα το πρωί, στον Δημήτρη ξύπνησε ο Ελληνάρας (αχ πώς τον ζηλεύω), κατέβηκε στην πόλη έτοιμος για ανακαίνιση στα γραφεία του ΜΠΕ-ΤΕ-ΚΑ (ο ΟΤΕ βουλγαριστί) και ως διά μαγείας, το συνεργείο, μετά του καλωδίου κατέφθασε αμέσως, ο δε διευθυντής τηλεφωνούσε γεμάτος αγωνία να ρωτήσει αν τακτοποιήθηκαν όλα.
- Χθες το πρωί ο Νάσκο, μπαίνει στο γραφείο ουρλιάζοντας ότι μέσα σε έναν λάκκο με κατράμι έχει πέσει ένα από τα σκυλιά μας. Τελικά (με ανακούφιση να πω την αμαρτία μου) ανακαλύπτουμε, ότι δεν είναι δικό μας, αλλά ένα σκυλί επισκέπτης, πολύ άρρωστο, που ερχόταν εδώ κι έτρωγε από τα δικά μας. Προτείνω να φωνάξω τον Ράντι για ευθανασία, έτσι κι αλλιώς είναι χάλια. Αρρωστο και δυό μέρες στην πίσσα. Ο μπαρμπά Ιβάν, λέει ότι κανένα ζώο δεν αξίζει τέτοιο θάνατο και το βγάζει με τα χίλια ζόρια από την πίσσα. Ο σκυλάκος πέθανε αμέσως μόλις τον έβγαλαν. Σαν να είχε κρατήσει τις δυνάμεις του μέχρι εκεί.
- Η βροχή που έπεφτε μανιωδώς όσο εμείς, αμέριμνοι κάναμε τα ιαματικά μας μπανάκια εκεί ψηλά στο βουνό, δεν καθυστέρησε μόνον τις εργασίες αποκατάστασης των τηλεφωνικών γραμμών. Πέρασε όλη κάτω από το ταλαίπωρο εργοστάσιό μας και ταρακούνησε το δεντράκι μας , που τριάντα χρόνια τώρα γνώρισε αλλαγές καθεστώτων, προσωπικού, χειμώνες άγριους, "τρυφερότητα" από τα σκυλάκια μας και τα αλογάκια μας. Κι αφού τα γνώρισε όλα αυτά, χθες το απόγευμα γνώρισε και το τεράστιο στόμα μου σχηματισμένο σε ένα "αααααααααααα" όταν το αντίκρυσα στην κατάσταση που βλέπετε. Επί του παρόντος, ψάχνουμε τον άνθρωπο που θα το κόψει, αν τον βρούμε φτύστε με. Να δείτε ότι θα αναγκαστώ να κουβαλήσω τον Κεμάλ με όλο τον εξοπλισμό του ξυλοκόπου, πριν γκρεμιστεί και το κτίριο.
Και για να μην λέτε ότι η γκαντεμιά μας σταματάει εδώ και "λίγα πάθαμε, πώς κάνω έτσι η κομπλεξική?", η υπεύθυνη προσωπικού βρίσκεται στο νοσοκομείο με ηπατίτιδα. Η νοσοκόμα του εργοστασίου (ναι, έχουμε και τέτοια βάσει νόμου), μου εξήγησε ενώ την κοιτούσα σαν ηλίθια , ότι η ηπατίτιδα της Ελλης, δεν είναι αυτή η επικίνδυνη που μεταδίδεται με την σεξουαλική επαφή, αλλά με πολύ απλούς τρόπους, συνεπώς να μην ανησυχώ!!! Λες και υπήρχε περίπτωση να έχω σεξουαλική επαφή με την Ελλη , η οποία σημειωτέον, έχει να δει αντρικό όργανο από την τελευταία βάφτιση αγοριού που παρέστη. Κι όταν άρχισα να τσιρίζω, ότι "αυτοί οι απλοί τρόποι μετάδοσης με ανησυχούν", μου εξήγησε ότι αφού ακόμα δεν έχω κιτρινίσει, δεν έχω υψηλό πυρετό , αιμορραγίες και φρικτούς πόνους δεν τίθεται θέμα φόβου. "Βέβαια γκοσπόζα, όλα αυτά θα σας συμβούν στο τελικό στάδιο, εφόσον νοσείται!" Μου πρότεινε να κάνω ένα εμβόλιο αλλά μόλις την ρώτησα για την σύνθεσή του απάντησε "εγώ πάντως δεν θα το κάνω, ίσως μου προκαλέσει αλλεργία". Πάνε και τα έξη λέβα που πλήρωσα να το αγοράσω, το ζώον. Τεσπά , ως πρώτο μέσο διάγνωσης, μας μοίρασε σήμερα κάτι χαρτάκια (τα κάναμε μαζική παραγγελία να βολευτούν και οι εκατόν τόσοι), τα οποία λέει πρέπει να κατουρήσουμε. Κάτι σε τεστ εγκυμοσύνης μου θύμισε αυτό και τα μισώ τα τεστ εγκυμοσύνης και την αγωνία τους να κάνουν ροζ γραμμούλες. Αντιπρότεινα εγώ να μην το κάνω, αλλά να τσεκάρω κάθε μέρα εάν τα ούρα μου μοιάζουν με μπύρα (άλλη ατάκα της χάι νοσοκόμας αυτή), γιατί κάτι τέτοιο θα αποδεικνύει ότι νοσώ. Δεν μου είπε μόνον τί μπύρα, μαύρη, κόκκινη, ξανθή, λέτε να έχει σημασία?
Κι επειδή πολύ αστεία τα πήρα όλα τα παραπάνω, λέω και το τελευταίο στραβό, που μας πόνεσε πολύ. Προχθές την νύχτα, το ένα από τα μωρά-σκυλάκια μας, ο Λιούμπο μας, χτυπήθηκε από αυτοκίνητο , κατά τα λεγόμενα του φύλακα. Ειλικρινά εύχομαι να είναι ψέματα (αφού πτώμα δεν είδαμε) και να το έκλεψαν. Το προτιμώ από το να σκέφτομαι ότι ο πανκ-Λιούμπο μας άφησε έτσι. Δεν αντέχω να βλέπω την δίδυμη αδελφούλα του την Λίλια, να τριγυρνάει μόνη της με αυτό το πονεμένο βλέμμα. Κοιμόταν πάντα ξαπλωμένη στα πόδια του. Και δεν αντέχω να βλέπω τον Δημήτρη που πονάει πολύ κι ας μην το λέει γιατί ο Λιούμπο ήταν ο αγαπημένος του.
Περαστικά μας , περαστικά μας...

Monday, May 21, 2007

Το μπογαλάκι

Φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα της Ανατολίας. Το μαντήλι της μαύρο. Πολύχρωμα μόνο τα απλωμένα κουρέλια γύρω της. Το βλέμμα της δεν το έβλεπες, το μαντήλι ήταν κατεβασμένο χαμηλά στα μάτια της. Διέκρινες το απλωμένο χέρι κι ένα μπογαλάκι στα χέρια της, ήταν παιδί? Ακόμα κι αν ήταν παιδί, ήταν τυλιγμένο σε πολύχρωμα υφάσματα, φτηνά υφάσματα , τίποτε δεν φαινόταν εκτός από αυτά
Καθισμένη στην σκιά του τεράστιου κτιρίου, σε ένα παράδρομο της Ιστικλάλ, με παρακάλια και ευχές , έβγαζε ή δεν έβγαζε το ψωμί της. Δεν διέφερε σε κάτι από τις δικές μας τσιγγάνες, όλου του κόσμου τις τσιγγάνες, που προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή σου, να αποσπάσουν ένα κέρμα, λέγοντας ευχές και – γιατί όχι?- βρίζουν όταν προσπερνάς χωρίς να τις κοιτάξεις.
Πέρασα μπροστά της τέσσερις, πέντε φορές, όλο το πρωί, και κάθε φορά που διαπίστωνα πως ακόμα ήταν εκεί, προσπαθούσα να καταλάβω τί ήταν το ακίνητο, πολύχρωμο μπογαλάκι στα χέρια της. Αδύνατον... Οι διαβάτες περνούσαν από μπροστά της αγνοώντας την οι περισσότεροι, δεν είναι η μόνη τσιγγάνα – ζητιάνα της Πόλης, δεν είναι τίποτα πρωτότυπο ώστε να κλέψει την προσοχή τους. Κι αυτή καθισμένη οκλαδόν, προσπαθούσε απλά να προστατευτεί από τον ήλιο. Σου έδινε την εντύπωση, ότι από συνήθεια μιλούσε, από συνήθεια ζητιάνευε.
Αργά το απόγευμα βρισκόμουν καθισμένη έξω από ένα μπαρμπέρικο, στην άλλη γωνιά της πλατείας, αρκετά μακρυά από τον παράδρομο της Ιστικλάλ. Κάπνιζα και χάζευα τις χιλιάδες κόσμου που περπατούσε στον δρόμο, παρατηρούσα τα πρόσωπά τους, τα ρούχα τους, το ανακάτεμα των πολιτισμών. Είναι μάλλον αδύνατο , στην Πόλη των είκοσι εκατομμυρίων κατοίκων, να συναντήσεις δεύτερη φορά την ίδια μέρα ένα άτομο, πόσο περισσότερο πέντε ή έξη φορές. Κι όμως...
Πέρασε μπροστά μου. Περπατούσε αργά, και στην πλάτη της βρισκόταν το πολύχρωμο μπογαλάκι της. Τα δευτερόλεπτα που βρέθηκε ακριβώς μπροστά μου, το πολύχρωμο μπογαλάκι κάρφωσε πάνω μου δύο τεράστια μαύρα μάτια , ένα διερευνητικό ύφος που μόνο σε παιδί δεν μπορούσε να ανήκει. Δεν θα ήταν δύο χρονών. Καθόταν σφιγμένο ατάραχα σε ένα αυτοσχέδιο μάρσιπο από πολύχρωμα υφάσματα ,στην πλάτη της μητέρας του (ήταν άραγε η μητέρα του?), και παρατηρούσε με τα τεράστια αμυγδαλωτά του μάτια το πλήθος. Το μόνο που έβλεπες (και που σε έκανε να καταλάβεις ότι όχι, δεν είναι μπογαλάκι), ήταν το πρόσωπό του. Το κεφάλι του ήταν καλυμμένο με ένα κόκκινο εμπριμέ μαντηλάκι, μια σταλιά κοριτσάκι μαντηλοφορεμένο.
Η τσιγγάνα προχώρησε, σκέφτηκα ότι θα ήθελα να τις φωτογραφίσω, αλλά δεν πρόλαβα και η μικρή γύρισε το κεφάλι της πίσω κι εξακολούθησε να με καρφώνει με τα μάτια της, μέχρι που χάθηκαν στο πλήθος. Οχι, δεν χαμογελούσε όπως όλα τα μωρά του κόσμου. Αυτό το βλέμμα, ήταν ένα βλέμμα, που δεν βλέπεις σε παιδιά. Δάκρυσα. Αυτό το παιδί, που με διάλεξε για να ακουμπήσει το βλέμμα του, τόσο επίμονα επάνω μου, θα μεγάλωνε στον δρόμο. Κι εγώ, που τόσο με κομμάτιασε το βλέμμα του, δεν θα μεγάλωνα ποτέ , κανένα παιδί. Χάιδεψα ενστικτωδώς τον «Αλλάχ» που κρεμόταν στον λαιμό μου και σκέφτηκα ότι , εκείνη η γυναίκα, που δεν φορούσε ένα τέτοιο κόσμημα αν και μουσουλμάνα, που δεν είχε την δυνατότητα να ταξιδεύει τα Σαββατοκύριακα όπου ήθελε , είχε κάτι που εγώ δεν θα είχα ποτέ, δυό τεράστια παιδικά μάτια που θα την κοιτούσαν με αγάπη.
Και μετά από αυτό , ήθελα να φύγω, να βρεθώ μακρυά από την Πόλη που καθρεφτιζόταν στα μάτια εκείνης της μικρής, ήθελα να κρυφτώ στο καβούκι μου, να μην βλέπω τίποτε που θα μου θύμιζε εκείνο το βλέμμα. Γυρίσαμε ξημερώματα, ταξιδεύοντας μέσα στην βροχή και ξάπλωσα για μία ώρα στο κρεββάτι μου. Βούλιαξα σε έναν ύπνο βαθύ, μακρυά από την Πόλη και τα χρώματά της, αφήνοντας εκεί το βλέμμα που με πόνεσε. Αλλά το βλέμμα της μικρής δεν με άφησε. Ηρθε στον ύπνο μου, μόνο που δεν το φορούσε πια ένα μπογαλάκι, αλλά μια ισχνή μελαχροινή μικρούλα με κοντά μαύρα μαλλιά, ντυμένη με σιέλ ρουχαλάκια, μια μικρούλα που είχε κάπου ξεχάσει το μαντηλάκι της...

Thursday, May 17, 2007

Ολα πάνω στην άμμο χτίζονται...


Τίποτα, δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα .

Oλα πάνω στην άμμο χτίζονται.

Mα εγώ θα χτίσω πάνω στην άμμο,

σαν να 'τανε η άμμος... πέτρα!


Εχω την εντύπωση ότι αυτό προσπαθώ να κάνω καθημερινά εδώ. Να χτίσω πάνω στην άμμο, έχοντας την απαίτηση, η άμμος να συμπεριφερθεί σαν πέτρα. Μα καλά καλά, δεν μπορεί να συμπεριφερθεί σαν χώμα, άμμος είναι. Πόσο περισσότερο να γίνει πέτρα...Μάταιος αγώνας ?


Saturday, May 12, 2007

Ο σταθμός

Ο Λιούτοβ, ο ζωγράφος δεν υπάρχει πιά και το έργο δεν πωλείται. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να το χαζεύω... Νοιώθω ότι βρίσκομαι κι εγώ στον ηλιόλουστο σταθμό.

Friday, May 11, 2007

Γκρρρρρρρρρρρρρ

Τα δέκατα τα πρωτοπήρα χαμπάρι την Δευτέρα. Η αλήθεια είναι ότι το Σάββατο το απόγευμα, γυρίζοντας στο ξενοδοχείο, ένοιωθα λιωμένη, το απέδωσα στο ταξίδι, την έλλειψη ύπνου και την αυξημένη κατανάλωση πράσινου Εφέ, οπότε έκανα ένα μπάνιο, ντύθηκα και επανέλαβα. Δεν έχουν πει ότι τα εγκαύματα τα γιατρεύεις με στάχτη?
Την Κυριακή, η διαδρομή με κούρασε, αλλά σκέφτηκα ότι μάλλον το ταξίδι και τα όσα είχαμε να κάνουμε ήταν μεγάλα για να στριμωχτούν σε δύο μέρες όλες κι όλες.
Την Δευτέρα το πρωί, έβαλα θερμόμετρο. Ενοιωθα απλά εξαντλημένη, τίποτα περισσότερο, με λίγο περισσότερο ύπνο θα έστρωνα, σωστά? Αμ δε...
Δευτέρα με Πέμπτη, τα δέκατα επέμεναν, παρακεταμόλες, ελαφρά αναλγητικά , απλά ηρεμούσαν λίγο τους πόνους στα πόδια μου. Χθες το απόγευμα το θερμόμετρο έδειξε το γνωστό 37.3, αλλά δεν ένοιωθα και πολύ καλά. Μέχρι να μαζέψω κινητά, τσιγάρα και τον λοιπό εξοπλισμό και να ανέβω στο διαμέρισμα, ένοιωσα ότι καίγομαι. Ντους στα γρήγορα και χώθηκα στο κρεββάτι, κρύωνα απίστευτα παρ’ όλη την ζέστη. Ανοιξα το «ημερολόγιο ενός μάγου», που ενθουσίασε τον Δημήτρη, αλλά στην δεύτερη κιόλας σελίδα διαπίστωσα ότι ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ, σε αυτό το χάλι δεν θα μπορούσα να διαβάσω ούτε Σούπερ Κατερίνα, πόσο μάλλον Κοέλιο! Ιδρωσα, απαίσιος ιδρώτας και μετά βυθίστηκα σε μια περίεργη κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, όπου σκεφτόμουν διάφορα περίεργα... Παρακεταμόλες, νοστιμότατο φαγητό που ο Δημήτρης – να’ναι καλά- μαγείρεψε, κι ας του έκανα παρατήρηση πως δεν ξέρει να «παίζει» με τα μπαχαρικά.
Κοιμήθηκα μάλλον ήρεμα, παρ’ όλους τους ομηρικούς καυγάδες της σκυλοοικογένειας (είναι όλα μα όλα σε οίστρο αυτές τις μέρες και πέφτει Το ξεμάλλιασμα , ή μάλλον το ξεμάτωμα!).
Και ω τί ευτυχία σήμερα το πρωί! Ξύπνησα και καθώς πήγα να σηκωθώ, ανακάλυψα ότι η μέση μου πονούσε αφόρητα, δέκα χρόνια πριν είχα ξανανοιώσει τέτοιο απαίσιο πόνο. Πώς συνέβη χωρίς να την έχω καταπονήσει καθόλου? Ούτε βάρη σήκωσα, ούτε απότομες κινήσεις έκανα...
Δεν μου αρέσει, καθόλου δεν μου αρέσει αυτό το χάλι. Ειδικά σήμερα που έρχεται το Λενιώ μου (ενάμιση χρόνο την ψήναμε να έρθει στον παράδεισο!). Είναι κι αυτό το κερατένιο προβληματάκι, που υπάρχει χρόνια και ουδείς μπορούσε να προσδιορίσει αν και πότε θα μου χτυπήσει την πόρτα. Είναι λογικό κάθε φορά που κάτι νοιώθω στη μέση μου ή στα πόδια μου να με πιάνει μια –τόση δα- φοβία.
Είναι και το ότι είναι τόσο δύσκολη η υπόθεση «γιατρός» εδώ. Οι γιατροί σπάνια μιλάνε αγγλικά (συνήθως ξέρουν το «may we discuss in English?» και μόλις απαντήσεις θετικά, χάνουν τα λόγια τους). Εχω την «κακιά» συνήθεια να βομβαρδίζω με ερωτήσεις τους γιατρούς που με εξετάζουν, ακόμα και για τα πιο απλά πράγματα, η πληθώρα γιατρών στην οικογένεια ευθύνεται γι’αυτό, το ξέρω. Εδώ λοιπόν δεν μπορώ να ρωτήσω. Ακόμα κι αν η μεταφράστρια μεταφράσει ό,τι ρωτήσω, δεν θα μπορέσει να μεταφράσει την απάντηση. Για να μην αναφέρω την απίθανη περίπτωση που ενώ έκανα υπέρηχο, ο ακτιλονόγος λόγω δικού του προβλήματος υγείας, μιλούσε ψιθυριστά στην γραμματέα του (η μόνη που μπορούσε να τον καταλάβει), αυτή στην μεταφράστρια κι η μεταφράστρια σε μένα!
Μάλλον όμως δεν θα τον γλυτώσω αύριο τον γιατρό, δεν υπάρχει λόγος να το αναβάλλω άλλο. Να ηρεμήσει κι ο Δημήτρης που ανησυχεί υπέρ του δέοντος. Περαστικά μας...

Thursday, May 10, 2007

Καλά δεν είναι ούτε κάν 30?

Επειδή είμαι πολύ ζηλιάρα ώστε να μείνω απέξω, και όλοι πολύ ευγενικοί ώστε να αφήνουν στα μπλογκ τους ανοιχτή την πρόσκληση για όσους θέλουν να απαντήσουν στο Ερωτηματολόγιο του Προύστ...
1. Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Να μπορώ να αναγνωρίζω τις ευτυχισμένες στιγμές.
2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Το δεύτερο ξυπνητήρι που χτυπάει με διαφορά μιας ώρας από το πρώτο!
3. Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Χθες βράδυ, όταν η κουμπάρα μου, μου έστειλε την απάντηση της RENAULT σε επιστολή Ελληνα, με θέμα «Arhidia kivotio»
4. Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;
Αγχώδης , αγχώδης, αγχώδης
5. Το βασικό ελάττωμά σας;
Βλ. Απάντηση Ν.4
6. Σε ποια λάθη δείχνετε μεγαλύτερη επιείκεια;
Σε αυτά που γίνονται για πρώτη φορά.
7. Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Δεν τίθεται θέμα ταύτισης
8. Ποιοι είναι οι ήρωες σας σήμερα;
Ανθρωποι, που κάνουν αυτό που θέλουν, όπως το θέλουν, αδιαφορώντας για το τί θα πουν οι άλλοι και κυρίως, χωρίς να βλάψουν κανέναν (παρ’εκτός τον εαυτό τους ίσως).
9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Αυτό στην Ιστάνμπουλ, το οποίο επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς καμία φορά να μοιάζει με την προηγούμενη.
10. Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Πολλοί, αλλά πρώτα απ’ όλους ο Αζίζ Νεσίν.
11. Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άνδρα;
Το θηλυκό μυαλό του :P
12. ... και σε μια γυναίκα;
Να μην λειτουργεί σαν συμπλήρωμα ενός άντρα

13. Ο αγαπημένος σας συνθέτης
Γκόραν Μπρέγκοβιτς
14. Το τραγούδι που σφυρίζετε, κάνοντας ντους;
Θεωρείται τραγούδι το «Δημήηηητρηηηηη, πετσέταααααααααα»?
15. Το βιβλίο, που σας σημάδεψε;
Εχω την τάση, να ταυτίζομαι με τα βιβλία που αγαπώ, συνεπώς δεν είναι μόνον ένα.
16. Η ταινία, που σας σημάδεψε;
Ομορφα χωριά, όμορφα καίγονται...
17. Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Μονέ
18. Το αγαπημένο σας χρώμα;
Το μπλέ, το γαλάζιο , το σιέλ
19. Ποια θεωρείτε ως μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Το ότι επιτέλους έμαθα να εξαντλώ όλα τα ενδεχόμενα, πριν μιλήσω.
20. Το αγαπημένο σας ποτό;
Tanqueray με σόδα
21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Που βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι
22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;
Τη βία, σε όλες της τις πιθανές μορφές (και νομίζω ότι είναι αμέτρητες οι άτιμες)
23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Να διαβάζω (όχι αυτά που γράφω:Ρ)
24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Να μην μπορώ να περπατήσω (καθόλου αβάσιμος)
25. Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Στους πελάτες που με τον τρόπο τους ΑΠΑΙΤΟΥΝ να μην ακούσουν την αλήθεια.
26. Ποιο είναι το μόττο σας;
Το έργο μπροστά μας , δεν είναι ποτέ τόσο μεγάλο, όσο η δύναμη μέσα μας
27. Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Σε αεροπορικό δυστύχημα
28. Εάν συναντούσατε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Αν (λέμε αν) τον συναντούσα, κάτι θα σκεφτόμουν
29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεσθε αυτό τον καιρό;
Σας αρέσει η φρουτοσαλάτα???

Thursday, May 03, 2007

Ταξίδι στον Παράδεισο...

Αύριο, αυτή την ώρα, θα ταξιδεύω για τον Παράδεισό μου... Θα με περιμένουν ανοιχτές αγαπημένες αγκαλιές και χαμογελαστά κυματάκια, θα συναντήσω τη θάλασσα. Θα με προϋπαντήσουν χαμόγελα τεράστια, έτοιμα να ενωθούν με το δικό μου και να σκορπίσουν πάνω από είκοσι εκατομμύρια ανθρώπων. Για μια ακόμη φορά θα νοιώσω ότι ανήκω εκεί, και ότι αυτό το "εκεί", μου ανήκει.
Σήμερα ένοιωσα άπειρες φορές ότι κουράστηκα να διοχετεύω ενέργεια σε λάθος τόπο, με λάθος αποδέκτες, σε λάθος χρόνο.
Αύριο, μεθαύριο, την Κυριακή, θα νοιώσω άπειρες φορές την αγάπη να με αγκαλιάζει κι εγώ να την σκορπάω τριγύρω μου, σε πολύβουα δρομάκια, κάτω από τεράστιες γέφυρες, σε πάρκα απέραντα, όπου οι οικογένειες γαλήνιες θα κάνουν το καθιερωμένο τους πικνίκ.
Θα με τυλίξει η απλότητα του κόσμου, η απλότητα της ζωής, που τόσο σύνθετη πρέπει να είναι, ώστε να μην μπορώ ποτέ να την αποκτήσω... Και η ψυχή μου θα προσπαθήσει μέσα σε σαρανταοκτώ ώρες, να γιατρέψει πληγές, να ξεχάσει κακίες και μικρότητες, μηνών ολόκληρων. Δικές μου πληγές και κακίες δικές μου.
Θα χαμογελάω, δεν θα είμαι απότομη, δεν θα κλειδώνω τις λέξεις μου στο μυαλό μου. Δεν θα κοιμηθώ, δεν υπάρχει τίποτα να αποφύγω με τον ύπνο και ούτε λεπτό να χάσω από την ζωή.
Ποτέ άλλοτε δεν ανυπομονούσα τόσο, να δω την Πόλη φωτισμένη μπαίνοντας...

Georgiovden

Η ημέρα του Αγίου Γεωργίου, είναι μία από τις μεγαλύτερες γιορτές για την Βουλγαρία, γιορτάζεται με μεγαλύτερο ενθουσιασμό από ότι και η μέρα του Πάσχα. Η Βουλγαρική "εκδοχή" του ονόματός μου, Γκεργκάνα, έχει λοιπόν την τιμητική της στις 6 Μάη. Για καλή μου τύχη, εκείνη την μέρα θα βρίσκομαι εκτός και θα αποφύγω τις σούβλες. Είναι ωστόσο, τόσο χαρακτηριστικά τα έθιμα των Βούλγαρων για την μέρα εκείνη, έπηρεασμένα και από την πολύχρονη Τουρκική κατοχή τους (βλ. κουρμπάν), αλλά και τόσο παλιά, ώστε σήμερα να φαντάζουν εντελώς αναχρονιστικά, που αξίζει τον κόπο να σας "βάλω στο κλίμα", παραθέτοντας μια (όσο το δυνατόν πιο πιστή), μετάφραση από ένα κείμενο του Λιουμπεν Μπογιάνωβ, σχετικό με την Γκεοργκίοβντέν.
Στην Βουλγαρία, υπάρχουν πολλά έθιμα και γιορτές, σχετικά με την ημέρα του Αγίου Γεωργίου (Georgiovden). Γιορτάζεται, στις 6 του Μάη, αν και υπάρχουν πολλές ημερολογιακές αλλαγές στην Ορθόδοξη θρησκεία (πολλές ονομαστικές εορτές, έχουν αλλάξει ημερομηνίες, εδώ και καιρό.)
Ο Αγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος (Sveti Georgi “Pobedonosez”) αγιοποιήθηκε για τα έργα του. Συνήθως απεικονίζεται να ιππεύει ένα άσπρο άλογο, και να σκοτώνει με το δόρυ του τον Δράκο. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Δράκος ήταν απειλή για τους βοσκούς και τα κοπάδια τους, και κάθε φορά έκλεβε ένα ζώο. Οι βοσκοί ήταν απελπισμένοι. Κατόπιν εμφανίστηκε ο Αγιος Γεώργιος και σκότωσε τον Δράκο.
Από εκείνη τη μέρα, οι βοσκοί γιορτάζουν κάθε χρόνο τον Αγιο Γεώργιο και κάνουν kurban, την σφαγή δηλαδή ζώων , σαν θυσία στον Αγιο. Σε κάθε σπίτι στα χωριά, σφάζεται ένα αρνί. Πριν από αυτό, το κεφάλι του αρνιού στολίζεται με λουλούδια και διαβάζεται μια προσευχή. Ολες οι πόρτες του χωριού, καλύπτονται με λουλούδια. Νωρίς το πρωί, οι άνθρωποι πηγαίνουν στα ποτάμια για να πλυθούν. Αυτή τη μέρα πρέπει επίσης να ζυγιστούν («pretegliam se”)- αυτή είναι η «μοναδική» μέρα που οι άνθρωποι (σύμφωνα με το θρύλο), ελέγχουν το βάρος τους. Υπάρχει μια ακόμα παράδοση, οι άνθρωποι να πηγαίνουν στις κούνιες ("lyulka") την μέρα αυτή.
Η ημέρα του Αγίου Γεωργίου , μερικά χρόνια μετά την ανεξαρτησία της Βουλγαρίας, καθιερώθηκε ώς η μέρα του Στρατού. Στο παρελθόν, εκείνη τη μέρα γίνονταν στρατιωτικές παρελάσεις. Τα τελευταία χρόνια, αυτή η συνήθεια επανέρχεται.

Sunday, April 22, 2007

Μια κούκλα για μια κούκλα!

Εξω από το Capali Carsi της Πόλης, σε ένα από τα δρομάκια που οδηγούν στο Misir Carsisi, υπάρχει ένα μικρό παιχνιδομάγαζο. Το ανακάλυψα την πρώτη φορά που ταξίδεψα εκεί και απέκτησα την Αυσιέν. Μια τεράστια κατάμαυρη κουκλίτσα, με μαύρα γυαλιστερά μαλλιά και απίστευτο ύφος. Σύντομα απέκτησε νέα μωρουδιακά ρούχα, μιας και αυτά που φορούσε ήταν "του ιδρύματος", όπως αποκαλούμε το μαγαζί. Τα ρούχα της τα αγοράζω πλέον από καταλόγους, μιας και δεν αντέχω το ύφος των πωλητριών όταν λέω "αυτό είναι μεγάλο" και προσπαθούν να με πείσουν ότι το μωρό θα μεγαλώσει και δεν θα του κάνει.
Στο δεύτερο ταξίδι ξαναπέρασα από το μαγαζάκι, στο οποίο ποτέ δεν ξέρω πως θα φτάσω, το ψάχνω πάντα για ώρες και κατά τύχη το βρίσκω, και η οικογένεια συμπληρώθηκε από τον Ασλάν, το ταίρι της Αυσιέν. Μαζί έφερα και την Φατιμά που προοριζόταν να σταλεί δώρο σε μία φίλη. Η Φατιμά πέρασε τους πρώτους μήνες της ζωής της στην Ελλάδα, κλεισμένη σε μία ντουλάπα, περιμένοντας να βρω τον χρόνο να την στείλω στην παραλήπτριά της. Ναι, είμαι τόσο αμελής, που παρότι την είχα υποσχεθεί, η Φατιμά βγήκε από την ντουλάπα της μετά από επτά περίπου μήνες και τότε νοιώθοντας φοβερές τύψεις και απέναντί της (για την παραλήπτρια της, τις είχα νοιώσει καιρό), την έβγαλα, την στόλισα και την κράτησα.
Την επομένη του γάμου μας, τριγυρίζαμε ώρες ξανά στα στενάκια της αγοράς για να βρούμε τον Σερχάν, το ταίρι της Φατιμά, που πέρασε όσα πέρασε, δεν χρειαζόταν να μείνει και μόνη! Οπου πετυχαίναμε παιχνιδομάγαζα κι ο Δημήτρης αναστέναζε με ανακούφιση, εγώ πείσμωνα περισσότερο λέγοντας "μα κοίτα τι άσχημες που είναι, πρέπει να βρούμε το δικό μας!". Και το βρήκαμε, και γέλασε ο Τούρκος πωλητής που μας θυμήθηκε, τουρίστες πελάτες να τον θυμούνται κάθε τόσο δεν είχε σίγουρα ξαναδεί.
Οταν φύγαμε από την Ελλάδα, οι βαλίτσες μας ήρθαν με φορτηγό, αλλά το μικρό μας διθέσιο είχε παραταγμένη πίσω από τα καθίσματά μας, την τετράδα της συμφοράς, έτοιμη προς μετανάστευση. Οχι, δεν μπήκαν σε βαλίτσα, ταξίδεψαν καμαρωτοί καμαρωτοί, και όταν φτάσαμε κι αρχίζαμε να κατεβάζουμε τα πράγματά μας, κοιτούσαμε δεξιά κι αριστερά, μην μας δουν οι Βούλγαροι αγκαλιά με τα τέσσερα αραπάκια μας.
Η παραλήπτρια της Φατιμά, πρόσφατα είχε μια μικρή περιπέτεια, κι όταν το έμαθα, οι τύψεις μου που τότε είχα δείξει τόση αμέλεια ξαναξύπνησαν. Ψάχνοντας την αντζέντα μου, ξετρύπωσα την διεύθυνσή της , σημειωμένη πρόχειρα τότε που ήθελα να της την στείλω. Από την άλλη όμως, και η Φατιμά, έχει πλέον την ζωή της εδώ, αποκλείεται να την έστελνα. Σκέφτομαι ότι σε ένα μήνα θα βρεθώ στην Πόλη και πάλι, θα έχω ένα πρωινό ελεύθερο και άρα αρκετό χρόνο για να τον φάω ψάχνοντας το παιχνιδομάγαζο. Και είμαι σίγουρη ότι θα βρεθεί άλλη μια μικρή αραπίνα που θα πιστέψω ότι μου μίλησε όταν θα σταθώ μπροστά της. Το ονομά της δεν το ξέρω ακόμα, οι κούκλες πάντα μου ψιθυρίζουν τα ονόματά τους όταν τις συναντώ. Αλλά είμαι σίγουρη ότι θα είναι η πιο τυχερή κούκλα του κόσμου, γιατί θα την στείλω στην πιο γλυκειά κουκλομαμά του κόσμου. Νινάκι ετοιμάσου!

Friday, April 20, 2007

Η μέρα των παιδιών

Σήμερα ήρθε η πρόσκληση από το Ιδρυμα για την Μέρα των παιδιών. Την περίμενα , πώς και πώς, ελπίζοντας ότι ίσως κάνουν την γιορτή Κυριακή, αφού η 23η είναι Δευτέρα. Μετά θυμήθηκα ότι για τους Τούρκους είναι έτσι κι αλλιώς αργία η 23η, η μέρα των παιδιών γιορτάζεται παντού, δεν έχουν λόγο να μεταφέρουν την εκδήλωση.
Είμαι ευτυχής που πέρσι ήμουν εκεί, που είδα ζωγραφισμένα προσωπάκια, άκουσα παιδικές φωνούλες να τραγουδούν, είδα παιδάκια να παίζουν θέατρο και να ζωγραφίζουν τοίχους!
Φέτος λοιπόν δεν θα είμαι μαζί τους, δεν θα ξαπλώσω στο γρασίδι, ούτε θα δω άν τα διδυμάκια μας έχουν κάνει πρόοδο στο σκάκι. Το ίδρυμα «χτυπήθηκε» σκληρά από την αρχή αυτού του χρόνου, αλλά «ηρωικά αντιστέκεται» όπως λέει ο Αλί και τελικά θα κάνει την καθιερωμένη του γιορτή και φέτος.
Αλλος ένας χρόνος που κερδίζουμε χαμόγελα σε παιδικά πρόσωπα λοιπόν, παππού Αζίζ! Εύχομαι να το καταφέρνουμε κάθε χρόνο, για να αναπαύεσαι ήρεμος κάτω από τα παιδικά ποδαράκια που τρέχουν και χοροπηδούν. Να περάσετε καλά μωρά μου... μου λείψατε...




Thursday, April 12, 2007

Η ταμπέλα

Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, η αδελφή μου μετακόμισε σε νέα περιοχή. Πηγαίνοντας συχνά - πυκνά να την δω, χάζευα τον δρόμο και τις ταμπέλες. Μην γελάσετε, αλλά βρίσκω περιοχές και δρόμους που έχω ξαναπεράσει, ακριβώς επειδή θυμάμαι τις ταμπέλες των μαγαζιών. Και ασφαλώς χάνομαι εξίσου εύκολα, αν μια ταμπέλα αλλάξει, ή ένα μαγαζί κλείσει και ούτω καθ' εξής.
Το μάτι μου λοιπόν τότε έπεφτε κάθε , μα κάθε, φορά σε κάποια συγκεκριμένη ταμπέλα. Αγνωστο γιατί, την είχα αποστηθίσει. Οταν πριν από τρία χρόνια, γνώρισα τον διαδικτυακό "αδελφό μου" σε κάποιον σέρβερ, όταν μου είπε σε ποιά περιοχή έχει μαγαζί, του είπα "μήπως σε λένε Ταδόπουλο?". Ο κακομοίρης, ήταν έτοιμος να κάνει φορμάτ στον δίσκο του, να ψάξει για κάμερες, νόμισε ότι μιλούσε με άτομο απευθείας από την ΕΥΠ. Ούτε που φανταζόταν ότι τον γνώριζα ήδη πέντε χρόνια, από την ... ταμπέλα του.
Σήμερα ο μπρό μου ετοιμάζεται να αποχωριστεί την περιοχή, την ταμπέλα του και μερικά χρονάκια της ζωής του (καθόλου λίγα). Και ξέρω ότι παρ' όλο ο ίδιος το θέλησε και το αποφάσισε τον πονάει. Μπορεί και να θυμώσει που κάνω πόστ την ταμπέλα του, αλλά ελπίζω να την κρατήσει για να την βλέπω που και που, ή αν πρόκειται να την πετάξει να μου την χαρίσει. Είμαι σίγουρη ότι θα κρατήσει τις ευχάριστες αναμνήσεις και θα πετάξει ότι τον πόνεσε από αυτή, οικογενειακό μας προσόν άλλωστε αυτή η τακτική.
Και βέβαια όπως καταλάβατε, ήδη σκέφτομαι ότι την επόμενη φορά που θα επισκεφτώ την αδελφούλα μου, είναι πολύ, μα πολύ πιθανό να χάσω τον δρόμο...
Καλή αρχή μπρο!

Saturday, March 31, 2007

Η ζωή

Μη μου ζητάς τραγούδια,
χθεσινά ξαναφορεμένα.
Mην ψάχνεις τα φεγγάρια,
τα παλιά τα περπατημένα.

Η ζωή
ξεκινά δυνατά
και πατά
σ'άλλους γαλαξίες,
συγχωρεί
τους πολύ τολμηρούς
τους τρελούς και τις αξίες.
H ζωή
τρέχει μ'έτη φωτός,
ο καιρός δεν την τρομάζει,
προχωρεί
και γι'αγάπες παλιές
ούτε που το κουβεντιάζει.

Μη μου ζητάς θυσίες,
αρκετές έκανα για σένα,
έχω πολλές αιτίες,
που κρατώ το αύριο για μένα.

(Δεν ξέρω πώς το θυμήθηκα αυτό σήμερα...)