Monday, March 21, 2011

Πόσο κάνει αυτό το τετράδιο?

- Μπαμπά, πόσο κάνει αυτό το τετράδιο?
Η φωνούλα είναι παιδική, διστακτική. Γυρίζω να δω. Ενας αδύνατος μικρούλης, όχι πάνω από επτά - οκτώ, με έξυπνη φατσούλα, σχετικά καλοντυμένος. Δεν είναι όμορφος, μπορείς να τον πείς ασχημούλη. Δίπλα του, ένα ακόμα μικρότερο κοριτσάκι. Η αδελφούλα του προφανώς.
- Μπαμπά, πόσο κάνει αυτό το τετράδιο?
Εξακολουθεί να ρωτάει διστακτικά, περιμένοντας απάντηση. Η φωνή του δεν έχει ανέβει ούτε ένα τόνο. Κοιτάζω τον πατέρα. Απροσδιορίστου ηλικίας, κρατάει την μικρή από το χέρι. Δεν τον λες φτωχό, αλλά δεν είναι και λεφτάς. Στην Βουλγαρία, είναι πολύ απλό να ξεχωρίζεις με ένα βλέμμα τον φτωχό και τον πλούσιο. Δεν χρειάζεται να τους κοιτάξεις πάνω από μισό λεπτό.
- Μπαμπά, πόσο κάνει αυτό το τετράδιο? για τρίτη φορά η ερώτηση.
Εχω σταθεί σαν στήλη άλατος μπροστά στο ράφι, δεν κάνω βήμα, θέλω να βάλω τα κλάμματα. Ο μικρός σίγουρα ξέρει να διαβάζει νούμερα, μπορεί να δει την τιμή μόνος του. Αρα η ερώτησή του, είναι ένας έμμεσος τρόπος να δείξει στον μπαμπά του ότι θέλει αυτό το τετράδιο. Ο πατέρας, ή δεν τον ακούει, ή προσποιείται ότι δεν τον ακούει, για τους δικούς τους λόγους. Δεν έχω δει καν ποιό τετράδιο θέλει ο μικρός.
- Μπαμπά, πόσο κάνει αυτό το τετράδιο? τέταρτη φορά, ίδιες λέξεις, ίδιος τόνος. Ούτε ίχνος παιδικού εκνευρισμού, επειδή δεν λαμβάνει απάντηση.
Μου έρχεται να του κάνω δώρο το τετράδιο. Μόνο και μόνο για να μην ξανακούσω την ερώτηση. Καταπίνω την έντονη επιθυμία μου να κλάψω γοερά, μπροστά σε ένα ράφι με τετράδια. Είναι χαζό αυτό που μου συμβαίνει. Μην πω βλακώδες. Ο μπαμπάς του δεν είναι κουτός, αν ήθελε τετράδιο θα του το αγόραζε. Πολύ ορθά, αγοράζει μόνο ότι χρειάζονται και δεν υποκύπτει στην έμμεση απαίτηση του μικρού. Τα ξέρω όλα αυτά, κάπως έτσι με μεγάλωσαν οι δικοί μου γονείς και τους ευγνωμωνώ γι' αυτό. Βέβαια εγώ, δεν θα ρωτούσα ποτέ " πόσο κάνει το τετράδιο" , γιατί πολύ απλά ήξερα πως θα το αγοράσω μόνο όταν το χρειαστώ πραγματικά. Κοινώς, δεν έπιαναν ποτέ τέτοιες έμμεσες ερωτήσεις, στην περίπτωσή μου.
- Μπαμπά, πόσο κάνει αυτό το τετράδιο?
Ξεκολλάω από το ράφι και προχωράω γρήγορα. Αν το ακούσω άλλη μια φορά, θα κλάψω. Δεν μπορώ να το ακούσω πάλι. Είναι σαν να μου σκάβει την ψυχή η ερώτηση. Ξαφνικά γίνομαι κι εγώ επτά, μπαίνω "στα παπούτσια" του μικρούλη και ξέρω ότι θα του πάρει ώρες να ξεχάσει το τετράδιο. Ισως το ονειρευτεί κιόλας. Θυμάμαι (όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), το κουβαδάκι και τα φτυαράκια της παραλίας, που πάντα ονειρευόμουν. Πού ποτέ δεν απέκτησα. Γιατί ποτέ δεν ζήτησα, ενδεχομένως.
Τους ξαναπετυχαίνω στο ταμείο. Η μικρούλα κρατάει μια τσάντα με ό,τι αγόρασαν. Ο μπαμπάς την ακολουθεί και ο μικρούλης έχει πάψει πια να ρωτάει, πόσο κάνει το τετράδιο. Περπατά πίσω από τον πατέρα του, χωρίς να μιλάει. Είναι εμφανές ότι δεν απαντήθηκε η ερώτησή του.
(Πότε θα πάψουν να με πονούν οι παιδικές ανεκπλήρωτες επιθυμίες???)

Tuesday, March 15, 2011

Το σπασμένο παράθυρο

Ενα παιδί έντεκα χρονών, πετάει μια πέτρα και σπάει το παράθυρο του σχολείου.
Οι δάσκαλοι καλούν τους γονείς.
Οχι για να συζητήσουν μαζί τους το πρόβλημα.
Οχι, για να δουν τί οδηγεί το παιδί σε αυτή την συμπεριφορά.
Οχι, για να προτείνουν το πως θα βοηθηθεί το παιδί.
Τους καλούν για να ζητήσουν 50 λέβα.
Τόσο κοστίζει το παράθυρο. Το παιδί τους το έσπασε. Πρέπει να το πληρώσουν.
Το παιδί θα ξανασπάσει παράθυρα.
Θα το ξανασκάσει από το σχολείο.
Οι γονείς θα το ρωτάνε κάθε μέρα τί φταίει.
Θα δίνουν για κάθε παράθυρο το ένα πέμπτο του μισθού τους.
Το παιδί, δεν θα απαντάει.
Γιατί δεν ξέρει τί του φταίει.
Αν ήξερε, δεν θα το έκανε. Σωστά?
Κάποιες φορές, η καθημερινότητα αυτής της χώρας, με πονάει σαν μαχαιριά...

Friday, March 11, 2011

Για γέλια (μην σου πω και για κλάμματα!)

Νέος πελάτης, επιμένει ότι θέλει όλη η μεταξύ μας επικοινωνία να γίνεται με φαξ. (Πάλι καλά που δεν ζήτησε και τέλεξ!). Εξηγούμε ότι όλη μας η επικοινωνία, με όλους τους πελάτες, γίνεται μόνο ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ. Γιες, έχει μέηλ ο εν λόγω πελάτης, αλλά από το πραγματικά πολυπληθές προσωπικό του, δεν το χρησιμοποιεί κανένας! Το έχει μάλλον για μόστρα. Εξηγούμε επίσης, ότι προς αποφυγή λαθών, θα πρέπει οι παραγγελίες να μην είναι χειρόγραφες.
Προχθές τηλεφωνεί μία υπάλληλός του, τον Δημήτρη.
- Το φάξ το λάβατε????
- Οχι!
- Μα το στείλαμε!
- Σας είπα ότι πρέπει να στέλνετε μέηλ. Τέλος πάντων, ξαναστείλτε το.
Παίρνουμε το πολυπόθητο φαξ. Μια παραγγελία κακογραμμένη στα ελληνικά, με σχεδιάκια πάνω (λες και είμαστε κρετίνοι και πρέπει να μας σχεδιάσει τον καναπέ για να καταλάβουμε τί θέλει!). Οσο, για την ημερομηνία παράδσης , βλέπουμε το απίθανο " ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ .....". Δεν είμαι σίγουρη ότι θα είναι "σε σένα", αλλά κάπου θα είναι, δεν το συζητώ!
Πιστεύω ότι ο Σάσο μας, πήρε το φαξ, δεν το θεώρησε σημαντικό και το πέταξε ή δεν ξέρω κι εγώ τί το έκανε.
Οπότε ο Δημήτρης, έξαλλος πλέον και ξεχνώντας τις ευγένειες, τηλεφωνεί την κοπελίτσα και της λέει ότι δεν πρόκειται να αποδεχτεί ξανά παραγγελία με φαξ.
- Ζούμε στο 2011, όταν επιστρέψουμε στο 1991, μπορείς να τις στέλνεις με φαξ!
Αργά το απόγευμα, παίρνω από τον Δημήτρη ένα μέηλ. Το "LOL" στο θέμα, με προϊδέαζει για ανέκδοτο. Ανοίγω το συνημμένο. Και αρχίζω να γελάω ΜΕΧΡΙ ΔΑΚΡΥΩΝ.
Νέα παραγγελία, πάλι χειρόγραφη (το word είναι προφανώς unknown word για δαύτους) , πάλι με σχεδιάκια, ΣΚΑΝΑΡΙΣΤΗΚΕ και στάλθηκε με μέηλ! Οπως και να το κάνεις, σημειώσαμε πρόοδο!
Μαυροθαλασσίτικο ανέκδοτο με τα όλα του. Ο Τεμέλ κι ο Γιωρίκας να δημιουργούσαν μαζί, τέτοιο ανέκδοτο δεν έφτιαχναν!

Friday, February 25, 2011

Οι άνθρωποι και τα νούμερα.

Είμαι θυμωμένη. Πολύ. Εδώ και μήνες βλέπω τους πάντες να αλληλοσπαράζονται για λόγους γελοίους και ασήμαντους. Βλέπω ανθρώπους να συμπεριφέρονται σαν κτήνη, χωρίς να υπάρχει λόγος. Ελέω κρίσης, βγήκαν οι ανθρωποφάγοι από μέσα μας κι όποιον πάρει ο χάρος. Ελεγα να μην δώσω σημασία. Ισως γιατί κατ' εμέ, η προσωπική κρίση δεν θα λύσει καμία οικονομική. Είπα λοιπόν να παρατηρώ και να μην σχολιάζω. Μέχρι σήμερα. Που δέχθηκα ένα χαστούκι.
Τον Κ. τον πρωτογνώρισα πριν από τρία χρόνια περίπου. Ρουμάνος, πωλητής σε πολυεθνική. Ηρθε να μας πουλήσει υλικά. Ηταν ένα τόσο ενθουσιώδες παιδί, με τόση μανία να πουλήσει, που σε κούραζε. Παζαρέψαμε όπως συνηθίζεται, έκανε ένα βήμα ο ένας, ένα ο άλλος, άκρη δεν βγάλαμε. Επειδή ήταν πιτσιρικάς και καινούργιος, τον άφησα να πιστεύει ότι ίσως και να δουλέψουμε μαζί. Εάν και εφόσον. Γιατί να του χαλάσεις το όνειρο με την πρώτη?
Επί δύο χρόνια, κάθε δυό - τρεις μήνες με έπαιρνε τηλέφωνο. Ηταν στην περιοχή μας, να περάσει για μια "καλημέρα"? Πόσες φορές πνιγμένη στην δουλειά, βλαστήμησα την "καλημέρα" του, ούτε που θυμάμαι! Ερχόταν πάντα ευγενικός, τυπικός, συγκεντρωμένος στην δουλειά του και κάνοντας κάθε φορά ένα βήμα παραπάνω. Εγώ, κολλημένη στο πρώτο βήμα της αρχής. Δεν τον τρόμαξαν οι πόρτες που του έκλεινα κάθε φορά. Συνέχιζε να προχωράει προς την πλευρά μου. Ο Δημήτρης, παρότι δεν μιλούσε μαζί του, είχε ήδη πειστεί ότι μπορούμε να συνεργαστούμε. Επέμενε να κάνω κι εγώ ένα βήμα παρακάτω. Δεν χρειάστηκε να το κάνω τελικά. Γιατί μετά από δύο χρόνια πηγαινε-έλα και τηλέφωνα, ο Κ. είχε κάνει όλη την διαδρομή με επιτυχία (έστω και βήμα-βήμα) και ήρθε μπροστά μου με μια προσφορά, που μόνο τρελλός ή μιζαδόρος, θα μπορούσε να αρνηθεί.
Και αρχίσαμε να δουλεύουμε. Οφείλω να παραδεχτώ ότι μπουχτισμένη από τις "καλημέρες" του τόσο καιρό, τον πάσσαρα στον Δημήτρη. Παρακολουθούσα το πως συνεργάζονταν και τους χαιρόμουν. Η σχέση τους, ήταν σχέση συναδέλφων, όχι πελάτη- προμηθευτή. Ο Κ. με το κινητό αγκαλια, να σου λύσει το πρόβλημα ακόμα και τα μεσάνυχτα. Και το πρωί να τηλεφωνήσει, να ρωτήσει εάν χρειάζεσαι κάτι άλλο.
Το περασμένο φθινόπωρο ήρθε για την καθιερωμένη επίσκεψη, μαζί με την κοπέλλα του. Θα έμεναν το βράδυ στην περιοχή μας και αποφασίσαμε να βγούμε μαζί για φαγητό. Στο τραπέζι έπεσαν και τα τελευταία "επαγγελματικά" τείχη και ο Κ. μας είπε την ιστορία του. Παιδί πολυμελούς οικογένειας, με έναν πατέρα που αφού έσπειρε πέντε παιδιά, πήρε τα μάτια του κι έφυγε, χωρίς να τον ξαναδεί κανένα τους. Δεν νομίζω να τον έψαξαν κιόλας. Η μάνα που δούλευε σε δυό και τρεις δουλειές για να μεγαλώσει τα παιδιά. Ο Κ. σπούδασε δουλεύοντας και μετά βρήκε δουλειά στην πολυεθνική που λέγαμε. Κατάφερε να νοικιάσει δικό του διαμέρισμα, να αγοράσει αυτοκίνητο και να γνωρίσει την Χ. που τον κοίταζε όλο το βράδυ στα μάτια. Τον Ιούνη θα γίνει ο γάμος τους. Κουμπάρος θα ήταν ο προϊστάμενός του ο Α.
Μιλούσε με πάθος για την δουλειά του, ήταν η καταξίωσή του μετά από τόσες δυσκολίες. Και εξηγούσε πόσο του στάθηκε ο Α., πόσο τον πίστεψε, πόσα του δίδαξε. "Αυτόν θεωρώ πατέρα μου" μας είπε κάποια στιγμή.
Ηρθε στο μυαλό μου ο Α. που τον είχα δει μια φορά όλη κι όλη, ένας αυστηρός μεσήλικας επαγγελματίας, τυπικός στη δουλειά του. Μου φαινόταν τόσο γλυκό, που αυτός ο σφιγμένος άνθρωπος είχε "αγκαλιάσει" ένα παιδί σαν τον Κ. και του άλλαξε τη ζωή.
Σήμερα το πρωί ο Κ. τηλεφώνησε στον Δημήτρη. Ακούγοντας τους να μιλάνε, πίστεψα ότι συνεννοούνταν για κάποια παράδοση. Δεν έδωσα σημασία. Οταν ο Δημήτρης μπήκε στο γραφείο μου και μου είπε ότι ο Κ. απολύθηκε και ο Α. υποβιβάστηκε, δεν κατάλαβα τί ακριβώς εννοούσε. Και οι δυό τους ήταν τόσο παθιασμένοι με την δουλειά, δεν υπήρχε πελάτης που να είχε παράπονο από αυτούς. Τί διάολο? "Τηλεφωνησέ του αν μπορείς, του το υποσχέθηκα" μου είπε ο Δημήτρης.
Οσο σχημάτιζα τον αριθμό του, το μυαλό μου πήγε στην ιστορία του. Να πεις τί σε ένα παιδί που έκανε τα όνειρά του πραγματικότητα, βήμα-βήμα? Σε ένα παιδί που η δουλειά του ήταν η ζωή του? Που γνώρισε τόση δυστυχία και κατάφερε να κάνει το μαύρο - άσπρο με τόση προσπάθεια? Είχα δακρύσει, αλλά δεν υπήρχε λόγος να τον κάνω να νοιώσει ακόμα πιο άσχημα, οπότε έβαλα την καλή μου φωνή και τον ρώτησα τί έγινε.
Για να μην τα πλατυάζω μιας και η συνομιλία κράτησε ώρα, η περίληψη έχει ως εξής:
Οι διευθυντές της εταιρείας (ζουν σε μια χώρα ξένη, που δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα της Ρουμανίας και τον πόνο των ανθρώπων της), θεώρησαν τεράστιο αμάρτημα το ότι ο Α. θα ήταν ο κουμπάρος του Κ. στον γάμο του. Πράγμα το οποίο οι δυό τους, σκεφτόμενοι σαν άνθρωποι κι όχι σαν υπάλληλοι, δεν έκρυψαν από κανέναν. Αποφάσισαν λοιπόν πως το αμάρτημα του να νοιώσεις παιδί σου, ένα παιδί χωρίς πατέρα, έπρεπε να τιμωρηθεί. Δεν είχε καμία σημασία το αποτέλεσμα της δουλειάς και των δύο, ούτε σκέφτηκαν ότι αυτή ακριβώς, η "οικογενειακή" σχέση, είχε κάνει τον Κ. να αποδίδει σαν αυτόματο προς όφελος της εταιρείας, για να μην διαψεύσει ποτέ τον "πατέρα¨του. Ολα αυτά τα σκέφτηκα ωστόσο εγώ, που μια φορά όλη κι όλη μου άνοιξε την καρδιά του ο Κ. Αυτοί, που τρία χρόνια τώρα, τον έβλεπαν κάθε μέρα, παρακολουθούσαν τις αποδόσεις του και υπολόγιζαν τα μπόνους του, προφανώς δεν νοιάστηκαν ποτέ να μάθουν την ιστορία του.
- Στην εταιρεία μας δεν είμαστε άνθρωποι προφανώς, είμαστε νούμερα, μου είπε γελώντας.
- Τότε δεν σου αξίζει αυτή η εταιρεία Κ. Εσύ δεν είσαι νούμερο, του είπα.
- Οχι, γι΄αυτό και δεν με πειράζει που φεύγω. Εχω τα πόδια μου, τα χέρια μου, μια όμορφη γυναίκα, τον Α. κουμπάρο και έγινα φίλος με εσάς. Δεν μου λείπει κάτι. Αυτοί έχουν μόνο τα λεφτά τους.
Κλείσαμε το τηλέφωνο με την υπόσχεση να τα λέμε τόσο συχνά όσο πριν. Και να βρεθούμε σύντομα. Δεν μπορώ όμως να καταλαγιάσω τον θυμό μέσα μου. Οσο κι αν ξέρω πως η πραγματικότητα είναι αυτή. Πως σε όλον σχεδόν τον κόσμο, το ίδιο γίνεται. Και βαθιά μέσα μου ξέρω, πως ποτέ δεν θα γίνω τόσο ικανή διευθύντρια, όσο οι διευθυντές του Κ. Γιατί όσο κι αν γερνάω σε μία δερμάτινη καρέκλα, δεν μπορώ να δω τους ανθρώπους σαν νούμερα. Δεν μπορώ να αγνοήσω τις ιστορίες τους. Ακόμα κι όταν κάποιος με απογοητεύει, πονάω λες και φταίω εγώ. Θυμώνω, θυμώνω πολύ, που μια δερμάτινη γαμωκαρέκλα μας κάνει κομπιουτεράκια και κρεατομηχανές.
- Σταματάμε να δουλεύουμε μαζί τους, είπα στον Δημήτρη.
- Μα δεν έχουμε πρόβλημα με το υλικό.
- Άν είναι να δουλεύω με ζώα, προτιμώ τον παλιό προμηθευτή μας που είναι και εγχώριο ζώο.
- Πας καλά? Κι άλλοι πωλητές έφυγαν από προμηθευτές μας, εσύ πάντα έλεγες ότι την εταιρεία δεν την κάνει ένας άνθρωπος.
- Ναι, αλλά δεν ήταν της ίδιας εμβελείας οι άλλοι. Από αυτή την εταιρεία εμείς, μόνο τον Κ. γνωρίζαμε. Μας πλησίασε ποτέ κανένας από τους διευθυντές? Κάποια στιγμή, οι μεγάλοι διευθυντές πρέπει να καταλάβουν ότι τα νούμερα, τους τα δίνουν άνθρωποι. Δεν νομίζεις?

Thursday, February 24, 2011

είναι του Βάλιο...

Η Μέτζυ είναι στις μέρες της. Αν σκεφτείς ότι πριν μια εβδομάδα πήραμε χαμπάρι ότι το σκυλί μας είναι έγκυος, αφενός είμαστε για κλωτσιές , αφετέρου δεν μας πολυκούρασε η αναμονή. Αμ έλα που αποφάσισε να τα φτύσει στο τέλος. Την Τρίτη δεν κουνιόταν. Λιωμένη στο πάτωμα με κοιτούσε όλο πόνο. Εψαξα τον γιατρό της. Πως τό θελες? Το κινητό κλειστό.
Εκδοχή νούμερο ένα, ο γιατρός μας πήγε για ψάρεμα. Οι Βούλγαροι τρελλαίνονται να ψαρεύουν σε παγωμένες λίμνες, στα βουνά. Ναι, η τρέλλα πάει στα βουνά, όσον αφορά την Βουλγαρία.
Εκδοχή νούμερο δύο, ο γιατρός τα ήπιε μέχρι θανάτου το περασμένο βράδυ κι έκλεισε το κινητό του, αδιαφορώντας για την εγκυμοσύνη της καλύτερης ασθενούς του! Επίσης σύνηθες φαινόμενο στα μέρη μας.
Βρέθηκε άλλος γιατρός που δεν μπορούσε -και καλά- να βοηθήσει, γιατί το σκυλί είναι στις μέρες του. Η δε Μέτζυ ούτε να τον βλέπει, σωριασμένη έκανε απελπισμένες προσπάθειες να του φάει τα γάντια, μαζί με τα δάχτυλα.
Χθες, βρέθηκε ο γιατρός μας. Η Μέτζυ είχε μεταφερθεί σε μαξιλάρα πλέον. Με το που τον είδε, έλιωσε όπως πάντα. Λες και ξέρει ότι θα την ανακουφίσει. Μετά τα καθιερωμένα " τί κάνεις κοτοπουλάκι μου?", "τί έπαθε η πριντσέζα μου κι εγώ έλειπα?" του ντόκτορ Κίροβ, σηκώθηκε μόνη της με υπερπροσπάθεια και τον άφησε να την εξετάσει. Εφαγε τις ενέσεις της μαζί με τα μπράβο του ντόκτορα, ο οποίος με κοίταξε όλο χαρά.
- Γιατρέ θα συνέλθει? Μήπως παθαίνει εκλαμψία? Μήπως έχουν πεθάνει τα μωρά της? Γιατί είναι τόσο χάλια? Ποτέ δεν ήταν τόσο χάλια πριν την γέννα, τα είπα μαζεμένα.
Το σκυλί στο μεταξύ, είχε ξανασωριαστεί στο πάτωμα και μας κοίταζε διαλυμμένο.
- Τα μωρά της είναι καλά και είναι τεράστια!!!! Σίγουρα ο πατέρας είναι ο Βάλιο!!! απεφάνθη ο ντόκτορας όλο περηφάνια.
(Αν έχετε διαβάσει την ιστορία της Μέτζυ θα ξέρετε ότι ο ντόκτορας, τραβάει τρελλό κόλλημα με τον Βάλιο).
- Ας είναι και ο Ρίτσι! Η Μέτζυ θα τα καταφέρει?
- Οχι, είναι σίγουρα ο Βάλιο!!!
Δεν ρώτησα τίποτα παραπάνω. Γιατί το μόνο που θα μπορούσα να ρωτήσω, είναι πώς ο ντόκτορ κατάλαβε τον πατέρα, απλά ψηλαφίζοντας την ταλαίπωρη σκύλα μου. Τον πλήρωσα λοιπόν και τον άφησα να φύγει.
Βέβαια, μετά την τρομερή διάγνωσή του, η Μέτζυ πήρε τα πάνω της. Λες και περίμενε να ακούσει ποιός είναι ο πατέρας των παιδιών της, για να συνέλθει. Ο δε ντόκτορας, αγωνιόντας πλέον για τους απογόνους του Βάλιο του, τηλεφώνησε το βράδυ και ήρθε και σήμερα πρωί- πρωί. Φεύγοντας με παρακάλεσε να τον καλέσω αμέσως μόλις ξεκινήσει ο τοκετός, ακόμα κι αν είναι νύχτα!
Πλέον η μόνη μου αγωνία είναι μήπως η Μέτζυ, έκανε καμιά λαδιά με το μικρό μας κυνηγόσκυλο τον Ντάφυ! Θα τον χάσουμε τον ντόκτορα!

Thursday, February 17, 2011

Αχχχχχχχχχχ.

Ερχεται πρίν λίγο στο γραφείο μου η Πέτια. Σχολιάζουμε την πτώση των πωλήσεων στην Ελλάδα.
- Ευτυχώς που ανέβηκε η Ευρώπη, θα κλαίγαμε!
- Αχχχχχ, δεν είδες τί ΘΑ γίνει στην Ελλάδα?
Μου κάνει εντύπωση που αναστενάζει με τόσο πόνο, για κάτι που ΘΑ γίνει στην Ελλάδα. Μπάι δε γουέι, εδώ και δέκα μέρες έχω τόσο χαθεί με την δουλειά, τους πελάτες που πάνε κι έρχονται, τις αδελφές μου που ζουν τον πανικό τους, διάφορους γνωστούς που ξεκατινιάζονται ασυστόλως, ώστε δεν έχω δει ή διαβάσει ειδήσεις. Σε κάθε περίπτωση, στο περιβάλλον μας στην Ελλάδα γίνεται της πουτάνας, αλλά αποκλείεται να το έγραψαν οι ειδήσεις.
- Τί θα γίνει ρε Πετούνια στην Ελλάδα?
- Αχχχχχχχχχ (δεύτερος αναστεναγμός, θα την μπουφλίσω μπας και συνέλθει)! Προετοιμάζεται λέει, κύμα διαδηλώσεων την άλλη εβδομάδα.
- Αυτό είναι όλο?
- Αχχχχχχχχχχχχ (άλλο ένα "αχχχχχ" και της την έχωσα!). Δεν κατάλαβες! Θα είναι τόσο μεγάλο το κύμα, που θα γίνει ό,τι έγινε στο Κάιρο, όπως λένε οι δημοσιογράφοι!
- Και που τις λένε αυτές τις ωραίες μαλακίες και τις έχασα?
- Στην τηλεόραση παιδί μου! Το είπαν χθες βράδυ οι ειδήσεις!
- Δεν έχετε αρκετά χάλια να σχολιάσετε για τη Βουλγαρία και ασχολείστε με της Ελλάδας τώρα? Ακούς εκεί, "θα γίνει ό,τι έγινε στο Κάιρο"!
- Δηλαδή δεν είναι αλήθεια?
- Οχι Πετούνια μου, δεν θα γίνουμε Κάιρο, μη σκας.
- Μα θα είναι μεγάλες οι διαδηλώσεις!
- Ναι , αλλά δεν έχουμε τα αρχίδια που είχαν οι διαδηλωτές στο Κάιρο. Κατάλαβες?
Εκοψε τους αναστεναγμούς και έφυγε. Προφανώς απόρησε, που θεωρώ αδυναμία το να μην γίνει "του Καϊρου". Μου ήρθε να της φωνάξω, "κοιτάξτε μην γίνεται ό,τι η Ελλάδα καϋμενούλα μου", αλλά το κατάπια με ένα "αχχχχχχχχχχχχχ"...

Tuesday, February 08, 2011

Φρεσκοπλυμμένη ψυχή.

Κάθε δεύτερο βράδυ τραβάει το σκοινί που κρέμεται στο παλιό ξύλινο παράθυρό της, μέσα στο δωμάτιο. Βάζει την μικρή κόρη της και κρατάει την μία του πλευρά. Κρεμάει τα φρεσκοπλυμμένα ρούχα και μέτα φωνάζει την γειτόνισσα απέναντι. Είναι η σειρά της να τραβήξει την άλλη άκρη του και να την δέσει στο δικό της παράθυρο.
Ολη τη νύχτα, τα ρούχα θα ανεμίζουν σαν παντιέρες πάνω από το καλντερίμι, που μυρίζει τηγανητό ψάρι και ψητό αρνί. Οι ταβέρνες παραδίπλα, βλέπεις. Ετσι ανεμίζει κι η ψυχή της, χρόνια τώρα σε κείνη τη φτωχογειτονιά. Bράδυ να απλώνεται, μουσκεμένη στα δάκρυα. Πρωί να μαζεύεται καθαρή και μοσχοβολιστή , με την ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Και μέχρι το βράδυ να την λεκιάζει ο πόνος και να περιμένει νέα δάκρυα για να ξεπλυθεί.
Το λευκό πουκάμισο του άντρα της, το χιλιοφορεμένο παντελόνι του, οι κάλτσες των παιδιών. Δεν είναι πολλά τα πλυμμένα σήμερα, Σάββατο βλέπεις. Είχε κάνει γερή μπουγάδα την Πέμπτη, να είναι όλα καθαρά την άγια μέρα. Που μόνο άγια δεν ήταν, αλλά τί τα θες. Θα τα βάλει και με τον Θεό τώρα?
Η γειτόνισσα δένει το σκοινί στο παράθυρό της και το κλείνει.
- Καλό ξημέρωμα Αυσέ, φωνάζει πίσω από τις γρίλλιες.
- Ινσαλλάχ!
Πριν κλείσει το δικό της, θυμάται το χαλί! Ολη τη μέρα το έτριβε, μήπως να το άπλωνε κι αυτό? Αδειο είναι το σκοινί απόψε, αν δεν την έτρωγε ο αναθεματισμένος για το λευκό πουκάμισο, ούτε που θα έβαζε μπουγάδα. Ας πετάξει και το χαλί επάνω να τελειώνει! Τεντωμένη στο πρεβάζι το απλώνει όπως όπως. Είναι βαρύ το άτιμο, όσο και να βοηθάει η μικρή δεν απλώνεται καλά. "Αστο το ρημάδι, όπως απλώθηκε, απλώθηκε!". Και κλείνει το πατζούρι.
Αργά τη νύχτα, δυο-τρεις πιωμένοι διαβάτες, θα βρούν τα ρούχα χυμένα στο πλακόστρωτο καλντερίμι . Το σκοινί δεν άντεξε το βάρος του χαλιού κι έσπασε. Ενα κουβαράκι το λευκό πουκάμισο, λασπωμένο πια. Οι παιδικές κάλτσες, αιτία καυγά για τις γάτες της ψαροταβέρνας. Το χαλί, βουνό ολάκερο, δεν έπαθε και τίποτα. Ετσι κυλιέται στις λάσπες του πόνου, κομματιασμένη, κι η ψυχή της. Δεν θα ξυπνήσει το πρωί μοσχομυριστή, δεν θα στεγνώσει από τα δάκρυα. Σαν το χαλί, ένοιωσε την ζωή της βαριά, απόψε. Ολο πασχίζει να την κρατήσει καθαρή, μα να που με τον καιρό, το βάρος της ασήκωτο γίνεται. Και κόβει το σκοινί της ελπίδας.

- Το κείμενο "εμπνεύστηκε" από ένα κομμένο σκοινί μπουγάδας, σε μία φτωχογειτονιά της Σαμάτυα, το περασμένο Σάββατο...



Tuesday, January 25, 2011

Γκόλντυ!

Σε λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου ότι θα σε αποχωριζόμουν τόσο γρήγορα. Και τί δεν περάσαμε μαζί!
Τί να πρωτοθυμηθώ?
Που σε κάρφωσε ο Δημήτρης στο σίδερο και πόνεσα λες και πληγώθηκε το δικό μου πλευρό?
Που πήγαμε στο Καυσερί, ταξίδι εξπρές μέσα στα χιόνια και ο Γιάννης πήγε να σε κάψει?
Που οδηγούσαμε στον λεωφορειόδρομο στο Βελιγράδι και ήσουν φορτωμένος σαν τρένο?
Που πήγες την Μέτζυ μας στο νοσοκομείο στην Στάρα Ζαγόρα, ξαπλωμένη στο πορτ μπαγκάζ να σφαδάζει από τον πόνο?
Που κάποιος μαλάκας έκανε λάθος και σου έβαλε λίγη βενζίνη και πεθανα από την αγωνία μου, μέχρι να πειστώ ότι δεν θα πάθεις κάτι?
Εκατόν σαράντα χιλιόμετρα μαζί, σε δυόμιση χρόνια.
Εκατόν σαράντα χιλιάδες στιγμές μαζί σου.
Μέχρι και τη μέρα που σε αφήσαμε στη Σόφια, πίστευα ότι κάτι θα γίνει και δεν θα σε αλλάξουμε. Και μέχρι και την τελευταία φορά που πέρασα έξω από την αντιπροσωπεία έψαχνα να σε δω.
Από σήμερα, έχεις καινούργιο ιδιοκτήτη. Τον τσέκαρα και μου φάνηκε καλός, να ξέρεις. Πιστεύω ότι θα σε αγαπήσει και δεν θα σε οδηγεί άγαρμπα. Προτιμούσα την Χατιτζέ βέβαια, αλλά τί να κάνουμε που πήγε κι έφαγε τα μούτρα της. Οπως και να έχει, είναι καλύτερα να σε έχει κάποιος από το να περιμένεις κλεισμένος σε ένα πάρκιν, ναι? Γιατί εσύ δεν μπορείς χωρίς χιλιόμετρα, καλό μου.
Να σου πω ακόμα ότι δεν πρόκειται να δεθώ με άλλο αυτοκίνητο, όσο με σένα. Κι ας είναι μεγαλύτερο, ακριβότερο, ό,τι θέλει ας είναι. Θα είσαι πάντα ο Γκόλντυ ΜΟΥ.
Α! Και πες στον καινούργιο, να μην σε πάει στη Σερβία.... Δεν πληρώσαμε το πρόστιμο στο Βελιγράδι.
Οποιος με πει χαζή, που γράφω γράμμα σε αυτοκίνητο, έχει απόλυτο δίκιο... γιατί δεν είχε ποτέ τον Γκόλντυ!

Monday, January 24, 2011

Οικογένεια

Κυριακή ξημερώματα, σε ένα στενάκι στο Σιρκετζί. Χυμένοι σε πολύχρωμες μαξιλάρες, προσπαθούμε να ανάψουμε έναν ναργιλέ, πίνοντας Εφέ Πίλσεν. Οπως λέει κι ο Ογούζ, ποτέ μην ξεκινάς με μπύρα, αλλά πάντα μπορείς να την πιείς τελευταία! Ο σερβιτόρος μας πιάνει κουβέντα και ρωτάει αν ήμαστε οικογένεια.
Αρχίζω να εξηγώ τί ακριβώς είμαστε, προσπαθώντας να το πω απλά. Ο Αρις με τα σπαστά αγγλικά του, επεμβαίνει χαμογελώντας. "Ναι, οικογένεια είμαστε". Και δεν χρειάζεται να προσπαθήσω άλλο, έγινε απλό από μόνο του. Οσο απλά, γίναμε και συγγενείς όλοι μας.
Thanks guys!

Wednesday, January 19, 2011

Χαστούκι

Διάβασα αυτό. ΄
Χαστούκι, πράγματι...

Wednesday, November 10, 2010

Η χιονάτη και οι έντεκα γίγαντες εκτίθενται

Η ομάδα : Εξη Βόσνιοι, τρεις Γάλλοι, δύο Ελληνες και ένας Βέλγος. Πιο λεπτομερειακά, έντεκα άντρες κι εγώ! Ακούγεται ανομοιογενής ομάδα, το ξέρω!
Τόπος συνάντησης : Εκθεση επίπλου στις Βρυξέλλες.
Τα high lights :

Το πανώ στο περίπτερο των Βόσνιων εξηγεί ότι ο πόλεμος στην Βοσνία τελείωσε εδώ και δεκαπέντε χρόνια, άρα πλέον το Σαράγεβο είναι ασφαλές και παράγει και έπιπλα! Αμ πως? Οι υπόλοιποι, αποφασίζουμε να τους χαρίσουμε στιγμές πολέμου, μόνο που αντί για βόμβες, πέφτουν φελλοί σαμπάνιας (πρέπει να έφαγαν καμιά τριανταριά φελλούς).
Τα γειτονικά περίπτερα ακούνε ιαχές "Χααααιντεεε Μπόσνιαααα", "Don't cry for me.... Argentina"(είπαμε να το κάνουμε λίγο λάτιν το σκηνικό) και "Μπά-λκανς". Αποφασίζεται ομόφωνα του χρόνου, να κολλήσουμε έναν χάρτη των Βαλκανίων στον τοίχο και να τρελλάνουμε τους διοργανωτές της έκθεσης που ήδη, έχουν φάει ένα κολληματάκι με το πανώ του Σαράγεβο.
Ο Δημήτρης καλεί εμπλοκή το κινητό του Ζέκο, για να μπορέσουν να χορέψουν με κέφι το ring tone του, Sultans of Swing. Ο Λοράν κάνει το μπαρ ντραμς και βαράει αλύπητα. Δεύτερη ομοφωνη απόφαση, του χρόνου θα πάμε με τα οργανάκια μας και θα δίνουμε κονσερτάκια κάθε βράδυ.
Τα γέλια μας έχουν περισσότερα ντεσιμπέλ από ότι όοοολη η έκθεση μαζί. Την δεύτερη μέρα οι γείτονες παύουν να εκπλήσσονται, είναι σίγουροι ότι όλη η φασαρία γίνεται από εμάς. Αποφασίζουμε ομόφωνα, να κόψουμε τα ανέκδοτα στα αγγλικά του χρόνου. Ο καθένας στη γλώσσα του, για να γελάμε σε βάρδιες.
Πλακώνει η σεκιούριτυ να δει αν πιάσαμε φωτιά, λόγω της μυρωδιάς του βοσνιακού μπιφτέκ. Ο Ζαν Πωλ ανακοινώνει το δικό του πλάνο για του χρόνου. Ξεχωριστό ψυγείο για τις βοσνιακές λιχουδιές, εί δυνατόν έξω από το κτίριο!
Είμαι η μόνη γυναίκα της παρέας, οπότε ο Δημήτρης με ανταλλάσει με τις δύο προηγούμενες του Ομάρ, γιατί η νέα του σύζυγος είναι αδελφή του Αλέν και δεν θέλουμε να τον προσβάλουμε. Επειδή δεν φτάνω για όλους, ο Μαλίκ χωρίζει με τον Ζέκο, για τα μάτια του Δημήτρη (σας τα γράφω τόσο σοβαρά, όσο τα λέγαμε, κάνοντας τους άσχετους να μας κοιτάζουν σαν άλιεν).
Μπαινοβγαίνει ο ένας στο περίπτερο του άλλου και παραγγέλνει δέκα φορτηγά για πλάκα, με το μότο "αν δεν πουλήσουμε σε ξένους, ας τα πουλήσουμε μεταξύ μας". Το αστείο είναι ότι εθιστήκαμε τόσο σε αυτή την πλάκα , που μας ξέφυγε και το κάναμε με πελάτες παρόντες. Οι Γάλλοι μας, προσπαθούν να μας συμμαζέψουν αλλά άντε να συμμαζέψεις Βαλκάνιους. Πνίγουν λοιπόν τον πόνο τους σε σαμπάνιες. Τρεις χιλιάδες ποτήρια σαμπάνιας σε τρεις μέρες. Νοτ σο μπαντ, ε?
Αποχαιρετιόμαστε με κλάμματα και αγκαλιές στον διάδρομο, μπλοκάροντας για κανένα δεκάλεπτο την κυκλοφορία (ήμασταν και πολλοί βλέπεις!). Ο Αλέν με αγκαλιάζει με λυγμούς και πάνω που πάνε να με πάρουν κι εμένα τα ζουμιά, ακούγεται το ουρλιαχτό του "pleeeaseeeeeee, send me orders!".
Πριν αποχαιρετιστούμε, έχουμε βρει την μοναδική (?) Πολωνέζα που δεν φοράει εσώρουχο, για να μας βγάλει την φωτογραφία που βλέπετε.... Ναι, ναι , όλοι οι "άντρες μου" της έλεγαν ότι πρέπει να την τραβήξει, καθιστή, οπότε η κοπέλλα μας αποκάλυψε το πρόβλημά της! Εξού και τα τρελλά χαμόγελά τους στην φωτό.

Το καλύτερο σας το είπα? Την μέρα που φτάσαμε, προβληματιστήκαμε μήπως οι χαμηλοί τοίχοι ανάμεσα στα περίπτερά μας, έπρεπε να είναι ψηλότεροι. Την μέρα που φύγαμε, αποφασίσαμε ότι του χρόνου, ινσαλλάχ, θα έχουμε ένα, κοινό περίπτερο. Αυτό με τα ντραμς, τις κιθάρες και τον χάρτη των Βαλκανίων. Ευτυχώς που οι βέλγοι διοργανωτές δεν γνωρίζουν τα σχέδιά μας και θα μας επιτρέψουν να συμμετάσχουμε...

Thursday, October 21, 2010

Γεράσαμε....


Οταν πρωτοήρθα στο εργοστάσιο πριν πέντε χρόνια, η προειδοποίηση ήταν σαφής. Το ζευγάρι των σκυλιών δαγκώνει. Μόνο ο εργάτης που τα τάιζε μπορούσε να τα πλησιάσει. Τα μικρά τους (ο Ρίτσι κι ο Τζέκυ, μόλις έξη μηνών τότε), ήταν χαδιάρικα. Η αλήθεια είναι ότι το ζευγάρι, ο Γιώργος και η Ερικα ήταν τα πιο μεγάλα σκυλιά που είχα δεί. Δεν άκουσα την προειδοποίηση και τα πλησίασα αμέσως. Δεν μου επιτέθηκαν ποτέ, απεναντίας έδειξαν να δένονται μαζί μας σαν να τα γνωρίζαμε χρόνια.

Στα χρόνια που πέρασαν, ο Γιώργος δάγκωσε πολλούς μέχρι που έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Κάποιοι μας είπαν ότι τον είδαν δεμένο σε ένα εξοχικό σε άλλο χωριό. Η Ερικα έμεινε μόνη και έρημη. Εχω την αίσθηση, ότι αφότου χάθηκε ο Γιώργος το προσωπάκι της άλλαξε, απέκτησε μια μόνιμη θλίψη. Μεγαλώσαμε πολλά μωρά της, πλέον μεγαλώνουμε τα δισέγγονά της. Δεν την δένουμε πια. Τον τελευταίο χρόνο δεν επιτίθεται σε κανέναν, τριγυρνάει ελεύθερη παντού, παραστέκει τις μικρότερες στις γέννες τους, προστατεύει τα μωρά τους, ξαπλώνει κουρασμένη να την χαϊδέψω όταν με βλέπει. Η μαύρη μουσούδα της, έχει αρχίσει να ασπρίζει, γερνάει.

Σήμερα το πρωί την βρήκα να κινείται με δυσκολία. Δεν είχε καν το κουράγιο να ξαπλώσει για να την χαϊδέψω. Με κοιτούσε με τα κουρασμένα, τεράστια μάτια της, σαν να ήθελε κάτι να μου πει. Φωνάξαμε τον γιατρό Κίροβ να την δει. Δεν χρειάστηκε να μου πει πολλά, για να ακούσω αυτό που περίμενα. "Είναι πάνω από δέκα χρονών, ο οργανισμός της άρχισε να εξασθενεί". Δεν νομίζω ότι θα την βοηθήσουν πολύ οι ενέσεις και τα χάπια. Ούτε ότι θα γίνει ξανά η Ερικα που είχαμε. Ελπίζω να φύγει ήρεμα και ξεκούραστα, δεν θα ήθελα να χρειαστεί να επέμβουμε. Είναι πάντα το πιο έξυπνο, το πιο ξεχωριστό σκυλί μας και τώρα καταλαβαίνω γιατί. Γιατί έζησε πολύ, έζησε χαρούμενα, έζησε γεμάτα. Η πείρα της ζωής κάνει την διαφορά μας.

Χαίρομαι που γέρασε όπως έπρεπε. Με φροντίδα, αγάπη, χωρίς να της λείψει κάτι. Γι'αυτό και γράφω για αυτήν σήμερα, πριν ακόμα φύγει...

Tuesday, September 28, 2010

Σμύρνη, Σεπτέμβρης 2010

Είπαμε να κάνουμε μια τελευταία, καλοκαιρινή βόλτα, μιας και το φθινόπωρο μπήκε για τα κάλα (εδώ τουλάχιστον!). Τί καλύτερο από Σμύρνη, λοιπόν?
Την περασμένη Παρασκευή , τραβήξαμε προς τα νότια. Ο Μητσάκος επέμενε ότι δεν ήθελε να περάσουμε απέναντι από το Μπαντιρμά, προτιμούσε το κάμελ τρόφυ από Δαρδανέλια.
Για καλή μας τύχη, στο Ετζεαμπάτ δεν είχε κίνηση και προλάβαμε το καραβάκι για Λάμψακο, χωρίς να περιμένουμε καθόλου. Ο Δημήτρης εντυπωσιάστηκε από το ρυμουλκό της φωτογραφίας.

Επόμενη στάση λίγο πριν την Τροία, στο Troia Park. Η πείνα που νοιώθουμε με το που περνάμε κάθε φορά τα σύνορα, είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Μπουρεκάκια λοιπόν, φρεσκότατες πατατούλες, απίθανη σαλάτα με ρόδι και καρύδια και η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού! Κεφτέδες Φιλιππούπολης!! (Μην σας φαίνονται άδεια τα πιάτα, είχαμε ήδη αρχίσει την επιδρομή όταν αποφάσισα να τα φωτογραφίσω).
Ο Δημήτρης ήταν αδύνατο να φάει τα κεφτεδάκια, λόγω του ονόματος (δεν ήξερε τί χάνει, μέχρι που δοκίμασε λίγα από τα δικά μου). Γι' αυτό και πήρε τον απίθανο αρνίσιο καβουρμά που βλέπετε παρακάτω.

Μεταξύ μας, ιδέα δεν είχα ότι φημίζονται οι κεφτέδες Φιλιππούπολης. Ζω στην Φιλιππούπολη πέντε χρόνια και κανένα μαγαζί δεν φτιάχνει τέτοια ωραία κεφτεδάκια. Προφανώς ο Τούρκος "εφευρέτης" της συνταγής, έχει καταγωγή από εδώ. Να και η ταμπελίτσα που τα διαφημίζει.


Για όλα αυτά τα υπέροχα, μαζί με νερό, άφθονο ψωμί και δύο αϋράν, πληρώσαμε μόνο 38 Λίρες! (γύρω στα 19 ευράκια δλδ).

Κι αφού σας άνοιξα την όρεξη, η συνέχεια στο επόμενο ποστ.

Friday, August 06, 2010

ξέρω... Αγάπη

Παρασκευή βράδυ, μέσα του Ιούλη. Η γιορτή της εταιρείας, στην αυλή του Ανγκελ, στο βουνό. Για πρώτη φορά, "καταλάβαμε" όλα τα τραπέζια, δεν υπήρχε ούτε σπιθαμή για άλλο πελάτη. Μάλλον "μεγαλώσαμε". Χαζεύω τα ευτυχισμένα πρόσωπα, χαϊδεύοντας την φουσκωμένη κοιλίτσα της Γιάγκοντκα, το πρώτο "εταιρικό" μωρό, είναι καθ' οδόν. "Να στο βαφτίσουμε?" την ρωτάω. "Ναι!!!" απαντάει έτοιμη να βουρκώσει. Χορεύουμε ασταμάτητα με τον Ευλόγκι να δίνει ρεσιτάλ ροκιάς και τον Μπόυκο να πετάει χαρτοπετσέτες, υποδηλώνοντας ότι έχει γνώσεις νεοελληνισμού. Κάποια στιγμή ακούγεται ο "μπαρμπα-Γιάννης". Το τραγούδι παρότι παλιό ελληνικό, δεν το ήξερα, το πρωτοάκουσα εδώ, που παραμένει χιτ επί χρόνια. Σε κάθε γιορτή τους οι Βούλγαροι το τραγουδάνε. Τα πρώτα χρόνια στο "μα το φως τί να το κάνω, που είναι μαύρες οι καρδιές?" κατάπινα λυγμούς. Γιατί πράγματι, έβλεπα μαύρες καρδιές γύρω μου. Για πρώτη φορά, δεν σιγοτραγουδάω το ρεφρέν, για πρώτη φορά ο μπάρμπα- Γιάννης μπορεί να αναπαυτεί εν ειρήνη. Είναι τόσο πολύχρωμες οι καρδιές γύρω μου, που δεν έχω ανάγκη να ρωτήσω, τί να κάνω το φως. Ξέρω... αγάπη.
Επόμενη μέρα, μεσάνυχτα Σαββάτου. Κατεβάζουμε τις βαλίτσες μας για να φύγουμε. Για πρώτη φορά θα λείψουμε δεκαπέντε ολόκληρες μέρες. Ο Ντόμπυ είναι συνοφρυωμένος και ακούει τις τελευταίες εντολές. Η Μέτζυ προσπαθεί κλαίγοντας, να κόψει την αλυσίδα της και να έρθει μαζί μας. Δεν αντέχει να βλέπει βαλίτσες, ξέρει ότι θα λείψουμε χωρίς να ξέρει πότε θα γυρίσουμε. Είμαι έτοιμη να βάλω τα κλάμματα. Για πρώτη φορά, θα μου λείψει το σπίτι, το εργοστάσιο, τα σκυλιά μας. Για πρώτη φορά δεν πετάω από χαρά, που φεύγω για διακοπές. Τελικά, η βάση μου, η ζωή μου, είναι πια εδώ. Δεν αναρωτιέμαι τί με κάνει να νοιώθω έτσι. Μου πήρε πέντε χρόνια να το καταλάβω. Τώρα, ξέρω... αγάπη.
Μέσα της ίδιας εβδομάδας, στο χωριό του πεθερού μου. Δεν τον γνώρισα ποτέ, αλλά παραδόξως τον νοιώθω πάντα, πολύ κοντά μου. Είμαι σίγουρη ότι θα ταιριάζαμε πολύ. Μου το επιβεβαιώνει γελώντας ο θείος Αρίστος, ο αδελφός του. Μεγάλο οικογενειακό τραπέζι, κουβεντούλα και γέλια, νοιώθω όπως θα ένοιωθα με δικούς μου, αγαπημένους, συγγενείς. Σκέφτομαι ότι χάθηκαν ήδη, πέντε χρόνια επαφής και επικοινωνίας, άρα πρέπει να τα αναπληρώσουμε. Είμαι σίγουρη , ότι ψηλά, στον κήπο του Παραδείσου, ο πεθερός μου χαμογελάει κι η πεθερά μου ξεροβήχει. "Θέλω να κρατήσουμε το σπίτι στο χωριό" ψιθυρίζω στον Δημήτρη. Θέλω να βρισκόμαστε πιο συχνά με τους θείους και τα ξαδέλφια του, να μαθαίνω την ιστορία τους, τους νοιώθω τόσο κοντά μου. Δεν αναρωτιέμαι τί είναι αυτό που μας τυλίγει όλους, κάνοντας τις ψυχές μας να φωτίζονται. Ξέρω... αγάπη.
Λίγες μέρες μετά, στο πατρικό μου. Οι αδελφές μου έχουν τον πανικό ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους κι ο πατέρας μου παραπονιέται, γιατί δεν μπορεί πια να φάει. Είναι ωχρός, καταβεβλημένος και γέρος. Για πρώτη φορά, μπορώ να τον αποκαλέσω γέρο και να το εννοώ. Δεν με σοκάρει, είναι αναμενόμενο. Με πονάει μόνο, που οι αδελφές μου δεν μπορούν να καταλάβουν, πως η ζωή είναι ακριβώς αυτή. Πώς οι ξέγνοιαστες στιγμές, μπορεί να μην είναι οι ίδιες, αλλά θα υπάρξουν και πάλι. Ολοι ήρθαμε για να φύγουμε και είμαστε πολύ τυχεροί, που ο μπαμπάς φτάνει τα ογδόντα. Και ακόμα τυχερότεροι που μας έμαθε, να νοιώθουμε και να αναγνωρίζουμε την ... αγάπη.
Τελευταία εβδομάδα του Ιούλη, στην Πόλη μας. Στο ίδιο ακριβώς τραπέζι, γιορτάζουμε την πέμπτη επέτειο του γάμου μας με δεκαεννέα φίλους - αδέλφια. Δυό μέρες πριν, στο ψαράδικο του Σαμπαχατίν, έχουμε γιορτάσει την πέμπτη επέτειο φιλίας μας με τον Ογούζ. Η Λένα κι ο Γιάννης έχουν έρθει από την Ελλάδα, ο Φρεντ από την Γαλλία, η Σεβίντς κι ο Γιασάρ από την Μπούρσα. Κι επίσης, οι Πολίτες φίλοι μας. Συγκινούμε μόλις βλέπω την Σερπίλ και τον Σερντάρ. Την Σερπίλ, γιατί έχω χρόνια να την δω και τον Σερντάρ, γιατί είναι η πλέον πετυχημένη ενσάρκωση της ιδέας του παππού Αζίζ. Μετακινούμαστε όλοι από καρέκλα σε καρέκλα, μέσα σε λίγες ώρες η παρέα έχει δέσει, παλιές γνωριμίες ανασκαλεύονται, εικοσιένα χαμόγελα λάμπουν με θέα το Βόσπορο. Κοιτάζω τον Γιασάρ και τον Δημήτρη. Λίγο πριν έχουν μοιράσει τους ρόλους τους, αγνοώντας την Ουνέσκο πατόκορφα. "Εγώ είμαι ο Χατζηαβάτης κι εσύ ο Καραγκιόζης" έχει πει ο Γιασάρ. Σκέφτομαι πως εκείνο το βράδυ, στην ταράτσα μιας φτωχογειτονιάς στην Σαμάτυα, το πλέον χειροπιαστό συναίσθημα είναι η Αγάπη.
Την ανάρτηση την έχω γράψει εδώ και μέρες. Σήμερα που μπήκα να την ανεβάσω, είδα ότι δεν χρειαζόταν να αλλάξω ούτε λέξη. Απεναντίας, αν έπρεπε κάτι να τροποποιήσω, θα ήταν να προσθέτω παραγράφους. Παρότι ο Αύγουστος συνεχίζεται λίγο ζόρικα, ξέρω πως οι πλημμυρίδες αγάπης μέσα μου και γύρω μου, δημιουργούν την καλύτερη ασπίδα ...



Tuesday, June 15, 2010

Μετά την Ρώμη, ήρθαν οι Νέρωνες!

Τα δεδομένα :
- Ο συντηρητής μας ο Μπάι Πέτιο και τα κατορθώματά του (έχω αναφερθεί σε παλαιότερα ποστ, πλέον χρειαζόμαστε τόμους για να τα περιγράψουμε όλα).
- Ο Ιβάν, νέος μας συντηρητής, βοηθός του Μπάι Πέτιο (στα κατορθώματα) , τον οποίον λυπηθήκαμε να απολύσουμε και τον παρακαλέσαμε, απλά να κάνει καμιά δουλειά για να δικαιολογεί το μεροκάματό του.
- Η αφόρητη σημερινή ζέστη σε συνδυασμό με αέρα.
- Η μόνιμη φοβία μου σχετικά με την φωτιά (την οποία γνωρίζουν ακόμα και τα σκυλιά μας, πόσο μάλλον το προσωπικό).
- Ενα φορτηγό , φορτωμένο με αφρολέξ.
- Τρεις λαμαρίνες, μισό τετραγωνικό μέτρο έκαστη.
- Σημαντική ποσότητα (έφτιαχνες εμπρηστικό μηχανισμό της Χαμάς) υπολειμμάτων κόλλας που είχαν συσσωρευτεί επί πέντε χρόνια στις τρεις, προαναφερθείσες λαμαρίνες.
- Το ότι ο Μήτσος αρνήθηκε να ακούσει το γεγονός και με προέτρεψε να το κάνω πόστ.

Το γεγονός :

Ακούγεται στα ξεκάρφωτα η ερώτηση της Νούσιας "μα τι φωτιά είναι αυτή δίπλα στο ξυλουργείο?" και η απαθής απάντηση της Ελένας "αααα, θα καίνε λάστιχα". Εχω ήδη πεταχτεί σαν ελαττήριο από την καρέκλα μου. "Μην ανησυχείτε σέφκα, είναι εκεί και ο Μπάι Πέτιο κι ο Ιβάν! ". Η αναφορά των ονομάτων τους, αντί να με καθησυχάσει με κάνει θηρίο και τρέχω με το δεκάποντο (μέρα που βρήκα να το βάλω!) προς την έξοδο. Η Νούσια επεξηγεί "εκεί, δίπλα στο φορτηγό με το αφρολέξ!". Λες κι έχει βαλθεί να πάθω το έμφραγμα πριν φτάσω στην πόρτα! Στο μεταξύ, καλώ τον Δημήτρη στο κινητό. "Τί καίνε?". Ακούω μερικά καντήλια ξεγυρισμένα, ο Μήτσος εκνευρίζεται με οποιαδήποτε φοβία μου, ανέκαθεν.
Βγαίνοντας, βλέπω απέναντί μου την φωτιά. Δίπλα ακριβώς το φορτηγό ξεφορτώνει κανονικά το αφρολέξ (καλός παπάρας και ο οδηγός, τεσπά), οι αποθηκάριοι κάνουν καταμέτρηση (δικοί μου παπάρες αυτοί!), ο Πέτιο κι ο Ιβάν ως σύχρονοι Νέρωνες, απολαμβάνουν το θέαμα (όχι, δεν είναι αυτή η Ρώμη του προηγούμενου ποστ, δόξα τω Θεώ!).

Καθώς τρέχω προς το μέρος τους, ουρλιάζω "μα τί κάνετε εκεί?". Απαντούν όλοι (μα ένας καλός Θεέ μου!) εν χορώ "μην φοβάσαι σέφκα! δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, εμείς την ανάψαμε!". Το ότι άναψαν μόνοι τους φωτιά, θα πρέπει να με καθησυχάσει σύμφωνα με τα λεγόμενά τους! Πλησιάζω τον Μπαι Πέτιο - Νέρωνα με άγριες διαθέσεις. Χαζογελάει όπως κάθε φορά που του ετοιμάζω βρισίδι , μοστράροντας το χρυσό δόντι του.

- Μα μην τρέχεις σέφκα, σου είπα να μην ανησυχείς! Εγώ με τον Ιβάν την ανάψαμε!
- Γιατί την ανάψατε μπορώ να μάθω? Θα μας κάψετε όλους και μαζί και το φορτηγό του Χριστιανού! (ο Χριστιανός στα τέτοια του, οδηγός είναι, χέστηκε για το φορτηγό του κερατά του εργοδότη του, όπως και οι δικοί μου χέστηκαν για μένα!)
- Δεν βλέπεις? Την ανάψαμε για να καθαρίσουμε τις λαμαρίνες! Ηταν γεμάτες με κόλλα ταπετσαρίας! απαντάει ο Πέτιο όλο καμάρι για την νέα του ευρεσιτεχνία!
Αναρωτιέμαι αν πρέπει να πέσω στην φωτιά για να μην ακούσω περισσότερα...
- Σβήστε τη τώραααααααα!!!!!!
- Μα δεν έχει φόβο, σου λέω!
- Τώρα κουβέντα θα κάνουμε? Σβήστη είπαααααααααααα!
Πρέπει να είχα γίνει πιο κόκκινη από ότι οι φλόγες, γιατί ο Νάσκο (άλλο νούμερο αυτός), έτρεξε με το λάστιχο, παρότι με μισεί θανάσιμα και με αγνοεί επί οκταώρου βάσεως.
- Και τώρα πείτε μου, τί μαλακισμένη ιδέα ήταν αυτή! Δεν μπορούσατε να τις καθαρίσετε με διαλυτικό? Επρεπε να βάλετε φωτιά?
- Μα έχουν πολύ κόλλα, θα θέλαμε τόννους διαλυτικού και πάλι δεν θα καθάριζαν! πετάγεται ο Ιβάν, με ύφος "εμ τί ξέρεις εσύ από τέτοιες δουλειές?" . Για να μου αποδείξει τα λεγόμενά του, σηκώνει την πάνω λαμαρίνα, η οποία πράγματι έχει γίνει κατάμαυρη μεν, χωρίς ίχνος κόλλας δε. Οι αποκάτω είναι πηγμένες στην κόλλα, δεν πρόλαβαν να φουντώσουν για τα καλά.
-Να βλέπεις σέφκα? Κοίτα πως καθάρισε! καμαρώνει ο Μπάι Πέτιο.
Εχω πειστεί πλέον ότι η βλακεία τους είναι ανίκητη. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να βάλω μόνη μου φωτιά και να τα κάψω όλα , μπας και ξυπνήσουν. Γυρίζω στον προσβεβλημένο Ιβάν.
- Για να καθαρίσεις την λαμαρίνα Ιβάν, πρέπει να κάψεις όλη την εταιρεία?
- Σας εγγυώμαι προσωπικά (τώρα το πέτυχε!) , ότι δεν θα είχαμε πρόβλημα!
- Ναι ε? Δίπλα στα ξερά χόρτα, με αέρα και πέντε τόννους αφρολές δίπλα, δεν θα είχαμε πρόβλημα?
- Οχι! Σας είπα το εγγυώμαι προσωπικά! (να σου γαμήσωωωωω ηλίθιε!)
-Και τότε ο θάμνος εδώ γιατί είναι μισοκαμμένος?
- Εεεε, εκεί μας ξέφυγε λίγο πετάγεται ο Πέτιο.
- Μα είστε τόσο κουτοί πιά? Γιατί δεν λέγατε να αγοράζαμε τρεις λαμαρίνες?
- Θα μας το επιτρέπατε? πετάγεται ο Ιβάν, ο οποίος έχει φάει άπειρα βρισίδια για ό,τι άχρηστο παραγγέλνει κάθε μέρα και τώρα βρήκε πάτημα να πετάξει κι άλλη εξυπνάδα.
- Προκειμένου να μας κάψετε! Μα καλά τώρα, τί ρωτάς?
- Ναι αλλά πρέπει να αγοράσουμε λαμαρίνα και να την κόψουμε στις ίδιες διαστάσεις και....
Εχω ήδη γυρίσει να φύγω για να μην τον αρχίσω στις τακουνιές με το δεκάποντο. Μου περιγράφει το κόψιμο της λαμαρίνας σαν κάμελ τρόφυ, ενώ το να βάλει μια φωτιά για να καθαρίσει κόλλες του φαίνεται απολύτως απλό και λογικό.
Υποθέτω ότι πίσω από την πλάτη μου, έβριζαν ασταμάτητα, με την "κότα που έχει και άποψη για το πώς καθαρίζονται οι λαμαρίνες, που φοβάται τις φωτιές, που είναι αχάριστη και δεν εκτιμάει την εξυπνάδα τους και τις ευρεσιτεχνίες τους, προκειμένου να μην χαλάσουν λεφτά κλπ κλπ".
Μπήκα στο γραφείο λέγοντας μέσα μου "αφού τους ξέρεις, τί τσαντίζεσαι!". Η Πέτια με κοίταζε όλο απορία. "Μα τόση μαλακία μαζεμένη εδώ μέσα!¨ της είπα. "Χαααα, τώρα το κατάλαβες? Το φορτηγό τελικά το κάψανε ή όχι?" ήταν η απάντησή της.

Friday, June 11, 2010

:) Roma

Είναι σαν να υιοθέτησες ένα παιδί, γεννημένο στο πλέον προβληματικό περιβάλλον, μεγαλωμένο από τους πλέον ακατάλληλους ανθρώπους.
Παρά το αρνητικό του παρελθόν, το αγκάλιασες με τόση αγάπη και του κράτησες το χέρι στα πρώτα του βήματα. Κάποιες φορές , το μάλωσες κιόλας, σε πόνεσε και το πόνεσες.
Σήμερα βλέπω το "παιδάκι" μου να περνάει τις εξετάσεις για το "πανεπιστήμιο". Μας περιμένει αγώνας, αλλά θα τα καταφέρουμε μαζί, όπως τα καταφέρνουμε πέντε χρόνια τώρα. Και παρότι, το σημερινό βήμα, είναι το ίδιο ή και λιγότερο σημαντικό (ενδεχομένως) από όσα κάναμε μέχρι σήμερα, νοιώθω πολύ περήφανη που το "παιδί" μου πέρασε τις εξετάσεις με άριστα και πλέον θα το παλεύει σε δυσκολότερες πίστες. Και το κατάφερε αθόρυβα, χωρίς φανφάρες και περιττά λόγια.
Είναι ακόμα πιο σημαντικό , γιατί το "παιδί" μου, δεν είναι μία, αλλά εκατό ανθρώπινες ψυχές.
Μπήκαμε στην Roma!

Wednesday, June 09, 2010

Εκπλήξεις...

Πράγματα που μπορούν ακόμα να μου προκαλούν έκπληξη:
- Να ξυπνάει ο Δημήτρης το πρωί και να σου λέει ότι ζούμε στην ωραιότερη χώρα του κόσμου! (γουάτ δε φακ???)
- Οι εργάτες σου να αποκαλούν ο ένας τον άλλο "μαλάκας", όταν βρίζονται ( δεν τους διδάξαμε την κλητική βλέπεις!)
- Ενώ χοροπηδάνε οκτώ άτομα πάνω σε έναν καναπέ για να δουν αν σπάζει, κάποιος να πετάει "σέφε, να τον δοκιμάσουμε καλύτερα, κάνοντας σεξ?". (Το πρώτο πράγμα που είχα και εγώ σκεφτεί όταν πήρα το complaint, ήταν ότι ο Αχμετ και η Φατιμά το έκαναν ασυστόλως στο ανάκλινδρο! Να που δεν ήμουν η μόνη).
Και εις άλλα με υγεία!

Friday, June 04, 2010

Αντίο ...

Πρωί της Δευτέρας του Πάσχα, στην Αχαρνών, καθ’οδόν για τον Ευαγγελισμό. «Θα πάμε μετά να ανάψουμε ένα κερί για τον Χαμίντ?». Δάκρυα μπαίνοντας , χαμόγελα, ελπίδες ψεύτικες, λόγια που κανένας μας δεν πιστεύει. Ο καθένας μας, προσπαθεί να πείσει τον άλλο ότι θα περάσει. Δεν θα περάσει και το ξέρουμε. Ο μόνος που πείθεται είναι ο Δημήτρης. «Θα ζήσει, θα δεις». Θέλω να του δώσω ένα φιλί και δεν μπορώ. Του πιάνω το χέρι και το φιλάω φεύγοντας. Αγάπη, σεβασμός, θαυμασμός, ευγνωμοσύνη, όλα σε ένα χειροφίλημα. Λυγμοί. Ποτέ πριν, δεν του έχω φιλήσει το χέρι. Οχι, δεν έχω κουράγιο να πάω στον Χαμίντ. Θέλω να περάσω τα σύνορα και να κλειστώ, στο αποστειρωμένο κλουβί μου. Εκεί που μπορώ να παίζω με ευκολία, το παιχνίδι της χαράς. Αντίο θείε μου.

Δεν το ανέβασα όταν γράφτηκε, ίσως για να ξορκίσω τον αποχωρισμό που έβλεπα να έρχεται. Οι άντρες που επηρρέασαν την παιδική μου ηλικία, που έφτιαξαν τα πρότυπα που αργότερα έψαχνα και ερωτεύτηκα, ξεκίνησαν να φεύγουν νωρίς. Για την ακρίβεια, ο θείος, αυτός που έφυγε πριν λίγες ώρες, είναι ο προτελευταίος της "ομάδας". Ο τελευταίος είναι ο μπαμπάς μου, που πριν λίγο τον παρακάλεσα να αντέξει, γιατί ακόμα τον έχουμε ανάγκη. Δεν είμαι σίγουρη ότι το κατάλαβε. Οταν έμαθε ότι ο θείος είναι άρρωστος είπε "δεν θέλω να φύγει πριν από μένα".
Οταν ζεις μακρυά, όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να είσαι εκεί, ο πόνος είναι μεγαλύτερος. Οσο κι αν προστατεύεσαι από τους λυγμούς και τον πόνο που θα έβλεπες γύρω σου, τόσο ο λυγμός μέσα σου γιγαντώνεται και σε πνίγει. Τουλάχιστον εκεί, θα μπορούσες να ξεσπάσεις. Τώρα απλά ακούς "ο θείος σου έφυγε" από ένα γαμωτηλέφωνο και δεν έχεις τί να απαντήσεις. Ποιός θα καταλάβει τί ήταν για σένα ο θείος? Πόσα σου δίδαξε, πόσο καλύτερο άνθρωπο σε έκανε, πόσα του χρωστάς από αυτό που είσαι? Και πόσοι άλλοι του χρωστάνε ακόμα?
Χαίρομαι που τον έζησα, χαίρομαι που το περασμένο καλοκαίρι, πρόλαβε να γνωρίσει τον Δημήτρη. Λυπάμαι που δεν το έζησα περισσότερο, γιατί πάντα πίστευα ότι έχουμε πολύ καιρό μπροστά μας.
Το παρόν κείμενο δεν έχει επίλογο, ίσως γιατί ολόκληρο είναι επίλογος από μόνο του. Θείε μου, έλεγες πάντα, όταν γράφω να βγάζω τα συναισθήματά μου. Δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο το κείμενό μου, με τόσο πόνο μέσα μου. Συγχωρεσέ με, που δεν τήρησα τους κανόνες...

Tuesday, June 01, 2010

Ο καπνός και οι βλαβερές συνέπειές του :Ρ

Δυό μέρες τώρα, είμαστε χωρίς άντρα στο γραφείο (και στο κρεββάτι μου, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μας). Δουλεύουμε μέσα σε απόλυτη ησυχία κι αν δεν είχαμε τα κλάμματα της Πέτιας χθες, θα έλεγε κανείς πως είμαστε κρατική βιβλιοθήκη.
Η άκρα-του-τάφου-σιωπή, κόπηκε μαχαίρι πριν από μερικές ώρες εξαιτίας μιας τσιρίδας της Πέτιας. Την τσιρίδα, ακολούθησε η αμφιλεγόμενη φράση της "μα από που βγαίνει? από που βγαίνειιιιιιιιιιιι?". Επειδή ήμουν σίγουρη ότι αποκλείεται να έψαχνε το κορδονάκι του ταμπόν της ή, να της είχε μπει ο,τιδήποτε, σηκώθηκα κι έτρεξα στο γραφείο της, το οποίο στο μεταξύ είχε εγκαταλείψει.
Κόντεψα να λυποθυμίσω, όχι γιατί δεν άντεξα στην θέα των άδειων γραφείων αλλά γιατί ένας καπνός ερχόταν με τα όλα του από την κουζίνα. Βάσει των λεγομένων του σοφότατου λαού μας, όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά. Κι εγώ έχω μεν, πολλές φοβίες αλλά η χειρότερή μου είναι η φωτιά. Οσο απίθανο κι αν ακούγεται, την απέκτησα όταν ήρθα στην Βουλγαρία και κληρονόμησα από τον προκάτοχό μου, την υποχρέωση να εγκαταστήσω πυρανίχνευση και πυρασφάλεια στο χάλασμα (σόρρυ, το εργοστάσιο εννοούσα). Η τοπική πυροσβεστική, μού έγινε στενός κορσές επί δύο χρόνια (τόσο χρειάστηκε για να γίνουν οι εργασίες) και μέχρι να πάρω την κωλουπογραφή τους είχα εφιάλτες ότι καίγομαι αγκαλιά με τα σκυλιά μας. Δεν τους ξεπέρασα ποτέ! Ακόμα και τώρα ενώ ξέρω ότι γίνεται άσκηση πυρασφάλειας μια φορά το μήνα, τρέχω σαν παλαβή να δω σε ποιό σημείο πιάσαμε φωτιά μόλις ακούσω συναγερμό.
Επί του θέματος τώρα. Ο καπνός με έπνιξε καθώς έτρεξα προς την κουζίνα. Δεν είδα πουθενά φωτιά, αλλά είδα όλες τις παλαβές μαζεμένες να την ψάχνουν. Αρχισα εγώ τις τσιρίδες. Η πρώτη αφορούσε το να τσακιστούν να βγουν έξω από τον καπνό. Η δεύτερη για το που στο διάολο έχουν τα κλειδιά της πόρτας που οδηγούσε στο προαύλιο. Είναι ηλίθιο, σε εργασιακό χώρο να έχεις κλειδωμένη μια πόρτα που δεν ανοίγεις ποτέ και τα κλειδιά να μην είναι επάνω στην κλειδαριά! Το να σπάσω την κωλόπορτα δεν έπαιζε, είναι κομμουνιστικό κειμήλιο απίστευτου βάρους.
Ταυτόχρονα, καμιά μας δεν μπορούσε να βρει από που βγαίνει όλος αυτός ο καπνός. Αφού άνοιξα την πόρτα και ανασάναμε ελαφρώς, αρχίσαμε να μετακινούμε ψυγεία, κουζίνες, ψύκτες, καφετιέρες, φωτιά πουθενά. Η Ελλη έριξε την ιδέα ότι μπορεί να είχε πιάσει φωτιά ο πάνω όροφος κι από εκεί να ερχόταν ο καπνός. Ετρεξε λοιπόν να την ψάξει. Βγαίνοντας στο προαύλιο, ανακάλυψα ότι αυτό που έπρεπε να ψάξουμε είναι η πνευματική μας διαύγεια, γιατί επάνω όροφος στο γραφείο δεν υπάρχει! Τότε ήταν που πέρασα στον δεύτερο γύρο τσιρίδας. Να φωνάξουν τον ηλεκτρολόγο και να φέρουν για παν ενδεχόμενο πυροσβεστήρες.
Πρέπει να αποτελούσαμε ένα απίστευτο θέαμα, οι μισές στο προαύλιο κι οι άλλες μισές να συνεχίζουμε να ψάχνουμε τις πρίζες όταν έσκασε μύτη ο Μπάι Πέτιο ακολουθούμενος από καμιά δεκαριά εργάτες με πυροσβεστήρες. Στοιβιάστηκαν όλοι στην κουζίνα και περίμεναν να βρουν τις φλόγες!!!
Ο Μπαι Πέτιο (γνωστός από παλαιότερα ποστ για τις εξαιρετικές του ικανότητες) είπε ότι οι πρίζες δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Θυμήθηκα τις οδηγίες του επιβλέποντα πυροσβέστη μας (σε περίπτωση πυρκαγιάς κόψτε το ρεύμα) και τον ρώτησα εάν το έκοψε. Ισως τον είχε θολώσει ο καπνός, γιατί μου είπε "αααα, όχι ακόμα". Ετοιμη ήμουν να τον βρίσω αλλά μόλις τον είδα να κατεβάζει τον διακόπτη μαζεύτηκα. Γιατί δεν το είχα κάνει τόση ώρα μόνη μου? Χρειαζόμουν ηλεκτρολόγο για να κατεβάσω τον διακόπτη?
Είχαμε ηρεμήσει ελαφρά γιατί φλόγες δεν βλέπαμε, ήμασταν σε πανικό αφετέρου γιατί ο αγνώστου προελεύσεως καπνός γινόταν όλο και πιο πυκνός. Συν τις εργατώρες που χάνονταν (ναι, το παραδέχομαι, σκέφτηκα και αυτό, ντροπή μου!). Τότε κατέφθασε η Πόλια! Με μια μόνο ματιά της στο χώρο εντόπισε το πρόβλημα. Πέρασε ανάμεσά μας, με ένα καλαθάκι σκουπιδιών που είχε ήδη μείνει μισό από το κάψιμο. Ειλικρινά δεν περίμενα ποτέ ότι ένα τόσο μικρό καλαθάκι, μπορούσε να βγάλει τόσο καπνό! Την επαίνεσα για την εξυπνάδα της και την διαύγειά της. Το καλαθάκι καιγόταν μπροστά μας κι εμείς ψάχναμε τις πρίζες!
Αφού ξεμπουκάραμε όλοι στο προαύλιο για να ανασάνουμε , αποφάσισα να μάθω ποιά πέταξε το τσιγάρο της στο καλάθι. "Μα αφού καπνίζουμε στα γραφεία, υπάρχει λόγος να πετάμε το τσιγάρο στο καλάθι της κουζίνας? Και καλά, δεν μπορούσατε να το σβήσετε πρώτα? Ποιά το έκανε?". Αρνητικές απαντήσεις από παντού. Ημουν σίγουρη ότι καμιά δεν θα παραδεχόταν την μαλακία της. Πάνω που ετοιμαζόμουν να τις μαζέψω, επέστρεψε η Πόλια που είχε πάει να ξεφορτωθεί το καμμένο καλαθάκι. "Αχ Σέφκα, πάντοτε αδειάζω το σταχτοδοχείο σας στο καλάθι, σήμερα γιατί άναψε??". Κατάπια τους επαίνους που είχα βιαστεί να της δώσω και τραύλισα "την επόμενη φορά να ρίχνεις και νερό!".
Πριν από λίγο , τα κορίτσια με ενημέρωσαν ότι από σήμερα, η νομοθεσία απαγορεύει το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους. Κάτι ήξερε ο πρωθυπουργούλης μας...

Monday, May 31, 2010

Οι δολοφόνοι ξαναχτυπούν στην Γάζα

Πλέον δεν δολοφονούν μόνο Παλαιστίνιους....
Και βεβαίως, "ιδέα δεν έχουν ποιός έδωσε την εντολή"!
Μας δουλεύουν προφανώς , άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά.
Τις ανακοινώσεις της Ελληνικής Πρωτοβουλίας θα τις διαβάσετε στο :
Εδώ τα νεότερα από την Hurriyet (πιθανολογείται ότι οι περισσότεροι νεκροί είναι Τούρκοι ακτιβιστές) και εδώ ένα παράδειγμα του πως θα πρέπει να αντιδρούν (κατ' εμέ) οι κυβερνήσεις.