Thursday, May 10, 2007

Καλά δεν είναι ούτε κάν 30?

Επειδή είμαι πολύ ζηλιάρα ώστε να μείνω απέξω, και όλοι πολύ ευγενικοί ώστε να αφήνουν στα μπλογκ τους ανοιχτή την πρόσκληση για όσους θέλουν να απαντήσουν στο Ερωτηματολόγιο του Προύστ...
1. Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Να μπορώ να αναγνωρίζω τις ευτυχισμένες στιγμές.
2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Το δεύτερο ξυπνητήρι που χτυπάει με διαφορά μιας ώρας από το πρώτο!
3. Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Χθες βράδυ, όταν η κουμπάρα μου, μου έστειλε την απάντηση της RENAULT σε επιστολή Ελληνα, με θέμα «Arhidia kivotio»
4. Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;
Αγχώδης , αγχώδης, αγχώδης
5. Το βασικό ελάττωμά σας;
Βλ. Απάντηση Ν.4
6. Σε ποια λάθη δείχνετε μεγαλύτερη επιείκεια;
Σε αυτά που γίνονται για πρώτη φορά.
7. Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Δεν τίθεται θέμα ταύτισης
8. Ποιοι είναι οι ήρωες σας σήμερα;
Ανθρωποι, που κάνουν αυτό που θέλουν, όπως το θέλουν, αδιαφορώντας για το τί θα πουν οι άλλοι και κυρίως, χωρίς να βλάψουν κανέναν (παρ’εκτός τον εαυτό τους ίσως).
9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Αυτό στην Ιστάνμπουλ, το οποίο επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, χωρίς καμία φορά να μοιάζει με την προηγούμενη.
10. Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Πολλοί, αλλά πρώτα απ’ όλους ο Αζίζ Νεσίν.
11. Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άνδρα;
Το θηλυκό μυαλό του :P
12. ... και σε μια γυναίκα;
Να μην λειτουργεί σαν συμπλήρωμα ενός άντρα

13. Ο αγαπημένος σας συνθέτης
Γκόραν Μπρέγκοβιτς
14. Το τραγούδι που σφυρίζετε, κάνοντας ντους;
Θεωρείται τραγούδι το «Δημήηηητρηηηηη, πετσέταααααααααα»?
15. Το βιβλίο, που σας σημάδεψε;
Εχω την τάση, να ταυτίζομαι με τα βιβλία που αγαπώ, συνεπώς δεν είναι μόνον ένα.
16. Η ταινία, που σας σημάδεψε;
Ομορφα χωριά, όμορφα καίγονται...
17. Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Μονέ
18. Το αγαπημένο σας χρώμα;
Το μπλέ, το γαλάζιο , το σιέλ
19. Ποια θεωρείτε ως μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Το ότι επιτέλους έμαθα να εξαντλώ όλα τα ενδεχόμενα, πριν μιλήσω.
20. Το αγαπημένο σας ποτό;
Tanqueray με σόδα
21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Που βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι
22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;
Τη βία, σε όλες της τις πιθανές μορφές (και νομίζω ότι είναι αμέτρητες οι άτιμες)
23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Να διαβάζω (όχι αυτά που γράφω:Ρ)
24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Να μην μπορώ να περπατήσω (καθόλου αβάσιμος)
25. Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Στους πελάτες που με τον τρόπο τους ΑΠΑΙΤΟΥΝ να μην ακούσουν την αλήθεια.
26. Ποιο είναι το μόττο σας;
Το έργο μπροστά μας , δεν είναι ποτέ τόσο μεγάλο, όσο η δύναμη μέσα μας
27. Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Σε αεροπορικό δυστύχημα
28. Εάν συναντούσατε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Αν (λέμε αν) τον συναντούσα, κάτι θα σκεφτόμουν
29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεσθε αυτό τον καιρό;
Σας αρέσει η φρουτοσαλάτα???

Thursday, May 03, 2007

Ταξίδι στον Παράδεισο...

Αύριο, αυτή την ώρα, θα ταξιδεύω για τον Παράδεισό μου... Θα με περιμένουν ανοιχτές αγαπημένες αγκαλιές και χαμογελαστά κυματάκια, θα συναντήσω τη θάλασσα. Θα με προϋπαντήσουν χαμόγελα τεράστια, έτοιμα να ενωθούν με το δικό μου και να σκορπίσουν πάνω από είκοσι εκατομμύρια ανθρώπων. Για μια ακόμη φορά θα νοιώσω ότι ανήκω εκεί, και ότι αυτό το "εκεί", μου ανήκει.
Σήμερα ένοιωσα άπειρες φορές ότι κουράστηκα να διοχετεύω ενέργεια σε λάθος τόπο, με λάθος αποδέκτες, σε λάθος χρόνο.
Αύριο, μεθαύριο, την Κυριακή, θα νοιώσω άπειρες φορές την αγάπη να με αγκαλιάζει κι εγώ να την σκορπάω τριγύρω μου, σε πολύβουα δρομάκια, κάτω από τεράστιες γέφυρες, σε πάρκα απέραντα, όπου οι οικογένειες γαλήνιες θα κάνουν το καθιερωμένο τους πικνίκ.
Θα με τυλίξει η απλότητα του κόσμου, η απλότητα της ζωής, που τόσο σύνθετη πρέπει να είναι, ώστε να μην μπορώ ποτέ να την αποκτήσω... Και η ψυχή μου θα προσπαθήσει μέσα σε σαρανταοκτώ ώρες, να γιατρέψει πληγές, να ξεχάσει κακίες και μικρότητες, μηνών ολόκληρων. Δικές μου πληγές και κακίες δικές μου.
Θα χαμογελάω, δεν θα είμαι απότομη, δεν θα κλειδώνω τις λέξεις μου στο μυαλό μου. Δεν θα κοιμηθώ, δεν υπάρχει τίποτα να αποφύγω με τον ύπνο και ούτε λεπτό να χάσω από την ζωή.
Ποτέ άλλοτε δεν ανυπομονούσα τόσο, να δω την Πόλη φωτισμένη μπαίνοντας...

Georgiovden

Η ημέρα του Αγίου Γεωργίου, είναι μία από τις μεγαλύτερες γιορτές για την Βουλγαρία, γιορτάζεται με μεγαλύτερο ενθουσιασμό από ότι και η μέρα του Πάσχα. Η Βουλγαρική "εκδοχή" του ονόματός μου, Γκεργκάνα, έχει λοιπόν την τιμητική της στις 6 Μάη. Για καλή μου τύχη, εκείνη την μέρα θα βρίσκομαι εκτός και θα αποφύγω τις σούβλες. Είναι ωστόσο, τόσο χαρακτηριστικά τα έθιμα των Βούλγαρων για την μέρα εκείνη, έπηρεασμένα και από την πολύχρονη Τουρκική κατοχή τους (βλ. κουρμπάν), αλλά και τόσο παλιά, ώστε σήμερα να φαντάζουν εντελώς αναχρονιστικά, που αξίζει τον κόπο να σας "βάλω στο κλίμα", παραθέτοντας μια (όσο το δυνατόν πιο πιστή), μετάφραση από ένα κείμενο του Λιουμπεν Μπογιάνωβ, σχετικό με την Γκεοργκίοβντέν.
Στην Βουλγαρία, υπάρχουν πολλά έθιμα και γιορτές, σχετικά με την ημέρα του Αγίου Γεωργίου (Georgiovden). Γιορτάζεται, στις 6 του Μάη, αν και υπάρχουν πολλές ημερολογιακές αλλαγές στην Ορθόδοξη θρησκεία (πολλές ονομαστικές εορτές, έχουν αλλάξει ημερομηνίες, εδώ και καιρό.)
Ο Αγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος (Sveti Georgi “Pobedonosez”) αγιοποιήθηκε για τα έργα του. Συνήθως απεικονίζεται να ιππεύει ένα άσπρο άλογο, και να σκοτώνει με το δόρυ του τον Δράκο. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Δράκος ήταν απειλή για τους βοσκούς και τα κοπάδια τους, και κάθε φορά έκλεβε ένα ζώο. Οι βοσκοί ήταν απελπισμένοι. Κατόπιν εμφανίστηκε ο Αγιος Γεώργιος και σκότωσε τον Δράκο.
Από εκείνη τη μέρα, οι βοσκοί γιορτάζουν κάθε χρόνο τον Αγιο Γεώργιο και κάνουν kurban, την σφαγή δηλαδή ζώων , σαν θυσία στον Αγιο. Σε κάθε σπίτι στα χωριά, σφάζεται ένα αρνί. Πριν από αυτό, το κεφάλι του αρνιού στολίζεται με λουλούδια και διαβάζεται μια προσευχή. Ολες οι πόρτες του χωριού, καλύπτονται με λουλούδια. Νωρίς το πρωί, οι άνθρωποι πηγαίνουν στα ποτάμια για να πλυθούν. Αυτή τη μέρα πρέπει επίσης να ζυγιστούν («pretegliam se”)- αυτή είναι η «μοναδική» μέρα που οι άνθρωποι (σύμφωνα με το θρύλο), ελέγχουν το βάρος τους. Υπάρχει μια ακόμα παράδοση, οι άνθρωποι να πηγαίνουν στις κούνιες ("lyulka") την μέρα αυτή.
Η ημέρα του Αγίου Γεωργίου , μερικά χρόνια μετά την ανεξαρτησία της Βουλγαρίας, καθιερώθηκε ώς η μέρα του Στρατού. Στο παρελθόν, εκείνη τη μέρα γίνονταν στρατιωτικές παρελάσεις. Τα τελευταία χρόνια, αυτή η συνήθεια επανέρχεται.

Sunday, April 22, 2007

Μια κούκλα για μια κούκλα!

Εξω από το Capali Carsi της Πόλης, σε ένα από τα δρομάκια που οδηγούν στο Misir Carsisi, υπάρχει ένα μικρό παιχνιδομάγαζο. Το ανακάλυψα την πρώτη φορά που ταξίδεψα εκεί και απέκτησα την Αυσιέν. Μια τεράστια κατάμαυρη κουκλίτσα, με μαύρα γυαλιστερά μαλλιά και απίστευτο ύφος. Σύντομα απέκτησε νέα μωρουδιακά ρούχα, μιας και αυτά που φορούσε ήταν "του ιδρύματος", όπως αποκαλούμε το μαγαζί. Τα ρούχα της τα αγοράζω πλέον από καταλόγους, μιας και δεν αντέχω το ύφος των πωλητριών όταν λέω "αυτό είναι μεγάλο" και προσπαθούν να με πείσουν ότι το μωρό θα μεγαλώσει και δεν θα του κάνει.
Στο δεύτερο ταξίδι ξαναπέρασα από το μαγαζάκι, στο οποίο ποτέ δεν ξέρω πως θα φτάσω, το ψάχνω πάντα για ώρες και κατά τύχη το βρίσκω, και η οικογένεια συμπληρώθηκε από τον Ασλάν, το ταίρι της Αυσιέν. Μαζί έφερα και την Φατιμά που προοριζόταν να σταλεί δώρο σε μία φίλη. Η Φατιμά πέρασε τους πρώτους μήνες της ζωής της στην Ελλάδα, κλεισμένη σε μία ντουλάπα, περιμένοντας να βρω τον χρόνο να την στείλω στην παραλήπτριά της. Ναι, είμαι τόσο αμελής, που παρότι την είχα υποσχεθεί, η Φατιμά βγήκε από την ντουλάπα της μετά από επτά περίπου μήνες και τότε νοιώθοντας φοβερές τύψεις και απέναντί της (για την παραλήπτρια της, τις είχα νοιώσει καιρό), την έβγαλα, την στόλισα και την κράτησα.
Την επομένη του γάμου μας, τριγυρίζαμε ώρες ξανά στα στενάκια της αγοράς για να βρούμε τον Σερχάν, το ταίρι της Φατιμά, που πέρασε όσα πέρασε, δεν χρειαζόταν να μείνει και μόνη! Οπου πετυχαίναμε παιχνιδομάγαζα κι ο Δημήτρης αναστέναζε με ανακούφιση, εγώ πείσμωνα περισσότερο λέγοντας "μα κοίτα τι άσχημες που είναι, πρέπει να βρούμε το δικό μας!". Και το βρήκαμε, και γέλασε ο Τούρκος πωλητής που μας θυμήθηκε, τουρίστες πελάτες να τον θυμούνται κάθε τόσο δεν είχε σίγουρα ξαναδεί.
Οταν φύγαμε από την Ελλάδα, οι βαλίτσες μας ήρθαν με φορτηγό, αλλά το μικρό μας διθέσιο είχε παραταγμένη πίσω από τα καθίσματά μας, την τετράδα της συμφοράς, έτοιμη προς μετανάστευση. Οχι, δεν μπήκαν σε βαλίτσα, ταξίδεψαν καμαρωτοί καμαρωτοί, και όταν φτάσαμε κι αρχίζαμε να κατεβάζουμε τα πράγματά μας, κοιτούσαμε δεξιά κι αριστερά, μην μας δουν οι Βούλγαροι αγκαλιά με τα τέσσερα αραπάκια μας.
Η παραλήπτρια της Φατιμά, πρόσφατα είχε μια μικρή περιπέτεια, κι όταν το έμαθα, οι τύψεις μου που τότε είχα δείξει τόση αμέλεια ξαναξύπνησαν. Ψάχνοντας την αντζέντα μου, ξετρύπωσα την διεύθυνσή της , σημειωμένη πρόχειρα τότε που ήθελα να της την στείλω. Από την άλλη όμως, και η Φατιμά, έχει πλέον την ζωή της εδώ, αποκλείεται να την έστελνα. Σκέφτομαι ότι σε ένα μήνα θα βρεθώ στην Πόλη και πάλι, θα έχω ένα πρωινό ελεύθερο και άρα αρκετό χρόνο για να τον φάω ψάχνοντας το παιχνιδομάγαζο. Και είμαι σίγουρη ότι θα βρεθεί άλλη μια μικρή αραπίνα που θα πιστέψω ότι μου μίλησε όταν θα σταθώ μπροστά της. Το ονομά της δεν το ξέρω ακόμα, οι κούκλες πάντα μου ψιθυρίζουν τα ονόματά τους όταν τις συναντώ. Αλλά είμαι σίγουρη ότι θα είναι η πιο τυχερή κούκλα του κόσμου, γιατί θα την στείλω στην πιο γλυκειά κουκλομαμά του κόσμου. Νινάκι ετοιμάσου!

Friday, April 20, 2007

Η μέρα των παιδιών

Σήμερα ήρθε η πρόσκληση από το Ιδρυμα για την Μέρα των παιδιών. Την περίμενα , πώς και πώς, ελπίζοντας ότι ίσως κάνουν την γιορτή Κυριακή, αφού η 23η είναι Δευτέρα. Μετά θυμήθηκα ότι για τους Τούρκους είναι έτσι κι αλλιώς αργία η 23η, η μέρα των παιδιών γιορτάζεται παντού, δεν έχουν λόγο να μεταφέρουν την εκδήλωση.
Είμαι ευτυχής που πέρσι ήμουν εκεί, που είδα ζωγραφισμένα προσωπάκια, άκουσα παιδικές φωνούλες να τραγουδούν, είδα παιδάκια να παίζουν θέατρο και να ζωγραφίζουν τοίχους!
Φέτος λοιπόν δεν θα είμαι μαζί τους, δεν θα ξαπλώσω στο γρασίδι, ούτε θα δω άν τα διδυμάκια μας έχουν κάνει πρόοδο στο σκάκι. Το ίδρυμα «χτυπήθηκε» σκληρά από την αρχή αυτού του χρόνου, αλλά «ηρωικά αντιστέκεται» όπως λέει ο Αλί και τελικά θα κάνει την καθιερωμένη του γιορτή και φέτος.
Αλλος ένας χρόνος που κερδίζουμε χαμόγελα σε παιδικά πρόσωπα λοιπόν, παππού Αζίζ! Εύχομαι να το καταφέρνουμε κάθε χρόνο, για να αναπαύεσαι ήρεμος κάτω από τα παιδικά ποδαράκια που τρέχουν και χοροπηδούν. Να περάσετε καλά μωρά μου... μου λείψατε...




Thursday, April 12, 2007

Η ταμπέλα

Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, η αδελφή μου μετακόμισε σε νέα περιοχή. Πηγαίνοντας συχνά - πυκνά να την δω, χάζευα τον δρόμο και τις ταμπέλες. Μην γελάσετε, αλλά βρίσκω περιοχές και δρόμους που έχω ξαναπεράσει, ακριβώς επειδή θυμάμαι τις ταμπέλες των μαγαζιών. Και ασφαλώς χάνομαι εξίσου εύκολα, αν μια ταμπέλα αλλάξει, ή ένα μαγαζί κλείσει και ούτω καθ' εξής.
Το μάτι μου λοιπόν τότε έπεφτε κάθε , μα κάθε, φορά σε κάποια συγκεκριμένη ταμπέλα. Αγνωστο γιατί, την είχα αποστηθίσει. Οταν πριν από τρία χρόνια, γνώρισα τον διαδικτυακό "αδελφό μου" σε κάποιον σέρβερ, όταν μου είπε σε ποιά περιοχή έχει μαγαζί, του είπα "μήπως σε λένε Ταδόπουλο?". Ο κακομοίρης, ήταν έτοιμος να κάνει φορμάτ στον δίσκο του, να ψάξει για κάμερες, νόμισε ότι μιλούσε με άτομο απευθείας από την ΕΥΠ. Ούτε που φανταζόταν ότι τον γνώριζα ήδη πέντε χρόνια, από την ... ταμπέλα του.
Σήμερα ο μπρό μου ετοιμάζεται να αποχωριστεί την περιοχή, την ταμπέλα του και μερικά χρονάκια της ζωής του (καθόλου λίγα). Και ξέρω ότι παρ' όλο ο ίδιος το θέλησε και το αποφάσισε τον πονάει. Μπορεί και να θυμώσει που κάνω πόστ την ταμπέλα του, αλλά ελπίζω να την κρατήσει για να την βλέπω που και που, ή αν πρόκειται να την πετάξει να μου την χαρίσει. Είμαι σίγουρη ότι θα κρατήσει τις ευχάριστες αναμνήσεις και θα πετάξει ότι τον πόνεσε από αυτή, οικογενειακό μας προσόν άλλωστε αυτή η τακτική.
Και βέβαια όπως καταλάβατε, ήδη σκέφτομαι ότι την επόμενη φορά που θα επισκεφτώ την αδελφούλα μου, είναι πολύ, μα πολύ πιθανό να χάσω τον δρόμο...
Καλή αρχή μπρο!

Saturday, March 31, 2007

Η ζωή

Μη μου ζητάς τραγούδια,
χθεσινά ξαναφορεμένα.
Mην ψάχνεις τα φεγγάρια,
τα παλιά τα περπατημένα.

Η ζωή
ξεκινά δυνατά
και πατά
σ'άλλους γαλαξίες,
συγχωρεί
τους πολύ τολμηρούς
τους τρελούς και τις αξίες.
H ζωή
τρέχει μ'έτη φωτός,
ο καιρός δεν την τρομάζει,
προχωρεί
και γι'αγάπες παλιές
ούτε που το κουβεντιάζει.

Μη μου ζητάς θυσίες,
αρκετές έκανα για σένα,
έχω πολλές αιτίες,
που κρατώ το αύριο για μένα.

(Δεν ξέρω πώς το θυμήθηκα αυτό σήμερα...)

Wednesday, March 28, 2007

Ο μικρός μας πόλεμος

Οχι δεν ήρθα εδώ να δουλέψω... ήρθα να πολεμήσω. Μόνο που κανένας δεν μου το είχε πει ώστε να πάρω μαζί πολεμοφόδια. «Υπήρχαν?» θα μου πείς. Οχι δεν υπήρχαν. Επρεπε να τα βρω εδώ. Τί πολεμοφόδια να έχεις για τον πόλεμο απέναντι σε μία κατάσταση που δεν έχεις ποτέ συναντήσει? Θα μου πεις «έτσι είναι οι δουλειές, παντού ανά τον κόσμο». Και θα σου απαντήσω ΟΧΙ. Δουλεύω από κοριτσάκι, έχω κάνει διάφορες δουλειές, έχω αντιμετωπίσει και εύκολες και ζόρικες καταστάσεις, πίστεψέ με, δεν είναι έτσι οι δουλειές.
Κι ανακαλύπτω πόσο άλλαξα. Πόσο διαφορετική γίνομαι μέρα με τη μέρα. Το μόνο που δεν έχω χάσει, εμφανώς πάντα, είναι η ψυχραιμία μου. Αλλά μέσα μου έχω λυγίσει, το νοιώθω. Είμαι εγκλωβισμένη σε μία κατάσταση που δεν επέλεξα και που δεν μπορώ να την αλλάξω. Οχι, δεν μπορώ. Και τί κάνω θα μου πεις? Θα σου απαντήσω ότι δεν έχω μάθει να το βάζω στα πόδια. Οταν φεύγω, φεύγω, δεν το βάζω στα πόδια. Εχει διαφορά. Μεγάλη. Να φύγω? Οχι, δεν μπορώ να φύγω και δεν θέλω να το βάλω στα πόδια. Κατάλαβες? Αν όχι, μου αρκεί που γραφοντάς το, επιτέλους το κατάλαβα εγώ.
Ναι είμαι ένας ρομαντικός στρατιώτης, δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω μισθοφόρος τώρα που το σκέφτομαι. Και μισώ τον πόλεμο. Αλλα με πέταξαν μέσα στην φωτιά του, ή θα το έβαζα στα πόδια ή θα πολεμούσα. Και είπαμε, δεν έχω μάθει να το βάζω στα πόδια. Ετσι άραγε νοιώθουν οι στρατιώτες σε κάθε πόλεμο? Πολεμούν για να επιβιώσουν ή για να σκοτώσουν?
Σκοτώνω πια , το νοιώθω. Διψάω για μικρούς , καθημερινούς φόνους . Θα μου πεις, «ένας απολυμένος, ένας διωγμένος, σιγά τον φόνο καλή μου, θέμα το έκανες». Οταν έρχεσαι σε έναν τόπο και η πρώτη σου σκέψη είναι ότι αναλαμβάνεις την ευθύνη κάποιων ανθρώπων, ότι θες να τους βοηθήσεις, να τους κάνεις να δουν μπροστά και τελικά μια ωραία μέρα, απολαμβάνεις να «παίρνεις κεφάλια», τα δικά τους κεφάλια, ναι αυτό είναι θέμα. Για μένα , το ξεκαθαρίζω. Και μάλιστα τεράστιο.
Γιατί είχα ευαισθησίες. Πόσες, δεν φαντάζεσαι! Σε σημείο που με έλεγαν ηλίθια. Κι εγώ τους αποδείκνυα ότι είμαι, λέγοντας «έτσι κερδίζεις τους ανθρώπους, όταν τους δεις σαν άνθρωπος». Και το πίστευα, αλήθεια το πίστευα. Και οι μέρες περνούσαν με τις ευαισθησίες μου να βιάζονται. Τις εκμεταλλεύτηκαν, τις χρησιμοποίησαν, τις τσαλαπάτησαν, ναι ένας δύο τις σεβάστηκαν αλλά ως εκεί. Ισως γιατί οι «άνθρωποι» δεν ήθελαν να κερδιθούν ή ακόμα χειρότερα δεν τους ένοιαζε να κερδίσουν άλλους ανθρώπους. Δυστυχισμένοι, μικρόψυχοι, αδιάφοροι. Και πρόσεξε δεν είπα να τους κατακτήσω, όχι δεν θέλησα να γίνω δυνάστης. Είπα να τους κερδίσω! Και πίστεψέ με και να με κερδίσουν ήθελα. Είχα όλη τη διάθεση να τους λατρέψω, αλλά δεν τους ενδιέφερε.
Και έγινα όπως σκατά έγινα. Ναι, ίσως μέρα με τη μέρα γίνομαι και δυνάστης. Υποσυνείδητα, άθελά μου, ναι γίνομαι. Θυμάμαι την πρώτη μου συνάντηση μαζί τους, είχα φορέσει ένα τεράστιο χαμόγελο και έλεγα «όλα θα πάνε καλά, ήρθα για να είμαστε ένα, δεν ήρθα για να σας πατήσω». Αλλά δεν γίναμε ένα. Γιατί δεν μπορούσαμε να γίνουμε. Κάποια πράγματα, όσο κι αν τα θέλεις, ή γίνονται ή δεν γίνονται. Και μην πεις ότι δεν προσπάθησα. Προσπάθησα, μόνο γι΄αυτό προσπάθησα. Απλά είμαστε «άλλοι», «ξένοι», «αλλιώτικοι». Τον πρώτο καιρό έκλαιγα όταν έπρεπε να διώξω κάποιον. Δεν απέλυσα ούτε κλέφτες, τους βρήκα αλλού δουλειά και τους έστειλα. Δεν ήθελα το κακό τους, δεν θέλησα να τους εκδικηθώ, ήξεραν τί έκαναν και το πλήρωσαν αλλάζοντας απλά περιβάλλον. Δεν άντεχα να τους βλέπω, να βλέπω την προδοσία τους , μόνο αυτό. Δεν έμειναν στον δρόμο. Κάποτε, για να με συγκινήσουν είπαν «ο Θεός μας είστε εσείς». Επρεπε να σκεφτώ, ότι όταν άνθρωποι που επί χρόνια είναι άθεοι στο λένε αυτό, απλά σε δουλεύουν. Ποιός Θεός?
Αυτό που με τσαντίζει πιο πολύ, είναι ότι πάντα έχω μια δικαιολογία για όλους. Υπανάπτυκτοι, στερημένοι, δυστυχισμένοι, δεν φταίνε αυτοί για την κατάντια τους. Κι η ανικανότητά τους ακόμα σαν δικαιολογία. Και το μίσος που λάμπει στα πρόσωπά τους, δεν είναι δικό τους λάθος, δεν φταίνε αυτοί που δεν έμαθαν να το αντικαταστήσουν με αγάπη. Δεν την έχουν μέσα τους, δεν τους χαρίστηκε, που να την βρουν?
Για μένα μόνο δεν βρίσκω δικαιολογία... που δέχτηκα να μπω στον πόλεμο. Που δέχτηκα να μπολιαστώ με το μίσος τους. Που αποχαιρετώ μέρα με τη μέρα τις ευαισθησίες μου. Που θυμώνω γιατί βασανίζουν το σκυλί μου, μόνο και μόνο γιατί είναι το δικό μου σκυλί. Που πια δεν μου λένε τίποτα τα δάκρυά τους και τα ψεύτικα καλοπιάσματά τους. Που πλέον δεν πιστεύω μεγάλε ότι το παιδί σου είναι πολύ άρρωστο και λείπεις, ούτε με ενδιαφέρει αν σε παράτησε η γυναίκα σου. Κι αν ψάξεις μέσα σου θα δεις ότι αυτά μπορείς να τα πεις στους τόνους αλκοόλ που κατεβάζεις κρυφά ακόμα και στις τουαλλέτες, αλλά όχι σε μένα. Τελικά δεν ξέρω σε αυτόν τον πόλεμο ποιός είναι ποιός. Ποιός πάει να κατακτήσει και ποιόν? Και βλέπω πως τελικά απλά γίνομαι σαν κι αυτούς... με νίκησαν άραγε? Μα δεν ήρθα να πολεμήσω...ήρθα εδώ για να δουλέψω...

Κακία ή κακοτυχία?

Ολο το Σαββατοκύριακο κάναμε βάρδιες δίπλα στα "κλοπιμαία", περιμένοντας ποιός θα έρθει να τα πάρει... Τελικά μάλλον είχε καλύτερη ενημέρωση απ΄ότι εμείς, ή μας πήρε πρέφα και δεν πλησίασε...
Την Δευτέρα τελειώσαμε με τον συναγερμό και την πυρανίχνευση...
Χθες το απόγευμα έβαλαν φωτιά ακριβώς απ΄έξω από το εργοστάσιο, σαν να έλεγαν "τί την θέλατε την πυρανίχνευση ζώα, σας καίμε ότι ώρα θέλουμε χωρίς να πάρετε πρέφα"...
Σήμερα σταμάτησαν ταυτόχρονα (!) να λειτουργούν όλες οι αντλίες της κόλλας...
Κι όλα αυτά ενώ το είκοσι τοις εκατό του προσωπικού είναι με αναρωτικές λόγω ... πονόλαιμου κι ο μήνας τελειώνει και έρχονται γιορτές και και και...
Οι μόνοι που νοιώθουν ότι παράγουν έργο αυτές τις μέρες, είναι τα παιδιά της φύλαξης, επιτέλους είναι χρήσιμοι και απαραίτητοι !!! Εμείς παρακολουθούμε, νοιώθοντας εντελώς αδύναμοι απέναντι σε μια κατάσταση και νοοτροπία που μας ήταν άγνωστη.
Οχι, η λέξη γκαντεμιά έχει διαγραφεί προ καιρού από το λεξιλόγιό μου, το ίδιο και η κακοτυχία... Την έχει αντικαταστήσει η λέξη κακία... σε όλες τις πιθανές μορφές της.

Saturday, March 24, 2007

Η οικογένεια της Μέτζυ

Η Μέτζυ συνηθισμένη να είναι το εξώφυλλο της σκυλοοικογένειας, αποφάσισε να αποσυρθεί για λίγο κι έτσι προχωρήσαμε στις εσωτερικές σελίδες και σας παρουσιάζουμε τα υπόλοιπα μέλη (όσα δηλαδή δεν αυτομόλησαν, κλάπηκαν, δηλητηριάστηκαν ή χαρίστηκαν)... Και ξεκινάμε από την μαμά μας... Αφότου ο μπαμπάς μας έφυγε προς αναζήτηση νέας αγκαλιάς (μεταξύ μας τον είχε πρήξει!), δεν είναι στα καλύτερά της, αλλά αυτά έχει καμιά φορά η ζωή μιας συζύγου...
Συνεχίζουμε με τον Ρίτσι , ο οποίος είναι το τρανό παράδειγμα του "όποιος γελάει τελευταίος , γελάει καλύτερα". Ηταν του κλώτσου και του μπάτσου επί βασιλείας μπαμπά και δολίου Τζέκυ. Από την στιγμή που μας παράτησαν, ανέλαβε χρέη αρχηγού και σας πληροφορώ ότι είναι άψογος!







Η Πόλια μας. Γεννημένη μαζί με τη Μέτζυ, η πιο αγαπημένη της κιόλας. Ησυχη, τρυφερή με ελάχιστους και πολύ συγκροτημένη, όπως ακριβώς η νονά της.








Από την ίδια επίσης γέννα ο Πλάμεν. Χοντροκομμένος χωριάτης, το μοναδικό χάδι που ξέρει είναι να σε σκουντάει με την τεράστια κεφάλα του. Και φυσικά όπως βλέπετε, δεν έχει το οικογενειακό χάρισμα της πόζας. Πιστός σύντροφος της Μέτζυ στην εξερεύνηση και στους ομηρικούς καυγάδες.




Η μικρή μας Τσέτσα, επίσης από την ίδια γέννα, την ώρα της φωτογράφησης βρισκόταν για φύλαξη (δηλαδή μονίμως αυτό κάνει) κι έτσι δεν έχουμε την ευκαιρία να σας δείξουμε κι ένα μικρομαμωμένο σκυλί. Αντ' αυτής πόζαρε η νέα γεννιά, Λιούμπτσο , Λίλια και αβάφτιστο (την Δευτέρα πάει στο καινούργιο του σπίτι και θα αποκτήσει εκεί όνομα), που ακόμα δεν έχουν κάνει τα βήματά τους στον χώρο των μεγάλων.



Εικόνες

Χθες το βράδυ, γυρίζοντας από μια σύντομη βόλτα στο Πάζαρτζικ, ο ουρανός φορούσε τα καλά του κι έτσι δεν μπορούσα να αντισταθώ... Κρίμα που η φωτογραφία δεν αποτυπώνει το υπέροχο χρώμα του.





Στο σπίτι, η Μέτζυ είχε πάρει την αγαπημένη της θέση στην κουζίνα... Κι η ζωή , χαμογελούσε.

Thursday, March 22, 2007

Λόγια της βροχής

Ρίχνει παπάδες... η πρώτη μας βροχή νομίζω φέτος. Εχω μείνει στο γραφείο μόνη. Σε ποιό γραφείο δηλαδή, σε όλο το τερατούργημα μόνη. Πόσες χιλιάδες τετραγωνικά είπαμε? Ε, δεν θυμάμαι, κάποια στιγμή ίσως το μάθω. Υπάρχει κι ο φύλακας σε απόσταση ενός χιλιομέτρου και με τέτοια βροχή δεν θα ανέβει απόψε προς τα πάνω, "έχεις τα σκυλιά λυμένα σέφκα και μας τρομάζουν στις περιπολίες". Φύλακες ε?
Στις σκάλες που οδηγούν στο διαμέρισμα, τα τζάμια έχουν σπάσει... Και τα εξωτερικά και τα εσωτερικά... από τον προχθεσινό αέρα κι όλους τους αέρες εδώ και τριάντα χρόνια. Τους έδειξα ένα ένα ποιά πρέπει να αφαιρέσουν γιατί ήταν ραγισμένα. Τα εξωτερικά. "Θα μας πέσουν στο κεφάλι" είπα κάνοντας και τις αντίστοιχες χειρονομίες. Πώς θα αφαιρέσεις ένα ραγισμένο εξωτερικό τζάμι λοιπόν? Η βουλγαρική λύση λέει "θα σπάσεις πρώτα το από μέσα". Οχι, όχι δεν είναι ποντιακό ανέκδοτο. Το έκαναν. Και αν δεν ανέβω σύντομα στο διαμέρισμα, θα πρέπει να βρω βάρκα για να ανέβω τις σκάλες.
Η Μέτζυ καταλαβαίνοντας ότι είμαι μόνη, ήρθε και κουλουριάστηκε στα πόδια μου. Είχε να το κάνει από μωρό. Ούτε μια βόλτα στην παραγωγή και ασφαλώς καμία διάθεση να βγει έξω. Τεντώνεται και με κοιτάζει ενώ χασμουριέται. "Απόψε σε φυλάω εγώ και δεν θα κουνηθώ από δίπλα σου" είναι σαν να λέει.("Και μιας και σε φυλάω και είμαι τόσο χρήσιμη, μπορώ να δαγκώσω το παντελόνι σου να το κάνω λίγο πιο μοντέρνο???").
Η Ολγα περίμενε να πάει δώδεκα για να μου πει το όνειρο που είδε... γιατί πρέπει να τα λένε μετά τις δώδεκα το μεσημέρι δεν κατάλαβα ποτέ, η γιαγιά μου έλεγε ότι μπορείς να τα πεις όταν ξημερώσει. Με είδε λέει σε φελούκα στον Βόσπορο. Ισως πήγαινε να με καλοπιάσει, θα ήθελα έναν Βόσπορο τώρα, με ή χωρίς φελούκα. Και είχε κύματα λέει, αλλά πιάστηκα στο κατάρτι και βγήκα στη στεριά. Και μετά με είδε γιαγιά, με μακρυά άσπρα μαλλιά... Αυτή η γυναίκα δεν βλέπει όνειρα, βλέπει σινεμά στον ύπνο της. Επί τριανταπέντε χρόνια δεν μπορώ να μακρύνω τα μαλλιά μου, περιμένουν να ασπρίσουν πρώτα?
Ναι σωστά καταλάβατε, έχω πονοκέφαλο. Και υπέρταση. Συνεπώς γράφω ό,τι μου ' ρχεται. Απλά και μόνο γιατί βαριέμαι να ξεκουνηθώ από την καρεκλίτσα μου και να ανέβω στο σπίτι. Αρκετό χιλιόμετρο έκανα σήμερα, ώρα να καθίσω κι εγώ λίγο...
Η βροχή ακούγεται λες και είναι εδώ δίπλα μου... Η Ανοιξη μας ξεγέλσασε... Πήγε διακοπές πριν καλά καλά πιάσει δουλειά. Κι ο φίλος της ο χειμώνας που επίσης έκανε διακοπές φέτος, είπε να δουλέψει λιγάκι. Πώς τους ζηλεύω που αλλάζουν βάρδιες όποτε θέλουν χωρίς να υπολογίζουν κανέναν...

Η αγάπη

Η αγάπη καμιά φορά τρομάζει...
Οταν αδυνατείς να την νοιώσεις,
Όταν δεν την έχεις νοιώσει ποτέ,
Όταν πίστεψες ότι την ένοιωσες κι έκανες λάθος,
Όταν την ένοιωσες και σε πόνεσε ή ξεθώριασε...
Σε τρομάζει.
Αλλοι περιμένουν ένα «σ’αγαπάω» ,
Για να τους δώσει φτερά πολύχρωμα,
Κι άλλοι βάζουν φτερά και πετάνε μακρυά της,
Όταν το ακούσουν.

Η αγάπη τρομάζει κι όταν την νοιώσεις...
Οταν την νοιώσεις και φοβάσαι,
Μην καταλάβεις ότι έκανες λάθος.
Οταν την πρωτονοιώθεις,
Οταν διαφέρει από όλα όσα μέχρι τότε
Αγάπη θεωρούσες.
Οταν φοβάσαι μην ξεθωριάσει,
Όταν φοβάσαι μην σε πονέσει...
Σε τρομάζει.
Και λες το «σ’αγαπάω» ,
Και φοράς φτερά πολύχρωμα...
Η δεν το λες
Και βάζεις φτερά και πετάς μακρυά της,Για να μην το πεις...

Friday, March 16, 2007

Σμύρνη - Izmir - Smirna

Πάνε έξη χρόνια από την πρώτη φορά που την επισκέφτηκα. Είχαμε θαλασσοπνιγεί, Νοέμβρη μήνα, με ένα καραβάκι που το ταρακουνούσαν οκτώ μποφώρ στην διαδρομή Χίος - Τσεσμέ. Ο Τούρκος συνεργάτης που μας περίμενε, ήταν ο πρώτος Τούρκος που συναντούσα στη ζωή μου. Μου έκανε εντύπωση ο αυτοκινητόδρομος που σε οδηγούσε στη Σμύρνη. Βλέπετε, είχα την εντύπωση ότι οι "απολίτιστοι γείτονες" είχαν κατσικόδρομους. Εμεινα τρεις μέρες και δεν την γνώρισα καθόλου, ήταν και οι τρεις γεμάτες με επαγγελματικές συναντήσεις και δείπνα εργασίας. Το βράδυ της αναχώρησης αποκλειστήκαμε στο Τσεσμέ. Τα ελληνικά καραβάκια δεμένα, το τούρκικο θα το ρίσκαρε αν μαζευόμασταν δέκα "θαρραλέοι", ένας περισσότερος από τα μποφώρ δηλαδή. Είμασταν μόνο τρεις κι ο κούκος, όπου κούκος βλέπε τον καπετάνιο.
Παρότι μετά από εκείνο το ταξίδι, η Τουρκία έγινε "τρίτη πατρίδα" , προς τα εκεί δεν καταφέραμε να πάμε παρά τον περασμένο Σεπτέμβριο. Για δύο μόνο μέρες. Οδικώς αυτή τη φορά (άλλο πακέτο αυτό). Επίσης δεν την γνώρισα. Δουλειά, δουλειά, δουλειά.
Τελικά ο κύβος ερίφθη. Πάσχα στην Σμύρνη. Η Ιστανμπουλ είναι έτσι κι αλλιώς γεμάτη αυτό το Πάσχα, την αφήνουμε να την χαρούν οι τουρίστες. Οχι ότι δεν θα περάσουμε μια βόλτα να πάρουμε την δόση μας δηλαδή, αλλά μπορεί να μας περιμένει. Αυτή τη φορά το υπόσχομαι, δεν θα ασχοληθώ καθόλου με δουλειά... θέλω να την γνωρίσω! Και για να το σιγουρέψω ας φυλαχτώ κι από το κακό το μάτι εεε?

Οι 5 αγαπημένες μου.

Τόσο η Ελένη, όσο και η Adomiel, μου "έδωσαν τη σκυτάλη" για τις πέντε αγαπημένες μου ταινίες. Σπάω λοιπόν το κεφάλι μου να ξεχωρίσω πέντε (για μια σινεφίλ είναι εξαιρετικά δύσκολο αυτό, πιστέψτε με!!!). Μου έχει βέβαια κόψει την φόρα λίγο η "εξορία", όπως ορθότατα την αποκάλεσε η Adomiel. Λοιπόν έχουμε και λέμε (δλδ γράφουμε και σβήνουμε και ξαναγράφουμε):


- Ο καιρός των τσιγγάνων
- Ομορφα χωριά όμορφα καίγονται
- Δαμάζοντας τα κύματα
- Η Μπλε ταινία
- La Vitta E Bella
- Πολίτικη Κουζίνα
- Leon
- O Ψεύτης Ήλιος....

ναι ξέρω, είναι πάνω από πέντε , και δεν μπορώ να σταματήσω ούτε σε αυτές.... απλά το οκτώ είναι ο αγαπημένος μου αριθμός και είπα να φρενάρω....

Wednesday, March 14, 2007

Το μεγάλο παιδί

Ηταν ένα μεγάλο παιδί. Ενα τεράστιο παιδί για να ακριβολογούμε. Πάνω από 1,90, γεμάτος, δημιουργούσε τόση βαβούρα με την φωνή του, που ήταν φορές που κλείναμε τα αυτιά μας για να δουλέψουμε. Ηταν το δεύτερό μου αφεντικό. Για να είμαι ακριβής, ο πρώτος άνθρωπος που αντιλήφθηκα σαν εργοδότη, όταν στα είκοσί μου βρήκα μια σοβαρή δουλειά.
Ηταν κακός και επιθετικός με πολλούς και καλός με ελάχιστους. Για χρόνια δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί δεν μου φώναξε και δεν με επέπληξε ποτέ, αλλά λάτρεψα τόσο πολύ εκείνη τη δουλειά που δεν θα έδινα σε κανέναν το δικαίωμα να αμφισβητήσει τις ικανότητές μου. «Οταν κάποτε οι εταιρείες αλλάξουν και δεν θα σοκάρει να βλέπεις μαι γυναίκα να γυρνάει για πωλήσεις ανά την Ελλάδα, θα είσαι από τις πρώτες που θα το κάνουν» προέβλεπε. Δέκα χρόνια μετά, πράγματι περιφερόμουν με μια βαλίτσα στο πορτ-παγκάζ , διανύοντας χιλιόμετρα περισσότερα κι από οδηγό νταλίκας, δεν έπεσε έξω.
Μας μιλούσε για τα απλά και τα δύσκολα, μας μάζευε όλους, όλοι παιδιά από είκοσι έως τριάντα ήμασταν, και μας έκανε «μάθημα» χρησιμοποιώντας έναν πίνακα. Πώς θα υπολογίζουμε τί, πώς θα βγάζουμε τον μέσο όρο πληρωμής των πελατών, πώς θα δίνουμε τιμές. Η εταιρεία μεγάλωνε, μαζί της μεγαλώναμε κι εμείς, γελούσαμε όταν χοροπηδούσε από χαρά όταν του ανακοινώναμε τα αποτελέσματα του εξαμήνου, τρέμαμε όταν η φωνή του άγρια , διέσχιζε τους τοίχους κι έφτανε στο γραφείο μας. Μεγαλώνοντας ανακαλύπτω πόσο άδικα τρομάζαμε, πόσο άδικα τον φοβόμασταν, είπαμε , ήταν ένα τεράστιο παιδί.
Ενα πρωί , ξετρελλαμένος μας, ανακοίνωσε ότι την επομένη θα έλειπε, παντρευόταν. «Μην το κλείσετε αύριο επειδή θα λείπω ε?». Γελάσαμε και χαρήκαμε, ειδικά όταν εξήγησε ότι η αγαπημένη του ήταν έγγυος, θα ήταν όμορφο να είχαμε ένα παιδάκι να τριγυρίζει ανάμεσά μας. Ο χειμώνας πέρασε μέσα στις προετοιμασίες για το δωμάτιο του μωρού αφενός για την φουλ σεζόν της δουλειάς αφετέρου. Μια Τρίτη πρωί, μπήκε στο γραφείο στο κακό του χάλι. «Πρέπει να έχω κρυώσει» ψιθύρισε. Κάθισε στο άδειο γραφείο απέναντί μου, έγειρε πάνω του και κοιμήθηκε. Κοιταχτήκαμε με τον συνάδελφό μου «μα καλά τί τον έπιασε τώρα? Οπως και να χει μην εκτυπώνεις, αστον να κοιμηθεί» είπα. Ξύπνησε μετά από κανένα μισάωρο «Ναι , ναι, μου έκανε καλό ο ύπνος, τώρα είμαι καλύτερα, αλλά ας πάω στο σπίτι» είπε. Χαρές εμείς! «Ναι βρε αδελφέ, μείνε μια - δυο μέρες στο κρεββάτι, μην ξανακυλήσεις. Ατιμη άνοιξη, με αυτές τις ιώσεις». Δεν ήξερε κανένας μας ότι ήταν η τελευταία φορά που τον βλέπαμε όρθιο.
Πάλεψε με τον πυρετό μέρες. Αρνιόταν να πάει σε γιατρό «μα είναι απλά μια ίωση». Ενα Σαββατο πρωί, τον έφερε η γυναίκα του στο εργοστάσιο, ξαπλωμένο στο κάθισμα του συνοδηγού. Βγήκαμε όλοι να τον δούμε. «Θα περάσει, είμαι καλύτερα σήμερα, χθες βράδυ όμως ψηνόμουν, το φαντάζεστε ότι ονειρευόμουν τσιγγάνες;». Είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε πλέον και δυστυχώς τρεις μέρες μετά , η γυναίκα του πήρε τηλέφωνο κλαίγοντας «παιδιά, κάποιος, με κάποιο τρόπο να τον πάει στο Νοσοκομείο, αρνείται να μπει σε ασθενοφόρο». Και κάποιος τον πήγε. Με το ζόρι ξαπλωμένο σε ένα στρώμα στο φορτηγάκι που χρησιμοποιούσε για να πηγαίνει διακοπές, ίδιο το στρώμα, ίδιο το φορτηγάκι. Και η γυναίκα του δίπλα, με ένα μωρό στην κοιλιά και μια αγωνία σε όλο της το είναι.
Τον είδα λίγες μέρες πριν την εγχείρηση που θα του «έσωζε» τη ζωή. Η πεθερά του, άρτι αφιχθείσα από το κομμωτήριο, κερνούσε σοκολατάκια στους παγωμένους διαδρόμους του Ερυθρού Σταυρού «μα είναι τα γενέθλιά του σήμερα, πάρτε σας παρακαλώ , είναι από τον Φλόκα». Μιλούσε με δυσκολία... «θα γυρίσω και θα ελέγξω όλα τα τιμολόγια, κανονίστε» είπε προσπαθώντας να γελάσει. «Ευτυχώς όλα θα πάνε καλά, φέρνουμε από την Αμερική τον καλύτερο καρδιοχειρούργο» πεταγόταν η πεθερά. Η γυναίκα του? Χάιδευε άπληστα την κοιλιά της «αφού δεν το έχασα με τόση αγωνία δεν θα το χάσω ποτέ».
Την παραμονή της επέμβασης μας πήρε τηλέφωνο. Ως δια μαγείας, η φωνή του ήταν δυνατή, όπως πάντα, ναι, πλέον μπορούσε να μιλήσει. Ζήτησε μόνο να τον συνδέσουμε με τον πατέρα του, ήθελε να τον ακούσει. Ναι η επέμβαση θα γινόταν την επομένη, μια βαλβίδα θα άλλαζε, προς Θεού, ο χρυσίζων σταφυλόκοκος είναι μεν επικίνδυνος, αλλά τον πρόλαβαν οι γιατροί, μετά την επέμβαση ίσως δεν μπορούσε να δουλεύει τόσο σκληρά αλλά θα περνούσε κι αυτό. Αλλωστε δεν είχε πια πυρετό, δεν τόλμησε όμως να σκεφτεί ότι είχε μόνιμα υποθερμία τις τελευταίες μέρες.
Εκείνη τη νύχτα ονειρεύτηκα κάτι παράξενο. Τον είδα να μπαίνει στο γραφείο, κρατώντας την τσάντα του όπως πάντα και να μου λέει «την Τετάρτη θα κλείσουμε το εργοστάσιο». Ηταν τόσο απαίσιο όνειρο, που δεν ήθελα καν να δεχτώ ότι Τετάρτη ήταν η επομένη.
Δουλεύαμε εκείνη την Τετάρτη σαν να μην έτρεχε τίποτα. Θα είχε μπει ήδη στο χειρουργείο, μόλις έβγαινε θα μας τηλέφωνούσαν. Ο Παναγιώτης με πήρε και μου έδωσε το τηλέφωνο του ΥΓΕΙΑ, έπρεπε να συνεννοηθώ με το λογιστήριό τους για την πληρωμή της επέμβασης. Την στιγμή που καθαρόγραφα το τηλέφωνο στην αντζέντα μου, άκουσα τον συνάδελφο δίπλα να λέει στο τηλέφωνο «μα τί εννοείς?» και να περνάει τρέμοντας τη γραμμή στον Νίκο απέναντι. Με το στυλό στο χέρι , κοίταξα μέσα από τα τζάμια το Νίκο, να πιάνει το μετωπό του ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο, και να βάζει τα κλάμματα. Ηρθε στο γραφείο μας. Εξη μάτια που τον κοιτούσαν ανοιγμένα διάπλατα. Τρία στόματα στραβωμένα , κλεισμένα ερμητικά. «Ο Δημήτρης, πέθανε» είπε ο Νίκος και ξέσπασε σε λυγμούς. Το στυλό έπεσε από τα χέρια μου, ακόμα και σήμερα το ΥΓΕΙΑ θα παραμένει μισογραμμένο σε εκείνη την αντζέντα που λίγα χρόνια μετά μου έκλεψαν. Μέχρι να χαθεί, απέφευγα να πέφτω πάνω στο Υ κι όταν έπεφτα κι έβλεπα τη μισογραμμένη λέξη, θυμόμουν εκείνο το πρωινό μιας Τετάρτης κάποιου Μάρτη.
Οι ώρες που ακολούθησαν δεν διέφεραν σε τίποτα από τις ώρες οποιουδήποτε σπιτικού χτυπηθεί από τον θάνατο. Τηλεφωνούσαμε σε συνεργάτες, σε πελάτες, ναι έπρεπε να έρθουν όλοι, ο Δημήτρης είχε φύγει , και στα παλιά μας τα παπούτσια η μητριά που ήθελε λίγο κόσμο και ντεκόρ αυστηρά με κόκκινα τριαντάφυλλα, η μάνα του που δεν ήταν σε θέση να πει τίποτε, η σύζυγος που πήρε τηλέφωνο να μας ενημερώσει ότι το αγέννητο παιδί της είναι η μοναδική κληρονόμος. Εμείς ήμασταν τα αδέλφια του, τα παιδιά του, όλα εμείς, εμείς θα τον αποχαιρετούσαμε όπως του έπρεπε, όπως αξίζει σε ένα παλληκάρι που μόλις τέσσερις μέρες πριν είχε κλείσει τα τριανταπέντε.
Ηρθε αργά το απόγευμα, γαλήνιος ,περιστοιχισμένος από λουλούδια και αρκουδάκια, επιβλητικός ακόμα κι έτσι, κι ανακάλυψα ότι κάποια στιγμή με έβγαλαν έξω, μέσα στους λυγμούς μου, φώναζα σαν υστερική «κλείστε την πόρτα σας λέω, θα κρυώσει». Πάντα φώναζε για τις ανοιχτές πόρτες , πάντα κρύωνε. Γύρισα αργά τη νύχτα σπίτι, να κοιμηθώ δυό ώρες, κι η ανάσα μου κοβόταν, πώς θα είναι η ζωή μας πια χωρίς τον Δημήτρη, σε ποιόν θα στηριζόμαστε όλοι μας, και το μωρό; Πώς θα έρθει σε έναν κόσμο χωρίς πατέρα; Θα το δούμε ποτέ το μωρό;
Την επομένη ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τεράστια σύννεφα. Την ώρα που πηγαίναμε στο νεκροταφείο βάλθηκε να βρέχει, «κλαίει ο ουρανός το παλληκάρι» ψιθύρισε μια γιαγιά. Οχι, δεν είχε θαφτεί στον κήπο του πατρικού του, όπως ζητούσε επίμονα ο πατέρας του, καθηλωμένος στο καροτσάκι του. Οχι, η γυναίκα του δεν ήταν εκεί, την αντικατέστησε ένα στεφάνι με μια κορδέλλα που έλεγε «στον ήλιο μου». Ο «ήλιος της» έδυε εν τη απουσία της πλέον, με παρέα τους θεατρινισμούς της μητέρας της , που έκλαιγε χωρίς δάκρυα, αγκαλιάζοντας το στεφάνι. Τα καθώς πρέπει αίσχη της υψηλότατης κοινωνίας συνεχίστηκαν, όταν ο πεθερός του, σέρνοντας μαζί του για μάρτυρα, έναν κολλητό – ερείπιο που έκλαιγε σαν μωρό, ζήτησε από τον αδελφό του Δημήτρη να μπουν στο διαμέρισμά του και να παραλάβει ό,τι επιταγές ή χρήματα υπήρχαν. Γιατί το μωρό, ήταν ο μοναδικός κληρονόμος είπαμε. Θα γεννιόταν ο κόσμος να χαλάσει, θα περνούσαν αυτοί οι τέσσερις μήνες.
Μας πήρε καιρό να πάψουμε να το σκεφτόμαστε. Μας πήρε καιρό να ανοίξουμε τα συρτάρια του γραφείου του. Μας πήρε καιρό να βάλουμε μπροστά το αυτοκίνητό του για να μην πέσει η μπαταρία. Κι όταν έγινε αυτό, και έκανε την πρώτη του βόλτα στο προαύλιο, αυθόρμητα είπα «α ,ήρθε ο Δημήτρης». Τον ονειρευόμουν συχνά στην αρχή. Μου μιλούσε για τη δουλειά και μου έλεγε ότι είναι καλά. Ρωτούσε αν γεννήθηκε το παιδί του. Μια νύχτα μου είπε «εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου, θα το δεις». Και ήταν και είναι. Οσα είχε προβλέψει για μένα έγιναν, ό,τι επαγγελματισμό απέκτησα, στα δικά του θεμέλια τον έχτισα.
Το μωρό δεν το είδαμε ποτέ. Μόνο σε φωτογραφία μια φορά, όταν η μητέρα του ήρθε να κανονίσει τα διαδικαστικά των κληρονομικών. Ενα κοριτσάκι, ίδιο με εκείνον. Θα θελα κάποτε να το δω τυχαία (μόνο τυχαία θα μπορούσα άλλωστε) και να του μιλήσω για τον πατέρα του. Θα είναι τώρα κοπέλλα ολόκληρη, κοντεύει δώδεκα. Πάνε χρόνια που δεν τον φέρνω συχνά στο μυαλό μου. Πάνε χρόνια που δεν έρχεται πια στα όνειρά μου. Οι τότε φίλοι και συνάδελφοι χαθήκαμε, μετά τον Δημήτρη κι άλλοι τον ακολούθησαν , κάποιοι ιδιαίτερα επώδυνα κι οι εναπομείναντες σκορπίσαμε στους πέντε ανέμους. Σήμερα το πρωί διάβασα ότι επανεμφανίστηκε στην Ελλάδα ο χρυσίζων σταφυλόκοκος, σήμερα το πρωί συνειδητοποίησα ότι πριν δώδεκα χρόνια , ακριβώς τέτοιες μέρες, ο Δημήτρης είχε ήδη συναντηθεί με τον χρυσίζοντα σταφυλόκοκο κι έδινε την άνιση μάχη του. Στις 29 του Μάρτη, θα κλείσουν δώδεκα χρόνια από την μέρα που έφυγε, πόσοι άραγε τον θυμούνται ακόμα; Να συμπληρώσω ότι, από τότε αν κάποιος /α μου λέει ότι είναι Κριός , ρωτάω εντελώς ασυναίσθητα "γεννήθηκες μήπως στις 29 του Μάρτη?"

Tuesday, March 13, 2007

...

Γυρίζω πίσω...
Χρόνια πριν...
Τότε που τα τότε μεγάλα με έβαζαν σε αγωνία
Και τα τώρα μικρά μου χάριζαν ευτυχίας στιγμές.
Πόσο μεγάλος και δύσκολος ήταν ο κόσμος τότε...
Κι ενώ μίκρυνε ο κόσμος,
Και τα τότε μεγάλα έγιναν μικρά και μικρότερα,
Ο κόσμος εξακολουθεί να είναι δύσκολος
Και η ζωή εξακολουθεί να είναι Γολγοθάς...
Δεν μεγαλώνουμε μόνο εμείς τελικά.
Ο,τι μας περιβάλλει,
Ό,τι μας φορτώνεται,
Ο,τι μας χαροποιεί,
Ο,τι μας πιέζει
Ό,τι αποζητάμε,
Ό,τι δεν έχουμε
Ο,τι ονειρευόμαστε,

μαζί μας μεγαλώνει...

Thursday, March 08, 2007

They are not alone (?)

Η Βουλγαρία είναι μια χώρα, που σπάνια θα δεις αφίσες πολιτικού περιεχομένου στους δρόμους, μια χώρα που η πολιτική συνείδηση πέφτει συνήθως σε χειμέρια νάρκη, μια χώρα που δεν υπάρχει κοινωνική αφύπνηση, με άλλα λόγια μια χώρα της λογικής "όσα φάμε κι όσα πιούμε".

Το ραφείο μας πάλι, είναι ένα τμήμα του εργοστασίου γεμάτο με αυτοκολλητάκια ORIFLAME, αφίσσες ντόπιων "καλλιτεχνών" , αποξηραμένα γαρύφαλλα και κορδέλλες από δώρα.

Προχθές λοιπόν, μπαίνοντας στο ραφείο μας, αντίκρυσα μια τεράστια αφίσσα κολλημένη στον τοίχο, η οποία δεν κατάλαβα τί αφορά. Οι φράσεις "Ne ste sami" δηλαδή "Δεν είσαστε μόνοι", δεν μου έλεγαν τίποτα. Και φυσικά μου πέρασε από το μυαλό ότι οι γαζώτριες μας την κόλλησαν για καθαρά αισθητικούς λόγους, χωρίς και οι ίδιες να ξέρουν τί αφορά. Χθες το βράδυ , κατεβαίνοντας μια βόλτα στο Πλόβντιβ, είδα όλον τον τοίχο κεντρικού ξενοδοχείου να καλύπτεται από πλακάτ με το ίδιο σήμα και λογότυπο. "Αυτό να δεις που κάτι σημαίνει" σκέφτηκα.

Σήμερα το πρωί λοιπόν, έψαξα στο διαδίκτυο και βρήκα ότι το συγκεκριμένο σηματάκι, αφορά την επιτροπή που έχει συσταθεί για την συμπαράσταση στις Βουλγάρες νοσοκόμες που καταδικάστηκαν σε θάνατο στην Λιβύη, όταν κατηγορήθηκαν ότι μόλυναν με πρόθεση ανήλικα παιδιά με τον ιό του AIDS. Δεν έχω πολυσκεφτεί-αναλύσει το θέμα, όπως και να έχει είναι λυπηρό και αποτρόπαιο, από όποια πλευρά να το κοιτάξεις. Τόσο τα μολυσμένα και νεκρά παιδάκια όσο και η θανατική ποινή, μόνο πόνο και θλίψη προκαλούν, οργή προκαλούν, από όποια πλευρά κι αν σταθείς. Και βέβαια (επίσης από όποια πλευρά κι αν είσαι), κάνουν ορατό το χαμηλό βιοτικό και κοινωνικό επίπεδο δύο λαών και τα αποτελέσματα αυτού του χαμηλού επιπέδου.

Για όσους θεωρήσουν ότι οι Βουλγάρες νοσοκόμες, δεν πρέπει να είναι μόνες σε αυτή την προσπάθεια, υπάρχει το site www.nestesami.bg (και στα αγγλικά). Δυστυχώς δεν ξέρω που μπορούμε να δηλώσουμε την συμπαράστασή μας στα συγκεκριμένα παιδάκια που μολύνθηκαν από τον ιό, και ποιός θα μπορέσει να βρει και να τιμωρήσει τους πραγματικά υπέυθυνους, όποιοι κι αν είναι αυτοί.

Σας παραθέτω και το σηματάκι που μου δημιούργησε την απορία και που τις τελευταίες μέρες, επισκίασε ακόμα και τις μπάμπες μάρτες μας.

Η μπαλάντα της Ιφιγένειας

Με πήρες κάποτε απ΄το χέρι και δε σε ρώτησα πού πάμε
σου είπα με σένα δε φοβάμαι,μάνα καλή μάνα μου έρμη.
Eσύ τον άντρα σου είχες χάσει κι εγώ είχα χάσει το γονιό μου
και τότε μάνα, καλέ μάνα, τότε σε βάφτισα αρχηγό μου.

Κλείδωσες δυό φορές το σπίτι,μας πήρες κι ήρθαμε στην πόλη.
Σαν τα κοράκια πέσαν όλοι,έτσι όπως σε είδαν φοβισμένη.
Κι ακόνιζα παιδάκι πράμα τα νύχια μου και το μυαλό μου
με μιά τρεμούλα,μ΄ένα φόβο μη γκρεμιστεί ο αρχηγός μου.

Κι άρχισαν να κυλούν τα χρόνια, όπως το χρώμα στη βατίστα,
στην οικοκυρική μοδίστρα κι ο αδερφός μου στα καράβια.
Η Ελλάδα πήγαινε κι ερχόταν, έγινε ο τρόμος καθεστώς σου,
φοβήθηκα μη σε τσακίσουν και τότε έγινα αρχηγός σου.

Και πάνω που άρχιζα να ορίζω, ήρθε η αγάπη να με ορίσει,
και μπλέχτηκα στο αλισβερίσι οι αγάπες μ΄έβαλαν στη μέση.
Εσύ νοιαζόσουν μη πονέσω μα αυτές δε΄βλέπαν τον καημό σου
κι όλες στο μάτι είχαν βάλει να ρίξουνε τον αρχηγό σου.

Κι όταν με πήρε το τραγούδι ήμουν το στόμα των απόρων,
έγινα στόχος των εμπόρων και θύμα της πολυγνωσίας.
Πήγαν να τρίξουν τα θεμέλια, δεν ήταν τ΄αύριο πια δικό μου,
τότε ξανάπλωσες το χέρι και σε ξανάκανα αρχηγό μου.

Τώρα χαμένη εγώ στους ήχους και λυτρωμένη εσύ χορεύεις,
η μόνη εσύ που με πιστεύεις σαν σου μιλώ μεσ΄στα τραγούδια.
Τώρα αγαπώ μα δεν ορίζω τώρα δεν ψάχνω να΄βρω δίκια,
τώρα το δρόμο μου τον βρήκα γκρεμίστηκαν τ΄αρχηγηλίκια.

(Στίχοι και Μουσική : Χ.Αλεξίου)

Monday, March 05, 2007

Ο εφιάλτης

Ξύπνησα άσχημα... Ισως γιατί κοιμήθηκα ελάχιστα και επίσης άσχημα. Ισως γιατί έβλεπα εφιάλτες. Ολες αυτές τις μέρες τριγυρίζει στο μυαλό μου ένα "φεύγω" τεράστιο, ήταν λογικό και να το ονειρευτώ. Κι ήταν απίστευτο πόσο με πόνεσε, αν και ήταν απλά εφιάλτης... Ηταν απίστευτο το πόσο με διέλυε αυτή μου η φυγή, ένοιωθα ότι πίσω μου έμεναν κομμάτια μου, κι έκλαιγα, έκλαιγα, έκλαιγα...
Κι ένα μωρό, ονειρεύτηκα ένα μωρό, ένα ξανθό κοριτσάκι με καταπράσινα μάτια...
Είναι δύσκολη μέρα, παρότι είναι λουσμένη με ήλιο, παρότι η άνοιξη είναι εδώ μετά από έναν χειμώνα ανύπαρκτο, παρότι χθες το βράδυ το γεμάτο φεγγάρι έπαιζε με τα σύννεφα, μόνο και μόνο για να μου ποζάρει.. Νοιώθω ότι πλησιάζει η ώρα... ή θα φύγω, ή θα ριζώσω εδώ. Δεν υπάρχει μέση λύση, δεν υπάρχει ενδιάμεση διαδρομή να ακολουθήσω. Απλά μέσα σε όλα, αναρωτιέμαι αν άξιζε τόσος πόνος, τόσος κόπος...

Thursday, March 01, 2007

Το Ονειρο

Θα φύγω λέω... και μαζεύω κουράγια, νεύρα,
όσα με πόνεσαν μήνες τώρα,
θηλιές τα κάνω,
να κρεμάσω το όνειρο και να φύγω.
Θα φύγω λέω... και εξακολουθώ να κάνω,
όσα κάποιος που μένει κάνει,
κάποιος που έχει σκοπό για πολύ να μείνει,
αν όχι για πάντα.
Θα φύγω λέω... και πνίγω λυγμούς,
καταπίνω δάκρυα,
γιατί δεν θέλω να το κρεμάσω το όνειρο.
Το όνειρο δεν μου ανήκει,
ανήκει μόνο σε αυτό το ίδιο το όνειρο.
Το ότι το ονειρεύτηκα, δεν το κάνει δέσμιό μου...
δεν μπορώ να το κρεμάσω στις θηλιές που φτιάχνω...
θα το αφήσω να ζήσει.
Μόνο που εγώ θα είμαι ήδη αλλού,
να κυοφορώ ένα άλλο όνειρο...

Wednesday, February 28, 2007

Chestita Baba Marta

Οταν πήγαινα στο Δημοτικό , η μαμά μου το τελευταίο βράδυ του Φλεβάρη, μου έπλεκε το βραχιολάκι του Μάρτη (κόκκινη και άσπρη κλωστή) για να μην με κάψει ο ήλιος....

Η συνήθεια ξεχάστηκε μεγαλώνοντας , στην περιοχή μας άλλωστε δεν ήταν και πολύ διαδεδομένη.

Πέρσι , πρώτη χρονιά εδώ, τα χέρια μου γέμισαν με Μπάμπες Μάρτες (Γιαγιάδες Μάρτηδες), καθώς το έθιμο καλά κρατεί. Αύριο όποιος σε συναντά θα πρέπει να σου ευχηθεί "Τσεστίτα Μπάμπα Μάρτα" και να σου φορέσει το βραχιολάκι. Θα πρέπει όοοοολα σου τα βραχιολάκια, να τα φορέσεις μέχρι να δεις πελαργό, οπότε και θα τα πετάξεις. Εάν δεν δεις πελαργό μέχρι το τέλος του μήνα, την τελευταία μέρα θα κρεμάσεις όλες τις μπάμπες σου, σε ένα δέντρο που ανθίζει, κάνοντας ισάριθμες ευχές. Και ασφαλώς είναι πολύ πολύ κακό , να σε βρεί ο Απρίλης με τις μπάμπες σου στο χέρι!

Επειδή λοιπόν θέλω να είμαι εντάξει με τα έθιμα της χώρας που με φιλοξενεί και να μην κοιτάζω σαν χαζό αύριο όσους έρθουν να με ευχηθούν, έτρεξα και προμηθεύτηκα τις μπάμπες μάρτες μου νωρίς νωρίς, σε διάφορα σχέδια και χαρίζω σε όλους σας από μία!!!

Chestita Baba Marta λοιπόν!

Monday, February 26, 2007

Αννέ

Βρισκόμουν σε ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών στο Πλόβντιβ... πάνε κανα-δυό μήνες. Ακουσα μια παιδική φωνή να φωνάζει τη λέξη που λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που την έμαθα... "αννέ". Ηταν σαν να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, βλέπεις συχνά τουρκόφωνους εδώ, γυναίκες με τις χρωματιστές μαντήλες τους, αλλά σπάνια ακούς να μιλούν Τούρκικα. Η μικρή ξανθούλα, που φώναζε την μαμά της, έλεγε την πιο γλυκειά λέξη του κόσμου όλου "αννέ". Την κοίταξα δακρυσμένη....
Που το θυμήθηκα σήμερα? Ξύπνησα και σκέφτηκα πώς μου λείπει, πως όσο κι αν αποφεύγω να το σκέφτομαι με πονάει. Πως όση επιτυχία, όση ευτυχία κι αν μου χαριστούν, τίποτα δεν θα καλύψει το κενό του "αννέ" που δεν θα ακούσω ποτέ. Οσο κόσμο κι αν γνωρίσω, όσους φίλους κι αν λατρέψω, όσα ταξίδια κι αν κάνω, όσα υλικά αγαθά κι αν αποκτήσω, η φτώχια μου θα είναι πάντα μεγάλη κι η μοναξιά μου το ίδιο. Πόσο μικροί, πόσο αδύναμοι είμαστε τελικά, πόσο μάταια τα περισσότερα από όσα καταφέρνουμε.
Μόνο να ερχόταν, μικρή , ξανθιά και χαμογελαστή και το πρώτο πράγμα που θα της μάθαινα, θα ήταν αυτό... να με φωνάζει... "άννεμ"!

Monday, February 19, 2007

Η μεγάλη μπάζα

Ωρες ώρες τα έβαζα με τον εαυτό μου... Που ήμουν σκληρή, που ήμουν απότομη, που ήμουν καχύποπτη. Πολλές άλλες έκλεινα τα αυτιά μου, λέγοντας πως δεν είναι δυνατόν να μην εμπιστευτώ κανέναν εδώ, δεν είναι δυνατόν να βλέπω παντού κλέφτες. Αν τους έδειχνα ότι τους νοιάζομαι, ότι είναι τα "παιδιά μου" θα το καταλάβαιναν, έτσι δεν είναι? Πονεμένοι άνθρωποι είναι, μια ελπίδα να κρατηθούν ψάχνουν.
"Υιοθετημένοι" και οι φύλακες. "Ασε μωρέ Δημήτρη μου, άνθρωπος είναι και κουράστηκε, τί φωνάζεις?" τις νύχτες που ερχόμασταν ξαφνικά και τους βλέπαμε χαμένους από το φυλάκιο. Τόσο πολύ τους καταλάβαινα η ξανθιά , που δεν βγήκα ποτέ να πλησιάσω το φυλάκιο να δω αν κοιμόνται πράγματι μέσα ή βολτάρουν. Και η κεντρική πόρτα ξεκλείδωτη , έκανα και χιούμορ "αν δεν την άφηνε έτσι πώς θα μπαίναμε τώρα που τον πήρε ο ύπνος?"
Το περασμένο Σαββατοκύριακο που θα κατεβαίναμε Ελλάδα, ζητήσαμε από τους πλέον "έμπιστους" να έρθουν το Σάββατο το πρωί. Θα δούλευε η παραγωγή, οπότε "ας έρθει ο τάδε, μην μας κατακλέψουν κιόλας", είπε ο Δημήτρης.
Οταν προχθές ανακαλύψαμε τί είχε γίνει, χωρίς ίχνος παραβίασης, χωρίς κανένα σημάδι , κοιταχτήκαμε λες και αντικρύζαμε εξωγήινους. Το νέο κυκλοφόρησε παντού, ώστε ο καθένας να λέει ότι του κατεβαίνει στο μυαλό, να ρίχνει ευθύνες σε άτομα που μήνες τώρα δεν είναι πια εδώ. Από το πρωί βλέπω 200 άγνωστα μάτια. Ολοι τους μου φαίνονται το ίδιο... ή τουλάχιστον σχεδόν όλοι. Προσπαθώ να μην καταλάβουν πώς νοιώθω, πόσο πολύ με διέλυσε όλο αυτό. Ακόμα και μια πρόκα να λείπει από δω μέσα, είναι σαν να μου έκλεψαν κάτι από το συρτάρι του κομοδίνου μου. Να πάρει, αυτοί το χουν ανάγκη πιο πολύ από μένα αυτό το κωλοεργοστάσιο, δεν τους πονάει? Εσπασα για δύο δευτερόλεπτα, κρατώντας στην αγκαλιά μου την Πόλια, που δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί την ανακάτεψαν αυτοί που είχαν εντολή να λύσουν τα σκυλιά όταν φύγαμε , κι έκλαιγε λέγοντάς μου "δεν θέλω να νομίσετε ότι ήξερα". Αφού ζουν κιόλας τα σκυλιά πάλι καλά, τα έσωσε το ότι ήταν δεμένα.
Δεν ξέρω την αξία των κλοπιμαίων... από προχθές μετράνε τί μας έμεινε κι άκρη ακόμα δεν βγήκε. Κι ούτε θα βγει... αύριο θα έρθει η αστυνομία. Θα έχουν οι μπάτσοι του χωριού το ύφος του Σερλοκ Χολμς. Θα μας πετάξουν ότι τέσσερις - πέντε από τους εργαζόμενους είναι καταδικασμένοι. Θα κάνουν ερωτήσεις βλακείας προκειμένου να επιβεβαιώσουν ότι είναι Σέρλοκ Χολμς. Θα τους πεις που να ψάξουν και μετά από τρεις μήνες, θα πουν ότι δεν βρέθηκε τίποτα. Γνωστή ιστορία από τις μέρες που χάνονται μικροπράγματα. Μόνο που αυτή τη φορά η μπάζα είναι μεγάλη και εύχομαι ειλικρινά κανένας από εδώ μέσα να μην έχει ανακατευτεί... Πόσο ηλίθια είμαι... αυτή η δουλειά δεν γινόταν χωρίς συμμετοχή κάποιου από τα "παιδιά" μας...

Saturday, February 17, 2007

Game is going on!

Για σκυτάλες μιλούσα στο προηγούμενο ποστ μου και σκυτάλη μου έδωσε τελικά η Φουλιάννα μου για να σας πω 5 (ε μα τόσα πολλά!!!) πράγματα που δεν ξέρετε για μένα.
1. Παλιά έχανα εύκολα τον έλεγχό μου, ήμουν παρορμητική και τσαντιζόμουν εύκολα. Πλέον καταπίνω πολλά και περιμένω να εξαντλήσω όλες τις δικαιολογίες που μπορεί να υπάρχουν για τον άλλο, πριν γίνω άλογο. Κάνω βεβαίως πολλούς άλογο με αυτή μου την απάθεια.
2. Είμαι απίστευτα κακιά ώρες ώρες, κακία που ασφαλώς νοιώθω και για τον εαυτό μου.
3. Λατρεύω τα σοκολατάκια Lindt που ανακάλυψα πρόσφατα, μπορώ να τρέφομαι αποκλειστικά με αυτά.
4. Λέω ψέμματα όταν δεν μπορώ να το αποφύγω, πωλήσεις κάνουμε άλλωστε !
5. Τρελλαίνομαι να μαγειρεύω χωρίς συγκεκριμένες συνταγές, κανένα μου φαγητό δεν είναι ίδιο με κάποιο προηγούμενο, είναι όλα όμως υπέροχα! Το "χερικό" βλέπετε, που έλεγε και η γιαγιά μου!
(Αν υπήρχε και 6ο, σε συνέχεια του 5 θα έλεγα ότι είμαι μια ψωνάρα!)
Παραδίδω λοιπόν την σκυτάλη στους:

Friday, February 16, 2007

This is NOT Bulgaria!

Σήμερα ήρθε στο γραφείο μου και μου είπε ότι θέλει να μιλήσουμε. Ανάσανα βαριά κι ασήκωτα «ουχ Θεέ μου, τώρα θα μου πει ότι κάνει κάτι πολύ δύσκολο και πρέπει να την βοηθήσει κάποιος, ή θα μου ζητήσει αύξηση, ή ή ή ..... α, υπάρχει και το πιο απλό, μάλλον θέλει προκαταβολή!» αναθάρρησα. Οχι καλέ, δεν είναι θέμα προκατάληψης, απλά όταν κάποιος πλησιάζει το γραφείο μου, αναφέρει μονίμως ένα από τα παραπάνω. Κι όχι τίποτα άλλο , από αυτή πίστευα πως δεν θα ακούσω τίποτα από τα παραπάνω όταν την πρωτόφερα, για λόγους που θα αναφέρω παρακάτω, αλλά μάλλον την μάτιασα όπως και πολλούς άλλους.
Φόρεσα το χαλαρωτικό μου χαμόγελο, αυτό που τους βοηθάει να ξεστομίσουν την παράκκλιση ευκολότερα, άναψα τσιγάρο και της είπα να μου πει. Οκ, η μεταφράστρια είναι έξω, πες, θα καταλάβω, κι αν χρειαστεί να πω κάτι δύσκολο, θα την περιμένουμε. Και ξεκίνησε η έκπληξη στο μεγαλείο της!
«Ξέρετε, την δουλειά που μου αναθέτετε την κάνω πολύ γρήγορα» (ώπα πάμε για την αύξηση, πάλι καλά, άειντε να δούμε πόσα)....
«Οταν την τελειώνω ζητάω να βοηθήσω τη Νίνα, το Ζόρο ή τον Κραστάν» (και οι τρεις αναφερθέντες είναι άτομα που με το καλημέρισμα, σου λένε «νιάμα βρέμε», δηλαδή «δεν έχω χρόνο», και τα καθίκια την έχωσαν την μικρή στο τριπάκι να τους κάνει τη λάντζα, οπότε τέρμα, την αύξηση την έχουμε στο τσεπάκι!)
«Αλλά και ό,τι μου ζητάνε το κάνω πολύ γρήγορα, και ξέρετε έχω πολύ ελεύθερο χρόνο.» (μήπως έχει πυρετό τούτο? Μήπως η Πόλια μου την έκανε με κανέναν αλλοεθνή και την φόρτωσε του Ιορδάν? Δεν είναι Βουλγάρα αυτή, τέλος).
«Γι’ αυτό θα σας παρακαλούσα πολύ να μου αναθέσετε μία δουλειά που να με κρατάει απασχολημένη όλη τη μέρα, μπορείτε?» (Δεν μπορεί, σίγουρα κάτι κατάλαβα λάθος, τί θέλω και δεν χρησιμοποιώ μεταφράστρια σε όλα? Σίγουρα άλλα μου λέει κι εγώ βλέπω όνειρα).
Οπότε απαντώ «οκ, σε λίγο που θα γυρίσει η Ολγα θα μιλήσουμε». Και περιμένω να την δω να θρονιάζεται για να περιμένει την Ολγα. Ολοι τους δεν πάνε να κάνουν καμιά προκοπή μέχρι να τους δεχτώ, περιμένουν σαν τον χάρο μπροστά στο γραφείο μου. Και ακούω «μάλιστα. Εγώ πάω στο γραφείο μου και όταν έρθει η Ολγα θα έρθω».
Ξανά τσιγάρο! Μα τί είπε το άτομο! Βρε δεν πάμε καλά, χάλασε ο κόσμος. Θα το ακούσουν και οι υπόλοιποι και θα την κουρέψουν! Και έρχεται η Ολγα. Και η μικρά της λέει ότι θέλει να μας βοηθήσει στη μετάφραση (μπάι δε γουέι, αν η Χριστινούλα, ήξερε πως μεταφράζει η Ολγα, θα μάθαινε Ελληνικά μόνη της). Και ξανάκουσα τα ίδια. Μα ακριβώς! Οχι, δεν είχα καταλάβει λάθος, η Χριστίνα ζητούσε περισσότερη δουλειά. Για να μην της μένει λεπτό ελεύθερο. Γιατί δεν της αρέσει να κάθεται χωρίς να έχει κάτι να κάνει. Και γιατί ναι, μπορεί να συνεχίσει να είναι το κλωτσοσκούφι όλων (φτιάξε καφέ, βγάλε φωτοτυπίες, στείλε το φαξ) αλλά θέλει να έχει κάθε μέρα συγκεκριμένο πρόγραμμα στο τί θα κάνει. Συμπεριλαμβανομένων και των αρμοδιοτήτων ως κλωτσοσκούφι. Και παρεμπιπτόντως , για αύξηση , κουβέντα.
Περιττό να πω, πως ένοιωσα συγκινημένη, Περιττό να πω πως για πρώτη φορά ένοιωσα τόσο περήφανη, και τόσο δικαιωμένη από τις –πάντα συναισθηματικές – επιλογές μου. Εχω κρατήσει ή έχω προσλάβει κόσμο εδώ μέσα μόνο και μόνο γιατί τον συμπόνεσα κι έχω εισπράξει την αχαριστία σε όλο της το μεγαλείο.
Η Χριστίνα είναι κόρη της Πόλιας μου. Η Πόλια είναι η καθαρίστρια του εργοστασίου, αλλά θα την δεις να τρέχει δεξιά αριστερά μην της μείνει κανένα λεπτό ελεύθερο (σε αυτή έμοιασε τελικά η μικρή). Με «υιοθέτησε» από την πρώτη μέρα που ήρθα, παρότι θα μπορούσε να είναι η μεγάλη μου αδελφή, είναι μόλις τριανταεννέα. Είναι αυτή που καθαρίζει το διαμέρισμά μας (πάντα μέσα στο 8ωρό της), που φροντίζει να έχουμε τα πάντα στην εντέλεια, μέχρι και τα στικς έτοιμα για άναμα κάθε βράδυ που γυρίζουμε. Είναι αυτή που αδειάζει τις βαλίτσες μας όταν γυρίζουμε από ταξίδι και που στριγκλίζει όταν της δίνω κάτι έξτρα για τον κόπο της. Είναι το μόνο άτομο που δεν ζήτησε ποτέ αύξηση και που όταν της την δώσαμε με όλη μας την ψυχή, θεώρησε λογικό να φορτωθεί μόνη της κι άλλη δουλειά. Είναι η νταντά της Μέτζυ μας, αυτή που την φορτώνεται όλο χαρά τα Σαββατοκύριακα που λείπουμε. Και για να μην λέμε μόνο τα καλά της, είναι τόσο περιποιητική , που φοβούμενη μην μου λείψει ο καφές μου, με κατάντησε να πίνω δέκα καφέδες τη μέρα. Μόλις μυρίζεται άδειο φλυντζάνι, τσουπ φέρνει τον επόμενο.
Την ύπαρξη της Χριστίνας την έμαθα πέρσι το Μάη. Οταν η Πόλια με τα μάτια κατεβασμένα , κι ύστερα από δισταγμούς ημερών, ήρθε να ζητήσει προκαταβολή για να της αγοράσει φόρεμα για τον χορό των αποφοίτων. Δεν ήξερα ότι είχε τόσο μεγάλη κόρη κι ούτε το φανταζόμουν. Μετά τον χορό μου έφερε να δω τις φωτογραφίες. Τί όμορφο κοριτσάκι!!! Μια κουκλίτσα! Αν είχα άλλα μυαλά, θα μπορούσα να έχω κόρη στην ηλικία της, αλλά ευτυχώς δεν έχω (μυαλά όχι κόρη). Μετά την ξέχασα, την ξαναείδα δυο τρεις φορές που πήγα να πάρω το Μετζάκι από την Πόλια, και το Μετζάκι έκλαιγε γιατί είχε μάθει να κοιμάται στα πόδια της Χριστίνας.
Μια μέρα, επιστρέφοντας στο γραφείο, είδα στο γραφείο του Δημήτρη, το τρίο ατενέ , δηλαδή την Πόλια, την Ολγα και την Χριστίνα. Ο Δημήτρης ψιλοσφιγμένος, μου είπε ότι η Χριστινούλα, ήρθε να ζητήσει δουλειά. Εστω και στην παραγωγή, αρκεί να μην κάθεται σπίτι. Και με ό,τι μισθό θέλαμε, δεν είχε πρόβλημα. Της ζητήσαμε λίγο χρόνο. Η μικρή ήταν μια κουκλάρα, στην παραγωγή θα είχε πρόβλημα. Και στην μέση ήταν το Πολίνι μας, αν η μικρή μας έβγαινε μάπα, πώς θα της το λέγαμε? Και το κυριότερο, αγγλικά καθόλου, από υπολογιστές ελάχιστα, κάτι γνώσεις κομμωτικής μετά το σχολείο και κλεισμένη στο χωριό. Θα τα έβγαζε πέρα? Βασανιστήκαμε, το φέραμε από εδώ το φέραμε από εκεί και είπα το απίστευτο «κι εμείς έτσι ξεκινήσαμε, στα δεκαοκτώ μεροκάματο, τί σκατά ξέραμε? Αν δεν δώσεις ευκαιρία πώς θα δεις τί μπορεί να κάνει?» .
Και ήρθε. Και έπεσε με τα μούτρα. Σε μισό μήνα δούλευε τον υπολογιστή της καλύτερα από πολλούς που το παίζουν γνώστες. Μιλούσε με τους πελάτες λες και είχε προϋπηρεσία. Και το κυριότερο? Είχε μάτια και αυτιά ορθάνοιχτα να αντιγράψει τρόπους, να μάθει συμπεριφορές, να εξελιχθεί. Και όλα με απίστευτη σοβαρότητα για δεκαοκτάχρονη κουκλάρα και Βουλγάρα. Την πήρα λοιπόν υπό την προστασία μου. Ενοιωθα το άγχος της, την αγωνία της μήπως κάτι πάει στραβά και δεν μείνουμε ικανοποιημένοι. Επαθα πλάκα όταν το Σάββατο με παρακάλεσε να έρθει κι αυτή μαζί με την Πόλια για να καθαρίσουν το γραφείο, κι ας μην έπαιρνε υπερωρίες. Και σήμερα το πρωί ήρθε και μου ξεφούρνισε τα παραπάνω.
Θα τα καταφέρει. Θα πάει μπροστά αυτό το παιδί. Της είπα σήμερα να πάει να ρωτήσει για μαθήματα Αγγλικών, να την βοηθήσω όπου μπορώ, να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητές της. Η καλλιέργεια, ο επαγγελματισμός, η πρόοδος δεν θέλουν μόνο πτυχία, θέλουν και ψυχή και φλόγα, κι αυτό το παιδί τα έχει. Εύχομαι μετά από μερικά χρόνια να είναι το δεξί μου χέρι εδώ και να έχει ξεφύγει από τα στενά όρια του χωριού. Ο Δημήτρης με ρώτησε αν βλέποντάς την θυμάμαι εμένα στην ηλικία της... Γέλασα και απάντησα «όχι βρε, η Χριστίνα είναι κούκλα!», αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Είχα την τύχη να μου δοθούν ευκαιρίες, είχα την τύχη να πιστέψουν πολλοί άνθρωποι σε μένα, και να φτάσω εδώ που είμαι. Βέβαια είχα και την ψυχή να δουλέψω σκληρά για να μην αφήσω αυτές τις ευκαιρίες να χαθούν. Θεωρώ ότι αν χρωστάω κάτι στη ζωή μου, είναι να δώσω και σε άλλους τις ευκαιρίες που δόθηκαν σε μένα και ακόμα περισσότερες αν μπορώ. Στο χέρι τους είναι εάν τις εκμεταλλευτούν ή εάν τις πετάξουν στα σκουπίδια. Οπως και να έχει εγώ θα έχω παραδώσει τη σκυτάλη μου με ένα χαμόγελο ...

Thursday, February 08, 2007

Μεγαλώσαμε!

Σαν σήμερα πριν από πολύυυυυ πολύυυυυυ καιρό (δηλαδή πριν από επτά ολόκληρους μήνες) πρωτοπροβάλαμε το κεφαλάκι μας στο φως. Οχι, όχι , δεν ανοίξαμε αμέσως τα ματάκια μας, μας πήρε μερικές μέρες. Σήμερα πλέον δεν βουτάμε τα ποδαράκια μας στο πιατάκι μας τρώγοντας, ίσα ίσα είναι και μικρό το άτιμο. Τέρμα και το γαλατάκι, βαρεθήκαμε τις κροκέτες , τις προτιμάμε ανακατεμένες με κονσέρβα για να μπορούμε να τις φτύνουμε!


Τελειώσαν και οι γκρίνιες μας τις νύχτες, ήταν γκρίνιες χαζές, τώρα επαναστατούμε ΜΕ λόγο και αιτία, χτυπώντας το τζάμι γιατί πώς να το κάνουμε, μας αρέσει να τρέχουμε στην παραγωγή.


Το χαρτοκιβώτιο - κούνια έχει γίνει προ καιρού κομματάκια, και το νέο μας μαξιλάρι είναι ήδη μικρό, άλλο λοιπόν επειγόντως!


Και ω ναι, δεν είμαι πιά μωρό, είμαι μία κούκλαααααα που σε λίγους μήνες θα κάνει δικά της μωρά! Μόνο που δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τα αδέλφια μου έχουν γονείς με τέσσερα πόδια ενώ οι δικοί μου έχουν δύο! Κοιτάξτε τί όμορφο μωρό που ήμουν και τί υπέροχη κοπέλλα έγινα!!!!!!




Friday, February 02, 2007

Foulianna

Την πρώτη μου μέρα στο Δημοτικό την θυμάμαι ακόμα, όπως όλοι μας άλλωστε. Βρέθηκα σε ένα προαύλιο φορώντας την αυστηρή μου μπλέ ποδιά με τον άσπρο γιακά, ραμμένη από τη νονά μου. Χέρι χέρι με τη Μαρία (δίδυμες γαρ), η οποία φορούσε την ίδια ποδιά με διαφορετικό φερμουάρ (που ήθελα εγώ αλλά το έβαλαν στην δικιά της), ανακατευτήκαμε με τις γνώριμες φατσούλες που γνωρίζαμε ήδη από το νηπιαγωγείο. Οταν χτύπησε το κουδούνι, με έκλπηξη είδαμε ότι στην τάξη μας, δεν ήταν μόνον τα γνωστά μας παιδάκια αλλά και δυο – τρία άλλα κοριτσάκια που βλέπαμε πρώτη φορά. Η Χαρούλα, η Νεκταρία, η Φουλιάννα.
Η Φουλιάννα, κοντούλα, με ίσια μαύρα μαλλιά πιασμένα σε δυο αλογοουρές στα πλάγια με τεράστιους πουά φιόγκους! Ακόμα τους θυμάμαι! Καμιά μας δεν είχε κορδέλες στα μαλλιά, όλες προτιμούσαμε (ή μάλλον οι μαμάδες μας) εκείνα τα λαστιχάκια με τις πλαστικές πασχαλίτσες.
Εκτός από τα κοτσιδάκια της, μου έκανε εντύπωση και το όνομά της, η μεγάλη μου αδελφή είχε μια φίλη Φούλη και ναι, στο αναγνωστικό μας υπήρχε και μια Αννα, αλλά όχι, Φουλιάννα δεν είχα ξανακούσει! Αραγε αυτό το κοριτσάκι είχε δύο ονόματα? Και τι όμορφο όνομα! Καμία σχέση με το δικό μου που ανέκαθεν δεν μου άρεσε. Αργότερα έμαθα, ότι είχε ένα όνομα απλό όπως όλες μας, Φωτεινή. Απλά οι δύο υπέροχοι γονείς της, ξέφυγαν από τα τετριμμένα και την φώναζαν με ένα τόσο γλυκό, τόσο ανθισμένο (έτσι το άκουγα, αλήθεια σας λέω) όνομα.
Τα καινούργια κοριτσάκια εγκλιματίστηκαν αμέσως, μπήκαν στις υπάρχουσες παρέες του νηπιαγωγείου και όλες μεγαλώναμε μαζί. Με την Φουλιάννα δεν κάναμε πολύ παρέα στο Δημοτικό, βρεθήκαμε όμως πολύ κοντά στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Πηγαίναμε στο ίδιο φροντιστήριο αγγλικών και θυμάμαι ότι πρν το μάθημα, καθισμένες στο πεζοδρόμιο απ’έξω γράφαμε ποιηματάκια η μία στα τετράδια της άλλης. Μαζί γιορτάσαμε τη μέρα που φόρεσε φακούς επαφής και είπε ότι «άλλαξε η ζωή της». Χαρά που την μοιράστηκα μεν, δεν συμμερίστηκα δε, γιατί εγώ, πλάσμα ανάποδο εκ γεννετής, είδα κι έπαθα να γιορτάσω τη μέρα που επιτέλους, ναι, φόρεσα γυαλιά. Μαζί κουτσομπολέψαμε, θάψαμε, αγαπήσαμε, μισήσαμε διάφορους, και ναι, όσο περιέργο κι αν είναι στις παιδικές και εφηβικές παρέες δεν μαλώσαμε ποτέ και δεν ζηλέψαμε ποτέ η μία την άλλη.
Μετά το Λύκειο χαθήκαμε, η Φουλιάννα έφυγε για Θεσσαλονίκη να σπουδάσει Ιταλική Φιλολογία. Δυό χρόνια μετά, τα Χριστούγεννα του ’92, ο Νεκτάριος, φίλος αγαπημενος και συμμαθητής μας από πάντα, έφυγε. Ο πρώτος άνθρωπος που τηλεφώνησα για να τον ενημερώσω ήταν η Φουλιάννα, είχε έρθει για τις διακοπές, οπότε την βρήκα στο πατρικό της. Εκείνη τη μέρα ήταν και η τελευταία φορά που την είδα. Δεν μιλήσαμε πολύ, τί να λέγαμε άλλωστε μια τέτοια μέρα. Κλάψαμε αγκαλιασμένες και στο τέλος αποχαιρετηθήκαμε υποσχόμενες κάποια στιγμή να ξαναβρεθούμε.
Δεν ξαναβρεθήκαμε. Η κάθε μία από εμάς τράβηξε διαφορετικό δρόμο, και τις ελάχιστες φορές που βρέθηκα με κάποιον από τους συμμαθητές απλά μάθαινα ότι μάλλον είχε μείνει στην Θεσσαλονίκη. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές, την ώρα ανάκλησης διάφορων αναμνήσεων ή χαζεύοντας φωτογραφίες από τα σχολικά μου χρόνια, την θυμήθηκα κι αναρωτήθηκα τί να έχει γίνει το κοριτσάκι με τους πουά φιόγκους. Αλλά, ως εκεί.
Χθες, έκανα την γνώριμη βραδυνή μου βόλτα στα μπλογκς. Από το ένα στο άλλο, άγνωστα , καινούργια μπλογκς, ψάχνοντας κάτι ενδιαφέρον. Και ξαφνικά το είδα... Foulianna! «Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει άλλη Φουλιάννα στην Ελλάδα» σκέφτηκα. Μπήκα και τα μάτια της φωτογραφίας μου έφεραν στο μυαλό τα μάτια που χαμογέλασαν όταν έβγαλαν τα γυαλιά. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι «έπεσα» πάνω στην δικια μου Φουλιάννα! Δεν ήταν δυνατόν να είναι τόσο εύκολο. Μα πώς χαθήκαμε τόσα χρόνια? Αφησα διστακτικά ένα μήνυμα. Κοιμήθηκα με την αγωνία αν άραγε θα πάρω απάντηση... Και την πήρα. Η δικιά μου η Φουλιάννα μου απάντησε.Τελειώνοντας το ποστ θα της γράψω ένα μεγάλο γράμμα... ευκαιρία να κερδίσουμε τον χρόνο που χάσαμε. Μεγαλώσαμε, αλλάξαμε, αλλά υπάρχουμε πάντα για να συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε μαζί...Δεν είναι απίστευτο????

Sunday, January 28, 2007

Ακούς?

Τους έχεις γραμμένους έτσι δεν είναι? Ολους αυτούς τους «μπάσταρδους» που σου κάνουν πλάκα χωρίς να μπορούν να συμφωνήσουν, ο ένας σου δίνει τρεις, ο άλλος έξη , ο άλλος δώδεκα μήνες. Κάτι σαν πρόγραμμα άτοκων δόσεων δεν είναι? Καλά κάνεις λοιπόν και τους έχεις γραμμένους.
Πώς μπορούν να ξέρουν πόσοι μήνες ακόμα? Ξέρουν τί προγράμματα έχουμε κάνει, πόσα έχουμε αφήσει στη μέση, πόσα περιμένουν να τα τελειώσουμε?
Ξέρουν ότι δεν έχεις πάρει ακόμα τη γαμημένη τη βίζα για να γνωρίσεις τη γειτονιά που γεννήθηκε ο πατέρας σου κάπου στην Θεσσαλονίκη?
Ξέρουν ότι δεν έχεις ακόμα αγαπηθεί από την γυναίκα που σου αξίζει?
Ξέρουν ότι ακόμα δεν έχεις καταφέρει να κερδίσεις το σπίτι που χρυσοπλήρωνες με κόπο τόσα χρόνια σε εκείνους τους απατεώνες?
Ξέρουν ότι έχουμε τόνους πράσινου ΕΦΕ να μας περιμένουν να τους πιούμε στου Μουσταφά και μετά να ανηφορίσουμε αγκαλιασμένοι κι οι τρεις στην πλατεία του Ταξίμ?
Ξέρουν ότι κάθε χρόνο στις 23 του Απρίλη , θα καθόμαστε οκλαδόν στον κήπο του Ιδρύματος?
Ξέρουν σε πόσους καφενέδες δεν έχουμε ακόμα πιεί καφέ?
Ξέρουν πόσες ψαροταβέρνες θα μας σερβίρουν κρυφά ρακί στις κούπες του καφέ?
Ξέρουν ότι ακόμα δεν καταφέραμε να πάμε μαζί στο Καπαλί Τσαρσί κι ότι κάθε φορά το αφήνουμε για την επόμενη?
Ξέρουν ότι ακόμα δεν έχουμε κάνει το μπάρμπεκιου που λέγαμε?
Ξέρουν ότι πρέπει να κάνουμε πάρτυ στο νέο σπίτι της Σερπίλ όταν ετοιμαστεί?
Οχι τίποτα δεν ξέρουν ! Τίποτα για σένα! Γι’αυτό παίζουν το πρόγραμμα των άτοκων δόσεων. Οσο θυμάμαι όλα τα μικρομάγαζα που μπαίναμε, το πάρκιν του Πανεπιστημίου και την γνώριμη ατάκα σου «εδώ δεν θέλουν λεφτά, λέτε μόνον το όνομά μου». Το όνομα ενός Μεγάλου Ανθρώπου όπως είπε απόψε ο Δημήτρης, που ακόμα και τώρα, στέκεται όρθιος. Οχι , δεν θέλω να πάμε πουθενά χωρίς εσένα και να πω το όνομά σου. Θέλω να είσαι μαζί μας, να είμαστε ο αδελφός σου και η γκένγκε σου, ακούς?
Εσύ μας βούτηξες στην μαγεία της Ιστάνμπουλ, εσύ μας έκανες να πάψουμε να είμαστε τουρίστες, δεν την θέλουμε χωρίς εσένα, ακούς? Εχουμε τόσα να κάνουμε, συνέχισε να γράφεις τους μπάσταρδους και περίμενέ μας... ακούς?

Thursday, January 25, 2007

Gule Gule Ismail


Λιγότεροι κατά ένα άτομο, φτωχότεροι κατά "πολύ" ψυχή.... Στο καλό...

Tuesday, January 23, 2007

Περαστικά μας

Επρεπε να το πάθω τώρα??? Πάνω που ετοιμάζω βαλίτσες για διήμερο- αστραπή στην Ελλάδα? Αυτή η καταραμένη βουλγάρικη πνευμονία έπρεπε να μου χτυπάει τοκ-τοκ την πόρτα? Δηλαδή το στήθος, την πλάτη, το κεφάλι κλπ κλπ. Ούτε να αρρωστήσω ρε γμτ μου πιά. Αυτά τα δέκατα με έχουν λοιώσει, από την Κυριακή το απόγευμα τα χάλια μου, και σήμερα είνα Τρίτη. Αχ να καταφέρω να κοιμηθώ απόψε και τίποτ' άλλο.
Από την άλλη σκέφτομαι ότι οι ενδόμυχες ευχές μου να γλυτώσω το ταξίδι έπιασαν τόπο. Οχι, δεν θέλω άλλες συναντήσεις με "συνεργάτες", όχι, δεν αντέχω να κάνω καμία παρουσίαση σε κανέναν πελάτη, αφήστε με επιτέλους στην απομόνωσή μου, εσείς μου την χαρίσατε, τί με τραβολογάτε τώρα να παίρνω αεροπλάνα μέσα στο χιόνι. Γιατί ναι θα χιονίσει την Πέμπτη, δεν θα γίνουν πτήσεις, να το δείτε. Κι εγώ θα έχω φτάσει αγκαλιασμένη με τα δέκατά μου στην Σόφια για να γυρίσω πίσω τελικά.
Οχι, δεν είμαι καλά. Είμαι πολύ κουρασμένη ακόμα και για να ανέβω τις σκάλες μέχρι το σπίτι, κι ας είμαι ήδη δώδεκα ώρες μέσα σε αυτό το φουλ-της-πνευμονίας γραφείο. Ο Δημήτρης είπε ότι σήμερα για πρώτη φορά κατάλαβε πως είναι να θέλεις να βάλεις τα κλάματα εδώ μέσα. Πόσο λυπάμαι... εγώ το έχω συνηθίσει,αλλά δεν αντέχουμε όλοι το ίδιο. "Σκέψου μόνο πόσες φορές δεν έβαλα τα κλάμματα ενώ το ήθελα" του είπα.
Τεσπα ας ελπίσω ότι αύριο θα είμαι λιγάκι καλύτερα. Μήπως και καταφέρω και φτιάξω βαλίτσα δηλαδή....

Wednesday, January 17, 2007

.... Εφτάαααα είναι.....

όχι θανάσιμες πεθερές!!!! Τα μωρά μας... εφτά είναι!
Σε αυτό το εργοστάσιο, το μόνο κομμάτι παραγωγής που δουλεύει κανονικότατα, χωρίς καθυστερήσεις και βλάβες είναι η σκυλομαμά μας! Θα επανέλθω με φωτογραφίες, την αφήνω σήμερα να ξεκουραστεί και να χαρεί τα μωράκια της (πάλι ένα και μοναδικό καφέ! ο μπαμπάς είναι ο ίδιος)

Friday, January 12, 2007

Ο "ξυλοκόπος" και η Φατμέ του

Ο Κεμάλ και η Φατμέ είναι Πομάκοι. Οι Πομάκοι ήταν ίσως εκείνοι οι μουσουλμάνοι της Βουλγαρίας που υπέφεραν λιγότερο, όταν το καθεστώς έδιωχνε σωρηδόν τους περισσότερους στην Τουρκία. Οι Πομάκοι σε καμία περίπτωση δεν ήταν Τούρκοι κι έτσι παρέμειναν εδώ , κάποιοι άλλαξαν τα ονόματά τους σε Βουλγάρικα, κάποιοι όχι.
Ο Κεμάλ κι η Φατμέ νοιώθουν Βούλγαροι. Με τους Τούρκους που ξεριζώθηκαν από εδώ, τους ενώνει η κοινή θρησκεία και τους χωρίζει μίσος προαιώνιο. Οταν τον γνώρισα, έκανα το λάθος να του πω ότι συμπαθώ τους Τούρκους. Τα γελαστά του μάτια, παρέμειναν γελαστά , αλλά η φωνή σκλήρυνε «ο παππούς μου έκανε αγώνα για να τους διώξει από την πατρίδα μας» είπε. Κι έτσι κι εγώ δεν ξαναμίλησα για Τούρκους στον Κεμάλ, που έχει άλλωστε αλλάξει και το επωνυμό του.
Ο Κεμάλ είναι «ξυλοκόπος». Η λέξη παλιά, κλεμμένη από τα παραμύθια μας. Πλέον οι «ξυλοκόποι» δεν κόβουν τα ξύλα τους με το τσεκούρι στο δάσος και ίσως γι’αυτό κι η λέξη να ξεχάστηκε. Εδώ όμως , οι «ξυλοκόποι» (που είναι συνήθως μουσουλμάνοι) κατά παράδοξο τρόπο έχουν φάτσα ξυλοκόπου, ίδια με αυτή που είχα συνηθίσει να βλέπω στα εικονογραφημένα παραμύθια των παιδικών μου χρόνων. Ετσι έχω κάθε λόγο να ξεθάψω τη λέξη.
Η Φατμέ είναι η κυρά του. Σίγουρα δεν την βόλεψε καθόλου το ότι στην επαγγελματική του κάρτα ο Κεμάλ έβαλε και το δικό της κινητό τηλέφωνο, για να του αφήνουν μηνύματα οι πελάτες όταν αυτός είναι στο δάσος. Αυτή δεν πάει στο δάσος, με την μαντήλα της φορεμένη, μένει στο σπίτι και νοιάζεται για το νοικοκυριό, αλλά λόγω του καταραμένου του κινητού, έμαθε να γνωρίζει για ποιόν πελάτη κόβει κάθε μέρα ξύλα ο Κεμάλ και πότε θα τα κατεβάσει από το βουνό. Εμαθε πότε θα τα στεγνώσει κι ένα σωρό άλλα περίεργα της δουλειάς, που δεν θα μάθαινε αν δεν παντρευόταν ξυλοκόπο, όντας κοριτσάκι ακόμα. Κι αυτά τα περίεργα κληροδότησε στην κόρη της, όταν κι αυτή παντρεύτηκε ξυλοκόπο.
Ο Κεμάλ βγάζει καλά λεφτά. Τα καλύτερα ίσως από όλους τους ξυλοκόπους της περιοχής σε μια χώρα που τα δάση είναι άφθονα. Ενα μήνα μετά την γνωριμία μας, κατάλαβα γιατί δουλεύει τόσο πολύ παρ’όλο τον ανταγωνισμό. Ο Κεμάλ δεν θα σε κοροϊδέψει ποτέ, θα παραδώσει ο ίδιος στον πελάτη (όχι οδηγοί ή εργάτες, ο ίδιος, το αφεντικό), θα σεβαστεί τα λεφτά που θα πάρει κι αν καταλάβει ότι ζορίζεσαι θα φορτώσει ό,τι έχει και θα στο φέρει χωρίς καν να στο πει, για να μην ξεμείνεις από δουλειά. Θα περιμένει μέχρι να φέρεις τα λεφτά από την τράπεζα, χωρίς να γκρινιάξει, κι ας έχει ένα σωρό δουλειές να τον κυνηγάνε, ο πελάτης μικρός ή μεγάλος, για τον Κεμάλ, αξίζει σεβασμό.
Γιατί τα λέω όλα αυτά; Σήμερα το πρωί ψάχνοντας τον Κεμάλ, τηλεφωνήσαμε την Φατμέ κι αφού μας καθησύχασε ότι ο Κεμάλ δεν ξέχασε την παραγγελία μας, είπε ότι θα μας τηλεφωνήσει «όταν, πρώτα ο Αλλάχ, γυρίσει γερός από το δάσος» . Κι όταν ο γελαστός Κεμάλ μας τηλεφώνησε γυρίζοντας, είπε «πως γύρισε από το δάσος γερός, δόξα τω Κύριω» και θα μας φέρει την παραγγελία την Τρίτη. Κι ήταν τόσο γλυκές αυτές οι κουβέντες του μονιασμένου ζευγαριού, κουβέντες που έμαθαν από παιδάκια να νοιώθουν και να λένε, κουβέντες που έχουμε όλοι εμείς, οι ορθολογιστές - τεχνοκράτες - επαγγελματίες, ξεχάσει προ πολλού. Οχι, δεν είμαι θρησκόληπτη, ούτε καν θρησκευόμενη, απλά είναι τόση η γοητεία των λέξεων που σε γυρίζουν στην εποχή των παιδικών μας παραμυθιών, τότε που ο καλός ξυλοκόπος γύριζε στο σπίτι του με τη βοήθεια της ανώτερης δύναμης.
Το παραμύθι του το ζει ακόμα, ο ξυλοκόπος Κεμάλ και η λατρεμένη του Φατμέ, που τούτη την ώρα κάνουν οι δυό τους, μόνοι τους, δέματα τα ξύλα πριν ξεκινήσει ο Κεμάλ την αυριανή διανομή τους.

Saturday, January 06, 2007

Μας μπήκε! :Ρ

Αργησα να πώ "Καλή Χρονιά". Κάλλιο αργά παρά ποτέ... καλύτερη από όλες τις προηγούμενες και χειρότερη από όλες τις επόμενες εύχομαι, για μένα και για όλους μας. Εχουμε επιστρέψει από την Τετάρτη τα ξημερώματα από Ελλάδα και όχι απλώς χρόνο για ποστ δεν είχα (αχ και πόσα ήθελα να γράψω!) ούτε για ύπνο δεν υπάρχει χρόνος.
Το 2007 μπήκε με φούρια, προϋπολογισμοί που πρέπει να πιαστούν, νεύρα να τεντωθούν κλπ κλπ και χάσαμε και τον σκυλομπαμπά μας, τον Γιώργο. Μυστήριο μου φαίνεται πως μέσα σε δύο μήνες έχουν εξαφανιστεί δύο από τα αρσενικά σκυλία και μάλιστα τα μεγαλύτερα και πιο άγρια. Και μου τη δίνει να βλέπω την σκυλοοικογένεια αποσυντονισμένη, ο Γιώργος ήταν εξαιρετικός πάτερ φαμίλιας, απίστευτος φύλακας, αν και λίγο δικτάτορας ο άτιμος. Μετά την κατάρευση λοιπόν της δικτατορίας του, επικρατεί μία θλιμμένη αναρχία στα υπόλοιπα, να δούμε που θα βγεί. Λέτε βρε, να μου εξαφανίζουν τα σκυλιά για να μας φάνε λάχανο??? Οχι δεν βλέπω θρίλλερ και περιπέτειες, απλά ζω στην Βουλγαρία.
Πάντως όπως και να έχει γίναμε Ευρωπαίοι! (το Ευρώ δεν έχει γίνει ακόμα νόμισμά μας, οπότε επί του παρόντος κρατάμε το δεύτερο συνθετικό της λέξης, λίγο ανορθόγραφο). Αν καταλάβαμε τίποτα? Δυστυχώς, λείπαμε στην Ελλάδα, τις βραδυές των εκδηλώσεων, των πυροτεχνημάτων και των παρελάσεων και δεν αισθανθήκαμε την "λαμπρή είσοδο". Κάτι είχαμε ψιλοπάρει χαμπάρι, όταν βγαίνοντας για Ελλάδα στις 29, δεν βρήκαμε τσιγάρα στα αφορολόγητα. Τα οποία αφορολόγητα, έκλειναν! Ναι καλέ, έκλειναν! Θα πούμε το τσιγάρο τσιγαράκι σας λέω. Αααα, κι όταν μπήκαμε στις 2 Γενάρη, ήταν μεγάλη η ανακούφιση που δεν χρειαζόταν διαβατήριο (εμ εγκλωβισμένοι εδώ, δεν είχαμε χρόνο να βγάλουμε τα καινούργια, εκείνα με τον σιέλ Παρθενώνα, ξέρετε) και δεν υπήρχε τελωνειακός για να μας ξεχέσει στα Βουλγάρικα για το κρασί του μπαμπά (20λιτρο παρακαλώ), το κεφαλοτύρι του μπαμπά (λύσσα να μην έχουν ένα σκληρό κίτρινο τυρί εδώ οι άσχετοι), τις ελιές και τα πορτοκαλομανταρινόλεμόνια, που έτσι και κατέβαινα το επόμενο πρωί στην μπόρσα εδώ δίπλα, θα είχα γίνει πλούσια! Δεν μιλάμε για όλα τα γλυκά των γιορτών, αυτά και με τελωνείο θα τα περνούσαμε (λες να μήν?). Κι έτσι μόλις περάσαμε τα σύνορα κυριλέ (και χωρίς να πληρώσουμε για την απολύμανση για πρώτη φορά !) ένοιωσα ότι ναι, η Βουλγαρία είναι Ευρώπη, πάει και τελείωσε! Δεν μου κράτησε πολύ η χαρά, όταν άρχισαν οι τεράστιες λακούβες (σε σχήματα όλων ανεξαιρέτως των Ευρωπαϊκών κρατών) και η ομίχλη σε δρόμους χωρίς κανέναν φωτισμό, πήρα τα λόγια μου πίσω και είπα "Ευρώπη και κουραφέξαλα, οι Βούλγαροι είναι πάντα Βούλγαροι". Την επόμενη μέρα ασφαλώς, όταν ουδείς γνώριζε τί γίνεται με τα φορτηγά, με τί χαρτιά ταξιδεύουν, πως περνάνε τα σύνορα, όταν ούτε εφορίες ούτε τελωνεία σου έδιναν απαντήσεις (παρά μόνο την απίθανη "δεν είμαστε γραφεία πληροφοριών εδώ") έγινα Βουλγάρα καραμπινάτη, κάτασπρη και ροδομάγουλη και ανέκραξα "πανάθεμα την Ευρώπη σας, τί θέλατε και μας μπλέξατε??".
Πάνε βέβαια αυτά, πέρασαν ή θα περάσουν (σε πόσα χρόνια αγνοώ,αλλά πλήζ, όχι ερωτήσεις που πονάνε) και επιστρέψαμε στην καθημερινότητά μας, στο Μετζάκι μας, που μας έλειψε και σε όλες "τις ανέσεις της ζωής στο χωριό" (ω ναί, έβρασα χθες φακές στην ξυλόσομπα στον απίθανο χρόνο των είκοσι λεπτών και ήταν απίθανες) και για να είμαι ειλικρινής, δεν μας βλέπω να ξεκουνάμε πάλι σύντομα, αρκετά με τα ταξίδια, κεφάλια μέσα.
Η Ελλάδα δεν μου φάνηκε αλλαγμένη, το σπίτι μας παρότι ήταν θεόκλειστο έξη ολόκληρους μήνες δεν είχε καν σκόνη, οι γονείς μου είναι καλύτερα απ'ότι πριν από έξη μήνες, δείχνουν να έχουν πια συνηθίσει την απουσία μας, ο Θανούκος μας μεγάλωσε και έχω την εντύπωση ότι μοιάζει και στις τρείς μας (μην το ακούσει ο γαμπρός μου, κάηκα)! Οχι, φίλους δεν είδαμε πλην του Γιάννη. Να είμαστε και ειλικρινείς, δεν μας έψαξε και κανένας όσο είμασταν στο Ναύπλιο. Η αλήθεια είναι ότι κι εμείς έχουμε ξεκόψει από όλους, όσο καιρό είμαστε εδώ, και όπως και να το κάνουμε, οι "φιλίες" είναι και λίγο συνήθεια, σωστά ? Αυτό που με σόκαρε, ήταν ότι παρότι δεν ζω σε μία πόλη ωραιότερη από το Ναύπλιο, δεν έχω καμία πρόθεση να επιστρέψω εκεί, για πρώτη ίσως φορά μου φάνηκε τόσο μικρό , τόσο τετρημμένο. Εμένα, που πριν από πέντε περίπου χρόνια, το επέλεξα για να ξαναστήσω τη ζωή μου. Θα γράψω (αν τα καταφέρω) κάποια άλλη στιγμή για τό πώς είδα το Ναύπλιο αυτή την φορά.
Λοιπόν μας περιμένει μια κουραστική χρονιά (ακόμα μία), ελπίζω τουλάχιστον να μπορέσουμε να την βγάλουμε πέρα με λιγότερο κόπο από την προηγούμενη και με λιγότερες προσωπικές απώλειες. Είναι η χρονιά που θα κλείσω τα τριανταπέντε και κάπως μου ακούγεται μμτ. Είδωμεν....
Πριν λίγα λεπτά ο Δημήτρης μου (που κλείνει τα σαρανταένα σήμερα και τον χαίρομαι) ανακάλυψε τον σκυλομπαμπά μας, παγιδευμένο κάπου προς το βουνό και τον έφερε πίσω διψασμένο, πεινασμένο και με τα μάτια κατακόκκινα. Ηταν λέει το καλύτερο δώρο που μπορούσε να πάρει (και ο Δημήτρης και ο Γιώργος θα συμπληρώσω εγώ). Κι έτσι θα σας αφήσω για να συμμετάσχω στο πάρτυ της σκυλοοικογένειας που στήθηκε ήδη απέξω από την πόρτα μας, με όλα τα μέλη να παρίστανται! Το βράδυ θα κάνουμε το "μπανκέτι" για την "ροζντεν ντεν" του Δημήτρη , σε κάποιο εστιατόριο, σε κάποιο βουνό, η κράτηση ευγενική χορηγία της Ολγας και του Κράσι (ούτε κατάλαβα που είναι, ούτε τίποτα, αλλά αφού λύσσαξαν να πάμε, ας πάμε να τελειώνουμε).
Να περνάμε όλοι καλά.