Thursday, January 29, 2009

Πάμε σαν άλλοτε...

Ο κόσμος να χαλάσει (πόσο περισσότερο δεν ξέρω!), εγώ σήμερα τη νύχτα, θα κοιμηθώ εκεί! Θα πάρω το κλειδί από τον Ζετίν, που θα ρωτήσει όπως πάντα, πώς ήταν το ταξίδι και θα απορήσει γιατί αργήσαμε τόσο να γυρίσουμε. Ο Αλί θα έχει πάει με τον Δημήτρη το αυτοκίνητο στο πάρκιν και θα γυρίσει να κουβαλήσει τις βαλίτσες μας.Στο ασανσέρ, θα μας πει πότε, ακριβώς ξαναμείναμε στο ίδιο δωμάτιο. Δεν το θυμάμαι ποτέ, απορώ πως το θυμάται ο ίδιος.
Το δωμάτιο θα έχει αυτό το χαρακτηριστικό άρωμα, που ανακαλεί η μύτη μου, κάθε φορά που θέλω να μυρίσω "σπίτι". Πάνω στο κρεββάτι, θα με περιμένει το χάλκινο σκεύος με τα αγαπημένα μου λουκούμια από το Χατζή- Μπεκίρ. Ντους και ταξί για την Ιστικλάλ. Ισως πετύχουμε και τον Ογούζ ξύπνιο, να μας περιμένει. Σουλάτσα και μύδια με ρύζι από τους πλανόδιους. Μετά γλυκό στο Ιοζσιούτ. Ετσι είναι πάντα, η πρώτη νύχτα στην Ιστάνμπουλ...

Wednesday, January 28, 2009

Πως καταλαβαίνεις ότι ο συνομιλητής σου δεν είναι τσατόβιος - Παρτ 1

Θαυμάστε συνομιλία στο σκάιπ με συνεργάτιδα από την Πολωνία:
Ντάρια : 23 packs, he checked with the driver
Εγώ : so one is missing!!!
Εγώ : where is it ????
Ντάρια: i don't know where it is this pack

Βλέπω την απάντησή της και σκάω στα γέλια, δεν μπορώ να κρατηθώ! Ολο το γραφείο με κοιτάζει με απορία... Μα είναι δυνατόν να κατάλαβε, ότι ρώτησα αυτή που είναι το πακέτο? Εμείς από Βουλγαρία το φορτώσαμε, πελάτης στην Γαλλία το παρέλαβε. Αυτή η καημένη μόνο την επικοινωνία κάνει. Κι όμως απάντησε και σε αυτή την ερώτηση! Η εν λόγω συνομιλία αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα, για το τεστ «πώς καταλαβαίνεις ότι ο συνομιλητής σου δεν είναι τσατόβιος?» (θα φτιάξω ένα τέτοιο μια μέρα!)

Friday, January 23, 2009

Φρέντερικ!

Το κάνω σπάνια. Το να ποστάρω τα "παιδιά" μας. Για την ακρίβεια το έκανα μια φορά στο παρελθόν, όταν σας παρουσίασα τον Αντζελο. Ο οποίος Αντζελο, ήταν τόσο καλότυχος που ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Να φανταστείτε, τον καταργήσαμε κι ακόμα τον κατασκευάζουμε, γιατί οι πελάτες αρνούνται να τον αποχωριστούν. (Εάν κανένας από εσάς τον έχει στο σπίτι του, να μου τον προσέχει, μας έβγαλε την πίστη για να "γεννηθεί").
Σήμερα όμως δεν κρατιέμαι! Γιατί το νέο μας δημιούργημα είναι απλά κουκλί! Η ιδέα του Φρέντερικ ( με την οποία κρυφογελάσαμε αρχικά), έπιασε τόπο όταν της φόρεσα τα κατάλληλα υφάσματα (τα οποία απέρριπτε πριν δυό χρόνια ο Φρέντερικ, βρισκοντάς τα "καταστγόφ") κι ο Δημήτρης για χάρη της "γύρισε πίσω" την παραγωγή πέντε φορές. Τόσο καιρό εδώ, δεν θυμάμαι να το είχε ξανακάνει.
Αυτό το μοντέλλο λοιπόν το λατρέψαμε, από την πρώτη του εμφάνιση, ίσως γιατί πάνω του, βάλαμε όλη την εμπειρία τόσων χρόνων και όλη την ελπίδα μας να συνεχιστεί το φως στο τούνελ μας. Σας το παρουσιάζω λοιπόν και ελπίζω το ταξίδι του να είναι μεγάλο και επιτυχημένο. Δυστυχώς (ή ευτυχώς), δεν θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα.



Αυτή είναι η μία εκδοχή.... σε μαύρο - άσπρο....

Εχουμε και σε γκρι-μαύρο!

Tuesday, January 13, 2009

Το αίμα και νερό γίνεται!

Με τον Γιωργάκο μεγαλώσαμε μαζί. Τον λέω έτσι χρόνια, ίσως γιατί ήταν ο μικρότερος από τους πολλούς Γιώργους – πρώτα ξαδέλφια, από την πλευρά της μαμάς. Και ταυτόχρονα, ο πιο κοντινός μου. Κι όταν λέω μεγαλώσαμε μαζί, το εννοώ. Μαζί πρωτοπαίξαμε, κοιμηθήκαμε σαν παιδάκια στο ίδιο κρεββάτι, πρωτακούσαμε μαζί Scorpions και Lynyrd Skynyrd , μοιραστήκαμε στην εφηβεία το πρώτο πακέτο τσιγάρα. Επειδή η μάνα του, έψαχνε μανιωδώς τα πράγματά του, η απόφαση πάρθηκε εύκολα. Το πρώτο , κοινό μας πακέτο Brooks (άρα υπάρχει ακόμα αυτή η μάρκα?), φυλασσόταν στο δωμάτιό μου κι ο Γιωργάκος, έσκαγε τα πρωινά μύτη να καπνίσουμε μαζί.
Δεν μας είχαν κάνει τη χάρη να πηγαίνουμε αγγλικά στο ίδιο φροντιστήριο, αλλά ευτυχώς είχαμε μάθημα την ίδια ώρα. Ο Γιωργάκος περίμενε να τελειώσω, να περάσω από το δικό του και να γυρίσουμε στο σπίτι μαζί.
Τα δικά μου μπλοκ των τεχνικών, γέμιζε με «γκράφιτυ». Αν το έκανε σε τοίχους, το ξυλοφόρτωμα ήταν εξασφαλισμένο, οπότε έβγαζε όλο το μεράκι της τέχνης του στο χαρτί. Κύριο θέμα, το όνομα της κολλητής μου, που ήταν ο πρώτος του έρωτας.
Μετά τον έπιασε η μανία με το break dance, ήταν και μόδα τότε. Του χάρισα μια σκισμένη στα γόνατα, αδιάβροχη φόρμα μου για να έχει στυλ όταν κάνει τις φιγούρες του.
Μεγαλώναμε. Το σχολείο τελείωσε και η καθημερινή επαφή ψιλοχάθηκε, αλλά ήμουν η μόνη ακροάτρια που άκουγε όλη την ολονύκτια εκπομπή του σε ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης και τον περίμενα τα σαββατιάτικα πρωινά, να περάσει από το σπίτι και να μου φέρει την κασέτα της εκπομπής. Την ακούγαμε μαζί, όσο πίναμε το φραπεδάκι μας.
Τρεις μήνες πριν τον πρώτο μου γάμο, του ζήτησα να με συνοδεύσει αυτός στην εκκλησία, μαζί με τον πατέρα μου. Αδελφό δεν είχα, για μένα αδελφός ήταν ο Γιωργάκος. Θυμάμαι ότι με αγκάλιασε κι έκλαιγε. Αδελφή δεν είχε, για αυτόν εγώ ήμουν η αδελφή του. Καμάρωνε όταν ήρθε να μου δείξει το κουστούμι που αγόρασε για εκείνη τη μέρα.
Μετά ερωτεύτηκε, την κοπέλα του την συμπάθησα αμέσως. Με έσερνε μαζί της στα μαγαζιά που ο Γιωργάκος έπαιζε μουσική, δεν ήθελε να βγαίνει μόνη της. Καθόμασταν μπροστά από την κονσόλα του ντι-τζέι και τον περιμέναμε υπομονετικά να τελειώσει. Τις μέρες που είχε ρεπό, μαζευόμασταν στο σπίτι μου για μπύρες.
Οταν χώρισα με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε αν θέλω κάτι. Αν χρειάζομαι βοήθεια, αν πρέπει να κάνει κάτι. Δεν χρειαζόμουν τίποτα, αλλά μου αρκούσε που ήταν δίπλα μου. Μετά αρρώστησε ο πατέρας του, τα απογεύματα που δεν δούλευα, πήγαινα να κάνω παρέα στον Γιωργάκο που είχε φρικάρει με την μυρωδιά της αρρώστιας που γέμιζε το σπίτι. Κάποιο από εκείνα τα απογεύματα, μου χάρισε ένα κομπολόι. «Το είχα παραγγείλει για τον γέρο, αλλά απ’ ότι φαίνεται του είναι άχρηστο πια. Πάρτο», μου είχε πει. Το έχω ακόμα εκείνο το κομπολόι στο σπίτι μου στην Ελλάδα, το χαιδεύω κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί.
Μετά έφυγα για Βουλγαρία και χαθήκαμε. Στην κηδεία του πατέρα του δεν ήμουν εκεί. Του τηλεφώνησα και είχα χαρεί που ήταν ψύχραιμος. Εκλαιγα. «Μην κλαις γαμώτο και είσαι και μακρυά. Ησύχασε ο γέρος, μην στεναχωριέσαι» οι λέξεις του.
Στο τελευταίο ταξίδι στην Ελλάδα, είχα βρει την μάνα μου έξαλλη. Ο Γιωργάκος είχε αρραβωνιαστεί και το είχε μάθει από κουτσομπολιά. Τα είχε βάλει με την νύφη της, που αφότου πέθανε ο θείος μου, είχε κόψει κάθε επαφή με τα αδέλφια του άντρα της. Ο Γιωργάκος, δεν είχε τηλεφωνήσει ούτε τον γαμπρό μου, με τον οποίο είχαν ορκιστεί φιλία στο όνομα του Τζακ Ντάνιελς, άπειρες φορές. «Ωχού ρε Τουλάκι, ας είναι ευτυχισμένος κι ας μην στο είπε εσένα» της είπα. Περίμενε να της πω ότι έχει δίκιο (και μεταξύ μας, είχε), οπότε μου το φύλαξε.
Χθες είχα ξεχάσει το κινητό στο σπίτι. Γυρίζοντας το βράδυ, βρήκα αναπάντητη από την μάνα μου. «Τί με έψαχνε νωρίς – νωρίς?» σκέφτηκα. Τηλεφώνησα. Μίλησα λίγο με τον πατέρα μου και μου την έδωσε. Στην κλασσική ερώτησή μου « τί νέα?», ακολούθησε ο διάλογος :
- Παντρεύεται στις 24 ο Γιώργος.
- Ποιός Γιώργος ρε μαμά? (δεν πήγε το μυαλό μου)
- Ο ξαδελφός σου παιδί μου
- Πότε κιόλας?
- Αυτό τον ρώτησα κι εγώ, αλλά μου είπε ότι δέκα χρόνια ετοιμαζόταν και θα έπρεπε να το έχουμε μάθει. (Τα κανάλια δεν το είπαν, μου ήρθε να της πω).
- Ηρθε ο ίδιος εκεί?
- Ναι, ήρθε κι έφερε τις προσκλήσεις. Την δική μας και της Μαρίας.
Βόμβα να έπεφτε δίπλα μου, δεν θα σοκαριζόμουνα τόσο. Η μάνα μου, δεν είναι διπλωμάτισσα, ποτέ δεν ήταν. Σου αμολάει πάντα την αλήθεια, μπουμπ. Ετσι ήταν πάντα η ζωή της, έτσι κάνει και με τους άλλους. Δεν ωραιοποιεί πράγματα, δεν σκέφτεται να πει ένα αθώο ψεματάκι για να μην σε πονέσει. Ασε που είπαμε, μου το φύλαγε.
- Τώρα θες να μου πεις ότι δεν έφερε πρόσκληση για μένα?
- Οχι δεν έφερε, είπε ότι είσαι μακρυά, οπότε δεν θα ερχόσουν.
- Και καλά, τσιγγουνεύτηκε το ένα ευρώ που κάνει μία πρόσκληση? Ας είμαι μακρυά.
- Ο,τι μου είπε, σου λέω.
- Ναι αλλά αν ερχόσουν, θα έπρεπε να πληρώσει η θειά σου άλλα δυο άτομα στο τραπέζι , πέταξε την κακία του ο πατέρας μου που ουδέποτε χώνεψε την θειά μου.
- Και δεν του είπες να πάει να γαμηθεί? (Ξέχασα αμέσως τους καλούς μου τρόπους).
- Τί σκας παιδί μου? Σου περίσσευαν λεφτά για δώρο ή μήπως θα ερχόσουν? Συνέχισε την παρηγοριά της πεντάρας η μάνα μου και για πρώτη φορά δεν συμπλήρωσε να πάψω να μιλάω σαν μπετατζής.
- Τα άλλα ξαδέλφια τα κάλεσε όλα?
- Ε που να ξέρω? Πάρε τον μπάτσο και ρώτα τον (λόγω των πολλών Γιώργων, τους λοιπούς τους αποκαλούμε με το επάγγελμά τους).
- Θα τον πάρω και θα του πω και τι να του μεταφέρει, ασταδιάλα.
- Καλά τώρα, σοβαρά συγχίστηκες? Ας είναι ευτυχισμένοι παιδί μου, μου ανταπέδωσε την ατάκα η μάνα μου.
Εκλεισα το τηλέφωνο και με έπιασε το παράπονο. Δεν είπα λέξη στον Δημήτρη που ρωτούσε γιατί συννέφιασα. Μου φάνηκε τόσο αλλοπρόσαλο, ο «αδελφός μου», ο σύντροφος των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων, να με γράφει με την δικαιολογία ότι «είμαι μακρυά». Ακριβώς επειδή είμαι μακρυά, θα έπρεπε να με καλέσει στον γάμο του. Κι όπως και να ‘ χει, είμαστε πρώτα ξαδέλφια. Οπως και να ‘χει, και τίποτα να μην είχαμε μοιραστεί, είμαστε συγγενείς γαμώτο.
Λοιπόν ναι, όταν είσαι μακρυά, κάτι τέτοια «ασήμαντα» σε πονούν περισσότερο. Και καταλαβαίνεις, ότι αυτό το περισπούδαστο μότο «το αίμα νερό δεν γίνεται» αφορά μόνο αυτούς, που παίρνουν σωρηδόν αντιπηκτικά χάπια. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, το αίμα γίνεται και νερό και κάτουρο και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς...

Saturday, January 10, 2009

Μέτζυ ιζ μπακ


Είχα πολύ καιρό να σας γράψω, γιατί ήμουν πολύυυυ απασχολημένη!

Θέλω να σας ενημερώσω, ότι πλέον, περπατάω και με τα τέσσερα ποδαράκια μου (ε όχι και συνεχώς, που και που χαϊδεύομαι και κουτσαίνω), ότι έχω ένα νέο υπέροχο σπιτάκι για τα πρωινά (οι βόλτες στην παραγωγή τέλος, δυστυχώς) και ότι τα βράδυα κοιμάμαι ΜΕΣΑ στο διαμέρισμα του μπαμπά και της μαμάς! Είμαι βέβαια μία κυρία.

Το κακό είναι, ότι παρόλες τις δίαιτες που προσπαθώ να ακολουθήσω (έκοψα τα αφρολέξ και τα δέρματα αρχικά), δεν έχω καταφέρει να χάσω τα κιλά που πήρα στο νοσοκομείο!
Αααααα και κάτι ακόμα! Ο Βάλιο είναι πολύυυυ ερωτευμένος μαζί μου κι ο Ρίτσι κάνει ζήλιες!
Και μιας και σας ενημέρωσα, ας πάω να ρίξω έναν υπνάκο στον νέο καναπέ που έβαλε ο μπαμπάς στο γραφείο (η μαμά ήθελε δερμάτινο για να καθαρίζει λέει εύκολα! τί υπονοούσε άραγε?)

Friday, January 09, 2009

Ούτε ο 2009 είναι γκέυ ! (άσχετο)

Κουράστηκα....
Να πρέπει να "πλένω" τα άπλυτα των άλλων...
Να πρέπει να βγάζω το φίδι από την τρύπα... ειδικά όταν έχει γίνει ένα με την τρύπα!
Να πρέπει να σώζω την τελευταία στιγμή, καταστάσεις που θα έπρεπε να πολεμήσω.
Βαρέθηκα...
Να καθαρίζω τα δύσκολα χάριν του κοινού (και καλά) συμφέροντος,
όταν το προσωπικό μου συμφέρον είναι διαφορετικό,
όταν οι ευεργετηθέντες ψάχνουν ευκαιρία να με αδειάσουν.
Δεν θέλω να με «αγαπάτε» ρε, μόλις με έχετε ανάγκη.
Προτιμώ να με μισήτε και να έχω την ησυχία μου.
Σταδιάλα πια!


Για όσους δεν κατάλαβαν... και ο καινούργιος, βαρβάτος μας βγήκε!

Friday, December 19, 2008

Πόσο όμορφη είναι η αγάπη...




Υπάρχουν ακόμα παιδάκια που πιστεύουν στον Αη Βασίλη, το ξέρετε? Και όλα μαζί σήμερα, στον παιδικό σταθμό του χωριού μας, τον περίμεναν με αγωνία.
Η τσιγγανούλα η Τάνια, ντυμένη στα κόκκινα, χαμογελούσε που οι δασκάλες της την φωνάζουν "Πριντσέσκα".
Ο επίσης τσιγγανούλης Βέντσι, παρότι ο μικρότερος, είπε το πιο όμορφο ποίημα.
Ο Στογιάν, πήρε το πιο μικρό δώρο, αλλά το κρατούσε τόσο σφιχτά, ούτε που κοίταξε τα δώρα των άλλων και το προσωπάκι του έλαμψε. Αφήστε που μου χάρισε και τα πιο γλυκά χαμόγελα.
Η Σεβντά που τα καταγάλανα μάτια της και τα ανοιχτόχρωμα μαλλάκια της, έκαναν απίστευτα όμορφο το μαυριδερό μουτράκι, αγκάλιασε την κατάξανθη κουκλίτσα της με λατρεία. Οχι , δεν ήταν Μπάρμπι. Ηταν από κείνες τις φτωχοντυμένες κουκλίτσες των δικών μας παιδικών χρόνων.
Η ντυμένη στα κίτρινα Ιλιάνα, αγωνιούσε να πάρει πρώτη το δικό της δώρο, μέχρι τη στιγμή που την αγκάλιασα και περίμενε υπομονετικά τη σειρά της.
Οι νηπιαγωγοί που αγκαλιάζουν πενήντα παιδάκια (εκ των οποίων τα δεκαεπτά είναι τσιγγανάκια), δίνουν όλη τους την αγάπη και την φροντίδα, σε έναν τόπο που δεν προσφέρει πολλά. Κι είναι τόσο ζεστή και μεγάλη αυτή η αγάπη, που όλα τα παιδάκια αναφώνησαν "Πόσο όμορφη είναι η αγάπη και πόσο καλός γίνεσαι όταν σε αγαπούν!".
Παραδόξως, αποστήθισα τις φατσούλες και τα ονόματα από τα τσιγγανάκια. Ισως γιατί δεν τα είχα ξαναδεί σε σχολείο. Ξανθά, καλοντυμένα, υπάκουα παιδάκια βλέπεις παντού. Και παραδόξως, τα τσιγγανάκια είχαν πολύ πιο λαμπυρίζοντα βλέμματα και πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την γιορτή.
Στο τέλος της γιορτούλας, οι δασκάλες πήραν τα μικρότερα παιδάκια και αποχώρησαν για το μεγάλο, φωτεινό τους δωμάτιο, για να ανοίξουν τα δώρα τους. Δεν μπορούσαν να περιμένουν. Τα μεγαλύτερα καμάρωναν "πηγαίνετε κυρία, εμείς είμαστε μεγάλοι, δεν έχουμε αγωνία!". Πέντε χρονών αγγελούδια, δεν είχαν αγωνία να ανοίξουν τα φτηνά μεν, πολύχρωμα δε πακέτα τους!
Τα παιδιά εδώ δεν μοιάζουν με τα ελληνόπουλα. Οχι, γιατί δεν κάνουν απεργίες και διαδηλώσεις, όχι. Τα ελληνόπουλα, δεν θα ξεφώνιζαν από χαρά επειδή θα έπαιρναν δώρο ένα σακουλάκι με τρία μανταρίνια και δύο φτηνές σοκολάτες, ούτε επειδή είχαν το απρόσμενο έξτρα δώρο, ενός σοκολατένιου Αη Βασίλη. Κάνω λάθος?
Πόσα πράγματα, αντικαθιστά η αγάπη τελικά?
Να έχουμε γιορτές φωτεινές και γεμάτες από αγάπη, σαν τα χαμόγελα των παιδιών, που ξέρουν να βρίσκουν την ευτυχία στα λίγα και ουσιαστικά. Να είστε σίγουροι, ότι με αυτά τα παιδιά, το μέλλον του κόσμου μας δεν κινδυνεύει...

Ο Δημήτρης μου , το αφηγήθηκε πολύ καλύτερα...

Friday, December 12, 2008

Φιουυυυυυυυ

Οχι, πες μου τώρα, πόσο καλή μπορεί να είναι μια ημέρα που....
- Κάνεις τον άνετο καραγκιόζη για να μην παραδεχτείς, ότι σου γάμησαν το σόι (σαν πώληση το είδα μεγάλε και σας τον έπιασα κανονικότατα!).
- Σε αποκαλούν ούτε λίγο ούτε πολύ "γύφτο" και "μπακάλη", γιατί παζάρεψες κάτι δεκάδες χιλιάδες ευρά σε δουλειά εκατομμυρίου (έμαθαν ότι μπιπιόμαστε και πλάκωσαν κι οι γύφτοι!).
- Σου την λένε γιατί ενώ διαπραγματεύεσαι τις "υψηλές παροχές υπηρεσιών τους", ταίζεις τα σκυλιά σου με πιο ακριβή σκυλοτροφή απ'ότι αυτοί τα δικά τους (χέσου γελοίε, είμαι μια λαρτζάτη ελληνάρα! εσείς μάθατε την σκυλοτροφή, εφόσον πέθανε ο μπάι Τόσκο!)
- Αποκαλούν το αυτοκίνητό σου κουβά, σε σχέση με το δικό τους (καραγκιόζη, θες και να πουλήσεις τώρα??? Οπως σωστά είπε ο Μητσάκος μου, το τιγκράκι μου στοιχίζει εν Ελλάδι, όσο η μπέμπα σου εδώ).
- Νεοαφιχθείς συνάδελφος και φίλος, άγχεται γιατί χρωστάει σε τράπεζες έξη χιλιάρικα (τολμάς και μου το λες ρε μαζόχα??? Εγώ αν χρωστούσα μόνο τόσα, μέχρι και ταμείο ανεργίας θα έμπαινα!)
- Συνεργάτης καταφθάνει προ εγκεφαλικού, να σου ζητήσει δανεικά και παραδόξως, δεν σε πιάνει το ψυχοπονιάρικο (εμ αγόρι μου, πριν τρεις μήνες ονειρευόσουν σπίτι με πισίνα και στα λέγαμεεεεεε. Τώρα για πνίξιμο, αρκεί και το ποταμάκι δίπλα).
- Γκαρίζεις σε συνάδελφο και τολμάει να σε παρακαλέσει "να μην του ξαναφωνάξεις" (αφού μόνο με τις γκαρίκλες παίρνει μπρος και το έχει αποδείξει!)
- Παίρνεις τηλεφωνικά παραγγελία, στις επτά η ώρα το πρωί για να γεμίσει το πρώτο φορτηγό και ξανακάνεις το ίδιο, στις επτά η ώρα το βράδυ για να γεμίσει το τέταρτο (ευτυχώς που οι οδηγοί δεν βλέπουν τι-βούλα για να μάθουν από αποκλίνουσες συμπεριφορές και να μας το κάνουν καλοκαιρινό!)
- Τσακώνεσαι αισχρά με συνεργάτη-κολλητό για πενήντα γαμωλέβα, ενώ του χρωστάς πενήντα χιλιάρικα (παραδόξως, σε υπακούει και βγαίνει έξω από το γραφείο της "ξεκω-λιάρας που για πενήντα λέβα πουλάει τη μάνα της" για να συνεχίσετε τον μεταξύ σας τσακωμό).
- Ολοι ανεξαιρέτως οι πελάτες σου , θααααα πληρώσουν την επόμενη εβδομάδα! (Μαύρα Χριστούγεννα θα κάνουμε, να μου το θυμηθείς).
Επί των ταραχών που μαστίζουν την μαμά πατρίδα, δεν θα σχολιάσω, αφενός επειδή με έχει απορροφήσει τόσο η καθημερινότητά μου, ώστε να μην εκφράζω άποψη για τόσο σημαντικά θέματα (οκ, ξέρω, είμαι γρανάζι του κωλοσυστήματος), αφετέρου, επειδή είμαι ένα "νικημένο ξεφτέρι", που ποτέ δεν θα δεχτεί ότι, "με φωτιά και με μαχαίρι, πάντα ο κόσμος προχωρεί", ανεξαρτήτως"των πικρών βουλών του Αλλάχ και των σκοτεινών ψυχών των ανθρώπων".
Μητσάκο μου, το ποστάκι εξαιρετικά για σένα. Πάω να πάρω τα χάπια μου....

Thursday, November 27, 2008

Αθόρυβα

Είναι κάποιες κινήσεις, που γίνονται αθόρυβα.
Δεν τις καταλαβαίνεις, γιατί όλα γύρω σου κάνουν τέτοιο πάταγο, που αδυνατείς να τις υποψιαστείς.
Κι εκεί που κατσουφιάζεις , γιατί δεν μπορούν να σε καταλάβουν κι είσαι μόνη στο σκοτάδι, μια αθόρυβη κίνηση σου ανάβει ένα μικρό φως.
Και την νοιώθεις σαν αγκαλιά κι ας μην είναι.
Και χαμογελάς για να μην δακρύσεις, που σε κατάλαβαν χωρίς να το ζητήσεις.
Χαμογελάς που δεν είσαι μόνη στο σκοτάδι,
κι αυτό γύρω σου, παύει να είναι σκοτάδι,
γιατί κάποιοι οικειωθελώς το μοιράστηκαν μαζί σου.
Η τουλάχιστον προσπάθησαν.
Μερσί μνόγκο μομίτσετα :)

Wednesday, November 26, 2008

Τραγούδια της ζωής

Την περασμένη Κυριακή, αν περπατούσες στο Πλόβντιβ , θα έβλεπες μόνο κόκκινα γαρύφαλλα. Κάτι το τσουχτερό κρύο, κάτι το κάθισμα της αγοράς, δεν κυκλοφορούσαν τόσοι όσο συνήθως, οπότε ήταν πολύ εύκολο να χαζεύεις τα χέρια λίγο-πολύ όλων. Τα χέρια λοιπόν, κρατούσαν τρυφερά ένα κόκκινο γαρύφαλλο.
Κάποια στιγμή, έφτασε και στο δικό μου χέρι ένα κόκκινο γαρύφαλλο μαζί με μία καρτούλα. Σας μεταφράζω (όσο πιο καλά μπορώ) τί έλεγε αυτή η καρτούλα :
Διεθνές Χορωδιακό Φεστιβάλ «Τραγούδια της ζωής».
Πριν από 65 χρόνια, τον καιρό του Ολοκαυτώματος, στην Βουλγαρία , σώθηκαν οι ζωές 49000 Εβραίων της Βουλγαρίας. Το διεθνές χορωδιακό φεστιβάλ «Τραγούδια της ζωής», διοργανώνεται σε ανάμνηση αυτής της ηρωικής σωτηρίας. Μουσικοί και ερμηνευτές από το Ισραήλ, την Αμερική, τον Καναδά και την Βουλγαρία, συναντιόνται στα πλαίσια του φεστιβάλ για μια σειρά συναυλιών στην Σόφια, το Πλόβντιβ, το Τελ Αβίβ και την Ιερουσαλήμ, από την 21η Νοέμβρη μέχρι και την 1η Δεκέμβρη.
Παρακαλούμε, δεχτείτε αυτό το λουλούδι, ένα από τα 49.000 που χαρίζονται σήμερα στην Βουλγαρία, σαν σημάδι της ευγνωμοσύνης μας προς εσάς – απόγονους εκείνης της γενιάς των Βούλγαρων που αντιστάθηκαν στο κακό και επέλεξαν την ζωή.
Οι συναυλίες του φεστιβάλ , πραγματοποιήθηκαν στην Σόφια, την περασμένη Δευτέρα 24.11 και στο Πλόβντιβ, χθες, 25.11.
Επισκέφτηκα την ιστοσελίδα της οργάνωσης «Τραγούδια της ζωής» και μπορείτε να το κάνετε κι εσείς, εάν τα κόκκινα γαρύφαλλα, σας άγγιξαν λίγο.

Saturday, November 22, 2008

Τώρα μην ψάξω και για τίτλο

Επεσαν κάποιες νυφάδες. Τόσο ανάλαφρες και χαζές, που αποκλείεται να το στρώσει. Οχι σήμερα, τουλάχιστον. Κι όμως το είχα ανάγκη. Ενα απόλυτο λευκό να καλύψει το γκρίζο της περιοχής και της κατάστασης.
Είχα άσχημη βραδυά χθες. Αναγκάστηκα να βρεθώ με ανθρώπους που δεν ήθελα. Για την ακρίβεια με τους μόνους ανθρώπους στη γη ολόκληρη, που δεν θα ήθελα να συναντήσω. Πάει κι αυτό, έγινε. Αλλά άφησε μια γεύση πικρή. Και μια εκ νέου κατανόηση, του τί είμαστε ως λαός. Οκ, μην βιαστείτε να βρίσετε, υπάρχουν κι εξαιρέσεις. Και μου τη δίνει που κατόρθωσα να σκάσω δυό -τρία χαμόγελα, και να μιλήσω μια-δυό φορές σε τόνο φιλικό, ενώ καθόλου δεν το εννοούσα. Μου τη δίνει και που άκουσα μια "συγγνώμη" που εκείνος που την είπε, πάλι δεν την εννοούσε. Και σας τα λέω εγώ αυτά, που πολλές φορές καταπίνω πράγματα ή κάνω πως δεν κατάλαβα.
Δεν είμαι στα καλύτερά μου, εδώ και καιρό. Πολλά συμβαίνουν, πολλά γίνονται. Το κακό είναι ότι δεν μπορώ να τα δω σαν θεατής. Είτε γιατί πρέπει, είτε γιατί μου επιβάλλεται, εμπλέκομαι. Δεν χαμογελάω πια, παρά μόνο σε βραδιές ρακίας. Τις λέω έτσι, όχι γιατί πίνω΄, αλλά γιατί οι ελάχιστοι βούλγαροι φίλοι μας, τις οργανώνουν στο άψε-σβήσε για "μια ρακία και μια σαλάτα". Κι εκεί χαλαρώνω, νοιώθω αγάπη γύρω μου, χαμογελώ.
Το καινούργιο μας σπίτι, είναι ακόμα σε κατάσταση μετακόμισης. Τα μισά ρούχα στο παλιό. Κουρτίνες κρεμάσαμε χθες επιτέλους, αλλά η Στέφκα τις έραψε λες κι έραβε σημαία για απονομή Ολυμπιακών αγώνων. Αποτέλεσμα? Δεν ανοίγουν. Τόσο όμορφο ύφασμα και δείχνει τόσο άχαρο. Κλιματιστικά δεν μπήκαν ακόμα και παλεύουμε το κρύο με καλοριφέρ που καίνε όσο η παραγωγή ολόκληρη.
Απόψε μας έχει καλέσει η Ντάνυ. Ηρθε προχθές από την Ελλάδα για δυό εβδομάδες. Με συγκίνησε που με πήρε αμέσως τηλέφωνο. Σφάζουν "πρασέ" και θα το κάνει με λάχανο. Θα ήθελα από τη μια να χουχουλιάσω στον καναπέ, από την άλλη δεν μπορούσα να της το αρνηθώ. Οπότε θα πάμε.
Για αύριο ονειρεύομαι βόλτα στο Πλόβντιβ, αλλά νομίζω ότι εν τέλει πάλι δεν θα έχουμε το κουράγιο να βγούμε από το σπίτι. Τα όνειρα δεν στοιχίζουν αφενός, οι Κυριακές χάνονται αφετέρου, οπότε ό,τι και να γίνει το ίδιο μου κάνει.
Θα ήθελα να ήμουν σε χριστουγεννιάτικη διάθεση. Θα ήθελα να ήμουν λίγο πιο αισιόδοξη. Θα ήθελα να χαιρόμουν το προγραμματισμένο ταξείδι της πρωτοχρονιάς στην Σαπαρέβα Μπάνια. Ομως, δεν...
Οπότε απλά συνεχίζω να υπάρχω. Οι μέρες μου δεν διαφέρουν ιδιαίτερα. Οι ρυθμοί μου και η διάθεσή μου το ίδιο. Και για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω κανένα κουράγιο να ψάξω σε βάθος όλη αυτή την κατάσταση. Παραίτηση? Ενδεχομένως...

Thursday, November 13, 2008

Τα... νούμερα!


Η Πέτια Νο1 είναι η λογίστριά μας. Νευρική, κοντή και χοντρούλα. Παρότι πλακωνόμαστε σε ημερήσια διάταξη, την λατρεύω. Ο Ευλόγκι Νο1, είναι ο προγραμματιστής μας. Αδύνατος με μακρύ μούσι και μπλε μάτια. Σαν όσιος ένα πράγμα. Μου τα σπάει σε ημερήσια διάταξη αλλά κατά βάθος το διασκεδάζω.
Την τελευταία φορά που γέννησε η Μέτζυ μας, σε δύο από τα μωρά της, έδωσα τα ονόματα τους. Ετσι αποκτήσαμε την Πέτια Νο2 και τον Ευλόγκι Νο2. Οι νούμερα 1, παρότι απεχθάνονταν τα σκυλιά στο παρελθόν, μετά από αυτό περνάνε ώρα κολλημένοι στα τζάμια, να καμαρώνουν τους κλώνους τους.
Οπως και με όλα μας τα σκυλιά (παράδοξο αλλά συμβαίνει), τα μικρά μεγαλώνοντας, μοιάζουν όλο και πιο πολύ στους «νονούς» τους. Ετσι ο Ευλόγκι Νο2 από μπαλίτσα που ήταν μωρό, έγινε αδύνατος, ψηλός με κάτι περίεργες τρίχες στο πηγούνι (το μούσι που λέγαμε) και σπασαρχίδας. Τα μπλε μάτια τα είχε εξαρχής! Η δε Πέτια Νο 2, από καχεκτική μικρούλα έγινε μια κοντόχοντρη μπάλα και απόλυτα νευρική. Φωνάζει με το παραμικρό και έχει εκτοπίσει εντελώς τον αδελφό της.
Χθες το πρωί, ο Ευλόγκι Νο1 ήρθε να κάνει μια δουλειά της Πέτια Νο1, στο πρόγραμμα του λογιστηρίου. Για την ακρίβεια, να της οριστικοποιήσει το μήνα. Οπως κάθε φορά, της έσπασε τα νεύρα και αυτή (επίσης όπως κάθε φορά), του φώναξε τόσο, που στο τέλος βράχνιασε. Ο Ευλόγκι, προφασιζόμενος και μια διακοπή ρεύματος, πήρε το ταλαιπωρημένο βαλιτσάκι του και την έκανε με ελαφρά. Λίγα λεπτά μετά, ξέσπασε άγριος σκυλοκαυγάς. Πεταχτήκαμε στο παράθυρο και είδαμε την Πέτια Νο2 όρθια, να γαυγίζει άγρια τον Ευλόγκι Νο2. Τί τζάμια χτύπησα, τί φωνές έβαλα, αυτή εκεί! «Τί έκανε πάλι αυτός της Πέτιας μας και φωνάζει?????» ρώτησε βραχνιασμένη η Πέτια Νο1. (Βλέπετε για την "νονά", πάντα φταίει ο Αλλος!) «Προφανώς δεν μπορούσε να της κλείσει το μήνα» απάντησα...

Tuesday, November 11, 2008

Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ...

Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ,ενος νεαρού πρίγκηπα της Ανατολής, απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,που νόμιζε πως μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Αλλά πίκρες οι βουλές του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων...
Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
Ήταν άδειο το κεμέρι,μουχλιασμένο το νερό.
Στη Μοσούλη στη Βασόρα,στην παλιά τη χουρμαδιά,
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.
Κι ενας νέος από σόι και γενιά βασιλική,
Αγροικά το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.
Τον κοιτούν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
Κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει
πως θ' αλλάξουν οι καιροί.
Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά.
Απ' τον Τίγρη στον Ευφράτη,απ' τη γη στον ουρανό,
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.
Πέφτουν πάνω του τα στίφη σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει τη θηλιά.
Μαύρο μέλι μαύρο γάλα, ήπιε εκείνο το πρωϊ
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.
Με δύο γέρικες καμήλες, μ' ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
Πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά,
μα της Δαμασκού τ' αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.
Σ' ένα μήνα σ' ένα χρόνο, βλέπουν μπρός τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
Νικημένο μου ξεφτέρι
δεν αλλάζουν οι καιροί
με φωτιά και με μαχαίρι
πάντα ο κόσμος προχωρεί.
Καληνύχτα, Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ.Καληνύχτα

Wednesday, November 05, 2008

Brussels - Part One - 1.11.2008

Οι Βρυξέλλες ποτέ δεν με ξετρέλλαναν, για να είμαι ειλικρινής. Δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποτελέσουν ταξιδιωτικό προορισμό μου, γι’αυτό και κάθε φορά που βρίσκομαι εδώ, οι λόγοι είναι πάντα επαγγελματικοί.
Εφτασα το πρωί και για μια ακόμη φορά το αεροδρόμιο μου φάνηκε απόλυτα καταθλιπτικό, πείτε μου ό,τι θέλετε, αλλά εγώ κάθε φορά έτσι το βλέπω. Ο ταξιτζής ήταν ευγενικός και μιλούσε άπταιστα αγγλικά, προβληματίστηκε λίγο με την οδό του Ξενοδοχείου, παρότι ήμουν σαφής. Και την οδό του είπα και ότι είναι κοντά στο εκθεσιακό και τέλος πάντων απέναντι από το μαμημένο Χέυζελ, ρε αδελφέ.
Το βρήκαμε εύκολα εν τέλει και με ευκολία επίσης πλήρωσα τα 35.40 ευρώ για μια διαδρομή που δεν διήρκεσε πάνω από δέκα λεπτά. Αν μου φάνηκε ακριβό? Με τα βουλγαρικά δεδομένα, ή αυτά της Ιστανμπούλ (που κυκλοφορώ πολύ με ταξί), ναι, ήταν πανάκριβο. Αλλά πριν από οκτώ χρόνια, για μια παρόμοια διαδρομή στις Βρυξέλλες είχα πληρώσει δέκα χιλιάδες δραχμές, άρα λογικό ήταν.
Το ξενοδοχείο είναι φρίκη και το διαπιστώνεις από το πρώτο δευτερόλεπτο. Μπήκα στη ρεσεψιόν (με το ζόρι θα χωρούσε δεύτερος, τόσο μικρός είναι ο χώρος) και το στομάχι μου ανακατεύτηκε από την τηγανίλα που ανέδυε το εστιατόριο δίπλα. Οπως το είδα, ορκίστηκα να μην πάρω πρωινό, τις μέρες που θα μείνω εδώ, ο κόσμος να χαλάσει.
Ημουν «τυχερή» γιατί παρότι το τσεκ-ιν είναι στις δύο, ο ρεσεψιονίστ μου έδωσε το δωμάτιο από τις έντεκα. Δεν μου προκάλεσε έκλπηξη, όλη η πόλη είναι φουλ από τους εκθέτες και τους επισκέπτες, αλλά αυτό το μπ...λο, είναι σχεδόν άδειο! Να θυμηθώ να βρίσω τον Φρέντερικ που μου το σύστησε, αύριο. Μουτζώθηκα ήδη γιατί δεν φρόντισα να ψάξω ξενοδοχείο λίγο νωρίτερα, για να βρω κάτι καλύτερο.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο, έκανα το σύνηθες βόουτιν. Δεν θα πω ότι είμαι πολυταξιδεμένη, αλλά έχω ταξιδέψει αρκετά και λόγω δουλειάς και για τουρισμό κι έχω «φάει» αρκετά χρόνια, από τα τριανταέξη μου, σε ξενοδοχεία. Μέχρι σήμερα, τα χειρότερο που είχα συναντήσει ήταν ένα, που ούτε καν θυμάμαι το όνομά του, στο κέντρο του Μανχάταν. Το πλήρωνες χρυσό λόγω θέσης και πολυτελούς λόμπυ αλλά στο δωμάτιο δεν χωρούσες. Να μην πω για την χιλιοτρυπημένη κουβέρτα και την θέα σε φωταγωγό.
Ε, από σήμερα, την πρώτη θέση σε χάλι, καταλαμβάνει το Χέ(υ)ζελ Εξπο! Επαξίως! Από που να ξεκινήσω? Ναι, είναι πιο μικρό κι από εκείνο στο Μανχάταν.
Είναι παγωμένο, η θέρμανση δηλαδή άρχισε να λειτουργεί στις εννέα το βράδυ. Με θερμοκρασία τέσσερις βαθμούς κελσίου, δεν είναι λίγο αργά?
Στο μπάνιο, με την πλάτη μπαίνεις, με την πλάτη βγαίνεις. Το ντους το απολαμβάνεις, μόνο αν δεν κάνεις το σφάλμα να κοιτάξεις προς τα πάνω. Γιατί αν το κάνεις αυτό, βλέπεις την μπαταρία της ντουζιέρας! Και τί θα ‘ θελες να βλέπω, θα μου πεις. Δεν μιλάμε για μια τυχαία μπαταρία. Μιλάμε για το πιο βρώμικο και γεμάτο άλατα πράγμα που έχω συναντήσει στη ζωή μου.
Σταχτοδοχείο δεν υπάρχει, παρότι το δωμάτιο είναι για καπνίζοντες. Αποφασίζοντας να τους συναγωνιστώ στη γουρουνιά, σβήνω απολαυστικά τα τσιγάρα μου σε μία κούπα. Ετσι κι αλλιώς καφέ να πιω σε δαύτη, αποκλείεται. Ο βραστήρας συναγωνίζεται σε βρώμα την μπαταρία του μπάνιου.
Μίνι μπαρ επίσης δεν υπάρχει! Για ρούμ σέρβις ούτε κουβέντα. Γι’αυτό κι εγώ ζήτησα ένα μπουκάλι νερό, μπορεί να πνιγώ ρε παιδί μου! Και είχαν ΜΟΝΟΝ ανθρακούχο!!! Καλό για μένα, που πίνω μόνον ανθρακούχο. Αλλά δεν θα ήθελα να φανταστώ την μάνα μου εδώ!
Η ντουλάπα είναι μια σταλιά, με το ζόρι χώρεσε τις κουστουμιές που θα απαιτηθούν για το τετραήμερο της έκθεσης. Οσο για τα παπούτσια μου, βρίσκονται κολλημένα στο κάτω μέρος του κρεββατιού, τόσο που φοβάμαι ότι τη νύχτα θα ανέβουν πάνω και θα με ποδοπατήσουν.
Η τηλεόραση δεν λειτουργεί και το ασύρματο ίντερνετ, παρότι με διαβεβαίωσαν ότι υπάρχει, εξακολουθεί να μου κρύβεται. Γι’αυτο και τα κειμενάκια μου γράφονται στο γουόρντ και θα ανέβουν όταν το ίντερνετ κουραστεί από το κρυφτό και βγει και με φτύσει.
Απέναντι ακριβώς, βρίσκεται το στάδιο του Χέυζελ και βεβαίως, σήμερα το απόγευμα, Σάββατο γαρ, είχε αγώνα. Είπα η ταλαίπωρη να κοιμηθώ μια ώρα αλλά οι ιαχές σε συνδιασμό με την τηλεόραση του διπλανού, με κράτησαν στο πόδι.
Το βραδάκι , εκτιμώντας την ευγένεια και φιλοξενεία του Βέλγου συνεργάτη μου («ξεκουράσου, θα τα πούμε αύριο, απλά έλα μια ώρα νωρίτερα!!!») , ο οποίος ποσώς αναρωτήθηκε τί σκατά θα κάνω μόνη μου, ενώ αυτός θα τα σπάει με τους Πολωνούς, βγήκα σε αναζήτηση τροφής και κουράγιου. Περπάτησα σε μία πόλη άδεια και εξίσου γκρίζα με την Σόφια και για καλή μου τύχη ξετρύπωσα μία ελληνική ταβέρνα. Να σημειώσω ότι όταν είμαι στο εξωτερικό, αποφεύγω τίς ελληνικές ταβέρνες. Και στην Βουλγαρία είναι ζήτημα να έχω πάει πέντε φορές σε ελληνικά μαγαζιά. Απόψε όμως, με είχε πιάσει τέτοια απελπισία και ανάγκη, να βρεθώ σε περιβάλλον κάπως οικείο.
Η «Ολυμπία» ανήκει σε ένα ζευγάρι ελλήνων εδώ και είκοσι χρόνια. Το μαγαζί το δουλεύει μόνη της η οικογένεια. Θες γιατί ήμουν η μόνη ελληνίδα πελάτισσα, θες γιατί με είδαν μόνη κι απελπισμένη (μπαμ έκανα, εδώ που τα λέμε), με υποδέχτηκαν με τρομερή θέρμη. Κάθε τρεις και λίγο η ιδιοκτήτρια περνούσε από το τραπέζι μου και κάναμε χρυσή κουβέντα. Εφαγα ό,τι μου πρότειναν (δεν άγγιξα βέβαια την φέτα στην χωριάτική μου), με κέρασαν απίθανο ελληνικό καφέ με χαλβά και ένα ωραίο μεταξά στο τέλος. Ασε που όταν ήρθε ο λογαριασμός και είδα γραμμένο, κάτω- κάτω, στα ελληνικά ένα «ευχαριστώ», ένοιωσα εντελώς Ξανθόπουλος, στον «σταθμό του Μονάχου».
Χαμογελώντας πλέον, έριξα το χιλιομετράκι μου και επέστρεψα στο άνευ αστέρων και γαλαξιών ξενοδοχείο μου. Μέχρι την Τετάρτη που θα φύγω, λέω να ξαναπεράσω από την «Ολυμπία» και κάτι μου λέει ότι ο Ζαν Πωλ και ο Φρέντερικ που καταφθάνουν (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!) αύριο, θα με ακολουθήσουν.
Να σημειώσω ότι όσο εγώ ζω όλο αυτό το μαρτύριο, ο Δημητράκης είναι σε ταξιδάκι αναψυχής στην Ιστανμπούλ και με καλεί για να ακούσω , την βουή της Ιστικλάλ, την κουζίνα του Μουσταφά , τους εικοσιτρείς βαθμούς Κελσίου κι ένα σωρό άλλα υπέροχα που εγώ στερούμαι, πιστή στο καθήκον και στη μαλακία μου. Ασε που στο γλυκούλι «Πέρα Ρόουζ», το ασύρματο ιντερνέτι θα παίζει κυνηγητό κι όχι κρυφτό, άρα θα τρέχει με χίλια!
Για να σας καληνυχτήσω, θα ξυπνήσω την Πολυάννα μέσα μου και θα την βάλω να σας πει την τελευταία πρόταση: «είμαι πολύ χαρούμενη που δεν ζω μόνιμα εδώ , αλλά σε ένα τσιγγανοχώρι της Βουλγαρίας!!!!»

Monday, October 20, 2008

ΠΑΠάκι πάει στην ποταμιά...

Εμ ωραία και το κάναμε, το μαμημένο ΠΑΠάκι (σημειωτέον, από το προηγούμενο έχουν παρέλθει τέσσερα χρόνια, μην μουτζώνετεεεεε καλέεεεε).
Εμ ωραία και χαρήκαμε που κόστισε μόνον 10 λέβα (περί τα 6 ευρά δηλαδή!).
Εμ ωραία και πήραμε τα αποτελέσματα.
Ελα που σπάω το κεφάλι μου να καταλάβω τί λέει!!!! Αντε να βρώ τώρα, τί έπαθαν τα οιστρογόνα μου, που είναι στο χαμηλότερο των κανονικών επιπέδων (έτσι το είπα ακριβώς, στην πραγματικότητα είναι "στο κατώτατο φυσιολογικό όριο" αν δεν ξέχασα εντελώς τα ελληνικούλια μου)! Καταραμένη μετανάστευση, με τους γιατρούς εδώ, δεν πρόκειται να βγάλω ποτέ άκρη!!!!!

Monday, October 06, 2008

Το παιδικό κεφαλάκι

Είναι ένα παιδί, που δεν γνώρισε το μητρικό χάδι. Το πατρικό, βιαστικό και πονεμένο. Τί να σου πρωτοκάνουν δυό χέρια? Να χαϊδέψουν το παιδικό κεφαλάκι, να δουλέψουν για ένα κομμάτι ψωμί, ή να γιατρέψουν τον πόνο που προκαλεί η φυγή της μάνας?
Κι αρρώστησε, αυτό το παιδικό κεφαλάκι. Θες γιατί του έλειψε το χάδι, θες γιατί του έλειψε το ψωμί, θες γιατί κάποιος αποφάσισε να το απαλλάξει από την πονεμένη ζωή του.
Οι γιατροί εδώ, σήκωσαν τα χέρια ψηλά. Ενας φίλος του πατέρα, ανέλαβε να καλύψει την νοσηλεία στην Γερμανία. Ελικόπτερα, αεροπλάνα, ασθενοφόρα, δεν διατέθηκαν από πουθενά. Ενα φορτηγάκι ενός άλλου φίλου βρήκε ο πατέρας. Μάζεψε επίσης από φίλους, τα λεφτά για την ασφάλεια. Και η μικρούλα ταξίδεψε, ξαπλωμένη σαν εμπόρευμα, με την γιαγιά δίπλα, μέχρι τα σύνορα της Γερμανίας. Εκεί την περίμενε το ασθενοφόρο.
Η εντεκάχρονη μικρούλα, που δεν ρώτησα ούτε το όνομά της (τί θα άλλαζε αν το ήξερα?), χειρουργήθηκε χθες το απόγευμα. Η γιαγιά που τηλεφωνεί τον πατέρα, από καρτοτηλέφωνα (για κινητά και περιαγωγές , ούτε κουβέντα φυσικά), είναι συγκρατημένη. Καυμένη γιαγιά, δεν ξέρει Γερμανικά, πρώτη φορά φεύγει από το χωριό της.
Ο πατέρας αγωνιά, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω. Σταμάτησε πια να κλαίει και προσεύχεται. «Είναι σε καλά χέρια, όλα θα πάνε καλά» του λέω κάθε φορά που μου τηλεφωνεί, για να με ενημερώσει, «χρειάζεσαι κάτι?», τον ρωτάω. «Οχι, μόνο να γίνει καλά, τίποτα δεν χρειάζομαι».
Από την περασμένη Παρασκευή, ένα κομμάτι της ψυχής μου και του μυαλού μου, είναι ακουμπισμένο σε αυτό το παιδικό κεφαλάκι. Που πρέπει να γίνει καλά, για να γεμίσει με σκέψεις όμορφες, με χρώματα και μυρωδιές. Με τις εικόνες της ζωής. Από την περασμένη Παρασκευή, σκέφτομαι ότι ώρες - ώρες, ο Θεός, το σύμπαν (όπως θέλετε πείτε το), είναι τρομερά άδικο με τους αδύναμους.... Αλλά δεν παύω να ελπίζω ότι θα διορθώσει την αδικία του, ναι?

Saturday, September 27, 2008

Καλό χειμώνα

Αν για κάποιους, ήρθε ο φθινόπωρο, για εμάς ήρθε ο χειμώνας. Ετσι χθες στην Σόφια, ξεπάγιασα μιάς και το ελαφρύ πουλοβεράκι μου και η δερμάτινη καπαρντίνα, δεν έκαναν για τίποτα. Για την βροχή δεν μιλάω, μακαρίζω την προνοητικότητά μου, πρώτον γιατί φόρεσα μπότες και δεύτερον, γιατί δεν φόρεσα τις δεκάποντες. Έτσι και τις είχα φορέσει, θα είχα "μετρήσει", όλο το πλακόστρωτο του δρόμου, καθώς έτρεχα να προλάβω τον Βλάντι, ο οποίος περπατάει σαν λαγός.
Το βράδυ "γιορτάσαμε" με τα κορίτσια του γραφείου, τις δύο απανωτές "νίκες" της περασμένης εβδομάδας, με κεφτέδες και ρακίες, στου Ανγκελ.
Το περασμένο Σαββατοκύριακο, θα έπρεπε να είμαι στη Γερμανία, δεν τα κατάφερα. Αυτό το Σαββατοκύριακο, θα έπρεπε να είμαι στην Θεσσαλονίκη, επίσης δεν τα κατάφερα.
Οπότε δεν υπάρχουν και σχέδια, καθώς ο Δημήτρης πνίγεται στη δουλειά, σε σημείο που δεν ξέρω αν αύριο θα βρούμε τρεις ώρες ελεύθερες για να πάμε στην Στάρα Ζαγόρα και να δούμε το Μετζάκι. Το σκυλάκι μας, παραμένει στο νοσοκομείο, αφού ο χειρούργος αρνήθηκε κατηγορηματικά να μας επιτρέψει να την πάρουμε, πριν γίνει εντελώς καλά. Η αλήθεια είναι, ότι την περασμένη Κυριακή που πήγαμε και την είδαμε, διαπιστώσαμε ότι την προσέχουν πολύ κι έχει παρουσιάσει βελτίωση, κάτι που εδώ δεν θα κατάφερνε.
Ηταν μια δύσκολη εβδομάδα, ελπίζω να μην επαναληφθεί σύντομα.
Να περνάτε καλά και καλό χειμώνα!

Tuesday, September 16, 2008

Για τον Αντρέα!

"Γειά σου APHRODITE, έψαχνα κάτι στα μέηλ μου και βρήκα αυτό το τηλέφωνο! Δεν ξέρω εάν θα παραλάβεις το μήνυμά μου. Σας πεθυμήσαμε πολύ! Εμείς, τα νέα μας πολλά... Τα βασικότερα, σε έξη μήνες θα γίνω πατέρας!Ναι! Οπως το διάβασες!"
Με τον Αντρέα και τον κολλητό του, τον Χριστόφορο, γνωριστήκαμε πριν δεκατρία χρόνια, σε ένα ταξίδι στην Ιταλία. Φοιτητές ακόμα στην Ελλάδα, κάθε τρεις και λίγο βρισκόμασταν. Την Κύπρο την γνώρισα μαζί τους. Εκεί μου κόλλησαν και το παρατσούκλι "Aphrodite". Μετά αποφοίτησαν, γύρισαν Κύπρο, έπιασαν δουλειά, ψιλοχαθήκαμε. Δυό - τρία ταξίδια έκαναν στην Ελλάδα, μια φορά πριν τέσσερα χρόνια κατεβήκαμε εμείς Κύπρο. Πέρσι τον Οκτώβρη παντρευόταν. Παρ' όλες τις υποσχέσεις μου επί χρόνια, ότι δεν θα έχανα με τίποτα τον γάμο του, δεν τα καταφέραμε να πάμε. Οι πτήσεις από Σόφια κακές κι ανάποδες, πιο άβολες δεν γίνονταν. Του ευχήθηκα με μέηλ. Την γυναίκα του, δεν την έχω δει καν.
Είναι κάποιες φιλίες, με την ουσία της λέξης, που τον άλλο τον έχεις μέσα σου, ακόμα κι αν δεν μιλάς μαζί του κάθε μέρα. Ετσι, όταν πριν από λίγο, πήρα το sms του, με έπνιξαν τα δάκρυα για την ευτυχία του. Πριν του τηλεφωνήσω, για να του ουρλιάξω από την χαρά μου, κάθησα να γράψω αυτό το ποστ. Του το χαρίζω, γιατί του χρωστάω πολλή αγάπη! Αντρο μου, με το καλό!

Monday, September 15, 2008

Η μελαγχολία...

παραδόξως, με έπιασε με το φθινόπωρο. Ολο το καλοκαίρι , δεν λαχτάρησα ήλιο και παραλίες, κάτι που θα ήταν φυσιολογικό.
Χθες το μεσημέρι, τριγυρνώντας με το αυτοκίνητο τα στενά της Στάρα Ζαγόρα, με τον ουρανό να φοράει τα γκρίζα του, λαχτάρησα Κυριακάτικη βόλτα στην γειτονιά της αδελφής μου, στο Μαρούσι. Ο Δημήτρης έριξε λάδι στη φωτιά, όταν μπαίνοντας σε ένα ταβερνάκι μου είπε «φαντάζεσαι ένα τέτοιο στο Ναύπλιο?»... «έχουμε πολλά τέτοια στο Ναύπλιο», απάντησα.
Γυρίζοντας σπίτι, καθώς έφτιαχνα το τσαγάκι μου, σκέφτηκα πόσο θα ήθελα να το πιώ βουλιαγμένη στον καναπέ μου, στο Ναύπλιο, διαβάζοντας Κυριακάτικες εφημερίδες.
Και μετά άρχισα να σκέφτομαι τους γονείς μου. Χάνω τα τελευταία χρόνια (ή μήπως μήνες?) της ζωής τους , όντας εδώ. Χάνω και τα πρώτα χρόνια του Θάνου, που με θεωρεί φίλη της μαμάς του, ούτε καν θεία μακρυνή, γιατί με βλέπει στη χάση και στη φέξη. Το σπίτι εδώ, όσο κι αν το κανακεύω και το στολίζω, δεν είναι δικό μου. Το δικό μου, άδειο και αχάιδευτο, περιμένει άλλον έναν χειμώνα.
Σήμερα η Φωτεινή με ρώτησε «πόσα χρόνια κλείνεις?»... «τα έκλεισα , τρία». «Πως περνάει ρε ο καιρός?». Εκείνη τη στιγμή το κατάλαβα. Τρία χρόνια, είναι πολύς καιρός. Πολύς καιρός, έξω από τη ζωή σου.
Προσπάθησα να τα βάλω κάτω σήμερα. Σαν ζυγαριά παλιού μπακάλικου. Από τη μιά τα δράμια με το τι χάνω, από την άλλη τα δράμια με το τι κερδίζω. Κι άρχισα να βάζω, να βάζω από την μία, ξεχάστηκα να γεμίσω την άλλη πλευρά. Οχι πως δεν υπάρχει κάτι καλό, αλλά λες και τα ξέχασα, τα έσβησα , τί να πεις. Κι ήρθε κι έγειρε η ζυγαριά, με όλα αυτά που χάνω, φορτωμένη. Εγειρε κι έσπασε, αδειάζοντάς τα.
Δεν έχω δράμια πια... ούτε αυτά που κερδίζω, ούτε αυτά που χάνω. Θέλω μια νέα ζυγαριά , άδεια και γερή, για να το αντέξω. Γιατί πρέπει πάντα, να είμαι τόσο ισχυρογνώμων, ώστε να υπερασπίζομαι επιλογές που με ματώνουν, μέχρι να με σκοτώσουν, γαμώτο?
Θα μου περάσει...

Thursday, September 11, 2008

Το σχολείο μας!

Πριν δυό χρόνια η κατάσταση, ήταν ακριβώς αυτή!
Εχω λοιπόν κάθε λόγο, να νοιώθω σήμερα χαρούμενη, που το σχολείο μας είναι φρεσκοβαμμένο, έχει νέα παράθυρα και μυρίζει καθαριότητα. Τα παλιά ξύλινα πατώματα, περάστηκαν με μια ζεστή, πορτοκαλί μπογιά και το Σάββατο, θα το γεμίσουμε και με νέα έπιπλα και καδράκια. Θα στείλουμε και μια καινούργια κουζίνα για τα παιδάκια του νηπιαγωγείου.
Οι δάσκαλοι βέβαια, δεν άλλαξαν, γι’αυτό κι ο Δήμαρχος με κάλεσε σήμερα, για ενίσχυση. Καθόλου διακριτικός και χοντράνθρωπος όπως είναι, μπήκε στο ψητό αμέσως. «Πες τους Γωγώ, πες τους ότι είναι ρατσιστές!» μου είπε. Παραδόξως, κανένας τους δεν αντέδρασε. Βρήκαν δικαιολογίες βέβαια, δεν είναι αυτοί ρατσιστές, οι γονείς φταίνε. Οι γονείς δεν θέλουν τα παιδάκια τους, να είναι στην ίδια τάξη με τα παιδάκια των Ρομ! Κι αυτούς βέβαια τους βολεύει αφάνταστα, αλλά μην το κάνουμε θέμα.
Τελος πάντων, στο θέμα του ρατσισμού θα επανέλθουμε. Επί του παρόντος, ανυπομονώ να έρθει η Δευτέρα που τα παιδάκια θα μπούν και πάλι στο σχολείο τους και θα το βρουν αλλαγμένο και όμορφο. Απέκτησα και την νέα μου συμπάθεια, τον μικρούλη Τράιτσο, έναν τσιγγανάκο που οι γονείς του δουλεύουν στην Ελλάδα. Του έκανε πλάκα ο Δήμαρχος , «Τράιτσο, η κυρία είναι νέα δασκάλα από την Ελλάδα!». Κι ο Τράιτσο με την πανέξυπνη φατσούλα, φώναξε «γιεεεεεεεεεεεεεεες! Δήμαρχε , στην πρώτη τάξη να την βάλεις, να την έχω εγώ δασκάλα!». Για να πω την αλήθεια, κι εγώ θα το ήθελα!