Monday, April 06, 2009

Η γείτονας και η κρίση

Το «μισοφαγωμένο» Σαββατοκύριακο στην Ιστανμπούλ, ήταν μια παιδική γροθιά στο στομάχι. Και λέω παιδική, γιατί έστω και μια ώρα στην Πόλη, ανέκαθεν λειτουργεί σαν καταλύτης, συνεπώς τίποτα δεν είναι ικανό να μου χαλάσει την διάθεση.
Το είχα καταλάβει ανεπαίσθητα, στο βιαστικό μας πέρασμα από εκεί, πριν από τρεις εβδομάδες, αλλά πλέον είναι πασιφανές. Η κρίση χτυπάει δυνατές κλωτσιές στα γόνατα της Τουρκίας και τα έχει λυγίσει. Πιστεύω όμως ακράδαντα, ότι το τελικό γονάτισμα δεν θα γίνει ποτέ. Γιατί, θα ρωτήσει κάποιος?
Οι απαντήσεις με γεγονότα:
Μπορεί τα περισσότερα μεγάλα καταστήματα, να ανοίγουν πλέον αργότερα και να κάνουν εκπτώσεις ακόμα και στα είδη της νέας σεζόν, αλλά τα μικρά, οικογενειακά μαγαζιά, εξακολουθούν να υπάρχουν και να είναι γεμάτα, είκοσι ώρες τη μέρα.
Μπορεί τα ακριβά εστιατόρια, να μην γεμίζουν, μιας και ο τουρισμός δεν είναι στα ίδια επίπεδα, αλλά οι παρέες των ντόπιων με χαμηλό ή μεσαίο εισόδημα, εξακολουθούν να γεμίζουν τους στενούς ορόφους των ψησταριών για να γιορτάσουν τα γενέθλιά τους.
Μπορεί το μικρό ξενοδοχείο που μένουμε πάντα, στο Σιρκετζί, να παρέμεινε κλειστό ενάμιση μήνα, λόγω μειωμένων κρατήσεων, αλλά ξανάνοιξε, προσφέροντας γενναίες εκπτώσεις (έως και 15%) στους σταθερούς του πελάτες και την ανακούφιση σε εμάς, ότι ο αγαπημένος μας Αλί , έχει ακόμα δουλειά.
Μπορεί η θεωρία του στάτους, στο πολυτελές Τζιραγάν Παλάς να άλλαξε και να άνοιξε τις πύλες του στους «θνητούς», προσφέροντας πλήρες γεύμα κάθε Κυριακή μεσημέρι μόνο με 90 Λίρες (είπα θνητούς, όχι κοινούς θνητούς, Τζιραγάν είναι άλλωστε!), αλλά στην ταπεινή αυλή της γιαγιάς Μακμπουλέ, στην εργατική γειτονιά του Εγιούπ, οι Κυριακές είναι πάντα ίδιες και μαζεύουν όλη την οικογένεια γύρω από το μανγκάλ.
Μπορεί ο κόσμος να μην μποτιλιάρεται για να φύγει τα Σαββατοκύριακα στην θάλασσα ή το βουνό, αλλά τα πάρκα, οι λόφοι και ο Κεράτιος είναι το ίδιο γεμάτα πάντα τις Κυριακές, με τις χαμηλού εισοδήματος οικογένειες να κάνουν το πικνίκ τους στο παχύ γρασίδι. Το ίδιο και οι παιδικές χαρές, που γεμίζουν από εκατοντάδες ροδομάγουλα πιτσιρίκια, που δεν έπαιξαν ποτέ με Μπάρμπι και Σπάιντερμαν.
Μπορεί οι τουρίστες να είναι λιγότεροι, αλλά η πόλη είναι όπως κάθε Απρίλη, πεντακάθαρη και πλημμυρισμένη στις φρεσκοφυτεμένες τουλίπες, ζωγραφίζοντας χαμόγελα στα πρόσωπα όσων την αγαπούν, μέ ή χωρίς κρίση.
Μπορεί τα Μακ Ντόναλτς στο Σιρκετζί, να έμειναν με έναν όροφο σε λειτουργία, αλλά οι πλανόδιοι πωλητές με τα γεμιστά μύδια και τα κάστανα, δεν προλαβαίνουν να τακτοποιήσουν το εμπόρευμα στους πάγκους τους.
Τα έργα υποδομής συνεχίζονται αδιάκοπα, καμία σχέση με τις μισοτελειωμένες γέφυρες που είχα δει, μετά την κρίση του 2000.
Ο οδηγός που μας πήγε στο ξενοδοχείο το σαββατόβραδο, φορούσε κοστούμι. Παρότι μιλούσε αγγλικά, δεν συμμετείχε στην συζήτησή μας, σχετικά με την επίσκεψη του Ομπάμα. Το άλλο πρωί ο Ογούζ μας είπε, ότι το ταξί δεν ήταν δικό του, δούλευε σαν οδηγός και ήταν ευτυχισμένος που έκανε όλη την βάρδια. Αυτός ο άνθρωπος πριν δυό μήνες, έκλεισε το εργοστάσιό του, μια πολύ γνωστή υφαντουργία.
Η Τουρκία είναι μια χώρα που βρέθηκε άπειρες φορές, σε παρόμοιες και χειρότερες κρίσεις. Δεν έχει περάσει καλά – καλά δεκαετία, από την προηγούμενη που βίωσε. Ο λαός της έχει συνηθίσει να υπάρχει και να λειτουργεί σε τέτοιες καταστάσεις και παρότι η καραμέλα «κοίτα τί γίνεται στον κόσμο», είναι της μόδας και εκεί πλέον, επί του πρακτέου η κατάσταση δεν θα γίνει ποτέ τραγική.
Οι Τούρκοι, είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε, είτε όχι (ως Ελληνες) , είναι ένας πολύ εργατικός λαός. Γεννιούνται , μεγαλώνουν και πεθαίνουν με κύρια έγνοια την δουλειά τους. Γι’αυτή τη δουλειά, θα κάνουν τις μεγαλύτερες υποχωρήσεις. Θα ξεπεράσουν τα ωράρια, θα δεχτούν να δουλέψουν και με χαμηλότερους μισθούς. Δουλικότητα, θα πουν κάποιοι. Φιλότιμο, θα πω εγώ.
Τί χάθηκε και τί χάνεται με την κρίση στην Τουρκία?
Για τους πολλούς, το εβδομήντα τοις εκατό του πληθυσμού, τίποτε απολύτως. Τα εισοδήματά τους ανέκαθεν ήταν χαμηλά ή έστω μεσαία και οι απαιτήσεις τους, απόλυτα προσαρμοσμένες σε αυτά. Τα ανέκαθεν υψηλά, τραπεζικά επιτόκια, οι ανέκαθεν υψηλές, τιμές των καυσίμων, δεν τους επέτρεψαν ποτέ να «παρεκτραπούν» στον υπερκαταναλωτισμό. Δεν υπάρχει τίποτε να στερηθούν που να μην στερήθηκαν ήδη. Αντίθετα, απολαμβάνουν ό, τι απολάμβαναν πάντα κι αυτό το «ό,τι», είναι πράγματα που εμείς ενδεχομένως θα σνομπάραμε.
Ενα άλλο είκοσι τοις εκατό, είναι σαν τον κοστουμαρισμένο ταξιτζή μας. Ο,τι και να χάσει, θα κοιτάξει μπροστά και θα δουλέψει όπου βρει, προκειμένου να έχει τα απαραίτητα. Γιατί την εταιρεία του, από το μηδέν την ξεκίνησε και το γνωρίζει καλά αυτό το μηδέν. Βλέπετε εν μέσω κρίσης, πολύ κλαίνε για «καταστροφές» που ανέκαθεν αφορούσαν χρήματα των τραπεζών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων και όχι κατ΄ουσίαν δικά τους.
Ενα δέκα τοις εκατό κάτι θα χάσει χωρίς να μπορεί να προχωρήσει, αλλά όπως και να το κάνεις, δεν είναι παρά ένα δέκα τοις εκατό.
Ασχετο:
Φύγαμε την ώρα που η Πόλη γινόταν αστακός, για να υποδεχτεί τον Ομπάμα.
- Είναι πολύ έξυπνη η Μισέλ, σε όλη την Ευρώπη πήγε, εδώ δεν έρχεται, είπε με το καυστικό ύφος του,ο Ογούζ.
- Και γιατί είναι έξυπνη παρακαλώ? βιάστηκα να ρωτήσω.
(Δεν θεωρώ ποτέ έξυπνο κάποιον που τριγυρίζει την Ευρώπη και αρνείται να πάει στην Τουρκία, για τους δικούς μου, ενδεχομένως υποκειμενικούς λόγους)
- Μπορείς να μου πείς τί θα έκανε εδώ, παρέα με την Εμινέ?, απάντησε και δεν βρήκα τί να απαντήσω.

Friday, April 03, 2009

Hayat gelmiş kapım açık buyursun

Λέω να παραφράσω έναν αγαπημένο στίχο σήμερα....

Hayat gelmiş kapım açık buyursun...

Και να προσθέσω και κάτι που παράφρασε πριν από χρόνια ο παππούς Αζίζ:

...böyle gelmiş böyle gitmez!

Γιατί το κουράγιο το θες στα δύσκολα και το φως το αποζητάς στο σκοτάδι.

Thursday, April 02, 2009

Το πρησμένο μπαλάκι

Η Νούσια φτάνει στο γραφείο μου με μια άδεια ασθενείας.
- Ο Νικολάι ο ταπετσέρης, σέφκα.
- Μπήκε νοσοκομείο τελικά? Λες να είναι σοβαρό?
- Μάλλον.
Βλέπω την Ελένα απέναντί μου να έχει λυθεί στα γέλια
- Τί γελάς παιδί μου? Αφού το παιδί έχει πρόβλημα
- Γι΄ αυτό γελάω!
- ???????????
- Την Παρασκευή που λείπατε και ζήσαμε το δράμα μας....
- Ναι ξέρω, που πλάκωσαν οι ξυλουργοί τους ταπετσέρηδες γιατί τεμπέλιαζαν.
- Ε, ο Νικολάι ήταν ένας από αυτούς που τα έξυναν όλη μέρα!!!! Από το πολύ ξύσιμο, του έγινε τούμπανο το μπαλάκι!
Εχω πέσει κάτω και χτυπιέμαι στα γέλια, ενώ η Νούσια , που δεν γνωρίζει αγγλικά, αδυνατεί να καταλάβει πώς είμαστε τόσο αναίσθητες με το .... πρησμένο μπαλάκι του Νικολάι!

Friday, March 27, 2009

Η στιγμή της αλήθειας!!!

Κατέβηκα για μία μέρα στην Θεσσαλονίκη, για να επιτελέσω έργο σοβαρό!
Ξέρω ότι οι απόκριες πέρασαν, αλλά εγώ αποφάσισα καθυστερημένα, να ντυθώ μπουμπούκα!
Απολαύστε την Κορίνα στην δική της στιγμή της αλήθειας!

Thursday, March 26, 2009

Leonidas

Ο φίλος μου ο Μπόικο έχει μανία με την ιστορία. Εχει και το καλό, ότι την ερμηνεύει όπως γουστάρει. Οπότε αυτομάτως, οι αφηγήσεις του σε κάνουν να αναρωτιέσαι τί δεν ξέρεις ή τί σου διέφυγε. Κατά τον Μπόικο, οι Ελληνες προήλθαμε από την Πολωνία και οι Βούλγαροι από το Αφγανιστάν. Η θεωρία του, άρχισε να μην του αρέσει, όταν την 20η φορά που μου είπε τα περί Πολωνίας, του είπα ότι ιν ένυ κέιζ, είναι προτιμότερη από το Αφγανιστάν και ότι η μύτη του, μου μοιάζει απόλυτα κουρδική. Είμαι σίγουρη ότι μετά την αποκάλυψη περί κουρδικής μύτης, έφαγε ώρες στον καθρέφτη του αφενός, άρχισε να ενδιαφέρεται και για την ανθρωπολογία αφετέρου.
Ο φίλος μου ο Μπόικο ως μανιώδης της ιστορίας, τις νύχτες που το παίζει κουκουβάγια, βλέπει ιστορικές ταινίες. Τα ελάχιστα βράδυα, που αποφασίζει να μην το παίξει κουκουβάγια μας καλεί στην καφετέρια της γυναίκας του και το ρίχνουμε στις ρακίες. Στις δύο πρώτες ρακίες, εξαντλούμε τα θέματα της πεζής καθημερινότητάς μας. Φορτώσεις, πως πάει η μεταφορά στην Ευρώπη, πότε θα αλλάξει μουσαμά στα φορτηγά, ποιός οδηγός του είναι το μεγαλύτερο καθήκι, πότε θα αξιωθώ να τον πληρώνω προκαταβολικά. Στην τριτη ρακία, είναι πλέον έτοιμος να μπει στα αγαπημένα του Ιστορικά θέματα.
Χθες ήταν ένα τέτοιο βράδυ, αντίστασης στο φαινόμενο της κουκουβάγιας. Επειδή συνέπεσε χρονικά με την επέτειο της χρήσης της ατομικής βόμβας, επέλεξα να μην πιω ρακία, αλλά το μπόμπα Σίβας του Στάνι, που το πλήρωσε για γνήσιο αγγλικό. Η έλλειψη βαλβίδας στο μπουκάλι με έκανε να πιστεύω ότι ο Ντιάντο Λίτσο (μπαμπάς του Μπόικο), μετά την επιτυχία του στην παραγωγή ρακίας, το έριξε και στην παραγωγή ουίσκυ Αλι-Σίβας. Μπατ, δις ιζ νοτ δε πόιντ.
Ο Μπόικο το προηγούμενο βράδυ, έκανε την κουκουβάγια, βλέποντας και πάλι ένα ιστορικό φιλμ. Από την λεπτομερή περιγραφή του, η οποία διήρκεσε όσο να πιει δυό ρακίες, υποθέτω ότι ήταν «Οι Τριακόσιοι». Α, ξέχασα να σας πω, ότι τίτλους δεν θυμάται ποτέ. Η λέει πως δεν θυμάται, γιατί έχει τον φόβο ότι θα του πεις «Το έχω δει!» και άρα δεν θα μπορέσει να στο αναλύσει.
Τεσπά δεν θυμόταν κι άλλα πράγματα, οπότε κάποια στιγμή, ρώτησε εμάς, τους Ελληνες, ποιός ήταν ο Βασιλιάς της Σπάρτης που πολέμισε εναντίον των Περσών. Δεν ξέρω αν έφταιγε το Σίβας ή το κόμπλεξ μου έναντι στον ιστοριοδύφη Μπόικο, αλλά ειλικρινά δεν θυμόμουν το όνομα. Ο δε Μπόικο, είχε πάθει εμπλοκή, εάν δεν βρίσκαμε το όνομα του βασιλιά, η περιγραφή δεν συνεχιζόταν με τραγικές επιπτώσεις στον χρονοδιάγραμμα της ρακοποσίας. Αρπάξαμε τα κινητά, με πρώτο και καλύτερο τον Τσέτσο, ο οποίος είχε έναν φίλο, συνάδελφο του Μπόικο στην αναζήτηση ιστορικών γεγονότων.
Πήρα πρώτα την μία μου αδελφή, η οποία στο άκουσμα της ερώτησης πριν καν να πω καλησπέρα, κόλλησε και δεν θυμόταν επίσης. Κατανοώντας ωστόσο την σοβαρότητα της κατάστασης τσίριξε «πάρε την Μαρία, πάρε την Μαρία!» Η Μαρία είναι η άλλη μου αδελφή και μοναδική τριτοδεσμίτισα της οικογένειας, άρα θα θυμόταν. «Δεν θα κοιμάται ο μικρός τέτοια ώρα?» ρώτησα έκπληκτη. «Πάρτην , πάρτην!» Προφανώς η αδελφή μου νόμισε ότι βρίσκομαι σε τηλεοπτικό βουλγάρικο παιχνίδι κι αν δεν απαντούσα , δεν θα κέρδιζα! Οπότε χαλάλι κι ο ύπνος του μικρού, αγαθό απαράβατο μέχρι χθες.
Την ίδια στιγμή ο Τσέτσο μας ανακοίνωνε ότι ο Βασιλιάς ήταν ο Πρίαμος (!), με εμένα να απαντώ , «Τσέτσο, αυτός ήταν στην Τροία παιδί μου! Οχι, στην Σπάρτη! Πες του φίλου σου ότι κάνει λάθος».
Η Μαρία απάντησε ταυτόχρονα με τον φίλο του Δημήτρη, τον Κώστα. «Λεωνίδας». Εγώ κι ο Δημήτρης είπαμε ταυτόχρονα «Λεωνίντας!». Ο Δημήτρης συνέχισε «οκ Κώστα, το διασταυρώσαμε». Ο Μπόικο ήταν περιχαρής! «Ντα, νταααα Λεωνίντας». Ο Τσέτσο με πλησίασε «ο φίλος μου μου είπε ότι έκανε λάθος, γιατί αυτός μιλούσε για την άλλη ταινία, την Τροια!»...
Μετά, για να ανασκευάσω την εμπιστοσύνη του Μπόικο ως προς τις ιστορικές μου γνώσεις, τον ρώτησα εάν έχει δει το μεγάλο άγαλμα του Λεωνίδα, στις Θερμοπύλες. Δεν μπορεί να μην το είχε δει! «Ναι, ναιιιιι! Το μεγάλο άγαλμα! Στανισλάβ, θυμάσαι εκείνο το άγαλμα με τον τεράστιο σταυρό?????» Δεν σχολίασα. Σκέφτηκα και πάλι ότι ίσως ποτέ, δεν πρόσεξα τον σταυρό στο άγαλμα του Λεωνίδα. Δεν μπορεί να κάνει λάθος ο Μπόικο...

Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς...

Ο μπάι Πέτιο, ο ηλεκτρολόγος μας, είναι ένας εξαιρετικός παππούς. Πάντα χαμηλών τόνων, δεν θα ξεχάσω ποτέ την σιωπή του, όταν ένας συναδελφός του, τον έβρισε άνευ λόγου. Δεν αντέδρασε καν, μου ζήτησε μόνο συγγνώμη που με τις φωνές, χρειάστηκε να βγω από το γραφείο μου.
Τον αγαπάω πολύ και ξέρω ότι με αγαπάει κι αυτός. Μαζί χορεύουμε τις ροκιές μας και τα καλύτερα βαλς, στις γιορτές του προσωπικού. Το παράπονό του πάντα, είναι όταν ο Δημήτρης μου φωνάζει.
Ο μπάι Πέτιο μεγαλώνει τον εγγονό του. Η κόρη του, κωφάλαλη, έχει ένα παιδί. Η ίδια ζει σε άλλη πόλη, άγνωστο σε τί συνθήκες. Δεν τις συζητά και κανένας δεν τον ρωτάει. Δεν θα ξέραμε ποτέ και για το παιδί, αν πριν από μερικούς μήνες, δεν το έλεγε ο ίδιος στον Δημήτρη, ζητώντας του αύξηση. Οταν η αύξηση δόθηκε , λίγο μεγαλύτερη απ΄ότι ζητούσε, πήγε να φιλήσει τα χέρια του Δημήτρη.
Σήμετα το πρωί παρέλαβα το ταχυδρομείο. Μοίρασα τους φακέλους, αλλά υπήρχε και ένας που δεν μπορούσα να καταλάβω τον αποστολέα. «Βρε Ελένα, τί είναι ο Γκεόργκι Μπενκοβσκι?» ρώτησα. Η Ελένα έβαλε τα γέλια. «Δεν είναι όνομα ατόμου, αλλά σχολείο» μου απάντησε. «Δωρεά θέλουν προφανώς...» σκέφτηκα ανοίγοντας τον φάκελο.
Δεν ήταν για δωρεά. Ενα υπέροχο, καλλιγραφικό γράμμα, μας ζητούσε να ευχαριστήσουμε εκ μέρους του σχολείου τον μπάι Πέτιο, γιατί ο εγγονός του αρίστευσε στις εξετάσεις. Συμπλήρωνε, ότι το σχολείο είναι πολύ περήφανο που έχει έναν τέτοιο μαθητή και εμείς τυχεροί που ο υπάλληλός μας είναι ένας τόσο καλός κηδεμόνας.
Το διάβασα δυνατά στα κορίτσια κι η Πέτια δάκρυσε. Μεγαλώνει κι η ίδια το παιδί της κόρης της. Η Νούσια τηλεφώνησε τον Πέτιο και του είπε να έρθει στο γραφείο. Μόλις μπήκε, του έδωσα τον φάκελο «Πέτιο, αυτό είναι για σένα!». Κοιτούσε τον φάκελο και δεν τον άνοιγε. Δεν ήθελα να ανησυχήσει για το παιδί, «Μπράβο βρε Πέτιο!Μπράβο!» του φώναξα. Ανοιξε τον φάκελο. Φόρεσε τα χιλιοκολλημένα με σελοτέιπ γυαλιά του. Γύρισε και με κοίταξε με το ίδιο σοβαρό ύφος που έχει πάντα... « Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς Σέφκα. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς» είπε με σιγουριά.

Wednesday, March 25, 2009

Διάλογοι άνευ σημασίας...

- Ο Αχμετ δεν στρώνει με τίποτα... Βρήκε ύφασμα με δύο ευρά να μας κάνει τα μοντέλλα και έχει «πρόβλημα ποιότητας»!
- Χαζό είναι?
- Ελαμ ντε! Μήπως νόμισε ότι θέλουμε να αντικαταστήσουμε τον Μαντελλάσι με δαύτον?
- Ασε ρε, νομίζει ότι τα φτηνοκαθιστικά του, κυκλοφορούν στα ακριβά σαλόνια της Ευρώπης!
- Ναι , τί να σου πω! Το Καυσερί πρώτη μούρη στο Μπάκινγκχαμ! Τεσπα, μιάς και είπα Μαντελλάσι, ας πάω να χαζέψω λίγο τη σελίδα του.
- Το χεις ακόμα απωθημένο ε?
- Μπαααα, το ξεπέρασα. Αλλά θέλω να στρώσει λίγο το μάτι μου, μετά τον βομβαρδισμό της φτήνιας.
- Ναι καλά...
- Ακου πως είναι... Πώς οι άντρες, που είναι καταδικασμένοι να περάσουν την ζωή τους με άσχημη γυναίκα, κάνουν οφθαλμόλουτρο με τις γκομενάρες σε περιοδικά? Ε, αυτό κάνω εγώ με τους καναπέδες του Μαντελλάσι....
- Ατυχές παράδειγμα!


- Ακου Μήτσο, όπως χάζευα τον Μαντελλάσι, μου ήρθε μια ιδέα.
- Ρίχτη!
- Να κάνω αύριο ένα μοντέλλο και να πετάξω πάνω σε απλό ύφασμα, δυο – τρία καλά μαξιλάρια
- Ναι, να φουσκώσουμε και το μπράτσο, να βάλουμε και καμπαράδες...
- Μήτσο, είπα φτηνό μοντέλλο! Τί καμπαράδες και καυλαράδες σου ήρθαν τώρα?
- Μα θα τρελλαθούν με πιο φουσκωτό μπράτσο, ας βγει λίγο πιο ακριβό!
- Ναι και θα πουλάς δυό κομμάτια το μήνα...Είπα φτηνόοοοοοοοοο μοντέλλο!
- Ναι καλά! Θα πάθεις αν ανεβάσουμε λίγο την ποιότητα!
- Μήτσο, μην γίνεσαι Αχμετ πλιιζ!

Tuesday, March 24, 2009

Κύκλος η ζωή

Πριν το μεσημέρι, μαθαίνω για τον θάνατο του αδελφού, ενός πολύ αγαπημένου φίλου στην Ελλάδα.
Λίγο μετά έρχεται μήνυμα στο κινητό μου, από τον Αντρέα μου στην Κύπρο, που με πληροφορεί ότι ο γιός του γεννήθηκε.
Κύκλος η ζωή, σκαμπανέβασμα στα συναισθήματα.
Σαν την ρόδα του λουνα-παρκ ένα πράγμα.
Δάκρυα πικρόγλυκα, δεν μπορώ να είμαι δίπλα σε κανέναν...

Thursday, March 19, 2009

YOU ARE A LIER!

Τί κάνεις όταν...
- επί τρεις μέρες έχεις στα drafts σου ένα μέηλ προς κάποιον, το οποίο σε δεκαπέντε σημεία καταλήγει στην φράση "YOU ARE A LIER!!!" Κάθε τόσο, προσθέτεις και ένα ακόμα!
- δεν το στέλνεις για να μην διαλύσεις μια συνεργασία, μέχρι να βρεις εναλλακτική,
- αυτός ο κάποιος σου ζητάει τον λόγο γιατί τον ελέγχεις συνεχώς , λέγοντάς σου κιόλας, "I AM NOT A LIER!"
Το στέλνεις το γαμημένο, ή πας και του το τρίβεις στα μούτρα????
Η απάντησή σας , θα με βοηθήσει εξαιρετικά!

Monday, March 16, 2009

Τηλεγράφημα

-Πήραμε αέρα, ΣΤΟΠ. (Τόσο που πήγαν να σκάσουν τα πνευμόνια μας!)

-Φάγαμε μαντί, ΣΤΟΠ. (Δεν μας τα έφτιαξε η μαμά του Μουσταφά, ευτυχώς!)

- Εκλεισα τα χρωστούμενα με το χιόνι, ΣΤΟΠ. (Εφαγα τόσο, όσο δεν είχα φάει εδώ, υποθέτω ότι πήρα και προκαταβολή για του χρόνου).

Θέλω να κοιμηθώ, ΣΤΟΠ. (Κοιμήθηκα κάτι τρίωρα , με βάρδιες).

Θα επανέλθω με εκτενές ποστάκι, σχετικά με το ταξίδι στο χωριό του Αη-Βασίλη (δεν είναι το Ροβανιέμι, είπαμεεεεε).

Thursday, March 12, 2009

Η μάνα του Μουσταφά θα μας κάνει μαντί!

Ακου τώρα συμπτώσεις.
Χθες το βράδυ εκεί που τρώγαμε με τον Οζάν, λέμε τί καλά που θα ήταν να επισκεφτόμασταν την Καππαδοκία άλλη μια φορά. «Ναι, τα Χριστούγεννα» απάντησα εγώ, για να μην μας μπαίνουν ιδέες !
Το πρωί ο Μητσάκος μπαίνει στο γραφείο και μου ανακοινώνει ότι κλάταρε και «θέλει αέρα». Οταν το ανακοινώνει αυτό στο τέλος της εβδομάδας, σημαίνει ότι θέλει να περάσει το Σαββατοκύριακο τα σύνορα προς οιαδήποτε κατεύθυνση. Του απαντάω να μαζέψει τα μυαλά του και αν δεν δουλέψουμε τελικά το σαββατοκύριακο, να σαπίσουμε στον ύπνο. Κατεβάζει κεφάλι και αποχωρεί.
Λίγα λεπτά μετά, μου τηλεφωνεί συνεργάτης από την Ελλάδα, στα πρόθυρα νευρικής κατάρρευσης κι αφού με ενημερώνει για την μάνα του Μουσταφά (τούρκος προμηθευτής μας, με την μανούλα του οποίου, τα βάζουμε τελευταίως, γιατί δεν παραδίδει!) μου λέει ότι η επιλογή που έχουμε είναι μια ! Να σκάσουμε μύτη στο Καυσερί το Σάββατο το πρωί, (προφανώς με καμπαρτίνες και μαύρα γυαλιά) και να κλάψει η μανούλα του Μουσταφά. Ναι, παραδέχομαι ότι μια εμμονή με την ταλαίπωρη την Μάνα την Τούρκα, την έχει ο Τζόνυ.
Και αρχίζω να ψάχνω πτήσεις και πώς θα τις τακιμιάσουμε (άρχισα να μιλάω τούρκικα, είδατε? Αρα μπήκα στο μουντ!). Ο Τζόνυ θα φτάσει Ιστάνμπουλ από Ελλάδα, εμείς από Βουλγαρία, θα προλάβουμε την τελευταία βραδυνή για Καυσερί? Κι αν δεν την προλάβουμε να μείνουμε Ιστάνμπουλ? Πάνω που το σάιτ της Τιουρκ Χαβα Γιολλαρί, είναι έτοιμο να μου βγάλει φάσκελα (έχω αλλάξει εικοσιπέντε φορές την αναζήτηση), μου έρχετε Η ιδέα!
- Μητσάκο, εσύ ήσουν που "ήθελες αέρα" το σου-κου?
- Ναι, τί έγινε?
- Την βγάζεις οδικώς μέχρι το Καυσερί?
- ΝΑΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ !!!!!
- Σου υπενθυμίζω ότι απέχει περίπου οκτακόσια χιλιόμετρα από την Ιστάνμπουλ και ότι ενδέχεται να έχει κωλόκαιρο!
- Κανένα πρόβλημα! Θα μου αγοράσεις τώρα το πρόγραμμα πλοήγησης?
Ασφαλώς του κοπανάω το τηλέφωνο στην μούρη και συνεχίζω στον Τζόνυ
- Οι πτήσεις δεν βγαίνουν με τίποτα εκτός αν εμείς έρθουμε εκεί Σάββατο πρωί. Θα ήταν ταλαιπωρία να πάμε οδικώς?
- Οχι βέβαια! Μια χαρά θα είναι! Ραντεβού αύριο το βράδυ στο αεροδρόμιο της Ιστανμπουλ!
- Σας ενημερώνω ότι θα είναι τουλάχιστον οκτώ ώρες ταξίδι και θα ταξιδέψουμε όλη νύχτα.
- Σιγά το πράγμα! Θα μας έρθει και φθηνότερα.
Ασφαλώς του κοπανάω το τηλέφωνο στη μούρη!
Και μετά και μετά.... Ξενοδοχεία, χάρτες, εντοπισμός της διεύθυνσης του Μουσταφά (την διεύθυνση της μάνας του δεν την είχα γαμώτο!).
Πάω τώρα να ετοιμάσω βαλιτσούλα και να πλακωθώ στις παρακεταμόλες! Γιατί ξέχασα να σας πω, ότι είμαι γριπιασμένη και 2000 χιλιόμετρα σε δύο μέρες θα μου πέσουν λίγο βαρυά. Μπρρρρρρρρρρ

Saturday, March 07, 2009

10 (μα μόνο???)

Η κουμπάρα η καλή, που καθαρίζει με ρολί (αυτό το έγραψα για να κάνει ρίμα!), με κάλεσε να σας αποκαλύψω δέκα ελαττωματά μου. Αυτή τη φορά δεν θα ξύσω το ξανθό μου κεφαλάκι, γιατί καμία δυσκολία δεν έχω να σας γράψω κατεβατά ολόκληρα. Οπως κάθε ανθρώπινο πλάσμα, σφύζω ελαττωμάτων! Πάμε λοιπόν....
1. Είμαι αγχώδης σε σημείο εκνευρισμού (όχι δικού μου, των άλλων!). Κληρονομιά από τη μαμά το συγκεκριμένο ελάττωμα.
2. Εχω μαλακισμένα καυστικό χιούμορ, το οποίο ειδικά στην Βουλγαρία, κάποιες φορές, προκαλεί παρεξηγήσεις. Αυτό το κληρονόμησα από τον μπαμπά.
Αφήνουμε τις κληρονομιές και πάμε στα ολοδικά μου, αυτόφωτα ελαττώματα!
3. Είμαι αμελής σε σχέση με φίλους, συγγενείς κλπ. Υπάρχουν πολλά άτομα που σκέφτομαι συχνά και δεν τους κάνω ένα τηλέφωνο ή δεν στέλνω ένα μήνυμα. Δεν είναι ότι δεν τους αγαπώ. Απλά είπαμε, είμαι αμελής.
4. Παρότι έχω το 3, παραπονιέμαι ότι φίλοι, συγγενείς κλπ, με ξέχασαν όταν δεν μου τηλεφωνούν. Δηλαδή ενώ είμαι αποδεδειγμένα γαϊδάρα, με ενοχλεί κιόλας, που μου κάνουν ότι κάνω!
5. Είμαι πολύ απαιτητική από τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντός μου, ενώ από τους πιο παρα έξω , παραβλέπω πολλά πράγματα. Κάποιες φορές, αυτό γίνεται πολύ άδικο.
6. Είμαι απόλυτα εργασιομανής , σε σημείο ενοχλητικό για πολλούς. Και το χειρότερο, έχω απαίτηση να είναι και οι άλλοι έτσι!
7. Τρώω τα νύχια μου! Και να φανταστείτε, ότι δεν είναι παιδική συνήθεια! Είναι κάτι που μου βγήκε τα τελευταία χρόνια.
8. Ενώ κάνω και σκέφτομαι διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα, μπορεί να πετάξω μια έκφραση που στους άλλους φαίνεται ακατανόητη. Δεν εξηγώ περαιτέρω, αντιθέτως τσαντίζομαι που δεν το έπιασαν και με την πρώτη (Μητσάκο μου είδες? Το παραδέχομαι!)
9. Επειδή μισώ την φέτα, έχω απαγορεύσει την είσοδο της στο ψυγείο μας ή στο τραπέζι μας. Ο Μητσάκος που την λατρεύει την στερείται!
10. Είμαι πιεστική σε πολλά πράγματα. Ετσι και μου κολλήσει ότι κάτι πρέπει να γίνει τώρα, θα τσιρίζω μέχρι να γίνει, ανεξάρτητα με το αν ξέρω πως δεν γίνεται.
(Είμαι και ψώνιο, αλλά δυστυχώς είχα μόνον 10 επιλογές :Ρ)
Οποιος δεν έχει ήδη παίξει από τους πολυπληθείς (τρεις κι ο κούκος!) αναγνώστες μου, παίρνει την σκυτάλη και μας λέει τα ελαττώματά του.

Friday, March 06, 2009

Happy Birthday!!!!!


Σήμερα έχει γενέθλια η κουμπαρούλα μου! Επειδή είμαι μακρυά, είπα να της στείλω μια τούρτα από εδώ. Κι επέλεξα μία με (τί άλλο???) .... την Φραουλίτσα!!!

Λενάκι μου πολύχρονη και ευτυχισμένη!
Η φωτο είναι από το coolest-birthday-cakes.com

Thursday, March 05, 2009

Το ταξίδι που δεν θα γίνει

Αναζητώ πτήσεις για Κύπρο για το Πάσχα. Μήπως και καταφέρουμε να δούμε τον γιο του Αντρέα που έ-ε-ερχεται. Τον γάμο τον χάσαμε, μην χάσουμε και το παιδί, έλεος!
Από Σόφια, φέξε μου και γλύστρησα. Δεν υπάρχουν κάθε μέρα και το πρόγραμμα είναι περιορισμένο. Από τιμές? Ασε, μην σου πω καλύτερα! H μάλλον να σου πω, πάνω από 320 ευράκια το άτομο.
Από Θεσσαλονίκη? Ενα και το αυτό, επιβάλεται και στάση μέσω Αθήνας. Από Αθήνα? Αν είναι να αλλάζω αεροπλάνα για τρεις μέρες όλες κι όλες, άσε με καλύτερα. Αντε να οδηγούσαμε μέχρι Θεσσαλονίκη. Τιμές? Ο Αη Βασίλης γίνεται Πασχαλιάτικος! Τουτέστιν Χο-χο-χο-χο.
Μου ανάβει το φλασάκι της διαολιάς. Δεν ψάχνω την σελίδα των Τουρκοκυπριακών? Και την βρίσκω. Πρώτο συν, ότι διαλέγεις και την θεσούλα σου (το ίδιο κάνουν οι Τούρκοι και στα φέρρυ, δεν με εκπλήσει και τρελλά). Εχουμε πτησούλες από Ιστανμπούλ προς Λευκωσία. Καλό! Είπαμε, έτσι κι αλλιώς μέχρι Θεσσαλονίκη θα οδηγούσαμε, τί Θεσσαλονίκη τί Ιστανμπούλ. Ευκαιρία να χτυπήσω κι ένα κεμπάμπ πριν την πτήση.
Για να ψάξουμε λοιπόν λιγάκι ακόμα. Τιμές? Κρατηθείτε, απογειωνόμαστε! 227 Λιρίτσες (δηλαδή 110 ευράκια) το άτομο μεθ’ επιστροφής! Φόροι κλπ, όλα μέσα. Είπατε κάτι? Πάω να πατήσω το κοντίνιου, να κάνω μια κρατησούλα Τί χάνω? Και τότε, εντός μου, ανάβει αλύπητα, το φλασάκι του αδύνατου.
Απονο, αδίστακτο φλασάκι. «Εμ και έφυγες από Ιστανμπούλ, στην Βόρεια Κύπρο μπορείς να μπεις με ταυτότητα?» Αι σαπόουζ νο, την τελευταία φορά που πήγα (οδικώς από την Νότια), χρειάστηκε διαβατηριάκι. «Εμ και πέρασες με ταυτότητα, στην Νότια Κύπρο από που θα μπεις? Από την Βόρεια? Με ταυτότητα?» Αι σαπόουζ γιες, αλλά δεν παίρνω κι όρκο. Θα ψάχνουν πως μπήκα στην Βόρεια προφανώς και γιατί μπήκα από την Βόρεια. Και η Βόρεια προϋποθέτει ουσιαστική είσοδο από Τουρκία. «Εμ και πέρασες και στην Νότια, τί θα πεις στα παιδιά? Οτι πέταξες από Ιστανμπούλ για Ερτζάν?» Νο γουέι! Θυμάμαι ακόμα την γκριμάτσα του Χριστόφορου, όταν είπα ότι παντρεύτηκα στην Ιστανμπούλ. Αν δεν πίστευε ότι το έκανα για την ιερότητα του Πατριαρχείου, θα με έφτυνε (μόνος του το πίστεψε, εγώ έκανα την πάπια, παρότι ως πάπια θα άντεχα το φτύσιμο).
Οπότε ας ξανακάνω την πάπια. Η Κύπρος μας τελείωσε επί του παρόντος.
Απλά απορώ! Αφού είναι τόσο φτηνές οι τουρκοκυπριακές αερογραμμές, γιατί οι άλλες εξακολουθούν να είναι πανάκριβες, ενώ δεν έχουν και καθημερινά δρομολόγια? (Ξανθιά ερώτηση, δεν χρειάζεται απάντηση).

Wednesday, March 04, 2009

Η Μπάμπα Μάρτα ήρθε!

Σας έχω δείξει ποτέ , πώς είναι όλα τα εν Βουλγαρία χεράκια, τις πρώτες μέρες του Μάρτη? Πάρτε μια γεύση....

Τα βραχιολάκια θα τα βγάλουμε μόλις δούμε πελαργό και θα τα κρεμάσουμε στο πρώτο δέντρο που θα ανθίσει...

5 λόγοι για ζοχάδιασμα...

Το Μαρινάκι, γνωρίζοντας προφανώς καλά, πόσες φορές έχω αναρτήσει ποστ με τίτλο «Νεύρααααα» (σε διάφορες παραλαγές, οκ!) , με προσκάλεσε στο πλέον ιδανικό παιχνιδάκι. 5 λόγοι για ζοχάδιασμα, θα το πω εγώ.
Πριν παίξω, να εξηγήσω, ότι παρόλα τα ποστ με τον παραπάνω τίτλο, τα τελευταία χρόνια, ζοχαδιάζομαι-εκνευρίζομαι όλο και λιγότερο. Παλαιότερα, κάθε δευτερόλεπτο ήταν λόγος για νεύρα, πλέον μεγάλωσα και κάνω οικονομία δυνάμεων! Απόδειξη είναι, ότι τώρα, ξύνω το κατάξανθο κεφαλάκι μου, για να θυμηθώ 5 πράγματα που με ζοχαδιάζουν γερά!
Εχουμε και λέμε....
- Το να γίνεται το ίδιο γελοίο λάθος δεύτερη φορά, ενώ το έχεις επισημάνει την πρώτη. Ισχύει και για μένα και για τους άλλους.
- Το να μην παραδέχεσαι το λάθος, αλλά να προσπαθείς να το δικαιολογήσεις, λέγοντας διάφορα χαζά. Τί πιό απλό από το να πεις «Εκανα λάθος!»? Αυτό ισχύει για τους άλλους, διότι η αφεντιά μου, όταν κάνει λάθος το παραδέχεται. Ασε που αν κάτι πάει στραβά, ακόμα κι αν είναι οφθαλμοφανές ότι το λάθος είναι του άλλου, πρώτα το ψάχνω σε μένα, για να είμαι σίγουρη ότι δεν είναι δικό μου! (Ανασφάλεια ή έλλειψη αυτοπεποίθησης, λέγεται αυτό? Τεσπά όπως και να λέγεται, το έχω:Ρ)
- Οι πράξεις βίας σε ζώα. Βλέπεις πολλοί, επιδεικνύουν την ανωτερότητά τους, σε πλασματάκια , απολύτως αδύναμα να αντιδράσουν. Κτήνη, ε κτήνη!
- Η αγένεια των υπαλλήλων σε χώρους παροχής υπηρεσιών. Γλυκά μου, το λέει και η λέξη! «Παροχή υπηρεσιών»! Υπηρεσία με την μούρη στο πάτωμα, δεν νοείται ως υπηρεσία. Ασε δε, αυτό το κοπάνημα στα πακέτα, στα ταμεία των σούπερ μάρκετ. Απειρες φορές, μου έχει έρθει να βουτήξω τα φρεσκοκοπανημένα (από την ταμία), κατεψυγμένα πρασοπιτάκια και να της τα φέρω στο κεφάλι! Ετσι κι αλλιώς, τα έχει σκανάρει, θα τα πληρώσω, οπότε ας τα κοπανήσω κι εγώ κάπου! Εδώ αυτή, μου τα κοπάνησε χωρίς να τα πληρώνει!
- Η ημιμάθεια, που είναι χειρότερη της αμάθειας. Αν δεν ξέρεις βούλωσέ το. Ή πες «θα το κοιτάξω και θα σου πω». Αλλά να επιμένεις σε κάτι που μισοξέρεις, πάει πολύ!

Εχετε λίγο πολύ παίξει όλοι, νομίζω. Αλλά όπως και να έχει, το μπαλάκι θα το πετάξω σε Μητσάκο, Μπρο και Εστρέγια.

Friday, February 27, 2009

Θα μου λείψουν...

... όταν και αν κάποτε, φύγω από εδώ:

- Το απίθανο ανθρακούχο νερό του Μιχάλκοβο
- Το νηπιαγωγείο του χωριού και τα παιδάκια του
- Οι βραδυές στην καφετέρια της Μπόμπι με όλη την παρέα παρούσα
- Τα καλοκαιρινά βράδυα στο ταβερνάκι του Ανγκελ και της Νάστενκα δίπλα στο ποτάμι.
- Η ίδια η παρέα και η αγάπη της που με αγκαλιάζει, ακόμα και όταν τσακωνόμαστε
- Η ρακία του Ντιάντο Λίτσο και τα χειροποίητα αλλαντικά της Μπάμπα Νικολίνκα
- Τα ανέκδοτα και οι ιστορίες του Μπόικο
- Τα κορίτσια μου στο γραφείο
- Τα σκυλιά μας, όλα!
- Πολλοί, πάρα πολλοί από τους εργάτες μας (θαύμα, πριν δυό χρόνια, δεν θα μου έλειπε κανένας, άρα προοδεύσαμε)
- Ο Δήμαρχος του χωριού και ο αγώνας του να κάνει χρυσάφι την λάσπη
- Η ξυλόσομπά μας και όλα τα «σπίτια» που φτιάξαμε με μεράκι, μέσα στο εργοστάσιο.
- Το να μιλάω Βουλγαρικά (έστω και ραζβαλέν)
- Τα πικνίκ του καλοκαιριού στα βουνά
- Οι γιορτές της Μπάμπα Μάρτα και της μέρας της Γυναίκας.
- Κάποια βουλγάρικα τραγούδια που έχω αγαπήσει
- Οι γεμάτες ξεφάντωμα γιορτές του προσωπικού
- Το Αμπιρ στο Βέλινγκραντ
- Ο συνοριακός σταθμός στο Καπιτάν Αντρέεβο που σε βγάζει στην Τουρκία
- Το γέλιο της Πέτια μου (τώρα μόλις, το άκουσα, πάλι)
- Τα κεριά και τα σαπούνια της Ρεφάν...

Η σειρά στην λίστα είναι τυχαία. Κι όσο την κοιτάζω, ανακαλύπτω ότι πριν τρία χρόνια δεν θα μου έλειπε τίποτα από τα παραπάνω. Πριν από δύο χρόνια , ούτε τα μισά. Τώρα είμαι σίγουρη, ότι δεν τα έγραψα κι όλα. Μου πήρε καιρό να αγαπήσω τον τόπο και τους ανθρώπους. Τώρα όμως, τα αγαπάω βαθιά.
Οταν και αν φύγω κάποτε από εδώ, η μισή μου καρδιά θα παραμείνει.

Wednesday, February 25, 2009

Ο έρωτας της χρονιάς δεν υφίσταται!

Μόλις πληροφορήθηκα, ότι η Μπάμπα Μάρτα δεν είναι σεξομανής. Τεσπά, δεν τον κάνει με τον Ντιάντο Κόλεντα!
Ως χαζή αλλοδάπή, σας έλεγα βλακείες! Ρώτησα λοιπόν κι έμαθα! Η Μπάμπα Μάρτα είναι απλώς αλκοολική! Ερχόμενη επισκέφθηκε τα δύο αδελφάκια, τον Μεγάλο Κόφτη και τον Μικρό Κόφτη (θα σας εξηγήσω τα ονόματά τους, παρακάτω). Λοιπόν οι Κόφτες , είναι δύο αδελφάκια, που όλον τον Φλεβάρη τα κοπανάνε. Η Μπάμπα Μάρτα κάθε φορά που έρχεται , περνάει από το σπίτι τους, να πιει το κρασάκι της! Ε φέτος, μεσούσης της κρίσεως, κρασάκι νιάμαμε! Το ήπιαν όλο!
Τα πήρε λοιπόν στην κράνα η Μπάμπα Μάρτα και είναι τόσο θυμωμένη που πήρε τα χιόνια της κι έρχεται!

Σας περιέγραψα με τον πιο γελοίο τρόπο, ένα από τα παραμύθια της Μπάμπα Μάρτα. Οι "Κόφτες", αποδίδονται έτσι σε ελεύθερη μετάφραση, καθώς το ονομά τους προέρχεται, από την φράση "κόβει το κρύο", στα βουλγάρικα.

Ρόδα είναι και γύρισε.

Ψιτ, τώρα που "κλαις" και ωρύεσαι. Δεν το τρώω, γιου νόου. Δεν κλαις από λύπη, από νεύρα κλαις. Γιατί δεν σου βγαίνει καμία από τις διαολιές που σχεδιάζεις. Ποτέ δεν σου έβγαινε, το ξέρεις, απλά κάποιοι σε ανεχτήκαμε. Την παρεξήγησες πολλάκις την ανοχή και την ευγένεια. Δυστυχώς ρόδα είναι και γυρίζει από την μια, αποκαλύπτεται η ανεπάρκειά σου αφετέρου. Γιατί θέλει και κότσια το θέμα και άλλα πολλά. Οι ραδιουργίες κι οι τρικλοποδιές, για λίγο έχουν αποτέλεσμα. Πώς το λέμε ελληνιστί αυτό? Ο ψεύτης κι ο κλέφτης, τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Κι επειδή καήκαμε στον χυλό, πλέον φυσάμε και το γιαούρτι σου.
Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο κι εμένα δεν μου αρέσουν τα κρύα πιάτα. Συνεπώς, βλέποντάς σε έτσι, απλά ανακουφίζομαι που κατάφερα να επιβιώσω εγώ, παρά τα όσα μου έκανες. Και ξέρεις, βαρέθηκα να κάνω σβούρες για να γλυτώσω τις παγίδες σου. Ξέρεις ότι πια δεν σε παίρνει. Είπες το πρωί, ότι σου δείχνουν την πόρτα. Αφού επικαλείσαι τόση "αξιοπρέπεια" (του κώλου, μεταξύ μας!), γιατί δεν την βλέπεις επιτέλους?
Α! Μπάι δε γουέι, θα σου κάνω δώρο τα μεταφορικά για τις γούνες! Καργιολέν, ε καργιολέν!

Tuesday, February 24, 2009

Η ταυτότητα

Σήμερα χρειάστηκε να κατέβω στην Τράπεζα. Είχα να πάω πολύ καιρό και σήμερα με το ζόρι πήγα , γιατί (άκουσον-άκουσον!) έπρεπε εγώ να πάρω τον κωδικό για το ιντερνετ μπάνκιν. Λες και θα το χρησιμοποιήσω εγώ! Ενιγουέι, πήρα την Νούσια αλα μπρατσέτα και πήγαμε. Καλή ευκαιρία να αγοράσω και τα βραχιολάκια μου για την Κυριακή.
Φτάνουμε στην υπάλληλο και με κοιτάζει περίεργα. "Τί διάολο? " σκέφτομαι. Πάμε να πάρουμε τον κωδικό. "Εχετε μαζί σας ταυτότητα?" με ρωτάει. Βγάζω την βουλγάρικη, η οποία μετά το 2007 δεν έχει φωτογραφία. "Ααααα, δεν έχετε μαζί σας την Ελληνική?" εξακολουθεί. Εχω αρχίσει και φορτώνω. Με ξέρουν στις τράπεζες αφενός, ειδικά αυτή η υπάλληλος! Ουδέποτε μου ζητάνε ταυτότητα, είμαι κάτι σαν καρτούν. " Η ξένη κυρία, διευθύντρια της τάδε εταιρείας". Τεσπά, αποφασίζω να είμαι ευγενική. Της δίνω την ελληνική, την οποία αποφεύγω να δίνω, διότι ντρέπομαι για το χάλι μας (οι βουλγάρικες είναι κάτι υπέροχες με έγχρωμες φωτογραφίες και τσιπάκια, στο μέγεθος πιστωτικής, άλλο να στο λέω κι άλλο να τις βλέπεις!).
Την κοιτάζει και σκάει ένα χαμόγελο ναααααααα! "Αχχχ, πότε κουρευτήκατε????". Μένω κάγκελο. "Πάνε κάτι μήνες" της απαντάω. "Σας θυμάμαι με τα μακρυά μαλλιά και δεν σας γνώρισα!". Δεν κάνει τον κόπο να πιάσει την ταυτότητα στα χέρια της. Την φωτογραφία μόνο ήθελε να δει, τα άλλα στοιχεία ποσώς την ενδιαφέρουν. "Αχ, σας πάνε καλύτερα έτσι, πώς και το αποφασίσατε?". "Είπα να μοιάζω περισσότερο Βουλγάρα" της απαντάω.
Μέχρι αυτή τη στιγμή, δεν ξέρω εάν η απάντησή μου την ενθουσίασε, ή της φάνηκε αγενής...

Monday, February 23, 2009

Ο έρωτας της χρονιάς




Κάτι μου λέει ότι φέτος....

Η καλή μας Μπάμπα Μάρτα,

ζει έναν πρωτόγνωρο έρωτα

με τον Ντιάντο Κόλεντα

κι ανάθεμα αν δούμε άνοιξη....

Χιόνι

Κάτι λέγαμε για χιόνι....

Το οποίο σαν αποτέλεσμα είχε, την διακοπή ρεύματος....

Και ελλείψει γραφείου, τα κοριτσάκια μου πέρασαν όλη την Παρασκευή στο ξυλουργείο, που δόξα τω Κύριω (και σε πείσμα της πυροσβεστικής!) έχει ξυλόσομπα .....Επειδή όμως είχαμε και φορτηγά να φορτώσουμε...


τα τιμολόγια ετοιμάστηκαν στο λαπτόπι , το οποίο μεταφέραμε στο ξυλουργείο
και κατόπιν στο δημαρχείο του χωριού, για να τα εκτυπώσουμε...








Thursday, February 19, 2009

Νεύραααα ^%#&)*&^#)

Εάν ακούσω άλλη μια φορά, εντός της ημέρας ότι....
1. Σήμερα είναι τσικνοπέμπτη
2. Τί όμορφο που είναι το χιόνι,
θα κάνω φόνο!

Wednesday, February 18, 2009

Λίγα απ' όλα

Σέρνομαι. Πολύ δουλειά. Νοιώθω όπως τις πρώτες μέρες που ήρθα εδώ. Και παρότι πια δεν είμαι στραβάδι όπως τότε, πάλι πελαγωμένη είμαι. Βλέπω δίπλα μου, τα κορίτσια στο γραφείο να έχουν επίσης πελαγώσει και τα λυπάμαι.
Η Ελενα μέχρι αργά το βράδυ εδώ. Πότε ζει το ταλαίπωρο?
Η Πέτια σήμερα με παρακάλεσε να φύγει κανονικά, να προλάβει να κουρευτεί. Την κοίταξα λες και την έβλεπα πρώτη φορά. Δεν είχα παρατηρήσει πως το μαλλί της είχε γίνει σαν το μαλλί της γριάς.
Στην αποθήκη τα παιδιά χαμογελούν. Φεύγουν μεσάνυχτα με χαμόγελο. Αυτοί οι ίδιοι που πριν μερικούς μήνες, δεν δέχονταν να δουλέψουν Σάββατο. Πως αλλάζουν οι καιροί εν μέσω κρίσης, ε? Είναι πτώματα όμως, το νοιώθω.
Ο Μητσάκος σε πανικό. Τρίζουν τα τζάμια, όχι μόνο από το νταμάρι δίπλα αλλά από τις φωνές μας. Δεν γαμιέται, πάντα έτσι αντιδρούσαμε, τουλάχιστον να βγει η δουλειά.
Βραχιολάκια για τον Μάρτη δεν αγόρασα. Δεν πρόλαβα να κατέβω στην πόλη. Μια εξουσιοδότηση ήθελα να κάνω σήμερα και την έκανα με "αντιπρόσωπο".
Για μαγείρεμα δεν το συζητώ. Τρώμε ψωμί με λάδι. Κι αυτό με το ζόρι. Χθες ο Μπόικο έψησε μπριζόλες στο καφέ και μας κάλεσε. Φτάσαμε όταν όλοι είχαν ήδη φάει και είμασταν τόσο κομμάτια που με μια ρακία, τα είδαμε όλα. Ούτε θυμάμαι πως γυρίσαμε, ούτε πως κοιμηθήκαμε. Μόνο το ότι σταματήσαμε να πάρουμε τσιγάρα σε βενζινάδικο με μπατσικό αραγμένο απ' έξω. Ευτυχώς ο μπάτσος έπαιζε με την υπάλληλο και δεν σκέφτηκε να κάνει αλκοτέστ.
Κάνει κρύο. Είμαστε υπό το μηδέν όλη τη μέρα. Κουτσοφλέβαρος γαμώτο.
Θέλω να κοιμηθώ, να κοιμηθώ, να κοιμηθώ...

Sunday, February 15, 2009

Η κόλαση που πέρασε! (Ναι, ναι, ναιιιιι)

Πέρασα μια εβδομάδα κό-λα-ση! Λες και με ανακάτευαν στο καζάνι της! Στον ρόλο του αρχιμάγειρα , ο μπος, που ήρθε, είδε και δεν έλεγε να απέλθει. Παρότι δις τάιμ, παραήταν μαλακός (μέχρι κι ότι του λείπαμε το πρωί που δουλεύαμε, μας είπε!!!), το ανακάτεμα μας το έκανε. Ετσι, την εβδομάδα που πέρασε :
- Μαγείρευα κάθε βράδυ !!! (ακούγοντας το "αχχχ, τί θέλει ο άνθρωπος? ένα δωματιάκι κι ένα πιάτο ζεστό φαί!". )
- Κάψαμε ίσα με δέκα κυβικά ξύλα στην ξυλόσομπα (του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια και την φούντωνε, με αποτέλεσμα να ανοίγουμε όλα τα παράθυρα),
- Κατέβαζα δεκατρείς διαφορετικές ιδέες το δευτερόλεπτο (για να καλύψουμε όλες τις εμμονές του),
- Μίλησα τόσο πολύ Βουλγαρικά, που στο τέλος του δήλωσα ότι τα παρατάω όλα και γίνομαι μεταφράστρια,να χεστώ στο τάληρο!
- Τα πρωινά, προκειμένου να μην μποτιλιαριστούμε όλοι στο μπάνιο, ξυπνούσα κατά τις εννέα, με αποκορύφωμα την Παρασκευή να μου ζητήσει συγγνώμη που δεν με άφησε να κοιμηθώ λίγο ακόμα!!!
- Εκανα τον καραγκιόζη σε κάθε καραγκιόζη, που ο ίδιος δεν άντεχε να μιλήσει
και άλλα πολλά, που επιθυμώ να ξεχάσω!
- Μιλούσα καθημερινά με την μεγάλη μου αδελφή, προκειμένου να πειστώ ότι αυτό που ζούσα, ήταν σαφώς καλύτερο από την πνευμονία της.
Οταν χθες , εδέησε ο Κύριος να τον πάμε στο αεροδρόμιο (είχα φροντίσει να βγάλω εισητήριο και του το έφερα ως τετελεσμένο), ένοιωθα σαν διαλυμένο παζλ. Και αφού τον ασπαστήκαμε σταυρωτά και μπήκαμε στο αυτοκινητάκι μας, είπα στον Μητσάκο, μιας και βρισκόμαστε στην πρωτεύουσα, να φάμε ένα πολιτισμένο σπαγγέτι. Αμ δε! Μόνο με κλωτσιές δεν μας πέταξαν έξω , που πήγαμε επτά η ώρα σε εστιατόριο που θα δούλευε μετά τις εννέα, για χάρη του κερατά του Βαλεντίνου.
Στο μεταξύ, οι Βούλγαροι φίλοι μας, που και πέρυσι είχαμε πνίξει τον Βαλεντίνο μαζί τους (σε τόννους ρακίας), έσπαγαν τα τηλέφωνα για το πότε θα πάμε στο Μπάνσκο, που θα τον πνίγαμε φέτος.
Μπόικο (στο εβδομηκοστό όγδοο τηλεφώνημα): Γκουγκού , πού είσαστε?
Εγώ (ξεψυχισμένα) : Στο αεροδρόμιο Μπόικο, πάλι θα τα λέμε???
Μπόικο : Α ωραία! Και μετά έρχεστε Μπάνσκο!
Εγώ (οργισμένα): Δεν ερχόμαστε! Δεν έχω κουράγιο ούτε να γυρίσω σπίτι, σου είπααααα!
Ετσι γυρίσαμε σπιτάκι μας, μαγειρέψαμε βαλεντίνικο φαγητό (η κρέμα γάλακτος με τέσσερα κουτάλια κόκκινο πιπέρι γίνεται πανεύκολα ροζ!) και πέσαμε στο κρεββάτι μας. Στα τρία δευτερόλεπτα άκουσα το ροχαλητό του Μητσάκου και κοιμήθηκα κι εγώ ήσυχη.
Σήμερα ξυπνήσαμε με μια λιακάδα νααααα (το ψωλόκρυο παραμένει ωστόσο) , από το νέο τηλεφώνημα του Μπόικο που μας εξέφρασε το παράπονό του, ότι το Μπάνσκο είναι πήχτρα στους Ελληνες και μας ήθελε για μεταφραστές , γιατί δεν καταλαβαίνει Χριστό. Τί να του μεταφράζαμε δεν ξέρω, προφανώς να κάνει κουτσομπολιό ήθελε.
Λέω να πεταχτώ να αγοράσω τα βραχιολάκια της γιαγιάς Μάρτα, για να προλάβω να τα ταχυδρομήσω, στο πολυπληθές εν Ελλάδι κοινό τους και μετά να ξανασαπίσω στον ύπνο, μπας και επανέλθω στις προ-κολάσεως συνήθειες μου.

Tuesday, February 10, 2009

Ξεφτίλα ρε!

Ρε σύ, δεν αισθάνεσαι γελοίος?
Δεν ντρέπεσαι καθόλου? Την ηλικία του γιού σου έχω, πανάθεμά σε!
Τόση έλλειψη αξιοπρέπειας και εγωισμού πιά?
Τόση ξεφτίλα?
Γελάω, που εξακολουθώ και σου μιλάω στον πληθυντικό!
Απορώ με την ειρωνεία μου ώρες ώρες.
Ναι τυπάκο, έχεις δίκιο εν μέρει.
Δεν ήταν εύκολο να βρεθώ στην καρέκλα σου. Είχες φροντίσει να την γεμίσεις αγκάθια.
Δεν αντέχω πάντα την ερημιά και την συντροφιά των σκυλιών μου.
Δεν είναι ευτυχία να δουλεύω εικοσάωρα για να μπαλώνω τα κουρέλια που μου κληρονόμησες.
Δεν είναι παράδεισος το γκρίζο κτίριο δίπλα σε ένα νταμάρι.
Αλλά με αυτά , παραμένω ακόμα αξιοπρεπής και δεν έχω πουλήσει την ψυχή μου στο διάολο, όπως του λόγου σου.
Με αυτά μπορώ να μιλάω στον πληθυντικό ακόμα και στις λέρες.
Την ώρα ακριβώς που τις πατάω στο κεφάλι και τις σέρνω σαν σχολιαρόπαιδα από το χέρι, για να υπογράψουν τον εξευτελισμό τους.
Πριν τέσσερα χρόνια, είχες πει μια μεγάλη κουβέντα.
Σε έξη μήνες θα με «έτρωγες».
Οχι απλά δεν σου βγήκε, αλλά προσφέρθηκες μόνος σου να σε «φάω».
Δεν είμαι εκδικητική, ξέρεις. Τουλάχιστον με τους μαλάκες.
Γι΄ αυτό και σου άφησα λίγα κόκκαλα απείραχτα σήμερα.
Βάλτα στον γύψο και ξαναχτίσε το κουφάρι σου. Αν μπορέσεις...

Monday, February 09, 2009

Το όνειρο της Δευτέρας

Ξέρεις, κοντεύουν είκοσι χρόνια από τη μέρα που έφυγες. Εκείνο το γαμημένο το ' 89 μου έκλεψε δύο μεγάλες αγάπες μέσα σε σαράντα ημέρες.
Δεν είχες έρθει στον ύπνο μου, όλα αυτά τα χρόνια. Η κι αν ήρθες, δεν το θυμάμαι.
Οταν είμαι Ελλάδα, πάντα κάτι θα πούμε για σένα. Του λείπεις του πατέρα μου, ήσουν ο ένας από τους δύο "αδελφούς" του. Τους έχασε και τους δύο.
Θυμάσαι που κάθε βράδυ, ερχόσουν να δούμε ειδήσεις και να πιείτε τον βραδυνό καφέ μαζί?
Θυμάσαι όταν έκλεισες τα 48, που σου φέραμε μια τούρτα με ισάριθμα κεράκια και γελούσες σαν παιδί?
Θυμάσαι που παίζαμε προ-πο μισό - μισό κι όποτε κερδίζαμε κανένα εντεκάρι μου χάριζες τα κέρδη?
Θυμάσαι που βάζαμε στοίχημα σε καρπαζιές όταν έπαιζαν αντίπαλες οι ομάδες μας? Οσες φορές κέρδισες δεν μου τις έριξες, όσες φορές κέρδισα, έσκυβες γελώντας το κεφάλι και μου λεγες "ρίξε και μέτρα".
Θυμάσαι τις εκδρομές μας τα καλοκαίρια?
Τις κασσέτες που μου χάριζες?
Καμιά φορά ο Δημήτρης με ρωτάει "μα που ξέρεις τόσους στίχους?"
Δεν απαντώ, μόνο χαμογελάω και σκέφτομαι "ο νονός μου..."
Ο νονός μου που έφυγε ένα πρωί, χωρίς κανένας να το περιμένει. Γέμισε το σπίτι φωνές και θρήνο, ενώ θρηνούσε ήδη άλλον έναν χαμό. Στην αρχή του καλοκαιριού και το καλοκαίρι ντύθηκε στα μαύρα, τέρμα τα στοιχήματα, οι εκδρομές, οι βραδυνοί καφέδες στις αυλές μας.
Χθες ήρθες στον ύπνο μου. Χωρίς να σε έχω σκεφτεί, χωρίς να σε έχω θυμηθεί. Ετσι απλά ήρθες. Ησουν χαρούμενος. Το ένοιωθα ότι είναι όνειρο. Και δεν ήθελα να ξυπνήσω...

Sunday, February 08, 2009

Ευλόγκι



Ολοι λένε ότι είμαι ένας κούκλος!

Η "γιαγιά" και ο "παππούς" είναι πολύ περήφανοι για μένα!

Ο "νονός" μου, μου φέρνει κοκκαλάκια!

Ο Τόνυ μου αγόρασε νέο κολλάρο!

Η αδελφούλα μου η Πέτια, δεν μπορεί μακρυά μου!

Χθες έκανα την πρώτη μου βόλτα με λουράκι!


Δεν μου άρεσε να είμαι δεμένος, αλλά η "γιαγιά" με γέμισε χάδια και ήμουν καλό παιδί.


Monday, February 02, 2009

Το σκυλοχωριό

Στο μικρό μας σκυλοχωριό, ζούμε ένα δράμα (μόνο ένα?)!
Η Πόλια τα ξαναφτιαξε με τον Ρίτσι, δηλαδή πηδήχτηκαν ασυστόλως, επωφελούμενοι το λύσιμο του σ-κ. Η Μέτζυ δεμένη τους κοιτούσε και κλαψούριζε, μην αντέχοντας μία, εκ νέου προδοσία. Της συμπαρίστατο ο Βάλιο, ο οποίος την λατρεύει παθιασμένα, αλλά αυτή τον φτύνει.
Στην συνέχεια, συνέβει το εξής παράδοξο. Το ερωτευμένο ζεύγος (Ρίτσι και Πόλια) εγκαταστάθηκαν μαζί , στο σπιτάκι της Μέτζυ. Σαν τελικά σίγμα ασφαλώς, γιατί το σπιτάκι είναι για ένα σκυλί και όχι για ένα σκυλί και ένα τέρας (όπου τέρας, ο Ρίτσι). Αυτό ήταν κάτι που ο Δημήτρης δεν μπόρεσε να ανεχτεί , ενώ είχε ανεχτεί, τα πηδήματα, τα κλαψουρίσματα κι όλα τα προηγούμενα. Εβαλε τάξη λοιπόν, μοιράζοντας χαστούκια στον ερωτύλο Ρίτσι και δένοντάς τον στο δικό του σπίτι. Η Πόλια δεν τον ακολούθησε, διότι στο μάτι έχει ο,τιδήποτε ανήκει στην Μέτζυ και συνεπώς στις επιλογές της, προηγείτο το σπίτι από τον Ρίτσι, που έτσι κι αλλιώς της τον έφαγε (της Μέτζυ).
Στα νότια προάστια (τόση ώρα σας μιλούσα για τα βόρεια), η Ερικα πλακώθηκε με την Τσέτσα, διεκδικόντας την επιμέλεια του μοναδικού κουταβιού που μας απέμεινε, τα άλλα δόξα τω Κύριω, βρέθηκαν παλαβοί και τα υιοθέτησαν. Ο Βάλιο κατέφθασε αμέσως, επενέβει, ως δίκαιος Σολομώντας (είναι βλέπετε και ο μπαμπάς του μικρού) και μοίρασε μερικές δαγκωματιές εκατέρωθεν, αναγκάζοντας τον ταλαίπωρο φύλακά μας , να μας τηλεφωνήσει και να μας αναγγείλει ότι ο Βάλιο είναι πνιγμένος στο αίμα, χωρίς ο ίδιος να έχει καμία πληγή ωστόσο. Η Ερικα και η Τσέτσα, υποταγμένες στις εντολές του αρσενικού, αναζητούνται. Είναι γνωστό ότι μετά τον καυγά, κρύβονται πάντα.
Το μωρό αναζητά οικογένεια να το υιοθετήσει, πριν υιοθετήσει το ίδιο την νοοτροπία της υπόλοιπης αγέλης!
ΘΑ ΤΑ ΣΤΕΙΡΩΣΩ ΟΛΑ, ξεκινώντας από τον Ρίτσι!!!!!!
Απντέιτ!!!!! Βρέθηκε τρελλή να υιοθετήσει την μικρή!!!! Τώρα το πρόβλημα είναι, να βρούμε την μαμά της (Τσέτσα), την επίδοξη μαμά της (Ερικα) και να τις μαντρώσουμε για να τους βουτήξουμε την μικρή... ΘΑ ΤΑ ΣΤΕΙΡΩΣΩ ΟΛΑΑΑΑ (ξέρω, επαναλαμβάνομαι βλακωδώς).

Thursday, January 29, 2009

Πάμε σαν άλλοτε...

Ο κόσμος να χαλάσει (πόσο περισσότερο δεν ξέρω!), εγώ σήμερα τη νύχτα, θα κοιμηθώ εκεί! Θα πάρω το κλειδί από τον Ζετίν, που θα ρωτήσει όπως πάντα, πώς ήταν το ταξίδι και θα απορήσει γιατί αργήσαμε τόσο να γυρίσουμε. Ο Αλί θα έχει πάει με τον Δημήτρη το αυτοκίνητο στο πάρκιν και θα γυρίσει να κουβαλήσει τις βαλίτσες μας.Στο ασανσέρ, θα μας πει πότε, ακριβώς ξαναμείναμε στο ίδιο δωμάτιο. Δεν το θυμάμαι ποτέ, απορώ πως το θυμάται ο ίδιος.
Το δωμάτιο θα έχει αυτό το χαρακτηριστικό άρωμα, που ανακαλεί η μύτη μου, κάθε φορά που θέλω να μυρίσω "σπίτι". Πάνω στο κρεββάτι, θα με περιμένει το χάλκινο σκεύος με τα αγαπημένα μου λουκούμια από το Χατζή- Μπεκίρ. Ντους και ταξί για την Ιστικλάλ. Ισως πετύχουμε και τον Ογούζ ξύπνιο, να μας περιμένει. Σουλάτσα και μύδια με ρύζι από τους πλανόδιους. Μετά γλυκό στο Ιοζσιούτ. Ετσι είναι πάντα, η πρώτη νύχτα στην Ιστάνμπουλ...

Wednesday, January 28, 2009

Πως καταλαβαίνεις ότι ο συνομιλητής σου δεν είναι τσατόβιος - Παρτ 1

Θαυμάστε συνομιλία στο σκάιπ με συνεργάτιδα από την Πολωνία:
Ντάρια : 23 packs, he checked with the driver
Εγώ : so one is missing!!!
Εγώ : where is it ????
Ντάρια: i don't know where it is this pack

Βλέπω την απάντησή της και σκάω στα γέλια, δεν μπορώ να κρατηθώ! Ολο το γραφείο με κοιτάζει με απορία... Μα είναι δυνατόν να κατάλαβε, ότι ρώτησα αυτή που είναι το πακέτο? Εμείς από Βουλγαρία το φορτώσαμε, πελάτης στην Γαλλία το παρέλαβε. Αυτή η καημένη μόνο την επικοινωνία κάνει. Κι όμως απάντησε και σε αυτή την ερώτηση! Η εν λόγω συνομιλία αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα, για το τεστ «πώς καταλαβαίνεις ότι ο συνομιλητής σου δεν είναι τσατόβιος?» (θα φτιάξω ένα τέτοιο μια μέρα!)

Friday, January 23, 2009

Φρέντερικ!

Το κάνω σπάνια. Το να ποστάρω τα "παιδιά" μας. Για την ακρίβεια το έκανα μια φορά στο παρελθόν, όταν σας παρουσίασα τον Αντζελο. Ο οποίος Αντζελο, ήταν τόσο καλότυχος που ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Να φανταστείτε, τον καταργήσαμε κι ακόμα τον κατασκευάζουμε, γιατί οι πελάτες αρνούνται να τον αποχωριστούν. (Εάν κανένας από εσάς τον έχει στο σπίτι του, να μου τον προσέχει, μας έβγαλε την πίστη για να "γεννηθεί").
Σήμερα όμως δεν κρατιέμαι! Γιατί το νέο μας δημιούργημα είναι απλά κουκλί! Η ιδέα του Φρέντερικ ( με την οποία κρυφογελάσαμε αρχικά), έπιασε τόπο όταν της φόρεσα τα κατάλληλα υφάσματα (τα οποία απέρριπτε πριν δυό χρόνια ο Φρέντερικ, βρισκοντάς τα "καταστγόφ") κι ο Δημήτρης για χάρη της "γύρισε πίσω" την παραγωγή πέντε φορές. Τόσο καιρό εδώ, δεν θυμάμαι να το είχε ξανακάνει.
Αυτό το μοντέλλο λοιπόν το λατρέψαμε, από την πρώτη του εμφάνιση, ίσως γιατί πάνω του, βάλαμε όλη την εμπειρία τόσων χρόνων και όλη την ελπίδα μας να συνεχιστεί το φως στο τούνελ μας. Σας το παρουσιάζω λοιπόν και ελπίζω το ταξίδι του να είναι μεγάλο και επιτυχημένο. Δυστυχώς (ή ευτυχώς), δεν θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα.



Αυτή είναι η μία εκδοχή.... σε μαύρο - άσπρο....

Εχουμε και σε γκρι-μαύρο!

Tuesday, January 13, 2009

Το αίμα και νερό γίνεται!

Με τον Γιωργάκο μεγαλώσαμε μαζί. Τον λέω έτσι χρόνια, ίσως γιατί ήταν ο μικρότερος από τους πολλούς Γιώργους – πρώτα ξαδέλφια, από την πλευρά της μαμάς. Και ταυτόχρονα, ο πιο κοντινός μου. Κι όταν λέω μεγαλώσαμε μαζί, το εννοώ. Μαζί πρωτοπαίξαμε, κοιμηθήκαμε σαν παιδάκια στο ίδιο κρεββάτι, πρωτακούσαμε μαζί Scorpions και Lynyrd Skynyrd , μοιραστήκαμε στην εφηβεία το πρώτο πακέτο τσιγάρα. Επειδή η μάνα του, έψαχνε μανιωδώς τα πράγματά του, η απόφαση πάρθηκε εύκολα. Το πρώτο , κοινό μας πακέτο Brooks (άρα υπάρχει ακόμα αυτή η μάρκα?), φυλασσόταν στο δωμάτιό μου κι ο Γιωργάκος, έσκαγε τα πρωινά μύτη να καπνίσουμε μαζί.
Δεν μας είχαν κάνει τη χάρη να πηγαίνουμε αγγλικά στο ίδιο φροντιστήριο, αλλά ευτυχώς είχαμε μάθημα την ίδια ώρα. Ο Γιωργάκος περίμενε να τελειώσω, να περάσω από το δικό του και να γυρίσουμε στο σπίτι μαζί.
Τα δικά μου μπλοκ των τεχνικών, γέμιζε με «γκράφιτυ». Αν το έκανε σε τοίχους, το ξυλοφόρτωμα ήταν εξασφαλισμένο, οπότε έβγαζε όλο το μεράκι της τέχνης του στο χαρτί. Κύριο θέμα, το όνομα της κολλητής μου, που ήταν ο πρώτος του έρωτας.
Μετά τον έπιασε η μανία με το break dance, ήταν και μόδα τότε. Του χάρισα μια σκισμένη στα γόνατα, αδιάβροχη φόρμα μου για να έχει στυλ όταν κάνει τις φιγούρες του.
Μεγαλώναμε. Το σχολείο τελείωσε και η καθημερινή επαφή ψιλοχάθηκε, αλλά ήμουν η μόνη ακροάτρια που άκουγε όλη την ολονύκτια εκπομπή του σε ραδιοφωνικό σταθμό της πόλης και τον περίμενα τα σαββατιάτικα πρωινά, να περάσει από το σπίτι και να μου φέρει την κασέτα της εκπομπής. Την ακούγαμε μαζί, όσο πίναμε το φραπεδάκι μας.
Τρεις μήνες πριν τον πρώτο μου γάμο, του ζήτησα να με συνοδεύσει αυτός στην εκκλησία, μαζί με τον πατέρα μου. Αδελφό δεν είχα, για μένα αδελφός ήταν ο Γιωργάκος. Θυμάμαι ότι με αγκάλιασε κι έκλαιγε. Αδελφή δεν είχε, για αυτόν εγώ ήμουν η αδελφή του. Καμάρωνε όταν ήρθε να μου δείξει το κουστούμι που αγόρασε για εκείνη τη μέρα.
Μετά ερωτεύτηκε, την κοπέλα του την συμπάθησα αμέσως. Με έσερνε μαζί της στα μαγαζιά που ο Γιωργάκος έπαιζε μουσική, δεν ήθελε να βγαίνει μόνη της. Καθόμασταν μπροστά από την κονσόλα του ντι-τζέι και τον περιμέναμε υπομονετικά να τελειώσει. Τις μέρες που είχε ρεπό, μαζευόμασταν στο σπίτι μου για μπύρες.
Οταν χώρισα με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε αν θέλω κάτι. Αν χρειάζομαι βοήθεια, αν πρέπει να κάνει κάτι. Δεν χρειαζόμουν τίποτα, αλλά μου αρκούσε που ήταν δίπλα μου. Μετά αρρώστησε ο πατέρας του, τα απογεύματα που δεν δούλευα, πήγαινα να κάνω παρέα στον Γιωργάκο που είχε φρικάρει με την μυρωδιά της αρρώστιας που γέμιζε το σπίτι. Κάποιο από εκείνα τα απογεύματα, μου χάρισε ένα κομπολόι. «Το είχα παραγγείλει για τον γέρο, αλλά απ’ ότι φαίνεται του είναι άχρηστο πια. Πάρτο», μου είχε πει. Το έχω ακόμα εκείνο το κομπολόι στο σπίτι μου στην Ελλάδα, το χαιδεύω κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί.
Μετά έφυγα για Βουλγαρία και χαθήκαμε. Στην κηδεία του πατέρα του δεν ήμουν εκεί. Του τηλεφώνησα και είχα χαρεί που ήταν ψύχραιμος. Εκλαιγα. «Μην κλαις γαμώτο και είσαι και μακρυά. Ησύχασε ο γέρος, μην στεναχωριέσαι» οι λέξεις του.
Στο τελευταίο ταξίδι στην Ελλάδα, είχα βρει την μάνα μου έξαλλη. Ο Γιωργάκος είχε αρραβωνιαστεί και το είχε μάθει από κουτσομπολιά. Τα είχε βάλει με την νύφη της, που αφότου πέθανε ο θείος μου, είχε κόψει κάθε επαφή με τα αδέλφια του άντρα της. Ο Γιωργάκος, δεν είχε τηλεφωνήσει ούτε τον γαμπρό μου, με τον οποίο είχαν ορκιστεί φιλία στο όνομα του Τζακ Ντάνιελς, άπειρες φορές. «Ωχού ρε Τουλάκι, ας είναι ευτυχισμένος κι ας μην στο είπε εσένα» της είπα. Περίμενε να της πω ότι έχει δίκιο (και μεταξύ μας, είχε), οπότε μου το φύλαξε.
Χθες είχα ξεχάσει το κινητό στο σπίτι. Γυρίζοντας το βράδυ, βρήκα αναπάντητη από την μάνα μου. «Τί με έψαχνε νωρίς – νωρίς?» σκέφτηκα. Τηλεφώνησα. Μίλησα λίγο με τον πατέρα μου και μου την έδωσε. Στην κλασσική ερώτησή μου « τί νέα?», ακολούθησε ο διάλογος :
- Παντρεύεται στις 24 ο Γιώργος.
- Ποιός Γιώργος ρε μαμά? (δεν πήγε το μυαλό μου)
- Ο ξαδελφός σου παιδί μου
- Πότε κιόλας?
- Αυτό τον ρώτησα κι εγώ, αλλά μου είπε ότι δέκα χρόνια ετοιμαζόταν και θα έπρεπε να το έχουμε μάθει. (Τα κανάλια δεν το είπαν, μου ήρθε να της πω).
- Ηρθε ο ίδιος εκεί?
- Ναι, ήρθε κι έφερε τις προσκλήσεις. Την δική μας και της Μαρίας.
Βόμβα να έπεφτε δίπλα μου, δεν θα σοκαριζόμουνα τόσο. Η μάνα μου, δεν είναι διπλωμάτισσα, ποτέ δεν ήταν. Σου αμολάει πάντα την αλήθεια, μπουμπ. Ετσι ήταν πάντα η ζωή της, έτσι κάνει και με τους άλλους. Δεν ωραιοποιεί πράγματα, δεν σκέφτεται να πει ένα αθώο ψεματάκι για να μην σε πονέσει. Ασε που είπαμε, μου το φύλαγε.
- Τώρα θες να μου πεις ότι δεν έφερε πρόσκληση για μένα?
- Οχι δεν έφερε, είπε ότι είσαι μακρυά, οπότε δεν θα ερχόσουν.
- Και καλά, τσιγγουνεύτηκε το ένα ευρώ που κάνει μία πρόσκληση? Ας είμαι μακρυά.
- Ο,τι μου είπε, σου λέω.
- Ναι αλλά αν ερχόσουν, θα έπρεπε να πληρώσει η θειά σου άλλα δυο άτομα στο τραπέζι , πέταξε την κακία του ο πατέρας μου που ουδέποτε χώνεψε την θειά μου.
- Και δεν του είπες να πάει να γαμηθεί? (Ξέχασα αμέσως τους καλούς μου τρόπους).
- Τί σκας παιδί μου? Σου περίσσευαν λεφτά για δώρο ή μήπως θα ερχόσουν? Συνέχισε την παρηγοριά της πεντάρας η μάνα μου και για πρώτη φορά δεν συμπλήρωσε να πάψω να μιλάω σαν μπετατζής.
- Τα άλλα ξαδέλφια τα κάλεσε όλα?
- Ε που να ξέρω? Πάρε τον μπάτσο και ρώτα τον (λόγω των πολλών Γιώργων, τους λοιπούς τους αποκαλούμε με το επάγγελμά τους).
- Θα τον πάρω και θα του πω και τι να του μεταφέρει, ασταδιάλα.
- Καλά τώρα, σοβαρά συγχίστηκες? Ας είναι ευτυχισμένοι παιδί μου, μου ανταπέδωσε την ατάκα η μάνα μου.
Εκλεισα το τηλέφωνο και με έπιασε το παράπονο. Δεν είπα λέξη στον Δημήτρη που ρωτούσε γιατί συννέφιασα. Μου φάνηκε τόσο αλλοπρόσαλο, ο «αδελφός μου», ο σύντροφος των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων, να με γράφει με την δικαιολογία ότι «είμαι μακρυά». Ακριβώς επειδή είμαι μακρυά, θα έπρεπε να με καλέσει στον γάμο του. Κι όπως και να ‘ χει, είμαστε πρώτα ξαδέλφια. Οπως και να ‘χει, και τίποτα να μην είχαμε μοιραστεί, είμαστε συγγενείς γαμώτο.
Λοιπόν ναι, όταν είσαι μακρυά, κάτι τέτοια «ασήμαντα» σε πονούν περισσότερο. Και καταλαβαίνεις, ότι αυτό το περισπούδαστο μότο «το αίμα νερό δεν γίνεται» αφορά μόνο αυτούς, που παίρνουν σωρηδόν αντιπηκτικά χάπια. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, το αίμα γίνεται και νερό και κάτουρο και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς...

Saturday, January 10, 2009

Μέτζυ ιζ μπακ


Είχα πολύ καιρό να σας γράψω, γιατί ήμουν πολύυυυ απασχολημένη!

Θέλω να σας ενημερώσω, ότι πλέον, περπατάω και με τα τέσσερα ποδαράκια μου (ε όχι και συνεχώς, που και που χαϊδεύομαι και κουτσαίνω), ότι έχω ένα νέο υπέροχο σπιτάκι για τα πρωινά (οι βόλτες στην παραγωγή τέλος, δυστυχώς) και ότι τα βράδυα κοιμάμαι ΜΕΣΑ στο διαμέρισμα του μπαμπά και της μαμάς! Είμαι βέβαια μία κυρία.

Το κακό είναι, ότι παρόλες τις δίαιτες που προσπαθώ να ακολουθήσω (έκοψα τα αφρολέξ και τα δέρματα αρχικά), δεν έχω καταφέρει να χάσω τα κιλά που πήρα στο νοσοκομείο!
Αααααα και κάτι ακόμα! Ο Βάλιο είναι πολύυυυ ερωτευμένος μαζί μου κι ο Ρίτσι κάνει ζήλιες!
Και μιας και σας ενημέρωσα, ας πάω να ρίξω έναν υπνάκο στον νέο καναπέ που έβαλε ο μπαμπάς στο γραφείο (η μαμά ήθελε δερμάτινο για να καθαρίζει λέει εύκολα! τί υπονοούσε άραγε?)

Friday, January 09, 2009

Ούτε ο 2009 είναι γκέυ ! (άσχετο)

Κουράστηκα....
Να πρέπει να "πλένω" τα άπλυτα των άλλων...
Να πρέπει να βγάζω το φίδι από την τρύπα... ειδικά όταν έχει γίνει ένα με την τρύπα!
Να πρέπει να σώζω την τελευταία στιγμή, καταστάσεις που θα έπρεπε να πολεμήσω.
Βαρέθηκα...
Να καθαρίζω τα δύσκολα χάριν του κοινού (και καλά) συμφέροντος,
όταν το προσωπικό μου συμφέρον είναι διαφορετικό,
όταν οι ευεργετηθέντες ψάχνουν ευκαιρία να με αδειάσουν.
Δεν θέλω να με «αγαπάτε» ρε, μόλις με έχετε ανάγκη.
Προτιμώ να με μισήτε και να έχω την ησυχία μου.
Σταδιάλα πια!


Για όσους δεν κατάλαβαν... και ο καινούργιος, βαρβάτος μας βγήκε!

Friday, December 19, 2008

Πόσο όμορφη είναι η αγάπη...




Υπάρχουν ακόμα παιδάκια που πιστεύουν στον Αη Βασίλη, το ξέρετε? Και όλα μαζί σήμερα, στον παιδικό σταθμό του χωριού μας, τον περίμεναν με αγωνία.
Η τσιγγανούλα η Τάνια, ντυμένη στα κόκκινα, χαμογελούσε που οι δασκάλες της την φωνάζουν "Πριντσέσκα".
Ο επίσης τσιγγανούλης Βέντσι, παρότι ο μικρότερος, είπε το πιο όμορφο ποίημα.
Ο Στογιάν, πήρε το πιο μικρό δώρο, αλλά το κρατούσε τόσο σφιχτά, ούτε που κοίταξε τα δώρα των άλλων και το προσωπάκι του έλαμψε. Αφήστε που μου χάρισε και τα πιο γλυκά χαμόγελα.
Η Σεβντά που τα καταγάλανα μάτια της και τα ανοιχτόχρωμα μαλλάκια της, έκαναν απίστευτα όμορφο το μαυριδερό μουτράκι, αγκάλιασε την κατάξανθη κουκλίτσα της με λατρεία. Οχι , δεν ήταν Μπάρμπι. Ηταν από κείνες τις φτωχοντυμένες κουκλίτσες των δικών μας παιδικών χρόνων.
Η ντυμένη στα κίτρινα Ιλιάνα, αγωνιούσε να πάρει πρώτη το δικό της δώρο, μέχρι τη στιγμή που την αγκάλιασα και περίμενε υπομονετικά τη σειρά της.
Οι νηπιαγωγοί που αγκαλιάζουν πενήντα παιδάκια (εκ των οποίων τα δεκαεπτά είναι τσιγγανάκια), δίνουν όλη τους την αγάπη και την φροντίδα, σε έναν τόπο που δεν προσφέρει πολλά. Κι είναι τόσο ζεστή και μεγάλη αυτή η αγάπη, που όλα τα παιδάκια αναφώνησαν "Πόσο όμορφη είναι η αγάπη και πόσο καλός γίνεσαι όταν σε αγαπούν!".
Παραδόξως, αποστήθισα τις φατσούλες και τα ονόματα από τα τσιγγανάκια. Ισως γιατί δεν τα είχα ξαναδεί σε σχολείο. Ξανθά, καλοντυμένα, υπάκουα παιδάκια βλέπεις παντού. Και παραδόξως, τα τσιγγανάκια είχαν πολύ πιο λαμπυρίζοντα βλέμματα και πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την γιορτή.
Στο τέλος της γιορτούλας, οι δασκάλες πήραν τα μικρότερα παιδάκια και αποχώρησαν για το μεγάλο, φωτεινό τους δωμάτιο, για να ανοίξουν τα δώρα τους. Δεν μπορούσαν να περιμένουν. Τα μεγαλύτερα καμάρωναν "πηγαίνετε κυρία, εμείς είμαστε μεγάλοι, δεν έχουμε αγωνία!". Πέντε χρονών αγγελούδια, δεν είχαν αγωνία να ανοίξουν τα φτηνά μεν, πολύχρωμα δε πακέτα τους!
Τα παιδιά εδώ δεν μοιάζουν με τα ελληνόπουλα. Οχι, γιατί δεν κάνουν απεργίες και διαδηλώσεις, όχι. Τα ελληνόπουλα, δεν θα ξεφώνιζαν από χαρά επειδή θα έπαιρναν δώρο ένα σακουλάκι με τρία μανταρίνια και δύο φτηνές σοκολάτες, ούτε επειδή είχαν το απρόσμενο έξτρα δώρο, ενός σοκολατένιου Αη Βασίλη. Κάνω λάθος?
Πόσα πράγματα, αντικαθιστά η αγάπη τελικά?
Να έχουμε γιορτές φωτεινές και γεμάτες από αγάπη, σαν τα χαμόγελα των παιδιών, που ξέρουν να βρίσκουν την ευτυχία στα λίγα και ουσιαστικά. Να είστε σίγουροι, ότι με αυτά τα παιδιά, το μέλλον του κόσμου μας δεν κινδυνεύει...

Ο Δημήτρης μου , το αφηγήθηκε πολύ καλύτερα...

Friday, December 12, 2008

Φιουυυυυυυυ

Οχι, πες μου τώρα, πόσο καλή μπορεί να είναι μια ημέρα που....
- Κάνεις τον άνετο καραγκιόζη για να μην παραδεχτείς, ότι σου γάμησαν το σόι (σαν πώληση το είδα μεγάλε και σας τον έπιασα κανονικότατα!).
- Σε αποκαλούν ούτε λίγο ούτε πολύ "γύφτο" και "μπακάλη", γιατί παζάρεψες κάτι δεκάδες χιλιάδες ευρά σε δουλειά εκατομμυρίου (έμαθαν ότι μπιπιόμαστε και πλάκωσαν κι οι γύφτοι!).
- Σου την λένε γιατί ενώ διαπραγματεύεσαι τις "υψηλές παροχές υπηρεσιών τους", ταίζεις τα σκυλιά σου με πιο ακριβή σκυλοτροφή απ'ότι αυτοί τα δικά τους (χέσου γελοίε, είμαι μια λαρτζάτη ελληνάρα! εσείς μάθατε την σκυλοτροφή, εφόσον πέθανε ο μπάι Τόσκο!)
- Αποκαλούν το αυτοκίνητό σου κουβά, σε σχέση με το δικό τους (καραγκιόζη, θες και να πουλήσεις τώρα??? Οπως σωστά είπε ο Μητσάκος μου, το τιγκράκι μου στοιχίζει εν Ελλάδι, όσο η μπέμπα σου εδώ).
- Νεοαφιχθείς συνάδελφος και φίλος, άγχεται γιατί χρωστάει σε τράπεζες έξη χιλιάρικα (τολμάς και μου το λες ρε μαζόχα??? Εγώ αν χρωστούσα μόνο τόσα, μέχρι και ταμείο ανεργίας θα έμπαινα!)
- Συνεργάτης καταφθάνει προ εγκεφαλικού, να σου ζητήσει δανεικά και παραδόξως, δεν σε πιάνει το ψυχοπονιάρικο (εμ αγόρι μου, πριν τρεις μήνες ονειρευόσουν σπίτι με πισίνα και στα λέγαμεεεεεε. Τώρα για πνίξιμο, αρκεί και το ποταμάκι δίπλα).
- Γκαρίζεις σε συνάδελφο και τολμάει να σε παρακαλέσει "να μην του ξαναφωνάξεις" (αφού μόνο με τις γκαρίκλες παίρνει μπρος και το έχει αποδείξει!)
- Παίρνεις τηλεφωνικά παραγγελία, στις επτά η ώρα το πρωί για να γεμίσει το πρώτο φορτηγό και ξανακάνεις το ίδιο, στις επτά η ώρα το βράδυ για να γεμίσει το τέταρτο (ευτυχώς που οι οδηγοί δεν βλέπουν τι-βούλα για να μάθουν από αποκλίνουσες συμπεριφορές και να μας το κάνουν καλοκαιρινό!)
- Τσακώνεσαι αισχρά με συνεργάτη-κολλητό για πενήντα γαμωλέβα, ενώ του χρωστάς πενήντα χιλιάρικα (παραδόξως, σε υπακούει και βγαίνει έξω από το γραφείο της "ξεκω-λιάρας που για πενήντα λέβα πουλάει τη μάνα της" για να συνεχίσετε τον μεταξύ σας τσακωμό).
- Ολοι ανεξαιρέτως οι πελάτες σου , θααααα πληρώσουν την επόμενη εβδομάδα! (Μαύρα Χριστούγεννα θα κάνουμε, να μου το θυμηθείς).
Επί των ταραχών που μαστίζουν την μαμά πατρίδα, δεν θα σχολιάσω, αφενός επειδή με έχει απορροφήσει τόσο η καθημερινότητά μου, ώστε να μην εκφράζω άποψη για τόσο σημαντικά θέματα (οκ, ξέρω, είμαι γρανάζι του κωλοσυστήματος), αφετέρου, επειδή είμαι ένα "νικημένο ξεφτέρι", που ποτέ δεν θα δεχτεί ότι, "με φωτιά και με μαχαίρι, πάντα ο κόσμος προχωρεί", ανεξαρτήτως"των πικρών βουλών του Αλλάχ και των σκοτεινών ψυχών των ανθρώπων".
Μητσάκο μου, το ποστάκι εξαιρετικά για σένα. Πάω να πάρω τα χάπια μου....

Thursday, November 27, 2008

Αθόρυβα

Είναι κάποιες κινήσεις, που γίνονται αθόρυβα.
Δεν τις καταλαβαίνεις, γιατί όλα γύρω σου κάνουν τέτοιο πάταγο, που αδυνατείς να τις υποψιαστείς.
Κι εκεί που κατσουφιάζεις , γιατί δεν μπορούν να σε καταλάβουν κι είσαι μόνη στο σκοτάδι, μια αθόρυβη κίνηση σου ανάβει ένα μικρό φως.
Και την νοιώθεις σαν αγκαλιά κι ας μην είναι.
Και χαμογελάς για να μην δακρύσεις, που σε κατάλαβαν χωρίς να το ζητήσεις.
Χαμογελάς που δεν είσαι μόνη στο σκοτάδι,
κι αυτό γύρω σου, παύει να είναι σκοτάδι,
γιατί κάποιοι οικειωθελώς το μοιράστηκαν μαζί σου.
Η τουλάχιστον προσπάθησαν.
Μερσί μνόγκο μομίτσετα :)

Wednesday, November 26, 2008

Τραγούδια της ζωής

Την περασμένη Κυριακή, αν περπατούσες στο Πλόβντιβ , θα έβλεπες μόνο κόκκινα γαρύφαλλα. Κάτι το τσουχτερό κρύο, κάτι το κάθισμα της αγοράς, δεν κυκλοφορούσαν τόσοι όσο συνήθως, οπότε ήταν πολύ εύκολο να χαζεύεις τα χέρια λίγο-πολύ όλων. Τα χέρια λοιπόν, κρατούσαν τρυφερά ένα κόκκινο γαρύφαλλο.
Κάποια στιγμή, έφτασε και στο δικό μου χέρι ένα κόκκινο γαρύφαλλο μαζί με μία καρτούλα. Σας μεταφράζω (όσο πιο καλά μπορώ) τί έλεγε αυτή η καρτούλα :
Διεθνές Χορωδιακό Φεστιβάλ «Τραγούδια της ζωής».
Πριν από 65 χρόνια, τον καιρό του Ολοκαυτώματος, στην Βουλγαρία , σώθηκαν οι ζωές 49000 Εβραίων της Βουλγαρίας. Το διεθνές χορωδιακό φεστιβάλ «Τραγούδια της ζωής», διοργανώνεται σε ανάμνηση αυτής της ηρωικής σωτηρίας. Μουσικοί και ερμηνευτές από το Ισραήλ, την Αμερική, τον Καναδά και την Βουλγαρία, συναντιόνται στα πλαίσια του φεστιβάλ για μια σειρά συναυλιών στην Σόφια, το Πλόβντιβ, το Τελ Αβίβ και την Ιερουσαλήμ, από την 21η Νοέμβρη μέχρι και την 1η Δεκέμβρη.
Παρακαλούμε, δεχτείτε αυτό το λουλούδι, ένα από τα 49.000 που χαρίζονται σήμερα στην Βουλγαρία, σαν σημάδι της ευγνωμοσύνης μας προς εσάς – απόγονους εκείνης της γενιάς των Βούλγαρων που αντιστάθηκαν στο κακό και επέλεξαν την ζωή.
Οι συναυλίες του φεστιβάλ , πραγματοποιήθηκαν στην Σόφια, την περασμένη Δευτέρα 24.11 και στο Πλόβντιβ, χθες, 25.11.
Επισκέφτηκα την ιστοσελίδα της οργάνωσης «Τραγούδια της ζωής» και μπορείτε να το κάνετε κι εσείς, εάν τα κόκκινα γαρύφαλλα, σας άγγιξαν λίγο.

Saturday, November 22, 2008

Τώρα μην ψάξω και για τίτλο

Επεσαν κάποιες νυφάδες. Τόσο ανάλαφρες και χαζές, που αποκλείεται να το στρώσει. Οχι σήμερα, τουλάχιστον. Κι όμως το είχα ανάγκη. Ενα απόλυτο λευκό να καλύψει το γκρίζο της περιοχής και της κατάστασης.
Είχα άσχημη βραδυά χθες. Αναγκάστηκα να βρεθώ με ανθρώπους που δεν ήθελα. Για την ακρίβεια με τους μόνους ανθρώπους στη γη ολόκληρη, που δεν θα ήθελα να συναντήσω. Πάει κι αυτό, έγινε. Αλλά άφησε μια γεύση πικρή. Και μια εκ νέου κατανόηση, του τί είμαστε ως λαός. Οκ, μην βιαστείτε να βρίσετε, υπάρχουν κι εξαιρέσεις. Και μου τη δίνει που κατόρθωσα να σκάσω δυό -τρία χαμόγελα, και να μιλήσω μια-δυό φορές σε τόνο φιλικό, ενώ καθόλου δεν το εννοούσα. Μου τη δίνει και που άκουσα μια "συγγνώμη" που εκείνος που την είπε, πάλι δεν την εννοούσε. Και σας τα λέω εγώ αυτά, που πολλές φορές καταπίνω πράγματα ή κάνω πως δεν κατάλαβα.
Δεν είμαι στα καλύτερά μου, εδώ και καιρό. Πολλά συμβαίνουν, πολλά γίνονται. Το κακό είναι ότι δεν μπορώ να τα δω σαν θεατής. Είτε γιατί πρέπει, είτε γιατί μου επιβάλλεται, εμπλέκομαι. Δεν χαμογελάω πια, παρά μόνο σε βραδιές ρακίας. Τις λέω έτσι, όχι γιατί πίνω΄, αλλά γιατί οι ελάχιστοι βούλγαροι φίλοι μας, τις οργανώνουν στο άψε-σβήσε για "μια ρακία και μια σαλάτα". Κι εκεί χαλαρώνω, νοιώθω αγάπη γύρω μου, χαμογελώ.
Το καινούργιο μας σπίτι, είναι ακόμα σε κατάσταση μετακόμισης. Τα μισά ρούχα στο παλιό. Κουρτίνες κρεμάσαμε χθες επιτέλους, αλλά η Στέφκα τις έραψε λες κι έραβε σημαία για απονομή Ολυμπιακών αγώνων. Αποτέλεσμα? Δεν ανοίγουν. Τόσο όμορφο ύφασμα και δείχνει τόσο άχαρο. Κλιματιστικά δεν μπήκαν ακόμα και παλεύουμε το κρύο με καλοριφέρ που καίνε όσο η παραγωγή ολόκληρη.
Απόψε μας έχει καλέσει η Ντάνυ. Ηρθε προχθές από την Ελλάδα για δυό εβδομάδες. Με συγκίνησε που με πήρε αμέσως τηλέφωνο. Σφάζουν "πρασέ" και θα το κάνει με λάχανο. Θα ήθελα από τη μια να χουχουλιάσω στον καναπέ, από την άλλη δεν μπορούσα να της το αρνηθώ. Οπότε θα πάμε.
Για αύριο ονειρεύομαι βόλτα στο Πλόβντιβ, αλλά νομίζω ότι εν τέλει πάλι δεν θα έχουμε το κουράγιο να βγούμε από το σπίτι. Τα όνειρα δεν στοιχίζουν αφενός, οι Κυριακές χάνονται αφετέρου, οπότε ό,τι και να γίνει το ίδιο μου κάνει.
Θα ήθελα να ήμουν σε χριστουγεννιάτικη διάθεση. Θα ήθελα να ήμουν λίγο πιο αισιόδοξη. Θα ήθελα να χαιρόμουν το προγραμματισμένο ταξείδι της πρωτοχρονιάς στην Σαπαρέβα Μπάνια. Ομως, δεν...
Οπότε απλά συνεχίζω να υπάρχω. Οι μέρες μου δεν διαφέρουν ιδιαίτερα. Οι ρυθμοί μου και η διάθεσή μου το ίδιο. Και για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω κανένα κουράγιο να ψάξω σε βάθος όλη αυτή την κατάσταση. Παραίτηση? Ενδεχομένως...

Thursday, November 13, 2008

Τα... νούμερα!


Η Πέτια Νο1 είναι η λογίστριά μας. Νευρική, κοντή και χοντρούλα. Παρότι πλακωνόμαστε σε ημερήσια διάταξη, την λατρεύω. Ο Ευλόγκι Νο1, είναι ο προγραμματιστής μας. Αδύνατος με μακρύ μούσι και μπλε μάτια. Σαν όσιος ένα πράγμα. Μου τα σπάει σε ημερήσια διάταξη αλλά κατά βάθος το διασκεδάζω.
Την τελευταία φορά που γέννησε η Μέτζυ μας, σε δύο από τα μωρά της, έδωσα τα ονόματα τους. Ετσι αποκτήσαμε την Πέτια Νο2 και τον Ευλόγκι Νο2. Οι νούμερα 1, παρότι απεχθάνονταν τα σκυλιά στο παρελθόν, μετά από αυτό περνάνε ώρα κολλημένοι στα τζάμια, να καμαρώνουν τους κλώνους τους.
Οπως και με όλα μας τα σκυλιά (παράδοξο αλλά συμβαίνει), τα μικρά μεγαλώνοντας, μοιάζουν όλο και πιο πολύ στους «νονούς» τους. Ετσι ο Ευλόγκι Νο2 από μπαλίτσα που ήταν μωρό, έγινε αδύνατος, ψηλός με κάτι περίεργες τρίχες στο πηγούνι (το μούσι που λέγαμε) και σπασαρχίδας. Τα μπλε μάτια τα είχε εξαρχής! Η δε Πέτια Νο 2, από καχεκτική μικρούλα έγινε μια κοντόχοντρη μπάλα και απόλυτα νευρική. Φωνάζει με το παραμικρό και έχει εκτοπίσει εντελώς τον αδελφό της.
Χθες το πρωί, ο Ευλόγκι Νο1 ήρθε να κάνει μια δουλειά της Πέτια Νο1, στο πρόγραμμα του λογιστηρίου. Για την ακρίβεια, να της οριστικοποιήσει το μήνα. Οπως κάθε φορά, της έσπασε τα νεύρα και αυτή (επίσης όπως κάθε φορά), του φώναξε τόσο, που στο τέλος βράχνιασε. Ο Ευλόγκι, προφασιζόμενος και μια διακοπή ρεύματος, πήρε το ταλαιπωρημένο βαλιτσάκι του και την έκανε με ελαφρά. Λίγα λεπτά μετά, ξέσπασε άγριος σκυλοκαυγάς. Πεταχτήκαμε στο παράθυρο και είδαμε την Πέτια Νο2 όρθια, να γαυγίζει άγρια τον Ευλόγκι Νο2. Τί τζάμια χτύπησα, τί φωνές έβαλα, αυτή εκεί! «Τί έκανε πάλι αυτός της Πέτιας μας και φωνάζει?????» ρώτησε βραχνιασμένη η Πέτια Νο1. (Βλέπετε για την "νονά", πάντα φταίει ο Αλλος!) «Προφανώς δεν μπορούσε να της κλείσει το μήνα» απάντησα...

Tuesday, November 11, 2008

Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ...

Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ,ενος νεαρού πρίγκηπα της Ανατολής, απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,που νόμιζε πως μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Αλλά πίκρες οι βουλές του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων...
Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
Ήταν άδειο το κεμέρι,μουχλιασμένο το νερό.
Στη Μοσούλη στη Βασόρα,στην παλιά τη χουρμαδιά,
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.
Κι ενας νέος από σόι και γενιά βασιλική,
Αγροικά το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.
Τον κοιτούν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
Κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει
πως θ' αλλάξουν οι καιροί.
Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά.
Απ' τον Τίγρη στον Ευφράτη,απ' τη γη στον ουρανό,
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.
Πέφτουν πάνω του τα στίφη σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει τη θηλιά.
Μαύρο μέλι μαύρο γάλα, ήπιε εκείνο το πρωϊ
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.
Με δύο γέρικες καμήλες, μ' ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
Πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά,
μα της Δαμασκού τ' αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.
Σ' ένα μήνα σ' ένα χρόνο, βλέπουν μπρός τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
Νικημένο μου ξεφτέρι
δεν αλλάζουν οι καιροί
με φωτιά και με μαχαίρι
πάντα ο κόσμος προχωρεί.
Καληνύχτα, Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ.Καληνύχτα

Wednesday, November 05, 2008

Brussels - Part One - 1.11.2008

Οι Βρυξέλλες ποτέ δεν με ξετρέλλαναν, για να είμαι ειλικρινής. Δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποτελέσουν ταξιδιωτικό προορισμό μου, γι’αυτό και κάθε φορά που βρίσκομαι εδώ, οι λόγοι είναι πάντα επαγγελματικοί.
Εφτασα το πρωί και για μια ακόμη φορά το αεροδρόμιο μου φάνηκε απόλυτα καταθλιπτικό, πείτε μου ό,τι θέλετε, αλλά εγώ κάθε φορά έτσι το βλέπω. Ο ταξιτζής ήταν ευγενικός και μιλούσε άπταιστα αγγλικά, προβληματίστηκε λίγο με την οδό του Ξενοδοχείου, παρότι ήμουν σαφής. Και την οδό του είπα και ότι είναι κοντά στο εκθεσιακό και τέλος πάντων απέναντι από το μαμημένο Χέυζελ, ρε αδελφέ.
Το βρήκαμε εύκολα εν τέλει και με ευκολία επίσης πλήρωσα τα 35.40 ευρώ για μια διαδρομή που δεν διήρκεσε πάνω από δέκα λεπτά. Αν μου φάνηκε ακριβό? Με τα βουλγαρικά δεδομένα, ή αυτά της Ιστανμπούλ (που κυκλοφορώ πολύ με ταξί), ναι, ήταν πανάκριβο. Αλλά πριν από οκτώ χρόνια, για μια παρόμοια διαδρομή στις Βρυξέλλες είχα πληρώσει δέκα χιλιάδες δραχμές, άρα λογικό ήταν.
Το ξενοδοχείο είναι φρίκη και το διαπιστώνεις από το πρώτο δευτερόλεπτο. Μπήκα στη ρεσεψιόν (με το ζόρι θα χωρούσε δεύτερος, τόσο μικρός είναι ο χώρος) και το στομάχι μου ανακατεύτηκε από την τηγανίλα που ανέδυε το εστιατόριο δίπλα. Οπως το είδα, ορκίστηκα να μην πάρω πρωινό, τις μέρες που θα μείνω εδώ, ο κόσμος να χαλάσει.
Ημουν «τυχερή» γιατί παρότι το τσεκ-ιν είναι στις δύο, ο ρεσεψιονίστ μου έδωσε το δωμάτιο από τις έντεκα. Δεν μου προκάλεσε έκλπηξη, όλη η πόλη είναι φουλ από τους εκθέτες και τους επισκέπτες, αλλά αυτό το μπ...λο, είναι σχεδόν άδειο! Να θυμηθώ να βρίσω τον Φρέντερικ που μου το σύστησε, αύριο. Μουτζώθηκα ήδη γιατί δεν φρόντισα να ψάξω ξενοδοχείο λίγο νωρίτερα, για να βρω κάτι καλύτερο.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο, έκανα το σύνηθες βόουτιν. Δεν θα πω ότι είμαι πολυταξιδεμένη, αλλά έχω ταξιδέψει αρκετά και λόγω δουλειάς και για τουρισμό κι έχω «φάει» αρκετά χρόνια, από τα τριανταέξη μου, σε ξενοδοχεία. Μέχρι σήμερα, τα χειρότερο που είχα συναντήσει ήταν ένα, που ούτε καν θυμάμαι το όνομά του, στο κέντρο του Μανχάταν. Το πλήρωνες χρυσό λόγω θέσης και πολυτελούς λόμπυ αλλά στο δωμάτιο δεν χωρούσες. Να μην πω για την χιλιοτρυπημένη κουβέρτα και την θέα σε φωταγωγό.
Ε, από σήμερα, την πρώτη θέση σε χάλι, καταλαμβάνει το Χέ(υ)ζελ Εξπο! Επαξίως! Από που να ξεκινήσω? Ναι, είναι πιο μικρό κι από εκείνο στο Μανχάταν.
Είναι παγωμένο, η θέρμανση δηλαδή άρχισε να λειτουργεί στις εννέα το βράδυ. Με θερμοκρασία τέσσερις βαθμούς κελσίου, δεν είναι λίγο αργά?
Στο μπάνιο, με την πλάτη μπαίνεις, με την πλάτη βγαίνεις. Το ντους το απολαμβάνεις, μόνο αν δεν κάνεις το σφάλμα να κοιτάξεις προς τα πάνω. Γιατί αν το κάνεις αυτό, βλέπεις την μπαταρία της ντουζιέρας! Και τί θα ‘ θελες να βλέπω, θα μου πεις. Δεν μιλάμε για μια τυχαία μπαταρία. Μιλάμε για το πιο βρώμικο και γεμάτο άλατα πράγμα που έχω συναντήσει στη ζωή μου.
Σταχτοδοχείο δεν υπάρχει, παρότι το δωμάτιο είναι για καπνίζοντες. Αποφασίζοντας να τους συναγωνιστώ στη γουρουνιά, σβήνω απολαυστικά τα τσιγάρα μου σε μία κούπα. Ετσι κι αλλιώς καφέ να πιω σε δαύτη, αποκλείεται. Ο βραστήρας συναγωνίζεται σε βρώμα την μπαταρία του μπάνιου.
Μίνι μπαρ επίσης δεν υπάρχει! Για ρούμ σέρβις ούτε κουβέντα. Γι’αυτό κι εγώ ζήτησα ένα μπουκάλι νερό, μπορεί να πνιγώ ρε παιδί μου! Και είχαν ΜΟΝΟΝ ανθρακούχο!!! Καλό για μένα, που πίνω μόνον ανθρακούχο. Αλλά δεν θα ήθελα να φανταστώ την μάνα μου εδώ!
Η ντουλάπα είναι μια σταλιά, με το ζόρι χώρεσε τις κουστουμιές που θα απαιτηθούν για το τετραήμερο της έκθεσης. Οσο για τα παπούτσια μου, βρίσκονται κολλημένα στο κάτω μέρος του κρεββατιού, τόσο που φοβάμαι ότι τη νύχτα θα ανέβουν πάνω και θα με ποδοπατήσουν.
Η τηλεόραση δεν λειτουργεί και το ασύρματο ίντερνετ, παρότι με διαβεβαίωσαν ότι υπάρχει, εξακολουθεί να μου κρύβεται. Γι’αυτο και τα κειμενάκια μου γράφονται στο γουόρντ και θα ανέβουν όταν το ίντερνετ κουραστεί από το κρυφτό και βγει και με φτύσει.
Απέναντι ακριβώς, βρίσκεται το στάδιο του Χέυζελ και βεβαίως, σήμερα το απόγευμα, Σάββατο γαρ, είχε αγώνα. Είπα η ταλαίπωρη να κοιμηθώ μια ώρα αλλά οι ιαχές σε συνδιασμό με την τηλεόραση του διπλανού, με κράτησαν στο πόδι.
Το βραδάκι , εκτιμώντας την ευγένεια και φιλοξενεία του Βέλγου συνεργάτη μου («ξεκουράσου, θα τα πούμε αύριο, απλά έλα μια ώρα νωρίτερα!!!») , ο οποίος ποσώς αναρωτήθηκε τί σκατά θα κάνω μόνη μου, ενώ αυτός θα τα σπάει με τους Πολωνούς, βγήκα σε αναζήτηση τροφής και κουράγιου. Περπάτησα σε μία πόλη άδεια και εξίσου γκρίζα με την Σόφια και για καλή μου τύχη ξετρύπωσα μία ελληνική ταβέρνα. Να σημειώσω ότι όταν είμαι στο εξωτερικό, αποφεύγω τίς ελληνικές ταβέρνες. Και στην Βουλγαρία είναι ζήτημα να έχω πάει πέντε φορές σε ελληνικά μαγαζιά. Απόψε όμως, με είχε πιάσει τέτοια απελπισία και ανάγκη, να βρεθώ σε περιβάλλον κάπως οικείο.
Η «Ολυμπία» ανήκει σε ένα ζευγάρι ελλήνων εδώ και είκοσι χρόνια. Το μαγαζί το δουλεύει μόνη της η οικογένεια. Θες γιατί ήμουν η μόνη ελληνίδα πελάτισσα, θες γιατί με είδαν μόνη κι απελπισμένη (μπαμ έκανα, εδώ που τα λέμε), με υποδέχτηκαν με τρομερή θέρμη. Κάθε τρεις και λίγο η ιδιοκτήτρια περνούσε από το τραπέζι μου και κάναμε χρυσή κουβέντα. Εφαγα ό,τι μου πρότειναν (δεν άγγιξα βέβαια την φέτα στην χωριάτική μου), με κέρασαν απίθανο ελληνικό καφέ με χαλβά και ένα ωραίο μεταξά στο τέλος. Ασε που όταν ήρθε ο λογαριασμός και είδα γραμμένο, κάτω- κάτω, στα ελληνικά ένα «ευχαριστώ», ένοιωσα εντελώς Ξανθόπουλος, στον «σταθμό του Μονάχου».
Χαμογελώντας πλέον, έριξα το χιλιομετράκι μου και επέστρεψα στο άνευ αστέρων και γαλαξιών ξενοδοχείο μου. Μέχρι την Τετάρτη που θα φύγω, λέω να ξαναπεράσω από την «Ολυμπία» και κάτι μου λέει ότι ο Ζαν Πωλ και ο Φρέντερικ που καταφθάνουν (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!) αύριο, θα με ακολουθήσουν.
Να σημειώσω ότι όσο εγώ ζω όλο αυτό το μαρτύριο, ο Δημητράκης είναι σε ταξιδάκι αναψυχής στην Ιστανμπούλ και με καλεί για να ακούσω , την βουή της Ιστικλάλ, την κουζίνα του Μουσταφά , τους εικοσιτρείς βαθμούς Κελσίου κι ένα σωρό άλλα υπέροχα που εγώ στερούμαι, πιστή στο καθήκον και στη μαλακία μου. Ασε που στο γλυκούλι «Πέρα Ρόουζ», το ασύρματο ιντερνέτι θα παίζει κυνηγητό κι όχι κρυφτό, άρα θα τρέχει με χίλια!
Για να σας καληνυχτήσω, θα ξυπνήσω την Πολυάννα μέσα μου και θα την βάλω να σας πει την τελευταία πρόταση: «είμαι πολύ χαρούμενη που δεν ζω μόνιμα εδώ , αλλά σε ένα τσιγγανοχώρι της Βουλγαρίας!!!!»