Friday, May 30, 2008
Ιδιογράφως κι εγώ...
Tuesday, May 20, 2008
Οι μέρες που πονάνε.
Monday, May 19, 2008
Το φεστιβάλ (2ο μέρος)
Το κύπελλο απουσιάζει από την φωτογραφία (το είχε πάρει το αφεντικό του) καθώς και το τσουβαλάκι με την τροφή, το οποίο του ήταν παντελώς άχρηστο και προφανώς χαρίστηκε. Βλέπετε το αγόρι τρέφεται αποκλειστικά με μπριτζολάκια.
Και μπορεί τα σκυλιά μας να μην πήγαν στο φεστιβάλ, αλλά η φήμη τους ταξίδεψε ανά τους παρευρισκόμενους (που δεν ήταν και λίγοι), διότι είναι μεγάλη λόξα να έχεις αγέλη ολόκληρη από δαύτα. Ειδικά όταν δεν είσαι Βούλγαρος, άρα δεν γνωρίζεις το "μεγαλείο" της ράτσας. Γι΄αυτό και η τοπική εφημερίδα μέχρι και συνέντευξη μας πήρε! Αύριο που θα κυκλοφορήσει θα την σκανάρω να την δείτε και να γελάσετε. Βέβαια δεν γνωρίζω τί τίτλο θα έχει το άρθρο. Πολύ φοβάμαι ότι ο τίτλος θα είναι "οι τρελλοί Ελληνες με τα δεκατρία τσοπανόσκυλα".
Και του χρόνου να είμαστε καλά!!!!
Saturday, May 17, 2008
Το φεστιβάλ
Στανισλάβ : Θα φέρω και τον Ρόκυ, σίγουρα θα κερδίσει στην κατηγορία των μικρών!
Εγώ : Εγώ θα έφερνα τον Ρίτσι , αλλά αφού θα κατέβει κι ο Τίτο δεν τολμάω!
Μπόικο : Σιγά καλέ, μικρός είναι ο Τίτο!
Εγώ : Ο Τίτο μικρός? Αν ο Τίτο είναι μικρός, ο Ρίτσι μου είναι ποντικός. Ο Τίτο, το έχει το βραβείο στο τσεπάκι. Αλήθεια,τι βραβεία δίνετε?
Μπόικο : Κύπελλα , μετάλλεια και σακιά με τροφή.
Εγώ : Τυχερός ο Τίτο!
Μπόικο : Βρε τα άλλα είναι σαν γαϊδούρια! Σου λέω ο Τίτο είναι μικρός μπροστά τους!
Δημήτρης : Βρε Μπόικο, δεν ψήνεις την επιτροπή να κερδίσει ο δικός μας? Τί σκατά μέσο έχουμε.
Εγώ : Δεν χρειάζεται! Βρήκα τον τρόπο για να κερδίσουμε σίγουρα!!!!
Με κοιτάζουν και οι τρεις με απορία.
Εγώ : Θα κατεβάσω όλα τα δικά μας σαν ποδοσφαιρική ομάδα! Με νούμερα κιόλας από το 1 μέχρι το 11! Ποιός άλλος έχει τόσο πολλά σκυλιά αυτής της ράτσας? Αρα, το βραβείο μας ανήκει, λόγω πληθυσμού!
Και συνεχίζω ακάθεκτη...
Thursday, May 15, 2008
...
Saturday, May 10, 2008
Σεϊχης είναι αυτός!

Τσουπ, μετά από αλεπάλληλο ζάπινγκ, πέφτουμε πάνω σε ένα ντοκυμαντέρ για το νησί Φοίνικα.
-Αααααααααααααα, θέλω να το δω! Εχω ακούσει τόσα γι’αυτό, λέει ο εργοδότης μας και επιτόπου ανεβάζει ήχο.
Και παρακολουθούμε όλη την ιστορία κατασκευής του εντυπωσιακού – πράγματι- νησιού, το οποίο «χάρισε» στο εμιράτο, κάποιες επιπλέον εκατοντάδες χιλιόμετρα ακτής.
Κολλάω κι εγώ, γιατί όπως και να το κάνουμε μετά από επτά χρόνια στις κατασκευές το σαράκι με τρώει ακόμα. Ασε που σκέφτομαι, πως για να μπορέσω να πάω εκεί κάποια μέρα, θα πρέπει να έχει γκρεμιστεί πάλι κανένας δίδυμος πύργος, συμπαρασύροντας τις τιμές.
«Ο διάδοχος Σεϊχης, αποφάσισε ότι το νησί πρέπει να κατασκευαστεί με φυσικά υλικά, δηλαδή μόνον άμμο και πέτρα» λέει ο εκφωνητής.
«Ε, καλά τώρα, το παιδί είναι ηλίθιο!» μου ξεφεύγει.
Ο Δημήτρης γελάει και πιάνω το αφεντικό μου να με κοιτάζει λοξά.
«Ενα έργο που απαιτούσε δεκαπέντε χρόνια κατασκευής, έπρεπε να κατασκευαστεί σε πέντε». (Σεϊχης- είναι- αυτός!)
«Ο διάδοχος Σεϊχης παρακολουθούσε καθημερινά την πορεία εργασιών».(Ασχετος, ξε-άσχετος, Σεϊχης- είναι- αυτός!)
«Οι μηχανικοί και τα συνεργεία εργάζονταν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο» (Εμ πως αλλιώς, θα τους μαστίγωνε ο Σείχης- είναι- αυτός!)
Ο διάδοχος Σεϊχης με λίγα λόγια, κατέβασε μια ιδέα, πλήρωσε αδρά για να του την υλοποιήσουν, ανεξάρτητα με το πόσο εφικτή ήταν κι ανεξάρτητα με το πόσο αμφίβολο είναι το μέλλον του νησιού. Να μην μιλήσουμε βέβαια για το κόστος συντήρισης ενός τέτοιου έργου. Με άλλα λόγια το παιδί ήθελε νησάκι, σε σχήμα φοίνικα παρακαλώ κι έκανε το κέφι του.
Οσο παρακολουθούσα τις φάσεις κατασκευής με είχε πιάσει τέτοιο άγχος , λες και ήμουν στο εργοτάξιο. Νύχι δεν μου έμεινε αφάγωτο. Και το αφεντικούλι μας, να κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα «Ω! Τι σκέφτηκε ο Σεϊχης!». Κάποια στιγμή έχω φτάσει στο αμήν.
«Να είσαι μηχανικός, να σου λέει ο Σεϊχης την μαλακία του και να σου έρχεται να φας τα πτυχία σου» σκέφτομαι μεγαλοφώνως.
Δημήτρης ξαναγελάει,
Αφεντικό ξανα λοξοκοιτάζει.
Συνειδητοποιώ την ομοιότητα του δικού μας με τον Σεϊχη. «Θέλω αυτό κι επειδή το θέλω εγώ, πρέπει να γίνει. Δεν με νοιάζει αν απαιτείται Χ χρόνος, εγώ το θέλω χθες. Δεν έχει μα και ξε-μα, σκάσε και κολύμπα. Είναι δυνατόν να ξέρεις περισσότερα από εμένα???»
Από την άλλη, έχουμε φάει όλη τη μέρα στον υποτιθέμενο διάλογο. «Μονολογώ δυνατά για να ακούσω αντίλογο» έχει πει σε κάποια στιγμή, το απόγευμα. Και τα κουρασμένα νεύρα μου (όχι εγώ, σας το ορκίζομαι) απάντησαν ευθαρσώς «Μονολογείτε για να σας πούμε ότι έχετε δίκιο. Οταν υπάρχει αντίλογος, θα πείτε ότι δεν γνωρίζουμε όλες τις παραμέτρους!» . Οχι, δεν με απέλυσε μετά από αυτό, άλλωστε είπαμε, τα νεύρα μου το είπαν, όχι εγώ.
Πάνω που αποφασίζω να βουλώσω το αναιδέστατο στόμα μου και να αφήσω ήσυχο και σεϊχη και αφεντικό στις μεγαλεπίβολες ιδέες τους, πετάγεται ο Δημήτρης , που όλη τη μέρα έχει υποδειγματικά κρατήσει, τις εύθραυστες ισορροπίες στους μεταξύ μας διαλόγους, σίγουρος πλέον ότι λειτουργεί καλά ως «πυροσβέστης»...
«Την νέα αποθήκη, να την κάνουμε σε σχήμα φοίνικα?????»
Δεν χρειάζεται να σας πω , ποιός λοξοκοίταξε ποιόν αυτή την φορά, εγώ πάντως, δεν γέλασα!
Wednesday, May 07, 2008
Καλό μήνα
Wednesday, April 30, 2008
30.4.1989
Ενας καλοστεκούμενος ηλικιωμένος, κρατάει από το χέρι, δύο κοριτσάκια με μπούκλες. Από την μια πλευρά την ξανθούλα, από την άλλη την καστανούλα. Τους δείχνει το παλιό σχολείο ενός χωριού. «Εδώ πήγε σχολείο ο μπαμπάς σας και η θεία σας, κι εκεί απέναντι ήταν το πατρικό τους». Οι μικρές ενυπωσιάζονται, ο μπαμπάς τους, ποτέ δεν τους έχει δείξει το πατρικό του. Το μόνο που ξέρουν από το χωριό είναι το σπίτι της θείας. Κι ο θείος πήγε εκεί σχολείο. Αλλά δεν το λέει, τον νοιάζει να πει για την δική τους οικογένεια. Αυτή που τον αγκάλιασε και τον κρατάει πιο σφιχτά από την δική του.
Ο θείος φοράει πάντα πουκάμισα με μακρύ μανίκι. Κρύβει την λεύκη στα χέρια του. Τα βράδυα, κάθεται στην παλιά πολυθρόνα δίπλα στην στόφα και λέει ιστορίες. Δεν φωνάζει ποτέ, δεν θυμώνει. Τα καλοκαιρινά πρωινά, μας παίρνει μαζί του, ξημερώματα να μαζέψουμε καπνά. Οχι ότι μαζεύουμε στα αλήθεια. Πιο πολύ φασαρία κάνουμε. Οταν γυρίζουμε σπίτι όμως, το «μεροκάματό μας», μας περιμένει. Κι όσο βελονιάζει, του φτιάχνουμε καφέ. Βρίσκω ένα ποτήρι που μου αρέσει και πάω να βάλω το νερό του. «Χαζούλα, εκεί ο παππούς βάζει τη μασέλα του!» με κοροϊδεύει ο Νίκος και μου το παίρνει από τα χέρια. Μα ήταν τόσο όμορφο!
Εχει επέτειο με τη θεία... Με το Νίκο συγκεντρώνουμε τα «μεροκάματά μας» και τους αγοράζουμε ένα δώρο από το μοναδικό καφενείο του χωριού. Δύο γυάλινα πιατάκια, σε ένα πλαστικό διάφανο κουτί, στολισμένο με μια άσπρη κορδέλλα. Εκείνο το δώρο, πρέπει ακόμα να βρίσκεται στο παλιό μπουφέ στο σαλόνι. Μέσα στο κουτί του. Της θείας δεν της έκανε καρδιά να το βγάλει από εκεί.
Εχουν μόλις γυρίσει με τη θεία από το ταξίδι τους στην Βουλγαρία. Μας έχουν καλέσει να πάρουμε τα δώρα μας. Ενα κόκκινο, πλαστικό κολιεδάκι για μένα. Υπάρχει ακόμα, κρεμασμένο στην αγαπημένη μου κούκλα. «Του χρόνου θα πάμε στην Τουρκία, να σας αγοράσουμε από ένα χρυσό δαχτυλίδι». Δεν πρόλαβαν. Κάθε φορά που πάω στην Τουρκία, θυμάμαι εκείνη την υπόσχεση και λες και θέλω να την τηρήσω, αγοράζω σχεδόν κάθε φορά ένα δαχτυλίδι.
Είναι καλοκαίρι και είναι στο νοσοκομείο. Τηλεφωνεί ο παπάς του χωριού. «Τροχαίο». Οι γονείς μου δεν είναι στο σπίτι. Φτάνω και μόλις βλέπω την θεία, που δεν έχει χτυπήσει τόσο, λυποθυμάω. «Δεν τους έφτανε το δικό τους, μάζευαν κι εσένα» με μαλώνει μετά, η μαμά μου. Αλλά, όλα είναι καλά. Η ζωή, μας δίνει μια παράταση που κανένας μας δεν κατάλαβε.
Μεγάλη Τρίτη. Η θεία τηλεφωνεί, ο θείος λυποθύμησε το πρωί στο χωράφι, πήγαν στον καρδιολόγο, αλλά τώρα είναι καλά. Ξεσηκώνω τον τρομοκρατημένο πατέρα μου και φτάνουμε στο χωριό. Σε όλο το δρόμο τρώω πατατάκια και λέω μαλακίες. Τον κουβαλάμε άρον άρον, ξανά στον γιατρό. Η θεία πριν μπει στο αυτοκίνητο, γεμίζει με καραμέλες το πίσω κάθισμα. Ο γιατρός είναι συνοφρυωμένος. «Το καρδιογράφημα, διαφέρει από το πρωινό». Τον κοιτάζω με αυθάδεια. Ο μπαμπάς, πιο κίτρινος από τον θείο, αδύνατον να μιλήσει. «Δηλαδή είναι καλύτερο ή χειρότερο?» ρωτάω με όλη την αφέλεια των δεκαέξη χρόνων μου. «Οταν λέμε ότι διαφέρει, σημαίνει ότι δεν είναι καλύτερο» απαντάει ο γιατρός. «Καλύτερα να νοσηλευθείται» του προτείνει.
Εδώ, δεν έχω πια τις φωτογραφίες σου. Εκείνες, τις δικές σου. Γιατί καμία, ποτέ, δεν βγάλαμε μαζί. Ισως γιατί δεν έτυχε, ίσως γιατί ποτέ δεν σκέφτηκα ότι κάποτε θα έφευγες. Τα γυαλιά σου και το βουρτσάκι από το τελευταίο σου ξύρισμα, εκείνο που μύριζε τον πρώτο καιρό, τον φτηνό αφρό ξυρίσματος, είναι φυλαγμένα στο σπίτι στην Ελλάδα, σε ένα κουτί. Μου τα έδωσε η θεία, την επομένη που έφυγες, όπως τα πήρε από το νοσοκομείο.
Ολα αυτά τα χρόνια, το μόνο που μου έμεινε είναι η ευχή σου. Εκείνη που μου έδωσες πριν φύγεις για το νοσοκομείο. Είχες τρομάξει, έκλαιγες. Ο ατρόμητος θείος μου, έκλαιγε. Μπήκες στο δωματιό μου και μου ψιθύρισες «Γιωργία, να έχεις την ευχή μου». «Μην ακούω χαζά, θα γυρίσεις μέχρι τη γιορτή μου» σου είπα με την εφηβική μου αισιοδοξία και σε αγκάλιασα. Δεν απάντησες. Και δεν γύρισες. Το τελευταίο βράδυ, είπες «στην Γιωργία πρόλαβα κι έδωσα την ευχή μου, δεν με νοιάζει τίποτα». Για χρόνια, τα παιδιά σου και οι αδελφές μου, το έλεγαν με παράπονο.
Ξημερώματα χτύπησε το τηλέφωνο. Ο γιος σου. Είχαμε πει «Χριστός Ανέστη» λίγες ώρες πριν. «Ζωή σε λόγου σου αγόρι μου» άκουσα τον μπαμπά να λέει μέσα στον ύπνο μου. Ποιός έφυγε? Ο θείος έφυγε. Γιατί? Ο θείος θα έβγαινε από το νοσοκομείο την Τρίτη του Πάσχα. Είχε βγει από την ενταντική, αλλά δεν μπορούσε να πάρει εξιτήριο Μεγάλο Σάββατο. Ο θείος θα ερχόταν την Τρίτη.
Ανήμερα το Πάσχα, μαζεμένοι στο χωριό. Ποτέ δεν κάναμε Πάσχα στο χωριό. Λες κι ήθελες να μας μαζέψεις, εκείνη τη μέρα διάλεξες να φύγεις. Λίγες ώρες μετά την Ανάσταση. Με την έννοια στο σκυλί σου , που θα φοβόταν από τα βεγγαλικά. Και μαζευτήκαμε, όπως το ήθελες. Και πρωτοφόρεσα μαύρα. Πριν φύγεις , μου είχες αφήσει το «δώρο μου» για την γιορτή μου. Αγόρασα ένα μαύρο ταγεράκι. Λες και ήξερα πως θα χρειαστεί. Κι ήταν τόσος ο πόνος και η οδύνη, που κανένας δεν πίστευε ότι ο νεκρός ήταν ήδη εβδομηνταδύο χρονών. «Μην κλαις τόσο κοριτσάκι μου, οι πίκρες σου είναι μπροστά ακόμα», μου είπε η αδελφή σου. Πόσες φορές την θυμήθηκα μετά. Πόσες φορές ανέτρεξα σε εκείνα τα λόγια όλα αυτά τα χρόνια. Κι όμως, οι πίκρες που ήταν μπροστά μου, δεν άφηναν τρύπες μέσα μου. Περνούσαν κι έφευγαν. Η δική σου απώλεια, δεκαεννέα χρόνια μετά, πονάει το ίδιο.
Μετά έφυγε και η θεία. Εκείνη που παραπονιόταν , πως οι ανηψιές της λάτρευαν τον άντρα της πιο πολύ από την ίδια, που ήταν αίμα τους. Δεν θα άντεχε ποτέ μακρυά σου, το ξέραμε. Είπαμε ότι ήσουν τυχερός που έφυγες νωρίς, που δεν πρόλαβες να την δεις άρρωστη, με τα σγουρά μαλλιά της, χαμένα. Δεν θα το άντεχες τόσο που την αγαπούσες. Και για πρώτη φορά μακαρήσαμε τον θάνατό σου.
Δεν πάω πια στο χωριό. Κανένας μας δεν πάει. Κι εμείς και τα παιδιά σου, σαν κλέφτες περνάμε από το νεκροταφείο και φεύγουμε. Δεν υπάρχει χωριό, χωρίς εσένα εκεί. Γιατί εσύ μας το δίδαξες, εσύ μας έμαθες να το αγαπάμε.
Δεν ήσουν μόνο ο θείος. Ησουν ο παππούς που δεν είχα, ο δεύτερος πατέρας, ο αδελφός που δεν είχε ο πατέρας μου. Και τα ξεχνάς όλα, δεν έρχεσαι πια στα όνειρά μου.
Tuesday, April 29, 2008
Διακοπή στις διακοπές
Wednesday, April 16, 2008
Κύριε Ανακριτά....
Σας παραθέτω λοιπόν τί ακριβώς του έγραψα για να μπορέσει ο άνθρωπος να με φακελλώσει με την ησυχία του!
1. Ονομα : Γεωργία επισήμως, Γωγώ ανεπισήμως και Γκεργκάνα κατά τους Βούλγαρους! Σας κάλυψα νομίζω!
2. Γενέθλια : Παραμονή της 17ης Νοέμβρη. Οχι, οχι, ουδεμία σχέση έχω με την εν λόγω οργάνωση, πα-ρα-μο-νή είπαμε!
3. Ζώδιο : Σκορπιός, πλήρης δηλητηρίου! Να σας δαγκώσω αν δεν με πιστεύετε!
4. Χρώμα μαλλιών : Ξανθό εκ γεννετής. Το τονίζω και με ανταύγειες, μήπως και χαζέψω κι άλλο!
5. Χρώμα ματιών : Πράσινα, πλούσια σε μυωπία! Αααα! Το ένα έχει και αστιγματισμό!
6. Εχεις ερωτευτεί ποτέ? : Υπάρχει κάποιος που ΔΕΝ????
7. Είδος μουσικής που ακούς : Τα πάντα εκτός από μερικά :Ρ
8. Xαρακτήρας Disney : Μα δεν είναι μια γλύκα ο Winnie?????
9. Ποιός φίλος/ φίλη σου μένει πιο μακρυά? : Μήπως να ρωτούσατε ποιός μένει πιο κοντά??? Τεσπά περισσότερο μακρυά από τους άλλους, μένει η Μαρίκα, στην Φινλανδία.
10. Πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μόλις ξυπνήσεις: Θα αργήσω δέκα λεπτά κι αν θέλουν ας με απολύσουν!!!! (Μα κάθε μέρα η ίδια σκέψη κι ακόμα να με απολύσουν!)
11. Κάτι που έχεις πάντα μαζί σου και δεν το αποχωρίζεσαι: Τα γυαλιά μου! Πώς θα μπορούσα ????
12. Τί έχεις στον τοίχο σου? σε ποιόν από όλους?μήπως να γίνεται πιο συγκεκριμένος???
13. Τί έχεις κάτω από το κρεββάτι σου? Το πάτωμα ασφαλώς!!! Δεν κοιμάμαι σε αιώρα!
14. Αν ήσουν μόνος/η στο σπίτι και άκουγες ένα βάζο να σπάει τί θα έκανες? Θα έλεγχα αν είναι η Μέτζυ μέσα στο σπίτι. Αλλιώς θα έψαχνα για το φάντασμα !
15. Αγαπημένος αριθμός : 8
16. Αγαπημένο όνομα : Σολομωνή (μην γελάσετε, έχω τους λόγους μου).
17. Τα χόμπυ σου : Πολλά, χρόνο που θα βρώ δεν ξέρω!
18. Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα ? Η απάντηση είναι μία , οποιαδήποτε φορά κι αν ερωτηθώ. Στην Ιστανμπούλ!!!!
19. Μια ευχή για το μέλλον : Να ζήσουμε όλοι σαν άνθρωποι, με ό,τι συνεπάγεται αυτό!
20. Αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο και να γυρίσεις πίσω, σε ποιά εποχή θα πήγαινες? Οχι, πολύ πίσω. Στην εποχή των παιδικών μου χρόνων!
21. Φωτιά! Πάρε κάτι μαζί σου! :Τον Δημήτρη απαραίτητα, για να κουβαλήσουμε, την κουκλοοικογένεια, την Μέτζυ, τα κοσμήματά μου, τα κινητα μου και το λάπτοπ μου. Επειδή έζησα μια τέτοια κατάσταση πριν ένα χρόνο, είμαι πάντα οργανωμένη!
22. Αγαπημένο λουλούδι : Οι λαλέδες της Πόλης, τον Απρίλη!!!!
23. Αγαπημένη σειρά : Αυτή της παραγωγής μας ! :Ρ
24. Αγαπημένη ταινία : Μα είναι τόσες πολλές! Να πω μία στην τύχη! "Ο καιρός των τσιγγάνων" του Κοστουρίτσα.
25. Αγαπημένο τραγούδι : Επίσης πολλά! Πάλι ένα στην τύχη! "Annem" της Candan Ercetin.
26. Aγαπημένο βιβλίο : Δύσκολη ερώτηση για βιβλιοφάγο. Ενα από τα πολλά λοιπόν το "Ετσι ήρθαν τα πράγματα μα έτσι δεν θα πάνε" του Αζίζ Νεσίν.
27. Αγαπημένο ζώο : Τα σκυλιά μου ασφαλώς!
28. Αγαπημένο ρούχο : Τζήν!
29. Αγαπημένος καλλιτέχνης/ίδα : Πολλοί!!!!
30. Αγαπημένο χρώμα : Ολες οι αποχρώσεις του μπλε, μα όλες!
31. Αγαπημένο φαγητό : Ολα τα κεμπάμπ του Μουσταφά στο Gunler!
32. Με ποιόν χαρακτήρα από καρτούν ταυτίζεσαι : Είμαι καρτούν από μόνη μου, προς τί η ταύτιση?? Χμμμ, μήπως με τον Τιραμόλα???
33. Κακή συνήθεια : Καπνίζω σαν φουγάρο. Και όπως γίνεται με όλες τις "κακές συνήθειες", το απολαμβάνω κιόλας!
34. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που σου αρέσει : Οτι δεν φοβάμαι τα δύσκολα.
35. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που δεν σου αρέσει: Οτι καμιά φορά, κολλάω στα εύκολα!!!
36. Συνηθισμένη ατάκα :Μπόζιε, μπόζιε!!! (Θεέ μου, θεέ μου!)
37. Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις: Ρεπόρτερ σε εμπόλεμες περιοχές!
38. Μεγαλύτερος φόβος : Να μην μπορώ να περπατήσω.
39. Η καλύτερη pizza : Αυτές οι Βουλγάρικες δεν τρώγονται με ΤΙΠΟΤΑ!!!
40. Πιστεύεις ότι τα κατοικίδια ζώα είναι : Πιστά, τρυφερά, και άδολα, τα τετράποδα. Για τα δίποδα κατοικίδια που λέγονται άνθρωποι, να μιλήσουμε άλλη φορά, ε?
Καλέεεεε τι κατεβατό είναι τούτο??? Εγώ το έγραψα όλο αυτό? Λοιπόν για να μην τεμπελιάζουμε, καλούνται οι Palirroia, Korinoskylo, Bro, Lianne και όποιος άλλος είναι διαθέσιμος για φακέλλωμα, να το συνεχίσει.
Monday, April 14, 2008
Κούκλα αντί για μύδια
Κι ήρθε η Βίκυ. Ενα κοριτσάκι αδύνατο και φτωχοντυμένο, καρμπόν ο Στανισλάβ. Δυό μέρες ζωγράφιζε με τα χρωματιστά στυλό που της δώσαμε και την τελευταία μέρα μας τα επέστρεψε. Δεν δεχόταν να τα κρατήσει, παρότι της λέγαμε ότι είναι δικά της πιά.
Πριν ένα μήνα, ένα πρωινό τηλεφώνησε και ζήτησε άδεια, η γυναίκα του γέννησε την δεύτερη κορούλα τους. Ούτε ξέραμε ότι ήταν έγκυος, ούτε καταλάβαμε πως θα τα βγάλουν πέρα με δυό μικρά, αφού και με το ένα δυσκολεύονται.
Το περασμένο Σάββατο, αφού τελειώσαμε το φόρτωμα στο λιμάνι της Βάρνας πήγαμε για φαγητό στο Νεσεμπάρ. Τον άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο. «Γκρινιάζει η γυναίκα που λείπεις όλη μέρα?» τον πείραξε ο Δημήτρης. «Οχι σέφε, η Βίκυ μου ζήτησε να της πάω τρία – τέσσερα μύδια, μόλις της είπα ότι είμαι στη θάλασσα» απάντησε. Απόρησα με την απλοϊκή επιθυμία του παιδιού. «Τρία- τέσσερα μύδια». Από την θάλασσα, που ο Στανισλάβ, έβλεπε μόλις για πέμπτη φορά. Οσο τρώγαμε το σκεφτόμουν. Το παιδί που λαχταρούσε να γυρίσει ο πατέρας σπίτι, με κάτι στα χέρια του. Ενα παιδί συνειδητοποιημένο από τα οκτώ του, δεν ζήτησε πανάκριβα παιχνίδια ούτε γλυκά, ζήτησε κάτι ανέξοδο. Μύδια.
Ο Στανισλάβ λυπόταν που δεν μπορούσε να βουτήξει στη θάλασσα και να της πάει τα μύδια της. Μπόρεσε και αγόρασε ένα μαγνητάκι για το ψυγείο τους. Ενθύμιο από το Νεσεμπάρ, που ποιός ξέρει αν θα ξανάβλεπε στη ζωή του. Δεν είχε προφανώς άλλα λεφτά μαζί του. Μπήκαμε στα αυτοκίνητα και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Στο πρώτο βενζινάδικο που βρήκαμε, σταματήσαμε με τον Δημήτρη και χωρίς καν να μιλήσουμε μεταξύ μας, διαλέξαμε μια κούκλα για την Βίκυ και μια λούτρινη κουδουνίστρα για το μωρό. «Θα σκεφτεί ο χαζός να πει, ότι τα αγόρασε ο ίδιος?» αναρωτήθηκα. Δεν με ενδιέφερε να ξέρει η μικρή ποιός τα αγόρασε, με ενδιέφερε να δει τα γεμάτα χέρια του πατέρα της , όταν θα έμπαινε στην πόρτα. Να της πει, "δεν βρήκα μύδια, αλλά κοίτα τι σου πήρα!"
Εφτασαν στην πόλη πριν από εμάς. Μόλις συνειδητοποίησα ότι παρά τα απανωτά τηλεφωνήματα για να τους βρούμε, είχε πάει σπίτι χωρίς να του δώσω τα παιχνίδια, μου ήρθε να κλάψω. «Θα πάμε σπίτι να του τα δώσουμε, τι στεναχωριέσαι?» επέμενε ο Δημήτρης. «Δεν είναι το ίδιο! Επρεπε να τα πάει ο ίδιος! Τώρα χάλασε η έκπληξη!» επαναλάμβανα σαν πεισμωμένο πιτσιρίκι.
Του τηλεφωνήσαμε τελικά, κατέβηκε από το σπίτι τρέχοντας να δει τί θέλουμε, ανεξάρτητα με το πόσο κουρασμένος ήταν. Του δώσαμε τα παιχνίδια. Δεν είπε ευχαριστώ, τα είχε χάσει. Το φωτισμένο πρόσωπό του, έλεγε χίλια ευχαριστώ, τα λόγια δεν χρειάζονταν.
Σήμερα το πρωί ήρθε στο γραφείο μου. Χαμογελούσε και μου έδωσε αυτή την καρτούλα. Ηταν το ευχαριστώ της Βίκυ! Τελικά δεν έπεσα έξω. Δεν σκέφτηκε να πει ότι τα αγόρασε μόνος του...
Wednesday, April 02, 2008
Ενημέρωση από το μέτωπο της τρέλλας
Thursday, March 20, 2008
Οι "δικοί μας" και "οι ξένοι"
Tuesday, March 18, 2008
150
Το γκρίζο μας συνάντησε αμέσως. Γκρίζα , άχρωμα σπίτια, γκρίζα, ξηλωμένη άσφαλτος, γκρίζος ουρανός. Θυμάμαι ότι προσπαθούσα να διασκεδάσω τις πρώτες εντυπώσεις, πριν προλάβει ο Δημήτρης να σχολιάσει ο,τιδήποτε. «Η φύση πάντως είναι υπέροχη, δεν συμφωνείς?» του είπα. Δεν απάντησε. Ηταν προσηλωμένος να οδηγεί με ασφάλεια το καινούργιο μας ακόμα αυτοκίνητο στους γεμάτους λακούβες δρόμους. Πράγματι η φύση ήταν υπέροχη, τα δέντρα καταπράσινα, η Ανοιξη σε οργασμό.
Μπαίνοντας στην Σόφια, το βλέμμα μου έπεσε στα τεράστια γκρίζα μπλόκ με τους φαγωμένους σοβάδες. Η πλήρης εγκατάλειψη. Ο ουρανός σαν να συνομωτούσε με την μιζέρια, είχε γεμίσει σύννεφα. Πρώτη στάση σε ένα βενζινάδικο. Της ΕΚΟ. «Να που έχει επενδύσει και η ΕΚΟ εδώ!» είπα προσπαθώντας πάλι, να βρω κάτι οικείο.
Συνεχίσαμε για το Πλόβντιβ διασχίζοντας πλακόστρωτα. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Γιατί να μην υπάρχει σε κεντρικές αρτηρίες άσφαλτος! Μήνες μετά, όταν πια μετακομίσαμε εδώ, μια Ελληνοβουλγάρα μου είπε ότι επί καθεστώτος, έφτιαχναν έτσι τους δρόμους. «Στα χιόνια, ήταν πιο ανθεκτικοί και το κόστος επισκευής του πλακόστρωτου είναι μικρότερο», μου είπε. «Και δεν είχατε και τόσα αυτοκίνητα επί καθεστώτος» ήθελα να της πω αλλά το κατάπια.
Μπαίνοντας στην πόλη του Πάζαρτζικ, είδα κάρα στους δρόμους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκπληξή μου. Δεν θυμάμαι αν είχα ξαναδεί ποτέ κάρα. Κι αν είχα, σίγουρα ήταν τόσο λίγες οι φορές και τόσο παλιά, που πια το είχα ξεχάσει. Εδώ όμως τα κάρα, κυκλοφορούσαν μέσα στους κεντρικούς δρόμους, μαζί με τα πολυτελή αυτοκίνητα. Στην Βουλγαριά θα δεις ή πολύ παλιά ή πολυτελή αυτοκίνητα. Μέση κατηγορία, στην περιοχή μας τουλάχιστον, δεν υπάρχει.
Τις τρείς μέρες που μείναμε εδώ, εκείνον τον Μάρτη, φιλοξενηθήκαμε σε ένα πολυτελές για τα δεδομένα της περιοχής τριόροφο σπίτι, σε κάποιο χωριό που θεωρείται «ακριβό», έξω από το Πλόβντιβ. Μόνο που αυτό, το «ακριβό» χωριό, δεν διέφερε πολύ από το χωριό του μπαμπά μου, στο οποίο πλέον κατοικούν μόνο ηλικιωμένοι. Μετά από καιρό, όταν πια γνώρισα τα αληθινά , συνηθισμένα χωριά της περιοχής, κατάλαβα ότι πράγματι εκείνο διέφερε από τα άλλα, προς το καλύτερο. Αν μη τί άλλο, οι τουαλέτες στα σπίτια δεν ήταν εξωτερικές και οι κατασκευές (αν και φτηνές), ήταν πιο καινούργιες.
Γνωρίσαμε το νυχτερινό Πλόβντιβ, σε κάποιο από τα μπαρ που επισκέπτονται συχνά ξένοι. Οι κοπέλλες όμορφες, καλοντυμένες, κυκλοφορούσαν μόνες. Τεράστιες γυναικοπαρέες. Οι νεαροί, πνιγμένοι στην μιζέρια τους, επίσης μόνοι. Οι κοπέλλες προτιμούσαν τους ξένους και οι νεαροί το ξεχνούσαν με αλκοόλ. Μετά το ποτό, ένα κομμάτι πίτσα από το δρόμο. Ηταν τόσο φρικτή, που την χρησιμοποίησα για να σβήσω το τσιγάρο μου.
Φάγαμε σε ένα εστιατόριο, μέσα σε κάποιο μοναστήρι που εκείνη την εποχή, επισκευαζόταν από την ΟΥΝΕΣΚΟ. Η Βουλγάρα που βρισκόταν στην παρέα μας, με ενημέρωσε ότι πριν, στο ίδιο μοναστήρι λειτουργούσαν μπουζούκια. «Ηταν πολύ ωραίο μαγαζί, κρίμα που έκλεισε», είχε συμπληρώσει.
Φύγαμε ένα πρωινό που το θερμόμετρο έδειχνε εικοσιτρείς βαθμούς, ακολουθώντας τον δρόμο που από τον χάρτη μας φαινόταν πιο σύντομος. Βρεθήκαμε στα βουνά, χωρίς να το καταλάβουμε, το θερμόμετρο έδειξε μείον τρεις, το αυτοκίνητο γλυστρούσε πάνω στους παγωμένους δρόμους και δεν συναντήσαμε για πολύ ώρα κανένα άλλο αυτοκίνητο. Στον δρόμο κορμοί δέντρων και ταμπέλες μόνο σε κυριλλικό. Θυμάμαι ότι ανέπνευσα με ανακούφιση βλέποντας το Γκόλτσε Ντέλτσεβ, μια πόλη επίσης γκρίζα, αλλά όπως και να το κάνεις πόλη. Είχαμε διανύσει λιγότερο από διακόσια χιλιόμετρα σε έξη ώρες.
Ηταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που ένοιωσα ανακούφιση μπαίνοντας στην Ελλάδα. Η πρώτη φορά που οι τελωνειακοί μας μου φάνηκαν τόσο ευγενικοί. Εκλεισα τα μάτια και τα ξανάνοιξα, να αφήσω το γκρίζο πίσω μου. Να μην σκεφτώ άλλο αυτό το ταξίδι. Αν θα μετακομίζαμε τελικά? Δεν πάμε καλά!!! Αν θα ξαναερχόμασταν έστω για βόλτα? Ποτέ, ποτέ, ποτέ!!!
Sunday, March 16, 2008
Ανατολή
Το ξημέρωμα μας βρήκε στην Μπιάλα, λίγο πριν το Σλάντσεβ Μπριάγκ (το φημισμένο Sunny Beach των Βούλγαρων) και η Ανατολή του Ηλιου ήταν μαγευτική.

Την Βάρνα την είδαμε ελάχιστα, κι από όσα είδα, δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα, δεν διαφέρει και πολύ από την Σόφια ή το Πλόβντιβ. Το Λιμάνι της άκρως καταθλιπτικό, τα κτίριά του μύριζαν εγκατάλειψη, παρότι λειτουργεί κανονικά.
Στην επιστροφή , περάσαμε από το Σλάντσεβ Μπριάγκ. Μου έκανε εντύπωση, που παρότι πριν δυό χρόνια που είχαμε ξαναπάει, τα ξενοδοχεία μου είχαν φανεί υπεράριθμα, δεκάδες νέα χτίζονται, περιμένοντας Ευρωπαίους τουρίστες. Ωστόσο, χθες τα πάντα ήταν κλειστά, ούτε για καφέ δεν μπορούσες να σταματήσεις. Η περιοχή ζωντανεύει μόνο το καλοκαίρι.
Thursday, March 13, 2008
Τα νέα μας
Wednesday, February 27, 2008
Αλληλογραφία
Tuesday, February 26, 2008
Πρέπει...
να σηκωθώ, και μάλιστα γρήγορα. Δεν έχω περιθώρια για σιγά – σιγά.
Μπορεί το σύμπαν να τα έχει βάλει μαζί μου, τον τελευταίο καιρό,
αλλά δεν θα του περάσει!
Πρέπει...
Να βρω μέσα μου ένα χαμόγελο και να το φορέσω...
Να αγοράσω μπάμπες Μάρτες για να καλωσορίσω τον Μάρτη...
Να χαρώ για την αργία της Δευτέρας...
Να σηκώσω τον βράχο που βαραίνει το στήθος μου...
Να καταπιώ τους λυγμούς που ανεβαίνουν στον λαιμό μου, χωρίς διέξοδο.
Τα χιόνια έλοιωσαν,
Ο Χρόνος ετοιμάζεται να φορέσει στην Ανοιξη τα μωρουδιακά της...
Κάπου θα υπάρχει ο δρόμος για το φως....
Θα τα καταφέρω.
Πρέπει.
Wednesday, February 20, 2008
Thursday, February 14, 2008
Γιορτάζουν και τα σκυλιά τον Αγιο Βαλεντίνο???
Το ίδιο βράδυ, η μοίρα της το ‘ φερε, να είμαστε καλεσμένοι σε ένα δείπνο γενεθλίων, σε ένα χωρίο στο βουνό. Και ασφαλώς πήγαμε. Κι εκεί ΤΟΝ είδα! Τον τέλειο τον άντρα, τον άντρα τον σωστό! Οχι για μένα καλέ, για την Μέτζυ. Στα χρώματά της και καθαρότατος Βουλγάρικος Ποιμενικός. Η Μέτζυ έχει και κάποια χαρακτηριστικά σαρακατσάνας (μακρυά μουρίτσα) και δεν είναι τόσο επιβλητική. Αυτός όμως ήταν τέλειος. Μεγάλος και με την χαρακτηριστική λιονταρόφατσα. Μεγαλωμένος με μπριζολάκια και απόλυτα κακός. Δεν φοβάμαι τα σκυλιά, αλλά αυτός δεν πλησιαζόταν με τίποτα. Και το όνομά του, επίσης επιβλητικό και υπέροχο. ΤΙΤΟ. Ο,τι έπρεπε για την άμυαλη σκύλα μου!
Το προξενειό έγινε, δεν πειράζει, χαλάλι μια εγκυμοσύνη ακόμα, σκέφτηκα. Τίτο είναι αυτός, ας γίνει η Γιουγκοσλαβία του για μερικές μέρες. Ο «μπαμπάς» του, θα τους ετοίμαζε χώρο, μιας και ο Τίτο δεν ήταν για μετακινήσεις (φορτηγό θα θέλαμε) και η μπούλκα (νύφη), θα ανέβαινε στο βουνό αυτό το Σαββατοκύριακο. Ηπιαμε στην υγειά των μελλόνυμφων σκυλιών μας και κάναμε όνειρα. "Με μερσεντές θα την φέρω", είπα η αισιόδοξη !
Για να μην έχουμε απρόοπτα, η Μέτζυ δέθηκε σε απόσταση ασφαλείας από τον επίσης δεμένο, προηγούμενο ερωτά της και μπαμπά των παιδιών της. Τα βράδυα με την αλυσιδίτσα της ανέβαινε στο διαμέρισμα, όλα κανονισμένα.
Αλλες οι βουλές των «γονιών», όμως...
Χθες βράδυ, όταν ο Δημήτρης πήγε να την λύσει, ανακάλυψε τον Ρίτσι (βλ.προηγούμενος έρωτας) πιασμένο με την αλυσίδα του στον φράχτη να κλαίει γοερά. Στα πλαίσια της προφύλαξης, έφερε μέσα την αμαρτωλή σκύλα μας και γύρισε να απελευθερώσει τον Ρίτσι. «Εκλαιγε ο καημένος και τον έλυσα» μου είπε. «Μας την έπαιξαν τα κωλόσκυλα» του είπα. «Ελα βρε, αύριο θα τον δέσουμε, κρίμα είναι να κλαίει ο καημενούλης».
Η Μέτζυ, η οποία μας κρατούσε μούτρα λόγω δεσίματος τις τελευταίες μέρες, ήταν υποδειγματική. Εφαγε τα κοκκαλάκια της, κάθησε μαζί μας, σαν να μας είχε συγχωρήσει. Είχα μέρες να την δω τόσο ήρεμη.
Σήμερα το πρωί κατέβαινα τις σκάλες να έρθω στο γραφείο. Καταστροφή μου!!! Τον είδα να κατεβαίνει κι αυτός! «Ρίτσι, εξαφανίσου χαμένε που την ψάχνεις!» του φώναξα. Αλλά αντί να εξαφανιστεί ο χαμένος, εμφανίστηκε η χαμένη, να με κοιτάζει με το ένοχο ύφος της. Αυτό που έχει πάντα, όταν έχει κάνει λαδιά. «Ηλίθια! Πάλι?» ούρλιαξα. Ηταν αρκετό για να εξαφανιστεί, το εκ νέου ερωτευμένο ζευγάρι.