Tuesday, March 18, 2008

150

Μάρτης ήταν και τότε, πριν τρία χρόνια. Περάσαμε για πρώτη φορά τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα για να πάρουμε μια ιδέα από τη χώρα που ίσως («ίσως» λέγαμε ακόμα τότε), θα μας φιλοξενούσε. Δεν ήταν εύκολο το «πέρασμα», οι Βούλγαροι δεν ήταν ακόμη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, οι συνοριοφύλακές τους και οι τελωνειακοί τους ήταν ιδιαίτερα αγενείς και απότομοι. Θυμάμαι ότι ρώτησαν που ακριβώς πάμε, και γιατί πάμε. Λες και η απάντηση θα είχε σημασία. Ηταν βέβαια ακόμα η εποχή , που εφόσον παρέμενες στην χώρα πάνω από τρεις μέρες, η παραμονή σου θα έπρεπε να δηλωθεί στο αστυνομικό τμήμα της πόλης που επισκεπτόσουν.
Το γκρίζο μας συνάντησε αμέσως. Γκρίζα , άχρωμα σπίτια, γκρίζα, ξηλωμένη άσφαλτος, γκρίζος ουρανός. Θυμάμαι ότι προσπαθούσα να διασκεδάσω τις πρώτες εντυπώσεις, πριν προλάβει ο Δημήτρης να σχολιάσει ο,τιδήποτε. «Η φύση πάντως είναι υπέροχη, δεν συμφωνείς?» του είπα. Δεν απάντησε. Ηταν προσηλωμένος να οδηγεί με ασφάλεια το καινούργιο μας ακόμα αυτοκίνητο στους γεμάτους λακούβες δρόμους. Πράγματι η φύση ήταν υπέροχη, τα δέντρα καταπράσινα, η Ανοιξη σε οργασμό.
Μπαίνοντας στην Σόφια, το βλέμμα μου έπεσε στα τεράστια γκρίζα μπλόκ με τους φαγωμένους σοβάδες. Η πλήρης εγκατάλειψη. Ο ουρανός σαν να συνομωτούσε με την μιζέρια, είχε γεμίσει σύννεφα. Πρώτη στάση σε ένα βενζινάδικο. Της ΕΚΟ. «Να που έχει επενδύσει και η ΕΚΟ εδώ!» είπα προσπαθώντας πάλι, να βρω κάτι οικείο.
Συνεχίσαμε για το Πλόβντιβ διασχίζοντας πλακόστρωτα. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Γιατί να μην υπάρχει σε κεντρικές αρτηρίες άσφαλτος! Μήνες μετά, όταν πια μετακομίσαμε εδώ, μια Ελληνοβουλγάρα μου είπε ότι επί καθεστώτος, έφτιαχναν έτσι τους δρόμους. «Στα χιόνια, ήταν πιο ανθεκτικοί και το κόστος επισκευής του πλακόστρωτου είναι μικρότερο», μου είπε. «Και δεν είχατε και τόσα αυτοκίνητα επί καθεστώτος» ήθελα να της πω αλλά το κατάπια.
Μπαίνοντας στην πόλη του Πάζαρτζικ, είδα κάρα στους δρόμους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκπληξή μου. Δεν θυμάμαι αν είχα ξαναδεί ποτέ κάρα. Κι αν είχα, σίγουρα ήταν τόσο λίγες οι φορές και τόσο παλιά, που πια το είχα ξεχάσει. Εδώ όμως τα κάρα, κυκλοφορούσαν μέσα στους κεντρικούς δρόμους, μαζί με τα πολυτελή αυτοκίνητα. Στην Βουλγαριά θα δεις ή πολύ παλιά ή πολυτελή αυτοκίνητα. Μέση κατηγορία, στην περιοχή μας τουλάχιστον, δεν υπάρχει.
Τις τρείς μέρες που μείναμε εδώ, εκείνον τον Μάρτη, φιλοξενηθήκαμε σε ένα πολυτελές για τα δεδομένα της περιοχής τριόροφο σπίτι, σε κάποιο χωριό που θεωρείται «ακριβό», έξω από το Πλόβντιβ. Μόνο που αυτό, το «ακριβό» χωριό, δεν διέφερε πολύ από το χωριό του μπαμπά μου, στο οποίο πλέον κατοικούν μόνο ηλικιωμένοι. Μετά από καιρό, όταν πια γνώρισα τα αληθινά , συνηθισμένα χωριά της περιοχής, κατάλαβα ότι πράγματι εκείνο διέφερε από τα άλλα, προς το καλύτερο. Αν μη τί άλλο, οι τουαλέτες στα σπίτια δεν ήταν εξωτερικές και οι κατασκευές (αν και φτηνές), ήταν πιο καινούργιες.
Γνωρίσαμε το νυχτερινό Πλόβντιβ, σε κάποιο από τα μπαρ που επισκέπτονται συχνά ξένοι. Οι κοπέλλες όμορφες, καλοντυμένες, κυκλοφορούσαν μόνες. Τεράστιες γυναικοπαρέες. Οι νεαροί, πνιγμένοι στην μιζέρια τους, επίσης μόνοι. Οι κοπέλλες προτιμούσαν τους ξένους και οι νεαροί το ξεχνούσαν με αλκοόλ. Μετά το ποτό, ένα κομμάτι πίτσα από το δρόμο. Ηταν τόσο φρικτή, που την χρησιμοποίησα για να σβήσω το τσιγάρο μου.
Φάγαμε σε ένα εστιατόριο, μέσα σε κάποιο μοναστήρι που εκείνη την εποχή, επισκευαζόταν από την ΟΥΝΕΣΚΟ. Η Βουλγάρα που βρισκόταν στην παρέα μας, με ενημέρωσε ότι πριν, στο ίδιο μοναστήρι λειτουργούσαν μπουζούκια. «Ηταν πολύ ωραίο μαγαζί, κρίμα που έκλεισε», είχε συμπληρώσει.
Επισκεφτήκαμε το Χάσκοβο, μια πόλη στον δρόμο για τα Βουλγαροτουρκικά σύνορα. Εκεί είδα για πρώτη φορά, μέρα μεσημέρι, μια μητέρα να ψάχνει στα σκουπίδια , κρατώντας στην αγκαλιά το μωρό της.
Το τεράστιο, άδειο πια, εργοστάσιο που επισκεφθήκαμε, διατηρούσε την κομμουνιστική του αίγλη, με εγκυκλίους προς τους εργάτες, κολλημένες στους τοίχους το ’88 ή το ’89. Οταν σταμάτησε να λειτουργεί, οι εργάτες έκλεψαν από καλώδια μέχρι λεβιεδάκια, κανένας δεν σκέφτηκε να ξεκολλήσει τις εγκυκλίους από τους τοίχους.
Μία μηχανή- τέρας, αγορασμένη λίγες μέρες πριν την κατάρευση του καθεστώτος, δεν λειτούργησε ποτέ. Αποδεκατισμένη από ό,τι μπορούσε να μεταφερθεί, γερασμένη χωρίς να έχει ζήσει, περίμενε υπομονετικά κάποιον να την αγοράσει, με την ελπίδα ότι θα την γλυτώσει και δεν θα την πουλήσουν για παλιοσίδερα. Πόση θλίψη μου προκάλεσε εκείνη η μηχανή!
Φύγαμε ένα πρωινό που το θερμόμετρο έδειχνε εικοσιτρείς βαθμούς, ακολουθώντας τον δρόμο που από τον χάρτη μας φαινόταν πιο σύντομος. Βρεθήκαμε στα βουνά, χωρίς να το καταλάβουμε, το θερμόμετρο έδειξε μείον τρεις, το αυτοκίνητο γλυστρούσε πάνω στους παγωμένους δρόμους και δεν συναντήσαμε για πολύ ώρα κανένα άλλο αυτοκίνητο. Στον δρόμο κορμοί δέντρων και ταμπέλες μόνο σε κυριλλικό. Θυμάμαι ότι ανέπνευσα με ανακούφιση βλέποντας το Γκόλτσε Ντέλτσεβ, μια πόλη επίσης γκρίζα, αλλά όπως και να το κάνεις πόλη. Είχαμε διανύσει λιγότερο από διακόσια χιλιόμετρα σε έξη ώρες.
Ηταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που ένοιωσα ανακούφιση μπαίνοντας στην Ελλάδα. Η πρώτη φορά που οι τελωνειακοί μας μου φάνηκαν τόσο ευγενικοί. Εκλεισα τα μάτια και τα ξανάνοιξα, να αφήσω το γκρίζο πίσω μου. Να μην σκεφτώ άλλο αυτό το ταξίδι. Αν θα μετακομίζαμε τελικά? Δεν πάμε καλά!!! Αν θα ξαναερχόμασταν έστω για βόλτα? Ποτέ, ποτέ, ποτέ!!!
Πέντε μήνες μετά, αρχές του Σεπτέμβρη, έμαθα για τα καλά, πως ποτέ δεν πρέπει να λες ποτέ. Πέντε μήνες μετά, επανήλθαμε στο γκρίζο, αποφασισμένοι να μείνουμε...

Sunday, March 16, 2008

Ανατολή

Τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, φύγαμε για τη Βάρνα. Επρεπε νωρίς το πρωί να βρισκόμαστε στο λιμάνι και επειδή ο δρόμος δεν είναι κι ότι καλύτερο (όπως όλοι άλλωστε εδώ), προτιμήσαμε να ταξιδέψουμε όλη τη νύχτα.
Το ξημέρωμα μας βρήκε στην Μπιάλα, λίγο πριν το Σλάντσεβ Μπριάγκ (το φημισμένο Sunny Beach των Βούλγαρων) και η Ανατολή του Ηλιου ήταν μαγευτική.

Την Βάρνα την είδαμε ελάχιστα, κι από όσα είδα, δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα, δεν διαφέρει και πολύ από την Σόφια ή το Πλόβντιβ. Το Λιμάνι της άκρως καταθλιπτικό, τα κτίριά του μύριζαν εγκατάλειψη, παρότι λειτουργεί κανονικά.

Στην επιστροφή , περάσαμε από το Σλάντσεβ Μπριάγκ. Μου έκανε εντύπωση, που παρότι πριν δυό χρόνια που είχαμε ξαναπάει, τα ξενοδοχεία μου είχαν φανεί υπεράριθμα, δεκάδες νέα χτίζονται, περιμένοντας Ευρωπαίους τουρίστες. Ωστόσο, χθες τα πάντα ήταν κλειστά, ούτε για καφέ δεν μπορούσες να σταματήσεις. Η περιοχή ζωντανεύει μόνο το καλοκαίρι.

Thursday, March 13, 2008

Τα νέα μας

Ο Μάρτιος συνεχίζεται στο μοτίβο των δύο προηγουμένων μηνών. Δηλαδή στα χάλια του! Να δεις που θα αρχίσω να φοβάμαι τα δίσεκτα.
Οσο αισιόδοξη κι αν ξυπνάω, σκεφτόμενη πως η νέα μέρα θα πάει καλύτερα, κάτι γίνεται και στραβώνει πριν καλά καλά αρχίσει.
Εχω νεύρα, νεύρα, νεύρα, οι φωνές μου ακούγονται στο ποτάμι! Πιστέψτε με, αξιόλογη απόσταση.
Τα σκυλιά μας μεγαλώνουν, στην οικογένεια προστέθηκαν άλλα τρία της Τσέτσκας μας, μπαμπάς ο Πλαμενάκος μας που μας άφησε πριν λίγο καιρό. Δεν ξέρω πιά πόσα έχουμε, αύριο που θα έρθει ο γιατρός Κίροβ για εμβολιασμούς, θα τα μετρήσω.
Οι αγρότες βάλθηκαν να καίνε τα χόρτα στα χωράφια τους, πότε θα μας κάψουν ζωντανούς δεν ξέρω, η πυροσβεστική πάντως, έχει έλλειψη οχημάτων κι εγώ υπομονής.
Ωστόσο ο Μητσάκος μου, σε πείσμα της αναποδιάς των ημερών, σήμερα απέκτησε νέο "αβτομομπίλ" (μου είπε να μην το λέω "κολά" γιατί είναι χωριάτικη λέξη) με καρά-βουλγάρικα νούμερα! Και είναι ένα κουκλί και ανυπομονώ να το οδηγήσω! Τί λύσσα τον έπιασε να το αγοράσει τέτοια "φατάλνα ντάτα" (13.3) που λένε και οι βούλγαροι φίλοι μας πάντως, δεν ξέρω....
Αυτά εν ολίγοις τα νέα μας. Ετσι και ξε-νευριάσω, μπορεί να ποστάρω και τίποτα της προκοπής...

Wednesday, February 27, 2008

Αλληλογραφία


Η γέφυρα που συνδέει το εργοστάσιο με το χωριό στο οποίο ανήκουμε, έχει πέσει εδώ και τρία χρόνια. Ως εκ τούτου, ο ταχυδρόμος δεν φτάνει ποτέ εδώ. Αντ' αυτού, ο οδηγός της εταιρείας, κατεβαίνει δυό φορές την εβδομάδα στο χωριό (περνώντας από άλλα δύο ενδιάμεσα χωριά !!!) και παραλαμβάνει την αλληλογραφία μας.
Είναι από τις πιο βαρετές στιγμές, η παραλαβή της αλληλογραφίας. Οι φάκελοι φθάνουν όλοι στο γραφείο μου, τους ανοίγω έναν έναν, ξεχωρίζω τί πρέπει να δώσω που. Ναι, σαφώς και υπάρχει προσωπικό να το κάνει, απλά προτιμώ να ξέρω τί μου γίνεται.
Σήμερα το πρωί όμως, η διαδικασία όχι απλώς δεν ήταν βαρετή, ήταν ευχάριστη! Πρώτον έλαβα την πράσινη κάρτα του αυτοκινήτου μας, η παλιά είχε λήξει εδώ και καμιά δεκαριά μέρες και το είχα αγχος. Και δεύτερον και κυριότερο, έφθασε ένα δεματάκι από μια συν-blogger, που μοσχομύριζε λεβάντα!!! Και η χαρά μου, δεν ήταν τόση, μόνο για τα υπέροχα σαπουνάκια που τυλιγμένα σε χρωματιστά χαρτιά, κρύβονταν στον φάκελο! Ηταν και για την πανέμορφη καρτούλα που τα συνόδευε και με γύρισε χρόνια πίσω...
Στην εφηβεία μου, αλληλογραφούσα με δεκάδες συνομίληκες κοπέλλες ανά τον κόσμο. Ο ερχομός του ταχυδρόμου, ήταν από τα πιο ευχάριστα γεγονότα, της καθημερινότητάς μου. Ναι, τότε ο ταχυδρόμος δεν έφερνε λογαριασμούς , όπως λέει και ο φίλος μου ο Κεμάλ, έφερνε νέα που περιμέναμε με ανυπομονησία.
Σε εκείνα τα χρόνια, με γύρισε το σημερινό δεματάκι. Με την ίδια λαχτάρα το άνοιξα. Κι ένοιωσα συγκίνηση, βλέποντας λέξεις γραμμένες με στυλό στην κάρτα. Οι κάρτες που παίρνουμε πια είναι ή ηλεκτρονικές, η τυπωμένες...
Ευχαριστώ!!!!

Tuesday, February 26, 2008

Πρέπει...

Πρέπει...
να σηκωθώ, και μάλιστα γρήγορα. Δεν έχω περιθώρια για σιγά – σιγά.
Μπορεί το σύμπαν να τα έχει βάλει μαζί μου, τον τελευταίο καιρό,
αλλά δεν θα του περάσει!
Πρέπει...
Να βρω μέσα μου ένα χαμόγελο και να το φορέσω...
Να αγοράσω μπάμπες Μάρτες για να καλωσορίσω τον Μάρτη...
Να χαρώ για την αργία της Δευτέρας...
Να σηκώσω τον βράχο που βαραίνει το στήθος μου...
Να καταπιώ τους λυγμούς που ανεβαίνουν στον λαιμό μου, χωρίς διέξοδο.
Τα χιόνια έλοιωσαν,
Ο Χρόνος ετοιμάζεται να φορέσει στην Ανοιξη τα μωρουδιακά της...
Κάπου θα υπάρχει ο δρόμος για το φως....
Θα τα καταφέρω.

Πρέπει.

Wednesday, February 20, 2008

...

Οχι μόνο δεν άκουσε το γαμημένο δίσεκτο, αυτά που του έλεγα, αλλά το ' βαλε και πείσμα να μου μείνει αξέχαστο! Πως να μπορέσεις να ξεχάσεις μια χρονιά που θα σου πάρει κάτι τόσο πολύτιμο...

Thursday, February 14, 2008

Γιορτάζουν και τα σκυλιά τον Αγιο Βαλεντίνο???

Πριν από μιάμιση εβδομάδα, ανακαλύψαμε ότι η Μέτζυ μας, ξαναμπήκε σε γόνιμες μέρες. Επειδή η πρώτη εγκυμοσύνη μας δυσκόλεψε πολύ και δεν αντέχαμε εκ νέου ταλαιπωρία (κυρίως για την ίδια), κλήθηκε ο γιατρός Κίροβ επειγόντως. Αφού ξεφύσησε ανακουφισμένος, που δεν είναι πάλι άρρωστη, μας έδωσε δυό κουτιά χαπάκια, θα έπρεπε να τα ξεκινήσουμε και όλα θα ήταν μια χαρά. "Ντάβαμ γαράντσια" μου είπε.Ανέβαλα το ξεκίνημα για το επόμενο πρωί, γιατί τα χάπια ήταν επτά και αποκλείεται να την στρίμωχνα βράδυ.
Το ίδιο βράδυ, η μοίρα της το ‘ φερε, να είμαστε καλεσμένοι σε ένα δείπνο γενεθλίων, σε ένα χωρίο στο βουνό. Και ασφαλώς πήγαμε. Κι εκεί ΤΟΝ είδα! Τον τέλειο τον άντρα, τον άντρα τον σωστό! Οχι για μένα καλέ, για την Μέτζυ. Στα χρώματά της και καθαρότατος Βουλγάρικος Ποιμενικός. Η Μέτζυ έχει και κάποια χαρακτηριστικά σαρακατσάνας (μακρυά μουρίτσα) και δεν είναι τόσο επιβλητική. Αυτός όμως ήταν τέλειος. Μεγάλος και με την χαρακτηριστική λιονταρόφατσα. Μεγαλωμένος με μπριζολάκια και απόλυτα κακός. Δεν φοβάμαι τα σκυλιά, αλλά αυτός δεν πλησιαζόταν με τίποτα. Και το όνομά του, επίσης επιβλητικό και υπέροχο. ΤΙΤΟ. Ο,τι έπρεπε για την άμυαλη σκύλα μου!
Το προξενειό έγινε, δεν πειράζει, χαλάλι μια εγκυμοσύνη ακόμα, σκέφτηκα. Τίτο είναι αυτός, ας γίνει η Γιουγκοσλαβία του για μερικές μέρες. Ο «μπαμπάς» του, θα τους ετοίμαζε χώρο, μιας και ο Τίτο δεν ήταν για μετακινήσεις (φορτηγό θα θέλαμε) και η μπούλκα (νύφη), θα ανέβαινε στο βουνό αυτό το Σαββατοκύριακο. Ηπιαμε στην υγειά των μελλόνυμφων σκυλιών μας και κάναμε όνειρα. "Με μερσεντές θα την φέρω", είπα η αισιόδοξη !
Για να μην έχουμε απρόοπτα, η Μέτζυ δέθηκε σε απόσταση ασφαλείας από τον επίσης δεμένο, προηγούμενο ερωτά της και μπαμπά των παιδιών της. Τα βράδυα με την αλυσιδίτσα της ανέβαινε στο διαμέρισμα, όλα κανονισμένα.
Αλλες οι βουλές των «γονιών», όμως...
Χθες βράδυ, όταν ο Δημήτρης πήγε να την λύσει, ανακάλυψε τον Ρίτσι (βλ.προηγούμενος έρωτας) πιασμένο με την αλυσίδα του στον φράχτη να κλαίει γοερά. Στα πλαίσια της προφύλαξης, έφερε μέσα την αμαρτωλή σκύλα μας και γύρισε να απελευθερώσει τον Ρίτσι. «Εκλαιγε ο καημένος και τον έλυσα» μου είπε. «Μας την έπαιξαν τα κωλόσκυλα» του είπα. «Ελα βρε, αύριο θα τον δέσουμε, κρίμα είναι να κλαίει ο καημενούλης».
Η Μέτζυ, η οποία μας κρατούσε μούτρα λόγω δεσίματος τις τελευταίες μέρες, ήταν υποδειγματική. Εφαγε τα κοκκαλάκια της, κάθησε μαζί μας, σαν να μας είχε συγχωρήσει. Είχα μέρες να την δω τόσο ήρεμη.
Σήμερα το πρωί κατέβαινα τις σκάλες να έρθω στο γραφείο. Καταστροφή μου!!! Τον είδα να κατεβαίνει κι αυτός! «Ρίτσι, εξαφανίσου χαμένε που την ψάχνεις!» του φώναξα. Αλλά αντί να εξαφανιστεί ο χαμένος, εμφανίστηκε η χαμένη, να με κοιτάζει με το ένοχο ύφος της. Αυτό που έχει πάντα, όταν έχει κάνει λαδιά. «Ηλίθια! Πάλι?» ούρλιαξα. Ηταν αρκετό για να εξαφανιστεί, το εκ νέου ερωτευμένο ζευγάρι.
Μπήκα στο γραφείο και είπα του Δημήτρη «άντε μαζεψέ την, με τον Ρίτσι είναι, η ηλίθια. Και ξέρεις τί κάνουν! Γιατί δεν τους έδεσες γαμώτο?».Ο Δημήτρης έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του. Χαρακτηριστική κίνηση «μπαμπά» που αρνείται να δεχτεί ότι το «κοριτσάκι» του μεγάλωσε. Ξαφνικά, το πρόσωπό του φωτίστηκε! «Δεν πειράζει, σήμερα είναι Love day, σωστά?» είπε.

Monday, February 11, 2008

Μου αρέσει πολύυυυ να είμαι η πρώτη που δοκιμάζει τα νέα μοντέλλα του μπαμπά...



Κάποια είναι τόσο αναπαυτικά που με παίρνει αμέσως ο ύπνος...


Μόνο που κάθε φορά, κάποιος μπαίνει και με ξυπνάει...





Friday, February 08, 2008

Το Μπανκέτι


Aύριο είναι μέρα μεγάλη! Μα πολύ μεγάλη σας λέω! Ολο το προσωπικό μας, στα σπιτάκια του, από απόψε, ετοιμάζεται για το Μπανκέτι! Αν δεν έχετε ζήσει στη Βουλγαρία, δεν έχετε ιδέα τι εστί Μπανκέτι και τί χάνετε! Εγώ το έζησα δύο χρονιές, κι ευχήθηκα ολόψυχα να μην με ξανα-αξιώσει ο καλός Θεός με τέτοια ευτυχία! Δεν μπορώ να την αντέξω. Αλλά επειδή όπως λένε στο χωριό μου, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην λες, να 'μαι και φέτος εδώ να το ξαναζήσω και να το χαρώ.
Η συνήθεια του Μπανκετιού (ωραιότατη γενική ε???) κρατάει από αρχαιοτάτων χρόνων, από κομμουνιστικών δηλαδή. Κοντά στην Πρωτοχρονιά (διότι ως γνωστόν Χριστούγεννα δεν γιόρταζαν επί καθεστώτος), κάθε "κολλεκτίβα" (ήτοι εργοστάσιο) έκανε μία γιορτή, στην οποία έτρωγαν, χόρευαν κι έπιναν μέχρι πρωϊας. Επειδή ως γνωστόν οι εργάσιμες μέρες είναι πέντε, και το σου-κου ο καθένας πρέπει να το περνάει όπως αυτός θέλει, το Μπανκέτι γίνεται πάντα εργάσιμη. Θα μου πεις, γιορτή έχουν, την θέλουν και καθημερινή? Ω, ναι, όλα τα μαγαζιά αύτες τις μέρες είναι κλεισμένα όλες τις καθημερινές, ενώ σε νορμάλ κατάσταση τα Σου-Κου. Επί καθεστώτος δε, την ημέρα που γινόταν το Μπανκέτι, το προσωπικό έφευγε από τη δουλειά κάποιες ώρες νωρίτερα (ενώ αυτές που βρισκόταν στο εργοστάσιο, συζητούσε για το Μπανκέτι, "τί θα φορέσουμε", "με ποιόν θα χορέψουμε", "τί μενού θα έχει".) Την επόμενη μέρα επίσης , το εναπομείναν προσωπικό (λέω εναπομείναν, γιατί οι στατιστικές αποδεικνύουν ότι ένα 35% του προσωπικού είναι "άρρωστο" την επόμενη μέρα), ήταν συνήθως στα πρώτα στάδια ξενερώματος από το μεθύσι της προηγουμένης.
Φέτος, επειδή τις παραμονές των γιορτών, τους ήμουν θυμωμένη, ενώ είχαμε κλείσει μαγαζί, είχαμε κανονίσει και με μαραθώνιες συνεδριάσεις το μενού, τους το ακύρωσα. Εκαναν μία στάση εργασίας άλλο πράγμα! Κι εκεί χρησιμοποίησα την ευρηματικότητά μου (ελληνικότατο προνόμιο) και τους είπα ότι φέτος αλλάξαμε συνήθεια και το μπανκέτι θα γίνει με το νέο έτος να κόψουμε και πίτα. Το έφαγαν, ασφαλώς, μόνο που τώρα σκέφτομαι, ότι ξέχασα να παραγγείλω πίτα! Λέτε να το θυμούνται? Και βεβαίως τους την έφερα κι αλλιώς, κανονίζοντας το μπανκέτι Σάββατο. Οπως και να 'ναι , όλο και περισσότεροι θα έχουν ξεμεθύσει μέχρι την Δευτέρα. Τέλος πάντων, ας σας περιγράψω την ευτυχή συνάθροιση, λίγο.
Το Μπανκέτι, μας θυμίζει σχολικό χορό Γυμνασίου στην δεκαετία του '80, σε ντίσκο. Το προσωπικό καταφθάνει στο μαγαζί ή το ξενοδοχείο όπου θα γίνει η εκδήλωση με το Λεωφορείο της Εταιρείας. Η ώρα ενάρξεως είναι όσο το δυνατόν νωρίτερα (έτσι δεν πηγαίναμε κι εμείς στους χορούς καλέ?). Για παράδειγμα, εμείς αύριο θα μαζευτούμε από τις επτά. Μέχρι τις δύο θα ξεφαντώσουν τρελλά. "Μόνο μέχρι τις δύο θα μείνουμε?" μου είπαν "Μα καλά από τις επτά μέχρι τις δύο δεν σας φτάνει?" απάντησα και κρέμασαν μούτρα. Μην πείτε γιατί μέχρι τις δύο. Το σύστημα εδώ είναι λιγουλάκι περίεργο. Οταν κλείνεις μια αίθουσα για μπανκέτι, πληρώνεις μεν με το κεφάλι, αλλά μέχρι κάποια συγκεκριμένη ώρα. Μετά από αυτή την ώρα, πληρώνεις με την ώρα! Καλέ μην γελάτε. Επίσης πληρώνεις και την είσοδο των ατόμων στην τουαλέτα (εφόσον θελήσουν να πάνε), εκτός αν είσαι γαιδούρι (ή λογικός) και πεις όποιος θέλει τουαλέτα , ας την πληρώσει μόνος του.
Λοιπόν το προσωπικό καταφθάνει, ντυμένο με τα καλά του. Οταν λέω τα καλά του, εννοώ ό,τι θα βλέπατε σε επαρχιώτικο μπουζουκερί, την δεκαετία του '90. Το λαμέ και το τακούνι στιλέτο, πάει κι έρχεται. Τα αγοράκια προτιμούν μαύρα πουκάμισα με ασημί σχέδια σε όλες τις εκδοχές (ρίγες , καρώ, μέχρι και λουλουδικό).
Κάθονται αυστηρά ανά τμήματα (πολύ κοινωνικοί αυτοί οι άνθρωποι, μην τύχει και γνωριστούν με κανέναν από άλλο τμήμα) και αρχίζει το περιδρόμιασμα σε φαγητό και ποτό. Το διοικητικό προσωπικό, καταλαμβάνει το κεντρικό τραπέζι, το οποίο φέτος το ξεχύλωσα, για να απολαύσω την παρέα των φορτηγατζήδων συνεργατών. Και ειλικρινά , πολύ το χαίρομαι.
Αγαπημένο σπορ, το θάψιμο. Οι γαζώτριες θάβουν τους ταπετσέρηδες , οι οποίοι με την σειρά τους θάβουν τους ξυλουργούς. Τί φοράνε, πως πίνουν κουλουπού. Πριν βγει το κυρίως φαγητό, αρχίζει η μουσική και ανεβαίνουν όοοοολοι στην πίστα. Για να λέμε την αλήθεια, πιο πολύ χορεύουν παρά τρώνε. Το πόσο πίνουν, θα σχολιαστεί σε άλλο ποστ. Ο ντι τζέι πέρσι, για να εντυπωσιάσει τους Ελληνες διευθυντές (δηλαδή εμάς), έπαιξε και ελληνική μουσική. Το "Ενα γράμμα να μου στείλεις απ' τον άδη", "Ή ζωή εδώ τελειώνει" και άλλα τέτοια ευχάριστα.
Μετά από μία ώρα, η πίστα θυμίζει Βελιγράδι μετά την επιδρομή των Αμερικάνων. Ως προς τί? Ως προς τα πεσμένα στο πάτωμα πουκάμισα ασφαλώς. Με τη διαφορά ότι οι κάτοχοι των πουκαμίσων δεν είναι διαμελισμένοι, αλλά χορεύουν σαν τρελλοί. Οσα μπουκάλια έχουν αδειάσει, βρίσκονται τοποθετημένα στο παντελόνι τους, υποδηλώνοντας σεξουαλικό υπονοούμενο (δεν θα πω απωθημένο, μην γίνω κακιά παραμονές γιορτής). Αγαπημένη βουλγαρική συνήθεια αλληλεγγύης προς τα γκαρσόνια προφανώς, που να μαζεύουν μπουκάλια.
Μετά από δύο ώρες, εξακολουθούν να χορεύουν, όσοι δεν έχουν βρει "ταίρι". Είπαμε, χορός γυμνασίου! Θα μου πείτε, όλη μέρα μαζί είναι, εκεί θα βρουν ταίρι? Κι όμως, η μαξιλαρού που έχει βάλει στο μάτι τον προϊστάμενό της που χου, εκεί θα του την πέσει, με το τιραντάκι της και την πέρλα της. Με την φόρμα εργασίας, το πιθανότερο είναι να μην την έχει δει καν.
Η ομιλία των διευθυντών, στην οποία συνήθως λέγεται, το "πόσο μεγάλη οικογένεια είμαστε", "το πόσο μεγάλες προοπτικές έχουμε" , υποδηλώνει το τέλος της γιορτής. Φέτος, παρότι είναι ικανοί να παραμείνουν εκεί, λέω να την παραλείψω. Θυμάμαι ότι πέρσι, συγκινήθηκα κιόλας, με πήραν τα ζουμιά, βλέποντας τις φάτσες τους να με ακούν. Τώρα πια όμως, ξέρω και λέω να το βουλώσω.
Η βραδυά θα τελειώσει με τον οδηγό του λεωφορείου, έτοιμο να κοιμηθεί, να κορνάρει δαιμονισμένα έξω από το μαγαζί για να τους μαζέψει. Τα νέα "ζευγαράκια", θα χουφτώνονται καθώς αποχωρίζονται. Κάποιο θα ζητήσουν δανεικά για να συνεχίσουν στην "ντισκοτέκα". Εγώ , για πρώτη φορά δεν θα βρίζω, γιατί η επομένη δεν είναι εργάσιμη. Κι ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου, θα μετράει χρήμα επί ώρες, γιατί το βούρλο η ταμίας μου, πλήρωσε κατοστάρικα στις μισθοδοσίες και μου άφησε ένα μάτσο δεκάρικα και τάληρα για να πληρώσω...
Και του χρόνου, να είμαστε καλά...

Thursday, February 07, 2008

Πλάμεν


Σήμερα έφυγε το κατατρεγμένο μας. Ο Πλάμεν. Αυτός που είχε "εκδιωχθεί" από τον μεγάλο του αδελφό κι είχε βρει καταφύγιο στους φύλακες. Δεν ανέβαινε πάνω, προχθές τη νύχτα μόνο, καθώς γυρίζαμε από Τουρκία, μας οδήγησε μέχρι το γραφείο και απόρησα βλέποντας πόσο πολύ είχε μεγαλώσει. Πριν από τρεις ώρες, ερχόμενη από Σόφια, δεν τον είδα. Ρώτησα που είναι. Ηταν στα άλογα.
Βγήκε βόλτα μετά. Ενα φορτηγό που περνούσε πολύ γρήγορα τον χτύπησε. Δεν σταμάτησε, ασφαλώς. Ο φύλακας τον μάζεψε στην άκρη και με πήραν τηλέφωνο. Τους παρακάλεσα να με περιμένουν να τον θάψω, δεν άντεχα να τον σκέφτομαι πεταγμένο.
Δεν φαινόταν χτυπημένος πουθενά. Ούτε τόσο δα αίμα. Σαν να κοιμόταν.Τα μάτια του μισάνοιχτα, ο τρόμος μέσα τους. Η Τσέτσκα μας, η συντροφιά του, δεν καθόταν να την δέσουμε. Ηρθε μαζί μας. Από απόψε ο Πλαμεντσό μας, θα ατενίζει το ποτάμι...
Πλαμενάκο μου, ό,τι είχα να σου πω, στο είπα απόψε. Οσα χάδια σου χρωστούσα, στα έδωσα. Βοήθησε και το ότι για πρώτη φορά ήσουν ακίνητος, για να δεχτείς χάδια. Θα μας λείψεις μικρούλι μου.

Monday, February 04, 2008

Επιστροφή

Επιστρέψαμε, κλασσικά ξημερώματα, κατανικώντας την επιθυμία να επιστρέψουμε πρωί (πρόοδος μεγάλη!). Πώς ήταν το ταξίδι?
Παρασκευή βράδυ φτάσαμε στην Ιστάνμπουλ. Λανθασμένη επιλογή, η αλλαγή ξενοδοχείου, τελικά το Orient Express μας, είναι το πιο γλυκό σπιτάκι, δεν θα ξαναπειραματιστώ με τίποτα!
Μεσάνυχτα στο Halic για ισκεμπέ και κοκορέτσι, απίθανα όπως πάντα. Γελάσαμε, όταν η Αυσιέν προσπαθώντας να σηκωθεί για να φύγουμε, ανακάλυψε ότι το παντελόνι της είχε πιαστεί (άγνωστο πως!) στα καγκελάκια της καρέκλας. Τα γκαρσόνια όλα γύρω μας, δεν άπλωναν χέρι να βοηθήσουν (και πώς να άπλωναν), μόνο αναρωτιόντουσαν "μα πώς το κάνατε αυτό?", ενώ εγώ ζητούσα να τους πληρώσουμε την καρέκλα και να την πάρουμε σηκωτή! Βεβαίως, τα επιδέξια χεράκια μου, την απελευθέρωσαν και το γέλιο συνεχίστηκε στο ταξί, καθώς ο Δημήτρης αναπαρήγαγε την σκέψη "φαντάζεστε να την παίρναμε με την καρέκλα?"
Σάββατο πρωί, η Ιστικλάλ μας υποδέχτηκε με μια λιακάδα απίθανη, και στο Ταξίμ, ταϊσαμε με την Μελίς όλα τα περιστέρια της πλατείας. Αγοράσαμε καλτσάκια για την κούκλα της και καταλήξαμε στο Litera, που είναι πάντα το ωραιότερο σημείο για καφέ, με θέα τον Βόσπορο.
Το μεσημέρι φάγαμε τα λατρεμένα μας κεμπάπ στο Guler, ο Αχμετ, για μια ακόμα φορά, ήταν σε μεγάλα κέφια. Λίγο πριν το σούρουπο, χέρι-χέρι με τον Δημήτρη μου, κατηφορίσαμε και πάλι για την Ιστικλάκ και δεν μπορώ να ξεχάσω, αυτόν τον υπέροχο ουρανό του ηλιοβασιλέματος, αυτά τα χρώματα, που Φλεβάρη μήνα σε έκαναν να νοιώθεις ότι είναι Απρίλης. Στο Μαρκίς, βρήκαμε το "τρίο" που είχε καταφθάσει από την Μπούρσα, για να καταλήξουμε στο Ασμαλούμεστζίτ και να πιούμε το καθιερωμένο πράσινο Εφέ μας, συνοδευόμενο από τα πιο φρέσκα θαλασσινά. Η ζωντανή μουσική, εξαιρετική όπως πάντα, μας καθήλωσε εκεί μέχρι τις δύο, οπότε και η βραδυά συμπληρώθηκε γευστικά με το καθιερωμένο γλυκάκι στο Ozsut.
Την Κυριακή το πρωί, καφεδάκι στο Μπεμπέκ και ζεστά κεμπάπ σε σάντουιτς, σε μία καντίνα κοντά στο Ρούμελι Χισαρου. Θα ξαναπάω,θα ξαναφάω! Τελευταία στιγμή φθάσαμε στο Γενίκαπί για να πάρουν τα παιδιά το φέρρυ, αφού ο Ογούζ είχε αποφασίσει ότι έπρεπε να δουν όλη την Πόλη (συμπεριλαμβανομένου του Πατριαρχείου!) στην μισή ώρα που απέμενε.
Μετά,οι τρείς μας μαζί με τον Suha, φύγαμε για Yesilkoy, ήπιαμε τις μπυρίτσες μας και σχολιάσαμε τα πάντα, όπως πάντα. Και επιτέλους συνειδητοποίησα, ότι αυτό που με τραβά στην Πόλη δεν είναι τα ελληνικά απομεινάρια της, αλλά η καθαρά οθωμανική και ανατολίτικη πλευρά της. Το Yesilkoy (Αγιος Στέφανος ελληνιστί) ας πούμε, μοιάζει πολύ με το Ναύπλιο και τα μέρη μου, είναι πανέμορφο, αλλά δεν με τρελλαίνει κιόλας. Σε αντίθεση με το Εγιούπ και τα στενάκια του Εντιρνέκαπου που τα λατρεύω.
Φύγαμε, αργά το βράδυ. Πληρώσαμε πρόστιμα τόσο στην Τουρκική όσο και στην Βουλγαρική τροχαία. Στην δεύτερη μικρότερο, γιατί οι αστυνομικοί με πέρασαν για Βουλγάρα, παντρεμένη με Ελληνα, παρακαλώ!!! (θα το αντέξω). Για πρώτη φορά περάσαμε τα σύνορα σε λιγότερο από είκοσι λεπτά! Είναι κάτι κι αυτό.
Γενικά τώρα:
- Είδα επιτέλους την κορούλα της Αυσιέν, την Μελίς, που την πρωτοάκουσα όταν ήταν τριών ετών και τώρα είναι έντεκα! Γίναμε αυτοκόλλητες και την έμαθα να γράφει στα Ελληνικά!
- Είδαμε τους περισσότερους από τους αγαπημένους μας φίλους και γνωρίστηκαν και μεταξύ τους.Και ταίριαξαν και μεταξύ τους!!!
- Δεν ήπιαμε ρακί μαζί με τον Ογούζ (παράλειψη τραγική!)
- Δεν μπορέσαμε να πάμε στο σουνέτι του γιού του άλλου Ογούζ (ελπίζω να βρεθεί κάποιο άλλο, σύντομα!).
Για μια ακόμη φορά , φεύγοντας ένοιωθα ότι ένα κομμάτι του εαυτού μου, το άφησα εκεί. Κι είναι τόσο μεγάλο, που σκέφτομαι σε δύο εβδομάδες να ξαναπάω.

Friday, February 01, 2008

Οικογένεια

Σήμερα, έξη άνθρωποι μπήκαν σε φέρρυ, σε αεροπλάνα, σε ό,τι βρήκαν κι έφτασαν στην Ιστανμπούλ.
Ανθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, τα μόνα τους κοινά, η εθνικότητα και ότι τους νοιώθω όλους οικογένειά μου.
Μόνο και μόνο για να βρεθούμε όλοι μαζί, για πρώτη φορά.
Μαζί με τον αδελφό μας, επτά αγκαλιές μας περιμένουν.
"Ελάτε γρήγορα, εμείς φτάσαμε", ήταν το καλημέρισμα, της Σμυρνιάς Αυσιέν μου, που γελούσε, καθώς την καθοδηγούσα πώς θα βρει το ξενοδοχείο.
Δεν εύχομαι τίποτα περισσότερο, μου έλειψαν...

Thursday, January 31, 2008

Αν καταλάβει κανένας...

Κάποια εκατομμύρια Ελληνες θρηνούν τον Αρχιεπίσκοπό τους...
Ο Κουκοδήμος ανεξαρτητοποιείται (προσοχή δεν παραιτείται, ίσως του χρειαστεί η βουλευτική ασυλία)....
Ψηφίζεται νέος εκλογικός νόμος, λίγο πριν ανεξαρτητοποιηθεί (ο νοών...)....
Κάποια εκατομμύρια Ελληνες, θεωρούνται, ούτε λίγο, ούτε πολύ μ...........ς .
Χαίρομαι που δεν είμαι η μόνη! (μόνο που εγώ θεωρούμαι μαλάκας για εντελώς διαφορετικούς λόγους και από εντελώς άσχετα με την πολιτική άτομα).

Saturday, January 26, 2008

My desktop



Η Lianne (λινκ παραπλεύρως), με προσκάλεσε να σας δείξω το desktop μου. Με την υποσημείωση, "εάν δεν βαριέμαι", φυσικά. Απότι βλέπετε (εάν φαίνεται δλδ), δεν περιλαμβάνει και σπουδαία πράγματα, γιατί είναι το desktop από το λαπτόπι της pleasure και όχι της δουλειάς.

Wednesday, January 23, 2008

Γκρίπνα Επιντέμια...

έγραφε ένα χαρτί, κολλημένο στην πόρτα της κλινικής, που με οδήγησε η δαιμόνια Πέτια (κατόπιν μυστικής συνεργασίας με τον σατανικό Δημήτρη), για να εξετάσουν το χάλι μου.
- Βλέπεις τί γράφει εδώ? με ρώτησε.
- Καταλαβαίνω ότι λέει για επιδημία γρίπης και κάτι που απαγορεύεται, απάντησα εξασκώντας τις γνώσεις μου στο σκατοκυριλικό τους.
- Μπράβο! Λέει ότι απαγορεύονται οι επισκέψεις σε ασθενείς , γιατί υπάρχει επιδημία γρίπης, μου εξήγησε η Πέτια. Είδες που στα έλεγα? συνέχισε.
- Τότε να μην μπούμε μέσα , αφού υπάρχει επιδημία γρίπης! αναφώνησα, ευτυχής που είχα βρει μια δικαιολογία να γλυτώσω το πασπάτεμα.
- Χμφφφφφφ , απάντησε.
Το μισώ αυτό το Χμφφφφφφ της Πέτια, το χρησιμοποιεί κάθε φορά που πετάω εξυπνάδα. Πρέπει να την δείτε να το κάνει, για να καταλάβετε πόσο εκνευριστικό είναι.
- Μισώ τους γιατρούς! της είπα, περιμένοντας να με λυπηθεί.
- Γυναίκα είναι η γιατρός, απάντησε.
Γκρρρρρρ. Ανάθεμα τα γένη της γλώσσας τους.
Η γιατρός ήταν στην ηλικία μου πάνω κάτω. Της είπα , με τα λειψά βουλγαρικά μου,ότι έχω πυρετό εδώ και τρεις μέρες και γκουυυυυυυυυυχ,
- Εχετε και άσχημο βήχα ! μου είπε
- Το ξέρω.
- Αντιβιοτικά πήρατε?
- Οχι, δεν παίρνω αντιβιοτικά, τα αποφεύγω, απάντησα.
- Εχουμε μερικές πολύ ωραίες πνευμονίες εδώ, ξέρετε, μου είπε.
- Να τις χιλιάσετε, σκέφτηκα, αλλά δεν άντεχα άλλο χμφφφφφφ της Πέτιας και το βούλωσα.
Με εξέτασε, και όντας σίγουρη ότι η Πέτια μου μεταφράζει, μιλούσε γρήγορα. Στο "αναπνεύστε" βέβαια, είδε ότι κοίταζα σαν αποβλακωμένο, μέχρι που η Πέτια μου έδειξε ανάσες με παντομίμα. Εκεί πείστηκε ότι η Πέτια ξέρει ελληνικά, σε σημείο που στο "βήξτε", η Πέτια έβηχε χειρότερα κι από μένα. Να τονίσω ότι η Πέτια πέραν του ονόματός μου, δεν γνωρίζει άλλα ελληνικά.
Με φόρτωσε με ένα κάρο αντιβιοτικά "παρότι τα αποφεύγεται", χαμογελώντας σαρδόνια. Και η εντολή της ήταν μεθαύριο στις τρεις να είμαι εκεί, εφόσον η "τεμπερατούρα" εξακλουθεί.
Πάνω που σκεφτόμουν, "σιγά μην ψήνομαι μέχρι την Παρασκευή", με πρόλαβε...
- Κι όταν λέω τεμπερατούρα, εννοώ ότι και το 37.1 είναι πολύ!
- Εμ με τέτοιους γιατρούς πώς να μην είναι άρρωστο το μισό προσωπικό, σκέφτηκα αλλά την ευχαρίστησα της είπα και "εις το επανιδείν" (από συνήθεια, μου αρέσει σαν λέξη και το λέω παντού) και φύγαμε.
Τώρα έχω ήδη πάρει τα πρώτα χάπια, σταγόνες κλπ, έχω φάει και την σούπα μου και χουζουρεύω, βάζοντας θερμόμετρο κάθε μισή ώρα. Το σκατένιο, παρά τα αντιπυρετικά, δεν πέφτει κάτω από το 37.6 και το καλό που του θέλω είναι να τσακιστεί γρήγορα, γιατί εγώ την Παρασκευή στην κλινική δεν ξαναπάω....
- Αν έχει πέσει ο πυρετός, να έρθετε πάλι την Δευτέρα, οπωσδήποτε....
Α ναι, μου ειπε κι αυτό. Δηλαδή δεν την γλυτώνω την επίσκεψη στο άνδρο της γρίπης!
ΥΓ Λιάννε μου, έβγαλα ήδη την φωτο για την πρόσκληση, αλλά θα την ανεβάσω αύριο, σήμερα είναι η μέρα της γρίπης :)

Thursday, January 17, 2008

Οπως το είπα, το είπα!

Ο Δημήτρης απόψε ταξιδεύει για την Ελλάδα. Το ταξίδι αποφασίστηκε ξαφνικά και εγώ επ' ουδενί μπορούσα να ακολουθήσω. Το άγχος του ήταν πώς θα μείνω μόνη στην ερημιά. Τελικά, σκεφτήκαμε να μείνει ο ένας από τους δύο φύλακες στο γραφείο, ώστε αν χρειαστώ κάτι, να είναι κοντά.
Πριν λίγο μου ξανατηλεφώνησε ο Δημήτρης.
- Ελα μωρό μου, μόλις έκλεισα τον Μίτκο.
- Τί είπατε?
- Του είπα ότι απόψε θα λείψω, ότι έχεις μείνει μόνη σου πάνω και να σε προσέχει πολύ, αν δεν θέλει να τον πηδήσω όταν γυρίσω.
Επειδή γνωρίζω τα Βουλγαρικά του Δημήτρη (μακράν χειρότερα από τα δικά μου!), ρωτάω:
- Μπορείς να μου πεις αυτό που του είπες στα Βουλγάρικα?
- Ελα τώρα, του το είπα όπως του το είπα (συνηθισμένη απάντηση, π.χ. στο ερωτημά μου "και όταν του είπες ότι είναι πανί, πώς του το είπες?" , απαντάει πάντα έτσι).
- Καλά αγάπη μου, ελπίζω μόνο να μην κατάλαβε, πως απόψε θα λείψεις και να μην αφήσει μόνη μου πάνω, αλλά να προσέξει πολύ, γιατί θέλεις κι εσύ να με πηδήσεις όταν γυρίσεις!

Η Ξανθιά και η Μελαχροινή

"Η Ξανθιά και η Μελαχροινή ήταν κολλητές από πιτσιρίκες. Μαζί στα παιχνίδια. Μεγαλώνοντας, μαζί στις βόλτες. Μέχρι και φαγητό μαζί έτρωγαν. Η Ξανθιά βρήκε γκόμενο. Εναν αλήτη του κερατά, αλλά ο έρωτας δεν κοιτάζει τέτοια. H Mελαχροινή ζήλεψε, είχε βάλει κι αυτή στο μάτι τον αλήτη του κερατά, αλλά τί να πει? Ζούσαν τον έρωτά τους, μέχρι που το έμαθαν οι γονείς της. Και την έκλεισαν στο σπίτι.
Ο αλήτης του κερατά τα έφτιαξε τότε με την Μελαχροινή (σιγά μην έμενε έτσι!). Η Ξανθιά από το παράθυρο, τους έβλεπε να τριγυρίζουν μαζί και υπέφερε αφάνταστα. Κάποια στιγμή βγήκε από το σπίτι. Δεν έδωσε καμία σημασία στον αλήτη του κερατά. Απλά ξεμάλλιασε την μέχρι πρότεινος κολλητή της. Από εκείνη τη μέρα η Μελαχροινή, απέφευγε τις συναντήσεις, γιατί το ξεμάλλιασμα πήγαινε σύννεφο. Απέκτησε τρία παιδιά από τον αλήτη του κερατά. Η Ξανθιά έβαλε το μίσος της στην άκρη, ως προς τα παιδιά και ήταν πολύ ευγενική μαζί τους.
Βρήκε έναν νέο έρωτα άλλωστε και πλέον αφιερώθηκε αποκλειστικά σε αυτόν. Καμία σχέση με τον αλήτη του κερατά, ο καινούργιος ήταν ευγενής και τρυφερός. Απέκτησε κι αυτή παιδιά με τον ευγενή και τρυφερό. Ωστόσο, την παλιά κολλητή ποτέ δεν την συγχώρησε.
Τα φερε η τύχη να ζουν στην ίδια πολυκατοικία και οι δύο με τα παιδιά τους. Τα παιδιά της Μελαχροινής ήταν πλέον μεγάλα. Λες και ήθελαν να υπερασπιστούν την μάνα τους, κυνηγούσαν την Ξανθιά και την έβριζαν όπου την πετύχαιναν. Αυτή τα κοιτούσε αδιάφορα και προχωρούσε. Ουδέποτε τα μάλωσε, ουδέποτε τα πείραξε. «Παιδιά είναι, κατά μάνα, κατά κύρη», σκεφτόταν. Πιο απλό θα ήταν βέβαια , την ώρα που της πετούσαν πέτρες να τους τραβήξει δυό χαστούκια.
Κάποια μέρα τα παιδιά της Μελαχροινής έπαιζαν στον ακάλυπτο. Κατέβασε και η Ξανθιά τα δικά της. Τα παιδιά της Μελαχροινής άρχισαν να βρίζουν τα μικρά της Ξανθιάς.
- Σιχαμένα, η μητέρα σας ξεμάλλιαζε την δικιά μας, μπροστά στα μάτια μας κάποτε!
Τα παιδιά της Ξανθιάς αν και μωρά ανταπέδωσαν.
- Ναι καλά, μισές αλήθειες σας έχει πει η μαμά σας! Γιατί ξεμαλλιάστηκαν σας είπε?
Κι έγινε μύλοοοοοος! Το μίσος μεταξύ των άσπονδων φίλων, πέρασε άνευ αιτίας και στην επόμενη γενιά. Το περίεργο? Οι δύο μαμάδες , την ώρα που τα μικρά τους αλληλοβρίζονταν, κάθονταν στην άκρη, κοιτάζοντας η μία την άλλη. Λέξη δεν αντάλλαξαν, λέξη δεν είπαν..."

Νομίσατε ότι η ιστορία αφορά ανθρώπους? Γελαστήκατε! Αναφέρεται, στα σκυλιά μου! Ναι, το ξέρω, τα σκυλιά μου, είναι ζώα. Εγω έχω όμως την εξής απορία πλέον. Εμείς φερόμαστε σαν ζώα ή τα ζώα σαν άνθρωποι, εν τέλει?

Monday, January 14, 2008

Του Ιβάν

Ηταν από τα πρώτα άτομα που γνώρισα ερχόμενη εδώ. Κι από τα λίγα που συμπάθησα αμέσως. Ο Ιβάν, ο υπεύθυνος για την περιοχή μας, από την εταιρεία φύλαξης. Ηρθε να γνωριστούμε μόλις ανέλαβα και κατάλαβα ότι μπορώ να στηρίζομαι πάνω του. Γελαστός, ευγενικός, συγκεκριμένος.
Οταν ανέφερα κάποιο πρόβλημα, έτρεχε αμέσως. Προβληματισμένος στις κλοπές, αυστηρός στα παραστρατήματα του προσωπικού του. Κάποια στιγμή τα κρούσματα πολλαπλασιάστηκαν. Αλλη δουλειά δεν έκανα, από το να υπογράφω επιστολές με παράπονα στην εταιρεία φύλαξης. Ο Ιβάν κάποιες φορές δεν απαντούσε καν, κάποιες φορές ενώ μιλούσαμε μου έκλεινε το τηλέφωνο στη μούρη. «Επεσα έξω! Και το ‘λεγα, δεν είναι να τους συμπαθείς!» σκεφτόμουν. Αν μου πέρασε από το μυαλό ότι έχει προβλήματα? Οχι. Δεν έδωσα σημασία. Οι επαγγελματίες δεν βγάζουμε τα προβλήματά στους πελάτες.
Κάποια στιγμή, βρεθήκαμε με κομμένο το κεντρικό καλώδιο τηλεφώνου. Η φύλαξη ασφαλώς δεν είχε ιδέα πως έγινε. Επιασα τον Μίτκο, έναν υπάλληλο που εμπιστευόμουν. «Τί να πω σέφκα? Επειδή δεν μας πληρώνουν, οι καλοί φεύγουν και φέρνουν ό,τι βρίσκουν. Κι εγώ φεύγω για την Γερμανία, τέλος του μήνα. Απλήρωτοι τρεις μήνες είμαστε». Ηταν η σταγόνα που ξεχύλισε το ποτήρι. Η υπογραφή μου, μπήκε στην τελευταία επιστολή, προς την εταιρεία φύλαξης, στην οποία αναφερόταν ότι λόγω συνεχών παραβιάσεων των όρων τάδε και τάδε της σύμβασης, την καταγγέλουμε στο τέλος του μήνα. Ταυτόχρονα, μίλησα με τους υπαλλήλους που είχαν ήδη αποχωρήσει απλήρωτοι από την εταιρεία φύλαξης και δέχτηκαν να τους προσλάβω σαν φύλακες.
Περίμενα ότι ο Ιβάν θα αντιδράσει. Οτι δεν θα μου περάσει τόσο εύκολα. Οτι θα μου ζητήσει τον λόγο, θα το παλέψει βρε αδελφέ. Οτι θα απαντήσουν στην επιστολή μου. Τίποτα, κίνηση καμία. Εχαναν έναν μεγάλο πελάτη και δεν έκαναν τίποτα να το αποτρέψουν.
Την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα, ο υπάλληλος της πρωινής βάρδιας, ήρθε να αναλάβει, σαν να μην είχαν λάβει ποτέ την επιστολή. Βρέθηκε αντιμέτωπος με τους πρώην συναδέλφους του, που είχαν ήδη προσληφθεί από εμάς και δεν του επέτρεψαν την είσοδο. Κλήθηκε αμέσως ο Ιβάν. Απαίτησε να με δει. Οι πρώην υπάλληλοί του και νυν δικοί μας, του είπαν να επιστρέψει στις οκτώ, δεν θα με ξυπνούσαν. Τσακώθηκαν όταν πήγε να τους πάρει το καλοριφέρ, τους το είχα αγοράσει εγώ.
Εκείνο το πρωί ο Ιβάν, κάλεσε στο τηλεφωνικό κέντρο, δεν με ζήτησε, απαίτησε να τον καλέσω εγώ κι έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν το έκανα. «Αν θέλει να μου μιλήσει να καλέσει ο ίδιος ή να έρθει εδώ, εντολές δεν δέχομαι» απάντησα στην κοπέλλα που μου μετέφερε το τηλεφώνημα. Το θέμα ξεχάστηκε, ούτε ξαναπήρε, ούτε ξαναπέρασε, τα πράγματα εξελίχθηκαν ομαλά. Οι τρεις πρώην υπάλληλοί του, απλά έγιναν δικοί μου με μισθό τριπλάσιο απ’ότι έπαιρναν και εγώ άρχισα να κοιμάμαι ήσυχη.
Το περασμένο Σάββατο, ο Ιβάν ξύπνησε νωρίς. Κατέβηκε να ανάψει το τζάκι, τα μικρά του δεν είχαν σχολείο εκείνη τη μέρα κι έπρεπε το σπίτι να είναι ζεστό όταν ξυπνήσουν. Το άναψε κι αφού σιγουρεύτηκε ότι είχε ανάψει καλά, έβγαλε το περίστροφό του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.
«Στον τόπο σέφκα», μου είπε ο Μίτκο, πρώην δικός του και νυν δικός μας υπάλληλος.
«Μα γιατί? γιατί?» ρώτησα σοκαρισμένη.
«Είχε προβλήματα, χρωστούσε παντού κι άλλα πολλά».
«Θεέ μου, τόσο νέος! Ηταν σαρανταπέντε βρε Μίτκο?»
«Τριανταοκτώ». Ενοιωσα τύψεις. Χαζές, ανώριμες τύψεις... «Αν ήμασταν ακόμα πελάτες του» - «Δεν ήμασταν οι μόνοι που φύγαμε, άλλωστε δεν ήταν δική του η εταιρεία, υπάλληλος ήταν».. «Αν δεν του είχα πάρει το προσωπικό....» « Θα τους είχε πάρει άλλος και θα πεινούσαν και οι ίδιοι, που αλλού θα έπαιρναν τόσα λεφτά...» «Αν είχα καταλάβει ότι έχει προβλήματα, τον αδίκησα...» «Πώς να το καταλάβω κιόλας, ό,τι έδειχνε, έβλεπα». Είχα απαντήσεις για τις τύψεις μου. Για όλες... Μια απάντηση δεν θα βρώ ποτέ, μια απάντηση που ψάχνω εδώ και δέκα χρόνια, απ’όταν έφυγε με τον ίδιο τρόπο ενάς συνάδελφος και φίλος. Πως μπορεί ένας άνθρωπος να είναι τόσο δυνατός ώστε να τελειώνει την ζωή του μόνος του.

Friday, January 11, 2008

Η ισότητα, η γέννα και άλλα τρελλά...

Η Βουλγαρία είναι μια χώρα, στην οποία η ισότητα των δύο φύλων, είναι δεδομένη εδώ και χρόνια. Σε σημείο μάλιστα, που οι ρόλοι λειτουργούν αντίστροφα, οι άντρες έχουν καταφέρει να έχουν ίδια δικαιώματα με τις γυναίκες!
Ετσι, τις τελευταίες ημέρες, όλο και περισσότεροι άντρες εργαζόμενοί μας, βρίσκονται στα σπιτάκια τους με αναρρωτικές. Αιτιολογία των αναρρωτικών ? Προσέχουν τα άρρωστα παιδιά τους!!! Εχω την εντύπωση, πως στην Ελλάδα, ένας μπαμπάς που θέλει να φροντίσει το άρρωστο παιδί του, ή ένας μπαμπάς που η γυναίκα του γεννάει, κάνει χρήση της κανονικής του άδειας προκειμένου να λείψει από την δουλειά του, σωστά?
Παραλαμβάνω κάθε πρωί, από την υπεύθυνη προσωπικού, την λίστα με τους απόντες.
Εγώ : ο Στανισλάβ τί έχει?
Ελλη : είναι άρρωστη η κόρη του.
Εγώ : ο Ιβάν, στην αποθήκη?
Ελλη : κι αυτού είναι άρρωστη η κόρη του.
Εγώ : ο Τσίκο?
Ελλη : Γέννησε.
Εγώ : ο Τσίκο γέννησε?
Ελλη : η γυναίκα του.
Εγώ (σε φάση κουτσομπολιού πλέον): Τι λες καλέ? Πέρσι δεν πάντρεψε την κόρη του ο Τσίκο? Τώρα γέννησε η γυναίκα του?
Πόλια (συγχωριανή του Τσίκο και κέντρο πληροφοριών): Την πρώτη κόρη πάντρεψε, χθες η γυναίκα του γέννησε την τέταρτη.
Εγώ : Αχ ρε Τσίκο, πάλι για τον γιό πήγαινε ο καψερός...
Περνούν δυό μέρες και η άδεια τοκετού έχει τελειώσει, πάλι καλά που δεν δίνουν δυό μήνες και στους μπαμπάδες. Η λίστα με τους απόντες είναι πάλι μπροστά μου. Ο Τσίκο εμφανίζεται ως ασθενής, πλέον.
Εγώ : Ελλη, ο Τσίκο έφερε και ασθένεια μετά τη γέννα?
Ελλη : Ναι! Μισό λεπτό να σας πω τί ασθένεια αναφέρει το χαρτί.
Εγώ : Ασε μην κουράζεσαι, ή επιλόχια κατάθλιψη έπαθε, ή μαστίτιδα.

Τα κορίτσια στο γραφείο γελάνε ακόμα...

Monday, January 07, 2008

2008 ακούς???

2008, μπήκες αγόρι μου? Βολεύτηκες?
Σε ενημερώνω, ότι αν πρόκειται να συνεχίσεις στο ίδιο μοτίβο, κακώς ήρθες!
Και ή μαζεύεις τα μυαλά σου για να περάσουμε δώδεκα μήνες ανθρώπινα, ή σκοπεύω να προχωρήσω στο 2009 σαν να μην υπήρξες ποτέ!
Δεν μπορώ να το κάνω είπες???? Νομίζεις!!!

Tuesday, January 01, 2008

Καλή Χρονιά!!!

...Γεμάτη με υγεία , αγάπη και ευτυχία για όλους μας. Και θα είμαι σύντομη, μιας και σε έξη ώρες θα πρέπει να βρισκόμαστε στο λιμάνι, για να πάρουμε το φέρρυ για Ιστάνμπουλ.
Δυό μέρες στην Σμύρνη, μου θύμισαν πόσο πολύ μου έχει λείψει η "γυναικοπαρέα"... Τα ψώνια, οι βόλτες, τα γέλια με φίλες. Και για μια ακόμη φορά, κατάλαβα, πως σε αυτή την γωνιά της γης έχω δύο "αδελφές" που θυμούνται ακόμα και το πιο ασήμαντο πράγμα που μπορεί να έχω πει, μήνες πριν.
Τέσσερες μέρες στην Μπούρσα, πέρασαν χωρίς να τις καταλάβουμε, με φίλους αγαπημένους και βόλτες σε δρόμους γεμάτους πολύχρωμο πλήθος. Και χθες βράδυ, με "μπες-ντιορτ-ιούτς-ικί-μπιρ", ο νέος χρόνος μας συνάντησε. Οχι, δεν φάγαμε βασιλόπιτα αλλά μπορώ να πώ ότι η κολοκύθα και τα κάστανα είναι, ένα επίσης πολύ γευστικό έθιμο.
Αύριο πρωί θα πιούμε τον καφέ μας στην Ιστανμπούλ, θα αγοράσουμε τσάι και καφέ και θα πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Και δεν με πονάει πολύ, γιατί στις αποσκευές μου κουβαλάω τόση αγάπη και τόσες όμορφες στιγμές, που είναι σίγουρο, ότι δεν μπορούσε να κρατήσει περισσότερο...
Πολλές ευχές σε όλους...

Το μόνο άσχημο αυτές τις μέρες, ήταν ότι δεν είχα πρόσβαση σε ιστολόγια του wpress!!! Θα επανορθώσω, επιστρέφοντας :)

Sunday, December 23, 2007

Ιστανμπούλ

Είμαστε στην Ιστανμπούλ από χθες το μεσημέρι και απολαμβάνουμε (επιτέλους) λιακάδα. Παρ'ότι καιγόμουν στον πυρετό την ώρα που φθάσαμε και ο πονόλαιμός μου ήταν αφόρρητος, κατάφερα μετά από δύο ώρες ύπνου, να επιδοθώ στο σπορ της ρακοποσίας, με μπόλικα παγάκια.

Στο ψαράδικο Ασμαλούμεστζίτ, μας περίμενε μία έκπληξη, πέρα από τα φρέσκα ψάρια. Μια ακόμη έκθεση των υπέροχων έργων του Αλί Νεσίν, που εκτός από καλός μαθηματικός και γιος του παππού Αζίζ είναι και απίθανος ζωγράφος. Εάν βρεθείτε στην Πόλη μέχρι τις 10 του Γενάρη, επισκεφθείτε την έκθεση και θαυμάστε τα έργα του.
Η βραδυά συνεχίστηκε (και η ρακοποσία ασφαλώς) στο σπίτι του Αλί, που ότι είχε επιστρέψει από το ίδρυμα Νεσίν , μέχρι τις 3.30 το πρωί . Εκεί μας περίμενε και το δώρο μας, ένα βιβλία με ποιήματα του Αζίζ Νεσίν που συνοδεύονται από έργα του Αλί.

Και επί τη ευκαιρία,μία γιορτινή πρόταση...Οσοι από εσάς, αγαπήσατε τα βιβλία του Αζίζ Νεσίν, στείλτε την αγάπη σας στο Ιδρυμα Νεσίν, μπαίνοντας στην επίσημη ιστοσελίδα του www.nesinvakfi.org και κάνοντας μία δωρεά για τα σαράντα παιδάκια που φιλοξενούνται σε αυτό! Το ποσό δεν έχει σημασία, η χειρονομία αρκεί.

Καλές γιορτές σε όλους!

Wednesday, December 19, 2007

Τα δώρα του Αγιοβασίλη

Η μέρα ξεκίνησε με τους χειρότερους οιωνούς. Δύο φορτηγά έπρεπε να φορτωθούν σήμερα κι άλλο ένα αύριο, για να είμαστε οκ με τα μπάτζετ μας και τις παραδόσεις μας. Πώς το θελα? Συνομιλία με τον βασικό συνεργάτη:
- Νιάμαμε Γκογκό , νιάμαμεεεεε (το Γκογκό είμαι εγώ, το "νιάμαμε" σημαίνει "δεν έχουμε").
- Και τί θα κάνω εγώ βρε Μπόικο??? Πρέπει Παρασκευή τα φορτηγά να είναι κάτω!
- Δεν θέλουν οι οδηγοί να λείπουν Χριστούγεννα!
- Ποια Χριστούγεννα καλό μου? Κυριακή θα είναι πίσω! Εδώ ο Τούρκος κάνει μπαϊράμι ξεφορτώνοντας! Οι Βούλγαροι θέλουν Χριστούγεννα πέντε μέρες πριν?
- Ετσι είναι οι Βούλγαροι, τεμπέληδες, με πονάει το κεφάλι μου! (φανταστείτε να μην ήταν και Βούλγαρος ο Μποικάκος , τί θα έλεγε για τους Βούλγαρους).
Πανάθεμα το κεφάλι σου, Μπόικο. Και πέφτω στα πόδια άλλων που τόσο καιρό παρακαλούν να φορτώσουν και τους σνομπάρω. Γιατί, αν μη τι άλλο, η "εταιρειάρα" μας αποφεύγει τις απιστίες, προσπαθεί να είναι μονογαμική ως προς τους συνεργάτες. Αλλά όταν οι "σύζυγοι νιάμα", τί θα κάνει η καψερή? Θα καλέσει τον Αγιο Βασίλη!
Αγιος Βασίλης, παρτ ουάν! Να ΄ναι καλά, βρέθηκαν τα τρία καταραμένα φορτηγά. Κι αν δεν σκάσει κανένα απρόοπτο τελευταία στιγμή, όλα θα είναι τότσνο.
Πάμε στο επόμενο. Καθυστερήσεις εισπράξεων από όπου μπορείς να φανταστείς.
Λογίστρια : Πώς πληρώνουμε?
Εγώ : Με φιλιά!
Με κοιτάζει λοξά. Την κοιτάζω ολόισια.Δεν μπαίνει στον κόπο να με ρωτήσει, ποιός θα δώσει τα φιλιά, το θεωρεί δεδομένο.
Αγιος Βασίλης, παρτ του. Και σκάνε οι εισπράξεις. Από το πουθενά! Μέχρι και πελάτης που μου χρωστούσε δυό χρόνια , θυμήθηκε να πληρώσει.
Και εγώ ευχαριστώ τον Αγιο Βασίλη , που μπορεί εμένα να με ξέχασε προς το παρόν, θυμήθηκε όμως την εταιρεία και της έκανε δώρο φορτηγά και εισπράξεις. Αν έστελνε και καμιά πενηνταριά καλούς εργάτες θα του αγόραζα και νέο τάρανδο από τα φημισμένα βουνά μας.
Κι έτσι τα μεγάλα αχχχχ και βαχχχχ ξεμπερδεύουν και οδεύουμε ολοταχώς προς τις διακοπές. Αντε να δούμε μέχρι την Παρασκευή, μήπως και μου πέσει και η πίεση!

Tuesday, December 18, 2007

Νέα από την Μέτζυ


Επιτέλους, μπορείτε να θαυμάσετε τα μωρά μου. Δεν ήθελα να τα δείτε, πριν αποκτήσω και πάλι πρόσβαση στο μεταξωτό χαλί που κοιμόμουν πριν γεννήσω! Δεν είμαστε υπέροχη οικογένεια????

Monday, December 17, 2007

γκρρρρρρρρρ και πάλι

Αυτό θα πεί ανωμαλία!!!
Επί τρεις εβδομάδες, έχω εκνευριστεί, τσιρίξει, απογοητευτεί, στρεσσαριστεί όσο δεν παίρνει.
Περνάω μία Κυριακή ήρεμη και ξυπνάω σήμερα με το βλέμμα στραμμένο στις διακοπές.
"Οχι, δεν θα αγχωθώ ξανά μέχρι τις γιορτές", σκεφτόμουν.
Μπορεί κανένας να μου πει, πώς είναι δυνατόν,
πάνω που είπα να ηρεμήσω,
πώς διάολο με θυμήθηκε η υπέρταση???
Σαν λαθρομετανάστης στο Αιγαίο νοιώθω, πανάθεμά την.

Saturday, December 08, 2007

Νεύρα, νεύρα, νεύρα

Σήμερα έδωσα την δική μου ερμηνεία στο μότο "το να διοικείς μια εταιρεία απαιτεί πολλά @@".
Δεν υποδηλώνουν ικανότητα χρυσό μου τα πολλά @@!
Απαιτεί πολλά, για να χεις να σου τα σπάνε!!!!
Αδίκως τόσο καιρό καμάρωνα, με την ερμηνεία που όλοι δίνουμε για να καμαρώνουμε! Αν δεν είχες καρδιά μου τί θα σου έσπαζαν????

Thursday, December 06, 2007

Να μην υπάρχουν οι στρατοί!

Ο πιλότος που χάθηκε χθες , είχε την «ατυχία», το κορμί του να το συλλέξει από την θάλασσα, ο εχθρός, ο ίδιος εκείνος εχθρός, τον οποίο φαντασιωνόταν ότι πολεμούσε, εκτελώντας την νυχτερινή του άσκηση, λίγο πριν πάθει το βέρτιγκο του...
Το αγέννητο παιδί του θα μεγαλώσει χωρίς πατέρα, αλλά με πολύ μίσος μέσα του, γι’αυτούς που του τον στέρησαν. Οταν μπει στον αγώνα της ζωής και χρειαστεί την πατρική πλάτη να σταθεί πίσω του, ενδεχομένως να πει «χέστηκα που έγινες ήρωας, προτιμούσα να μην σε είχε κανένας, ποτέ ακούσει, αλλά πίσω μου».
Η πολιτεία, θα κλαίει και θα χτυπιέται, για το καινούργιο F16 της, που χάθηκε, μα τόσα λεφτά πεταμένα στην θάλασσα! Η ίδια πολιτεία, έχει ράτζα στα νοσοκομεία της, έλλειψη σε αίθουσες διδασκαλίας και διδακτικό προσωπικό, αλλά πληθώρα μνημείων ηρώων και πεσόντων. Η ίδια πολιτεία, με την λειψή παιδεία της, θα διδάξει το παιδί του ήρωα κι άλλα ακόμα, πως πρέπει να είναι περήφανα για κάποιον που δε γνώρισαν και ποτέ τους δεν θα γνωρίσουν. Με την ίδια λειψή της παιδεία , θα μάθει στα ίδια παιδιά τους εχθρούς τους, τους οποίους επίσης δεν γνώρισαν και δεν θα γνωρίσουν.
Κι όλοι μα όλοι, θα συνεχίζουμε για χρόνια, το ίδιο θέατρο του παραλόγου. Θα αγοράζουμε εξοπλισμό (εμείς τον πληρώνουμε, μην μου πείτε πως δεν το ξέρατε!), θα φυλάμε σύνορα, θα θρηνούμε ήρωες και θα τους χτίζουμε μνημεία. Και για να τα συντηρούμε όλα αυτά με λόγο και αιτία, θα έχουμε πάντα εχθρούς που θα μας προκαλούν και θα καραδοκούν να πατήσουν τα χώματά μας. Κι αυτοί οι εχθροί θα αναπαράγονται, πάλι από τα χώματά μας, όταν ο κάθε ένας «ήρωάς» μας που θα "φυτεύεται" σε αυτά θα αφήνει πίσω του ανθρώπους θρεμμένους με οργή...
Εδώ έρχεται πάλι ο Χατζής, επίκαιρος πάντα...

Να σταματήσουν είπαν τα καψόνια,
Να μην φορούν στην έξοδο χακί..
Να βάψουν άλλο χρώμα τα καμιόνια,
Να μην τους γράφουν φυλακή...
Μα κανείς δεν τόλμησε να πει,
Να μην υπάρχουν οι στρατοί.

Monday, December 03, 2007

Η πολυθρόνα του Μπέκενμπάουερ!!!

Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ο Γερμανός θρύλος του ποδοσφαίρου Μπέκενμπάουερ, χάρισε ένα υπέροχο δερμάτινο σαλόνι σε έναν Βούλγαρο συνάδελφό του. Πριν από ενάμιση χρόνο, αυτό το σαλονάκι, κατέφθασε στο εργοστάσιό μας για επισκευή. Το δέρμα του είχε φθαρεί τόσο, που η σύζυγος του Βούλγαρου, προκειμένου να απαλλαγεί από δαύτο και γνωρίζοντας πόσο σφιχτοχέρης είναι ο σύζυγός της, επέλεξε ένα πανάκριβο δέρμα για να το ξαναντύσει.
Επισκευάσθηκε πρώτα ο καναπές. Ο σύζυγος ερχόμενος να τον πάρει, ξετρελλάθηκε με το πόσο καινούργιο έγινε το πολύτιμο δώρο, του πολύτιμου φίλου του, αλλά κόντεψε να μου μείνει στα χέρια, όταν άκουσε πόσο κόστισε. Η σύζυγος τηλεώνησε κατόπιν για να με ενημερώσει ότι εν τέλει δεν θα προχωρήσουμε στην επισκευή των πολυθρόνων.
"Τότε να σας τις στείλω αμέσως", της είπα.
"Οχι, όχι χρυσό μου! Δεν χρειάζεται. Κράτησέ τες εκεί!" απάντησε όλο χαρά.
"Μα θα στεναχωρηθεί ο σύζυγος, ήταν τόσο σημαντικό δώρο γι'αυτόν"
"Δεν πειράζει, δεν έχω κι χώρο να τις βάλω πια" απάντησε η κυριούλα....
Ετσι οι θρυλικές πολυθρόνες, έμειναν μέσα στην ταπετσαρία μας.
Χθες πήγαμε για τρεις ωρίτσες στο Πλόβντιβ να ψωνίσουμε. Γυρίζοντας, ανακαλύψαμε ότι η Μέτζυ είχε χαθεί! Ο Δημήτρης βγήκε να την ψάξει. Τον άκουσα να έρχετε λαχανιασμένος...
"Η Μέτζυ... " άρχισε,
"Ζεί? Είναι καλά??" απάντησε η αγχώδης μητέρα (εγώ δηλαδή).
"Ναι, δηλαδή νομίζω.... Γέννησε!" απάντησε ο Δημήτρης έτοιμος να κλάψει.
"Το σκυλάκι μας! Γέννησε και εμείς λείπαμε! Το μικρό μου ...." ξεκίνησα την ανάμεικτη από ενοχές κλάψα. "Δημήτρη, που γέννησε το σκυλί μας?" (δεν ξέρω τί σημασία είχε να ξέρω και που γέννησε!!!)
"Στην πολυθρόνα του Ρουμενίγκε!!!" μου απάντησε ο Δημήτρης , όλο καμάρι!
"Ασχετεεεεεεεεεε! Σου έχω πει, του Μπέκενμπάουερ είναι η πολυθρόνα! Αμάν πια!" τσίριξα.
Κατόπιν ήρθε ο γιατρός, την κατεβάσαμε από την πολυθρόνα-θρύλο, γιατί έτοιμη να κουτρουβαλιαστεί αγκαλιά με τα μωρά ήταν, την αφήσαμε να τελειώσει την γέννα της (ούτε ένα , ούτε δύο, εννέα έκανε!) και από σήμερα μεταφέρθηκε έξω από το σπίτι μας και πάμε να αγοράσουμε ωτασπίδες, γιατί τα μικρά τσιρίζουν , τσιρίζουν, τσιρίζουν!
Να μας ζήσουν!

Saturday, December 01, 2007

Γλάροι στο Πλόβντιβ !!!

Χθες το απόγευμα, μας έπιασε μανία να βγούμε από το εργοστάσιο-φάντασμα. Φύγαμε κατά τις έξη και γύρω στις επτά φτάσαμε στο Πλόβντιβ. Παρκάραμε τον Ντούλη στο parking του Trimontium. Το Trimontium, είναι ένα εξαιρετικά επιβλητικό ξενοδοχείο, τουρκικών συμφερόντων, στο καλύτερο σημείο της πόλης.
Περπατήσαμε στην φωτισμένη Γκλάβνα (κάτι αντίστοιχο της δικής μας Ερμού), ευτυχώς το κρύο ήταν μάλλον μαλακό. Χαζέψαμε το Λούνα Πάρκ που έχει στηθεί εν όψει των Χριστουγέννων, τις φωτισμένες βιτρίνες και χαρήκαμε πραγματικά, που τα υπέροχα νεοκλασσικά κτίρια έχουν αρχίσει να αναπαλαιώνονται. Πριν δυόμιση χρόνια, ήταν όλα ετοιμόρροπα!
Φτάσαμε στο “Heminway” , ένα πολύ ιδιαίτερο εστιατόριο, το μοναδικό σε όλη την πόλη που μπορείς να φας, πραγματικά ζουμερά φιλέτα!

Ο Δημήτρης με αποκάλεσε «καθαρόαιμη Βουλγάρα», όταν παρήγγειλα μία σαλάτα για τον καθένα! Πλην της σαλάτας, παρήγγειλα δύο ειδών πατατούλες (χωριάτικες και σωτέ με δυόσμο), μελιτζάνες με ντομάτα και τυρί, φρέσκα ψωμάκια και δύο πιάτα με φιλέτο. Ολα αυτά, μαζί με τις μπύρες μας και τους καφέδες στο τέλος, στοίχησαν το εξωφρενικό ποσό των 35 ευρώ! Εν τέλει, σε κάποια μέρη, η Βουλγαρία δεν έχει ακριβύνει και πολύ.
Με είχε πιάσει μια αναπόληση παιδικών και μαθητικών χρόνων, οπότε ο Δημήτρης άκουσε (για πολλοστή φορά), ιστορίες και ιστοριούλες. Εχει υπομονή εν τέλει αυτό το παιδί, κάποιες φορές.
Γύρω στις εννιά, αποφασίσαμε να φύγουμε. Περπατώντας προς το parking, άρχισα να χαζεύω once again, το Trimontium.
Εγώ : Κοίτα πόσο όμορφο είναι! Τί υπέροχο κτίριο.
Δ: Ρε σύ, αυτά τα πουλιά που πετάνε πάνω του....τόσο μεγάλα περιστέρια?
Εγώ : Αχ ναι! Αλλά, μεγάλα δεν είναι για περιστέρια? Αυτά τα πουλιά είναι...
Δ : Γλάροι!!!
Εγώ : Τί λες μωρέ? Δεν είσαι στην Ιστανμπούλ! Που σκατά βρέθηκαν οι γλάροι στο Πλόβντιβ! Εχεις ξαναδεί ποτέ?
Εγώ (με την φωνή της Αυσιέν) : Γλάροι είναι ατά μου και γι’αυτό πετούν ΜΟΝΟ πάνω από το Τούρκικο ξενοδοχείο.
Δ: Ευτυχώς που δεν καταλαβαίνουν οι πεζοί ελληνικά, θα μας μαζέψουν με τους ζουρλομανδύες!
Εγώ : Κι όμως! Κοίτα τριγύρω! Πράγματι, τα πουλιά μόνο πάνω από το ξενοδοχείο πετούν...
Δ: Ναι, πράγματι είναι γλάροι! Πάρε τον Ξανθούλη τηλέφωνο να του το πεις:ΡΡΡ. Αλλά μωρό μου, το καλό που σου θέλω, μην το πεις σε κανέναν άλλον αυτό, ε???? Θα γελάνε και οι γλάροι!
Εγώ, σαν υπάκουο παιδί που είμαι, δεν το είπα σε κανέναν, όπως με συμβούλεψε... Μόνο ποστ το έκανα!!!

Friday, November 30, 2007

Ξέχασα κι αυτά που ήξερα!

Ηταν απίστευτο... ήταν τρα-γι-κό! Μιλούσα με πελάτισσα από την Ελλάδα...
- Ναι, φορτώνουμε σήμερα, αλλά δεν ξέρω πότε θα είναι στην μεταφορική σας. Δεν είναι στο πρώτο........στο πρώτο...... εεεεεε......
Εκεί κόλλησα. Τί unloading place μου ερχόταν, τί ρεζτοβάρεν πουνκτ μου ερχόταν, τι σημείο αν-φόρτωσης (από το un-loading αυτό!), τί σημείο ρεζ-φόρτωσης, αστα να πάνε στο διάολο.
«Σημείο εκφόρτωσης» μου έγραψε ο Δημήτρης.Και το είπα και σώθηκα.
Συμπέρασμα : Πλέον μιλάω καθημερινά, τρεις γλώσσες... Το κακό είναι ότι πλέον, τις μιλάω όλες λειψές!!!

Thursday, November 29, 2007

Σάββατο απόγευμα...

Το Σάββατο το απόγευμα, λέω να σε πάρω και να πάμε στο βουνό...
Κι ας δουλεύουμε το Σάββατο το πρωί, κι ας μας πάρει η νύχτα να φτάσουμε...
Κι ας ρισκάρουμε να έχει χιόνι και να μην μπορούμε να γυρίσουμε.
Κι ας μην μπορέσουμε να κολυμπήσουμε με τόσο κρύο.
Ντύσου ζεστά, πάρε κασκόλ και γάντια,
να περπατήσουμε το χωριό, όπως το καλοκαίρι...

Tuesday, November 27, 2007

Δεν έχουν γαϊδούρια στον τόπο τους?


Ενας Τούρκος ξεναγός, ταξιδεύει στην Ανατολία, συνοδεύοντας έναν Αμερικανό, συλλέκτη χαλιών. Περνούν δίπλα από έναν χωρικό που κάθεται πάνω στο γέρικο, ταλαιπωρημένο γαϊδούρι του. Ο συλλέκτης, αμέσως αντιλαμβάνεται ότι η βρώμικη κουβέρτα που βρίσκεται στην πλάτη του γαϊδουριού, είναι ένα εξαιρετικά σπάνιο χαλί.
- Αυτό πρέπει να το αγοράσω!. Αλλά μην πεις στον χωρικό πως θέλουμε την κουβέρτα. Αν καταλάβει πόσο πολύτιμη είναι αυτή η κουβέρτα, θα μας ζητήσει πολλά λεφτά. Πες του ότι θέλουμε να αγοράσουμε το γαϊδούρι!
Ο ξεναγός, πλησιάζει τον χωρικό και του λέει ότι ο Αμερικανός θέλει να αγοράσει το γαϊδούρι του.
- Το γαϊδούρι είναι γέρικο και αδύναμο, τον προειδοποιεί ο χωρικός.
- Εμείς, θέλουμε να το αγοράσουμε, επιμένει ο ξεναγός.
- Εντάξει, σας προειδοποίησα όμως! Η τιμή του είναι πέντε χιλιάδες δολλάρια, λέει ο χωρικός.

Βλέποντας ότι ο ξεναγός σοκάρεται με το ποσό που ζητάει, ο χωρικός του εξηγεί, πώς αν αυτός ο Αμερικανός, θέλει τόσο πολύ να αγοράσει ένα τόσο γέρικο γαϊδούρι, τότε σίγουρα έχει κάποιον πολύ σημαντικό λόγο, άρα θα πληρώσει κάτι παραπάνω.
Ο συλλέκτης είναι απογοητευμένος, αλλά και πάλι , η αξία του χαλιού είναι πολύ μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες δολλάρια., έτσι συμφωνεί να αγοράσει το γαϊδούρι σε αυτή την τιμή.
Οταν όμως ο χωρικός παραδίδει το γαϊδούρι στα νέα του αφεντικά, παίρνει από την πλάτη του την κουβέρτα και την ρίχνει στους ώμους του. Τώρα είναι που ο συλλέκτης, αρχίζει να απογοητεύεται ακόμα περισσότερο! Ο ξεναγός προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει τον χωρικό να δώσει και την κουβέρτα, λέγοντάς του, ακόμα κι ότι, χωρίς αυτή το πανάκριβο γαϊδούρι θα κρυώσει και θα πεθάνει.
- Δεν μπορώ να το κάνω αυτό! Δεν μπορώ να σας δώσω την κουβέρτα μου! λέει ο χωρικός με πείσμα.
- Μα γιατί όχι?
- Γιατί είναι η τυχερή μου κουβέρτα!
Ο ξεναγός τον ρωτάει τι σημαίνει αυτό, γιατί η κουβέρτα του γαϊδουριού είναι η τυχερή του?
- Ημουν πολύ φτωχός, του απαντά ο χωρικός. Αραιά και που, πουλούσα κανένα γαϊδούρι για να ζήσω. Μέχρι που πέθανε ο πατέρας μου. Η μόνη μου κληρονομιά από αυτόν, ήταν αυτή εδώ η κουβέρτα. Από τότε, δύο με τρεις φορές το χρόνο, ένας ξένος έρχετε και αγοράζει τα γαϊδούρια μου για πέντε χιλιάδες δολλάρια το ένα! Με την τύχη που μου έφερε αυτή η κουβέρτα, πλούτισα!
Μα καλά, δεν έχουν γαϊδούρια στον τόπο τους???

- Αυτές τις μέρες είμαι και πάλι "χαμένη" στις αναμνήσεις του παππού Αζίζ. Δεν ήθελα να σας διαβάσω μια από αυτές, προτίμησα να σας χαρίσω ένα από τα αμέτρητα ευθυμογραφήματά του. Αν βρείτε κάπου κάποιο βιβλίο του, αγοράστε το! Να θυμάστε, ότι, όλα τα έσοδα από τα βιβλία του Αζίζ Νεσίν, διατίθενται για τις ανάγκες του ιδρύματος Νεσίν στην Τσατάλτζα της Ιστανμπούλ, που φιλοξενεί σαράντα άπορα παιδιά.

Monday, November 26, 2007

Μιλάω την Παρασκευή με τον γραφίστα μας, σχετικά με τις Χριστουγεννιάτικες κάρτες. Του εξηγώ ότι θέλω κάτι πρωτότυπο, που να χαρακτηρίζει και την εταιρεία....

Σ: Δηλαδή σαν τί που να την χαρακτηρίζει?
Εγώ : (προφυλακτικά ηλίθιε!) Καναπέδες δεν φτιάχνουμε? Ε, κανένα καναπεδάκι, στολισμένο Χριστουγεννιάτικα!
Σ: Α, πολύ ωραία. Κατάλαβα. Θα σου στείλω την πρότασή μου την Δευτέρα. (αυτό το παιδί μιλάει λες και κάνει πρόταση για κατασκευή αίθουσας πολλαπλών χρήσεων!).
Σήμερα το πρωί μου στέλνει την πρότασή του!!! Ανοίγω με αγωνία το αρχείο και...... βλέπω ΑΥΤΟ!
Και δεν ξέρω αν πρέπει να κλάψω ή να φωνάξω ή να βρίσω! Ο κυριούλης βρήκε τον πρώτο καναπέ που έπεσε μπροστά του, τον κόλλησε και στο σιελάκι και μου το έστειλε! Αυτό βέβαια το μοντέλλο, δεν το παράγουμε πια! Δεν υπάρχει στον τελευταίο μου κατάλογο, που αυτός ο ηλίθιος έφτιαξε!!! Και βεβαίως του γράφω...

Εγώ : Αυτόν τον καναπέ που τον ξέθαψες??? Είναι απαίσιος!

Σ : Οκ, κατάλαβα (που να μην καταλάβαινες ηλίθιε κιόλας). Πες μου μόνο ποιό μοντέλλο θές να βάλω. Θα την βρω μόνος μου την φωτογραφία, μην ψάξεις! (Δύσκολοοοοο, αφού τις έχεις όλες τις φωτογραφίες ζώον!)

Εγώ : Καλά, βάλε το τάδε. Μόνο ξέρεις, δεν το είχα φανταστεί ακριβώς έτσι. Είπαμε να το κάνουμε λίγο γιορτινό το καναπεδάκι!

Σ: Εχεις δίκιο, νομίζω ότι του πάει μια κορδέλα!

Εγώ : (δεν απαντάω, δεν απαντάω που να λυσσάς!!! Ακούς εκεί κορδέλλα! Κουτί με γλυκά δεκαετίας εβδομήντα έχουμε???)

Σ: Δεν σου άρεσε η ιδέα ε? Ε, τί να βάλουμε?

Εγώ : Σου είπα, χριστουγεννιάτικα στολίδια!!! Βάλε ένα αρκουδάκι να κάθετε! Και μπάλες!!! (ε βάλε το μυαλό σου να δουλέψει ηλίθιε, δεν είμαι εγώ ο γραφίστας!)

Σ: Ωραία, σε λίγο θα σου στείλω την νέα μας πρόταση, τώρα κατάλαβα...

Και έρχετε η νέα πρόταση! Και ανοίγω με αγωνία το αρχείο... Και βλέπω... Το αρκουδάκι με τις μπάλες! Δηλαδή αυτό!

Οχι!Δεν έβαλε την φαντασία του να δουλέψει! Κόλλησε πάνω στον καναπέ το αρκουδάκι με τις μπάλες! Δηλαδή εάν του έλεγα "βάλε ένα λιονταράκι με μία βόμβα", θα έβαζε λιονταράκι με βόμβα. Προσπαθώ να το δω θετικά... καλούτσικο είναι. Ας μείνει έτσι. Μπιιιιιπ, χτυπάει...

Σ: Δεν είναι πολύ καλό???

Εγώ: Ναι, ας φτιάξουμε αυτό. Πόσο θα κοστίσει??

Σ: Για το design 250 ΛΕΒΑ.

Εγώ : Πας καλά? 250 ΛΕΒΑ για το "design"? Ποιό design, μου εξηγείς?

Σ: Είναι η χαμηλότερη τιμή που δίνω σε πελάτη μου για design...

Εγώ : (δεν απαντάω, δεν απαντάω)

Σ: Βέβαια, μπορώ να σου κάνω μια έκπτωση... Να πούμε 150 ΛΕΒΑ, άλλωστε η ιδέα ήταν δικιά σου για να λέμε την αλήθεια...

Εγώ : Ναι δικιά μου ήταν, κι από εδώ και στο εξής θα σου πουλάω τις ιδέες μου....

Ετσι, έχετε την μοναδική ευκαιρία, να θαυμάσετε σε πρώτη εμφάνιση, τις φετινές Χριστουγεννιάτικες κάρτες μας. Εγώ, ήδη ψάχνω εικονίτσα με το κοριτσάκι με τα σπίρτα, για να το βάλω να κάθεται του χρόνου στον καναπέ...

Thursday, November 22, 2007

Istanbul και πάλι...

Στο χαμάμι του Cagaloglu, αγοράσαμε σαπουνάκια από σουσάμι, θυμάρι , λεβάντα και κανέλλα, ήπιαμε καφεδάκι και καπνίσαμε ναργιλέ... Ο Δημήτρης δεν πρόλαβε να απολαύσει το μπαρμπέρικο, next time...


Η μελαγχολία του Κυριακάτικου απογεματος στην Ιστανμπούλ, είναι γλυκειά, ακόμα κι αν φωτογραφίζω την "Οδό Ορφανών Παιδιών", που τόσο πολύ μου θύμισε τον παππού Αζίζ...





Ημουν απογοητευμένη που το παιχνιδομάγαζο του Εσέρ έκλεισε, αλλά στον γυρισμό, στον σταθμό του Corlu, με περίμενε η Εμινέ, που πέρασε τα σύνορα στην αγκαλιά μου... δεν είχε διαβατήριο, βλέπετε!



Το δεύτερο,"καθυστερημένο" δώρο για τα γενέθλιά μου (το πρώτο ήταν το ταξίδι από μόνο του και μου το χάρισε ο Δημήτρης), ήταν το υπέροχο μαντήλι που μου αγόρασε ο "αδελφός" μας και το λάτρεψα από την πρώτη στιγμή...


...άλλο ένα ταξιδάκι στην Πόλη της ψυχής μας έγινε, χωρίς να το έχουμε προγραμματίσει... Το περίεργο είναι πως παρότι μείναμε εκεί λιγότερο από 24 ώρες, φύγαμε τόσο γεμάτοι, λες και βρισκόμασταν στην αγκαλιά της Πόλης, μήνες...

Wednesday, November 21, 2007

Η Μέτζυ σας ενημερώνει...

Δεν είμαι και πολύ καλά. Η κοιλιά μου έχει γίνει τεράστια, ποτέ δεν ήμουν τόσο χοντρή. Από χθες, κάνω συνέχεια εμετό. Η Πόλια μας, τρόμαξε και το είπε στη μαμά και αυτή κάλεσε τον γιατρό Κίροβ. Δεν αγαπάω τους γιατρούς, αλλά προτιμώ τον γιατρό Κίροβ από τον θείο Ράντι. Πρώτον, γιατί μιλάει με τη μαμά σε μία άγνωστη γλώσσα, της λέει κάτι «δε λαστ», όταν μου κάνει την τέταρτη ένεση κι εγώ δεν καταλαβαίνω τί εννοεί, αλλά μετά το «δε λαστ» με αφήνουν ήσυχη. Από την άλλη με χαιδεύει και με λέει «κοτοπουλάκι του» και εγώ γελάω, όσο άρρωστη κι αν είμαι, γιατί αν και κτηνίατρος δεν ξέρει ότι δεν είμαι κοτοπουλάκι, αλλά σκυλίτσα.
Το μυρίστηκα λοιπόν, ότι κάποιος γιατρός θα έρθει, γι’αυτό το έσκασα και κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο. Η μαμά με βρήκε και ήρθε να με πάρει, αλλά εγώ ξάπλωνα και έκανα πως την δάγκωνα και την γλύτωσα, προσωρινά. Η μαμά έφυγε θυμωμένη, είχα λερώσει και το κοστούμι της, αλλά γύρισε με ενισχύσεις. Δηλαδή με την Πόλια που κρατούσε στο χέρι της ένα κομμάτι ψωμί. Το ψωμί είναι πάντα οι ενισχύσεις. Τόσο το λιγουρεύτηκα, που έτρεχα πίσω τους κι έτσι βρέθηκα κλεισμένη στο κουζινάκι! Με άφησαν πάντως κι έφαγα το ψωμάκι, μιααααμ.
Και μετά ήρθε ο γιατρός Κίροβ. Ρώτησε τί έφαγα και με πείραξε και η Πόλια του τα μαρτύρησε όλα! Μα όλα! Οτι τρώω αφρολέξ και δέρματα και νάυλον σακούλες. Ολα μου τα παιχνίδια, έπρεπε να τα ξέρει ο γιατρός! Ο γιατρός είπε ότι έχω πάθει «τοξικάτσια» και μου έκανε ενέσεις. Οχι μία, πέντε! Ευτυχώς είπε το «δε λάστ» πριν την πέμπτη κι έτσι κάθησα ήσυχη για να τελειώσει. Τι ωραία που είναι να καταλαβαίνεις ξένες γλώσσες!
Μετά είπε ότι τα μωρά μου είναι μικρά! Κι εκεί άκουσα για πρώτη φορά ότι στην κοιλίτσα μου, έχω μωρά! Μα τί τα θέλω εγώ τα μωρά, εγώ είμαι το μωρό της μαμάς και του μπαμπά και της Πόλιας και όλων των ζώων (έτσι λέει ο μπαμπάς τους εργάτες μας), δεν θέλουμε άλλα μωρά! Ομως είδα ότι η μαμά μου ανησύχησε και βάλθηκε κάτι να υπολογίζει. Αχ ρεζίλι με έκαναν, στον γιατρό Κίροβ! Η μαμά, του έλεγε πότε πήγαινα βόλτες με τον Ρίτσι, πόσες φορές πήγα και πόσος καιρός πέρασε από τότε. Κι εγώ τα είχα όλα αυτά ξεχάσει! Γιατί μου τα θύμησαν? Πάντως κατάλαβα, ότι τελικά οι βόλτες με τον Ρίτσι φταίνε, που είμαι τόσο χάλια τελευταία, δεν ξαναπάω βόλτες μαζί του, όσο κι αν μου επιτρέπει να τρώω από το φαγητό του! Θα πηγαίνω με τον Πλάμεν, που κάναμε τόσες βόλτες μαζί την περασμένη φορά και δεν έπαθα τίποτα!
Η μαμά μου, ρωτούσε τον γιατρό μήπως τα μωρά μου έχουν πεθάνει και γι’αυτό είναι μικρά και αν είναι αυτό κακό για μένα. Μα πώς να πέθαναν τα μωρά μου, αφού ακόμα δεν έχουν γεννηθεί καλέ! Τα έπνιξε το αφρολέξ που τρώω, λέτε? Ο γιατρός Κίροβ της είπε τότε να μην ανησυχεί, θα έρθει πάλι αύριο στις δέκα (τί καλά που τα είπε στα Βουλγάρικα και τα κατάλαβα, θα κρυφτώ από τις εννιά!) να με δει. Μέχρι τότε θα πρέπει λέει να πίνω πολύ νερό και να μην φάω πριν το βράδυ τίποτε! Αμ δε! Εγώ στις δώδεκα θα πάω στην ταπετσαρία και ο Ντέσιο θα με κεράσει βάφλες όπως κάθε μέρα, σιγά μην ακούσω τον γιατρό Κίροβ.
Χμμμ, έχουμε ένα πρόβλημα. Η μαμά και η Πόλια έφυγαν. Και ο γιατρός Κίροβ. Με έκλεισαν στην κουζίνα! Η Πόλια μάλιστα, πήρε
και την τροφή μου και μου έφερε ένα τεράστιο δοχείο με νερό! Ποιά? Η Πόλια μου!!! Προδότρα κι αυτή! Δεν θα χοροπηδήσω ξανά πάνω της και δεν θα ξανά-μασουλήσω τα παπούτσια της, να μάθει! Κι όσο για την μαμά... αυτή να δείτε τί θα πάθει! Ολη τη νύχτα θα της χτυπάω την πόρτα! Προς το παρόν όμως, πρέπει να ανοίξω αυτή την πόρτα... Ο Ντέσιο με περιμένει με τις βάφλες. Και ο Γιάνκο θα έχει σίγουρα σαλαμάκι σήμερα... Πρέπει να βγω... Παίρνω φόρα και .... Γκουυυπ, γκουυυπ πάνω στην πόρτα... Γαααααβ, ανοίξτεεεεε!!!!

Thursday, November 15, 2007

Birthday

Η μαμά μου το καλοκαίρι του ’72, δεν μπορούσε να κουμαντάρει την κοιλιά της. Ηταν τόσο τεράστια, που δεν μπορούσε ούτε να κοιμηθεί. Η γυναικολόγος της, της έλεγε ότι το μωρό είναι αγόρι και μεγάλο, και κλωτσάει. «Μα με χτυπάει και στις δύο πλευρές!» έλεγε η μαμά μου. « Ε τότε σου χτυπάει και κουτουλιές!», ήταν η απάντηση της γυναικολόγου.
Ο μπαμπάς μου επέμενε, ότι τα μωρά ήταν δύο. Η γυναικολόγος τον αγριοκοίταζε, γιατι αμφισβητούσε την «ποδοσφαιρική» θεωρία της. Μόλις στον έβδομο μήνα , η γυναικολόγος είπε ότι τελικά ναι, τα μωρά ήταν δύο κι ο μπαμπάς μου έσπευσε να της απαντήσει «Ναι??? Πάρ’την σκούφια μου!».
Στις δεκαπέντε Νοέμβρη, οι γονείς μου και η τεράστια κοιλιά της μαμάς είχαν πάει επίσκεψη. Πάνω στο γλυκό και τον καφέ, τα νερά έσπασαν. Με όλη την ψυχραιμία που την διακρίνει, η μαμά μου πήρε την κατάσταση στα χέρια της. Ο μπαμπάς μου (που τα χάνει εύκολα, ειδικά σε περιπτώσεις σωματικών πόνων), ακολουθούσε διαταγές, υποσχόμενος να μην λυποθυμίσει τις επόμενες ώρες.
Ετσι, διένυσε σαράντα χιλιόμετρα και έφερε στο σπίτι την θεία μου, για να προσέχει την γιαγιά και την μεγάλη μου αδελφή, πήρε την μαμά, που δεν τολμούσε να πει «αχ» για να μην της λυποθυμίσει ο μπαμπάς, φόρτωσαν καθ’ οδόν και μία θεία και μετά τα μεσάνυχτα έφτασαν στο μαιευτήριο. Εκεί πλέον η μαμά, με τα νερά σπασμένα πέντε ώρες, μπόρεσε να τσιρίξει με την ησυχία της.
Σήμερα , καμιά γυναίκα τριανταεπτά ετών, με δίδυμη κύηση δεν θα γεννούσε με φυσιολογικό τοκετό. Αλλά είπαμε, δεν έγινε σήμερα αλλά το ’72. Οταν η μεγάλη μου αδελφή έκανε γυναικολογία, αντιληφθήκαμε πόσο τυχερές είχαμε σταθεί και οι τρεις Ετσι η μαμά, τσίριζε και χτυπιόταν μέχρι τις οκτώ το πρωί..
Ο μπαμπάς περιφερόταν στον διάδρομο με την θεία να βάζει στοίχημα σε πόση ώρα θα τον μαζεύει από το πάτωμα.
Στις οκτώ το πρωί, είδε το φως του κόσμου η Μαρία. Ηταν λέει μελανιασμένη, την είχα εκτοπίσει εντελώς. Ηταν περίπου τρία κιλά. Η μαμά μου ψιλο-απογοητεύτηκε, πώς να το κάνουμε, ήθελε επιτέλους έναν γιό. «Θα είναι γιος το δεύτερο» της είπε η γιατρός. Η μαμά μου είχε τόσο εξουθενωθεί που άρχισε να φωνάζει «αφήστε με επιτέλους ήσυχη, δεν έχω άλλο!!!». Η αλήθεια είναι ότι αφού πέταξα τη Μαρία έξω, γατζώθηκα όσο πιο ψηλά μπορούσα, φαίνεται ότι επιτέλους ένοιωθα άνετα , είχα τόσο χώρο μόνο για μένα, γιατί να βγώ?
Η μαγική μοναξιά, διήρκεσε μόλις είκοσι λεπτά. Στις οκτώ και είκοσι, βίωσα για πρώτη φορά πως κάποια πράγματα, θες δεν θες, τα αποφασίζουν άλλοι για σένα. Βγήκα λοιπόν κι εγώ, ένα τέρας τριάμιση κιλά και παρολίγο να πέσω από τα χέρια του άντρα της γυναικολόγου, που εκτελούσε χρέη μαίας (ναι , έτσι είναι και μην πείτε ότι μπέρδεψα τα φύλα). Ο οποίος άντρας της γυναικολόγου, φώναξε «πετάξτε το στη ζυγαριά! Πού χώρεσαν αυτά σε μία κοιλιά ?». Και με «πέταξαν» ασφαλώς στην ζυγαριά, ενώ τσίριζα με όση δύναμη μπορούσα.
Η μαμά μου με το που κατάλαβε ότι και εγώ ήμουν κορίτσι, το έριξε στον ύπνο. Οι νοσοκόμες, εξαφανίστηκαν, πώς να πουν σε έναν άνθρωπο που μετά από έντεκα χρόνια περίμενε γιο, ότι του ήρθαν άλλες δύο κόρες? Το δύσκολο έργο ανέλαβε η ίδια η γιατρός. Το αποτέλεσμα?
Η θεία που επέβλεπε τον μπαμπά όλη την νύχτα για να μην λυποθυμίσει, λυποθύμισε η ίδια , λέγοντας « έ όχι και δύο Θεέ μου!!!».
Ο μπαμπάς αφού άρχισε να σκορπάει κατοστάρικα στις νοσοκόμες, τηλεφώνησε κατ’αρχάς έναν θείο του για να τον ευχαριστήσει λέει για «την συνταγή» (ο εν λόγω θείος είχε επίσης τρεις κόρες) και κατόπιν την γιαγιά μου.
Η γιαγιά μου, με το που άκουσε το νέο, έβαλε τα κλάμματα και έβρισε τον γιό της (δηλαδή τον μπαμπά μου), ότι αυτός φταίει, γιατί ήταν «η ώρα ανοιχτή ανεπρόκοπε, όταν όλοι σου έλεγαν «άντε και με τον γιό!» την πρώτη φορά και εσύ, απαντούσες σαν χαζός «ας είναι κι άλλες δυό» για να μας το παίξεις ποιητής»!
Ο μπαμπάς καθόλου δεν ενοχλήθηκε με το γενναίο στόλισμα που του έκανε η μαμά του, της κοπάνησε το τηλέφωνο στα μούτρα και ησύχασε. Εδώ που τα λέμε, είχε για πρώτη φορά στην ζωή του, επιβιώσει σε νοσοκομείο για οκτώ ώρες, χωρίς να λυποθυμήσει, θα του χαλούσε τώρα η μάνα του την επιτυχία?
Αυτή την ιστορία , ο μπαμπάς μου χαίρετε να την περιγράφει ακόμα και τώρα, τόσο που κάποιες φορές βαριέμαι να την ακούω. Παραλείπει βέβαια τα σχετικά με τις τάσεις λυποθυμίας του, παρότι είναι κοινό μυστικό. Εχουν περάσει τριανταπέντε χρόνια, έχω ψηλώσει κατά εκατόν δεκαοκτώ πόντους και έχω παχύνει κατά πενηνταέξι κιλά (η γουρούνα!). Η Μαρία που γεννήθηκε πιο κοντή και αδύνατη από μένα , με ξεπέρασε μετά από έξη μήνες κι έκτοτε εγώ είμαι η «κοντή». Εχουμε κάνει όμορφα γενέθλια, άσχημα γενέθλια, και σήμερα κλείνουμε έναν ακόμα κύκλο και προχωράμε.
Μια φίλη μου έλεγε ότι στα τριανταπέντε θα με πιάσει μια κρίση ηλικίας, αλλά τελικά ανακαλύπτω ότι δεν είναι θέμα χρόνων, αλλά θέμα χρόνου κι εγώ δεν έχω χρόνο να πάθω κρίση ΚΑΙ με την ηλικία μου! Μου αρκούν όλες οι άλλες. Είμαι τυχερή γιατί λόγω του ξανθού, άσπρες τρίχες δεν βλέπω αν και σίγουρα υπάρχουν. Και πέρα από τις γκρίνιες μου και την κατά καιρούς απαισιοδοξία μου, σήμερα θα πω την φράση που μου ήρθε πριν από δύο-τρεις μήνες, πάνω σε ζόρι μεγάλο και ο Δημήτρης με κοίταξε λες και έβλεπε εξωγήινο....Μεγαλώνω όμορφα...

Tuesday, November 13, 2007

Νεότερον? Ουδέν!

Επί δύο εβδομάδες, έχω πήξει λέμεεεε! Εφυγε το αφεντικό, ήρθαν οι συνεργάτες, να 'ναι καλά, τους αποχαιρετήσαμε σήμερα κι αυτούς. Κι ενδιάμεσα, ένα ταξιδάκι Αθήνα για μισή μέρα. Για τη δουλειά δεν θα πω λέξη, και σαρανταοκτώ ώρες να είχε η μέρα, λίγες θα ήτανε.
Επί δύο εβδομάδες, μας έφαγαν τα εστιατόρια, οι συναντήσεις, έλεος. Απόψε λέω να ανέβω στο σπίτι νωρίς, να μαγειρέψω (επιτέλους) και να χουχουλιάσω με βιβλία. Δυό μέρες καιρό έχω, μέχρι τον επόμενο επισκέπτη. Τί διάολο, όλοι τώρα μας θυμήθηκαν?

Και πέραν αυτών, ετοιμαζόμαστε να αποκτήσουμε "εγγονάκια". Προς το παρόν η εγκυμονούσα (όχι κινδύνους, ελπίζω) , κοιμάται κάπως έτσι

και ροχαλίζει ασύστολα!

Monday, November 05, 2007

Too late

Εχω πάψει προ καιρού να είμαι παιδί. Για να λέμε την αλήθεια, το «νεαρόν» της ηλικίας το έχω αφήσει εδώ και χρόνια, πίσω μου. Συνεπώς, έχω πάψει και να ξεγελιέμαι, με παιδιάστικες υποσχέσεις. Ο χρόνος μου το δίδαξε, αν και θα ήταν υπέροχα, να μπορούσα να παίζω τις «κουμπάρες», χωρίς να με ενοχλεί.
Ο ίδιος χρόνος, μου διδάσκει τώρα, ότι πέρασε. Αργησα για μια ακόμη φορά. Ξεγελάστηκα, παίζοντας, ναι. Πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιήσω ότι δεν μπορώ να περιμένω νέο «πενταετές», δεν μπορώ να ξεγελαστώ άλλο. Ο κόπος και ο πόνος αρκούσαν για μέχρι σήμερα. Δεν έχω άλλα να ξοδέψω.
Ναι, «καμιά φορά, κυνηγώντας το καλύτερο, καταστρέφουμε το καλό», ναι, «αυτό είναι αυτοκαταστροφικό». Οταν όμως έχεις ήδη το καλό και κυνηγάς το καλύτερο. Οχι όταν προσπαθείς να μετριάσεις την κόλασή σου. Και τεσπά, την δική μου «αυτοκαταστροφή», την επιλέγω ή όχι, εγώ, δεν μου χρειάζονται φωτεινοί σηματοδότες.Ετσι, αυτή την φορά «δεν θα πάρω». Ολο και κάποιος άλλος, θα βρει την όρεξη να «παίξει». Εγώ λέω να προχωρήσω ώς το τέρμα, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Κρατήστε για τους άλλους τις συμβουλές και τις υποδείξεις, ίσως σε αυτούς φανούν χρήσιμες. Και για να τελειώνουμε, σε λάθος άνθρωπο προσπαθείτε να διδάξετε την έννοια της "οικογένειας". Οι δικές μου «οικογένειες» έχουν προ πολλού πιάσει ράφι...

Thursday, November 01, 2007

Οι Ρομ μας

Αφότου βρέθηκα εδώ, καθημερινά συναντάω τους ίδιους εκατό άνθρώπους. Το προσωπικό μας. Κάποιων δεν γνωρίζω καν τα ονόματα, κάποιοι μου είναι ιδιαίτερα συμπαθείς, κάποιους δεν αντέχω να τους βλέπω. Αρκετές φορές μπαίνω στην διαδικασία να τους ψυχολογήσω, κάποιοι μου ξυπνούν ευαισθησίες. Με έχουν απογοητεύσει τις περισσότερες φορές, σε σημείο που μόλις βλέπω ένα καλό στοιχείο λέω μόνη μου "φάε την γλώσσα σου".
Πριν από ένα χρόνο χρειάστηκα εργάτες. Οχι εξειδικευμένους. Δεν ήξερα που να ψάξω και τηλεφώνησα στον Δήμαρχο του χωριού. Αν υπήρχαν άνεργοι στο χωριό , γιατί να μην έρθουν? Ο Δήμαρχος , προς τιμήν του, αγαπάει πολύ τους τσιγγάνους του χωριού (είναι το 30% του πληθυσμού του άλλωστε) και μου έστειλε τρία παιδιά Ρομ, λέγοντάς μου πως εγγυάται προσωπικά.
Ο πρώτος, ο Τσίκο, απομονώθηκε σε μία μηχανή. Μόνος του, δούλευε όλη μέρα, σε σημείο που την πρώτη εβδομάδα, δεν καταλάβαινε πότε έφευγαν οι άλλοι και μου ερχόταν δυό ώρες μετά να πει ότι ξεχάστηκε. "Και πώς θα φύγεις βρε Τσίκο?" "Με τα πόδια, σιγά!". Κάποια στιγμή, ήρθαν βόλτα οι αστυνόμοι του χωριού (το συνηθίζουν, παρέχουμε τζάμπα καφέ και τσιγάρα), και μου είπαν ότι ο Τσίκο έχει καταδικαστεί δεκαεπτά φορές για μικροκλοπές, αν θέλω να τον κρατήσω, να τον προσέχω. Τους είπα ότι ο άνθρωπος δουλεύει, δεν ενοχλεί κανέναν, δεν με απασχολεί το ότι είναι Ρομ και τους ευχαρίστησα για τις πληροφορίες τους (δηλαδή τις ρουφιανιές τους). Ο Τσίκο είναι ακόμα μαζί μας, εξακολουθεί να δουλεύει όσες ώρες χρειαστεί και όταν έπρεπε να λείψει για τον γάμο της κόρης του, δούλεψε δεκαοχτώ ώρες συνεχόμενες, για να μην ξεμείνουμε την μέρα της απουσίας του.
Οι άλλοι δύο ήταν ο Βελίτσκο και ο Τράιτσο. Δούλευαν όπου υπήρχε κενό. Ο Τράιτσο ήταν αθόρυβος, ο Βελίτσκο έλειπε κάθε τόσο. Δυό - τρείς φορές τηλεφώνησα τον Μίτκο και τον συνέτησε. Κάποια στιγμή άρχισαν να χάνονται εργαλεία. Ολοι έδειχναν τους Ρομ. Η αστυνομία όταν έγινε η δήλωση, ήταν επίσης απόλυτη "έχεις γεμίσει το εργοστάσιο γύφτους και θες να σου ψάξουμε τα κλεμμένα?" Εδωσα , πήρα, τους έδιωξα. Δεν με ρώτησαν τίποτα, δεν παραπονέθηκαν, πήραν την αποζημίωσή τους και έφυγαν.
Πριν ένα μήνα χρειάστηκα έκτακτα προσωπικό για δυό-τρείς μέρες. Ξαναπήρα τον Δήμαρχο. Ηρθαν πέντε Ρομ, ο ένας ήταν και πάλι ο Τράιτσο. Το πρώτο απόγευμα που ήρθε να πληρωθεί, ρώτησε τον Δημήτρη αν μπορεί να ξαναρχίσει να δουλεύει εδώ. Το συζητήσαμε, είχα αφήσει πίσω τις κλοπές, άσε που αυτή τη φορά το ζήτησε μόνος του, άρα είχε ανάγκη.
Εκείνο το βράδυ, εντελώς συμπτωματικά, ένας γνωστός από το χωριό , ήρθε και μας είπε ότι ξέρει ποιός κλέβει τα εργαλεία μας, που τα πουλάει και πόσο. Πέσαμε από τα σύννεφα, αυτός που έκλεβε δεν ήταν Ρομ, απεναντίας ήταν ένας που είχε εκδηλώσει ανοιχτά την άποψη ότι οι κλέφτες ήταν αυτοί. Ηταν εργατικός και από τους "χαϊδεμένους" μας. Δεν του είπαμε τίποτα, ακόμα δεν του έχουμε πει, δεν ξέρω και τί νόημα θα είχε. Ωστόσο, κατάλαβα πόσο άδικα είχα φερθεί στον Τράιτσο και τρόμαξα με το πόσο εύκολα κι εγώ πίστεψα πως ο κλέφτης θα ήταν σώνει και καλά ένας Ρομ.
Ετσι ο Τράιτσο, μας έμεινε. Προχθές τον είδα πρωί πρωί, πεντακάθαρο, ξυρισμένο, απόρησα. Θα έλειπε για να πάει να βγάλει την νέα του ταυτότητα. Το βράδυ όμως τον είδα να μπαίνει στο γραφείο. "Σέφε, σήμερα μην με πληρώσεις, έλειψα τρεις ώρες, για βοήθεια ήρθα". "Θα πληρωθείς κανονικά" του είπε ο Δημήτρης. Ηταν πράγματι περίεργο. Εδώ είναι ικανοί να σε λυντσάρουν αν πιστέψουν ότι τους έφαγες μισή ώρα υπερωρία! Και ο Τράιτσο επειδή έλειψε τρεις ώρες, δεν ήθελε να πληρωθεί καθόλου.
Πριν από μία ώρα μπήκε στο γραφείο. Χάιδεψε τη Μέτζυ. Ούτε είχα καταλάβει ότι δούλευε ακόμα. "Σέφκα, τελείωσα με τα υφάσματα, με θες κάτι ή να φύγω?" "Με τί θα φύγεις βρε Τράιτσο? Περίμενε να σε πάει κάποιος στο χωριό". "Σιγά καλέ, θα κατέβω στη γέφυρα και θα περάσω το ποτάμι με τα πόδια"... Να πω μόνο, ότι ακόμα και Αύγουστο μήνα, που το ποτάμι είναι άδειο, κανένας Βούλγαρος εργάτης μας δεν το περνάει με τα πόδια, απαιτούν ταξί που αντί για πέντε λεπτά θα τους πάει στο χωριό μετά από μισή ώρα.΄
Προχθές άλλος ένας Ρομ, ήρθε σταλμένος από τον Δήμαρχο. Δεν ξέρω καν το όνομά του. Επειδή ήταν προεκλογική περίοδος , τον πήραμε. Και απ'ότι δείχνουν τα πράγματα θα τον κρατήσουμε. Είναι επίσης αθόρυβο παιδί και υπάκουο. Ελπίζω να είναι τόσο συνεπής όσο ο Τσίκο και ο Τράιτσο. Και είμαι σίγουρη πώς από τους εκατό, είναι οι μόνοι που ό,τι ακριβώς δείχνουν, αυτό είναι...