Thursday, August 28, 2008
Φύγαμεεεε
Saturday, August 02, 2008
Μέτζυ


Thursday, July 31, 2008
Τρία χρόνια
Χρόνια μας πολλά Μητσάκο μου!
Κτηνιατρικό Ανακοινωθέν
Tuesday, July 29, 2008
Μωρά
Με λένε Ευλόγκι και όταν μεγαλώσω θα παίζω με κομπιούτερ, όπως ο νονός μου!
Και σαν να μην μου έφτανε αυτό, έχω και την Ελενα και τον Μπόλι (τα αδέλφια μου) που με ζαλίζουν, επειδή είμαι ο αρχηγός και πρέπει να παίρνω αποφάσεις για όλα!
Ευτυχώς η Πέτια μας , κοιμάται συνεχώς και δεν μου φορτώνεται!
Monday, July 28, 2008
Ουυυυυυφ
Την Παρασκευή το μεσημέρι, εξαφανίστηκε το Μετζάκι μας. Περάσαμε ένα απαίσιο Σαββατοκύριακο, κλαίγοντας κρυφά ο ένας από τον άλλο και μιλώντας ελάχιστα. Είναι σαν να χάνεις κάποιον από την οικογένειά σου, όπως πολύ σωστά είπε δακρυσμένος χθες το απόγευμα ο Τόνυ. Μπορεί να θεωρηθώ υπερβολική, αλλά επί δύο χρόνια την είχαμε συνεχώς μαζί μας, ήταν αδύνατο να μην μας πονέσει η φυγή της.
Χθες το βράδυ δουλεύαμε, κυρίως για να μην σκεφτόμαστε, όταν άκουσα βήματα στο γραφείο. Ο Δημήτρης ήταν τόσο σίγουρος ότι το σκυλί δεν υπάρχει πια, που ούτε γύρισε να κοιτάξει ποιός μπήκε. Σηκώθηκα από το γραφείο μου και πήγα προς την πόρτα. Επαθα σοκ, ήταν η Μέτζυ που γύρισε κουτσαίνοντας, στο κακό της χάλι. Χωρίς νερό και χωρίς τροφή για τρεις μέρες. Μόλις έτρεξα κοντά της σωριάστηκε στο πάτωμα, ήταν απίστευτα τρομαγμένη και πονούσε τόσο που δάγκωσε μέχρι και μένα, όταν προσπαθήσαμε να την μετακινήσουμε.
Ο γιατρός Κίροβ σήμερα το πρωί, επιβεβαίωσε τις υποψίες μας, κάποιος την χτύπησε άσχημα, σε σημείο να της σπάσει τον γοφό και το σκυλί τρόμαξε κι εξαφανίστηκε. Χρειαζόταν να χειρουργηθεί άμεσα στην πανεπιστημιακή κλινική της Στάρα Ζαγόρα (ω ναι, κι εγώ εντυπωσιάστηκα που υπάρχει πανεπιστιμιακή κτηνιατρική κλινική για τα σοβαρά περιστατικά).
Η μικρούλα μας είναι ήδη εκεί, ο Δημήτρης κι ο γιατρός της επιστρέφουν. Θα χειρουργηθεί αύριο το πρωί και λογικά μεθαύριο θα μπορούμε να πάμε να την πάρουμε. Δυστυχώς, η Στάρα Ζαγόρα απέχει μιάμιση ώρα από εδώ, οπότε είναι αδύνατο να την επισκεφθούμε απόψε και συν τοις άλλοις, καταχραστήκαμε τον χρόνο του γιατρού, που πρέπει να γυρίσει και σπίτι του.
Νοιώθω απλά λύπη για το κτήνος που την χτύπησε. Ανθρωπο δεν μπορώ να τον αποκαλέσω, σόρρυ. Γι'αυτό και τον λυπάμαι. Δεν ξέρω εάν θα τιμωρηθεί όταν βρεθεί, άλλωστε δεν πρόκειται να διορθωθεί τίποτα. Θα μπορούσε να τον είχε αναγνωρίσει και σήμερα η Μέτζυ, αλλά δεν θέλαμε να την επιβαρύνουμε κι άλλο, αρκετά τράβηξε. Το σίγουρο είναι ότι δεν τον έχει ξεχάσει και όταν με το καλό γυρίσει, θα μας οδηγήσει μόνη της σε αυτόν. Αν τον φτύσω άραγε, θα καταλάβει τίποτα?
Monday, July 21, 2008
Ντάντσο ιζ μπακ!
Στην ξενιτιά
τον Eλληνα πως έχει αδελφό
τραγούδι σαν ακούει ελληνικό,
αλλάζει τότε ο Tούρκος απ την Πόλη.
(...)Aυτή που μας ενώνει μπλε μαγεία,
μια θάλασσα ζεστή και καθαρή,
που στις ακτές της ζούνε δυο λαοί,
ζητεί χρυσό αιώνα δίχως βία.
Για τον Δημήτρη και τον Χακάν, που χθες έφεραν στο μυαλό μου, τους παραπάνω στίχους του Μπουλέντ Ετζεβίτ.Κρίμα που δεν τους φωτογράφησα.
Friday, July 18, 2008
Μπρτσκο
Tuesday, July 08, 2008
Ξεμείναμε
Friday, July 04, 2008
Πως αλλάζει ο άνθρωπος!
Κι εγώ κι ο σύζυγος έχουμε γεννηθεί και μεγαλώσει σε πόλεις δίπλα στην θάλασσα. Τα καλοκαίρια μας, από πιτσιρίκια, ήταν απολύτως "θαλασσινά". Πριν τρία χρόνια ήρθαμε στην Βουλγαρία και με το που μπήκε το πρώτο καλοκαίρι, μας έπιασε κατάθλιψη. Πού θα κολυμπάμε, που είναι περί τα πεντακόσια χιλιόμετρα από την περιοχή μας η παραλία?
Μία και μοναδική φορά, είχαμε το κουράγιο να οδηγήσουμε ως την Μαύρη θάλασσα και παρότι μια τέτοια παραλία, στην Ελλάδα θα την αποφεύγαμε, το χαρήκαμε σαν μικρά παιδιά. Τσαλαπατηθήκαμε με χιλιάδες κόσμο, μας μπήκε η ξαπλώστρα του πίσω, μην πω που, εμείς εκεί! Αχ θάλασσα και πάλι θάλασσα.
Τον πρώτο χρόνο λοιπόν κοροϊδεύαμε, πρώτον τους τουρίστες, που αντί να πλατσουρίζουν όλη μέρα στην Μαύρη θάλασσα, συνωστίζονταν στις πισίνες των ξενοδοχείων και δεύτερον τους ντόπιους με την λύσσα που έχουν με τα βουνά τους. Σαββατοκύριακα στα βουνά, πικνίκ στα βουνά και τα συναφή. Κατά τα άλλα, μη έχοντας επιλογές, επισκεφτήκαμε κι εμείς τις τοπικές πισίνες πέντε - έξη φορές.
Πέρσι τα καταφέραμε και το σκάσαμε στην μαμά πατρίδα για δέκα μέρες, αλλά και πάλι, τρέξε από εδώ, τρέξε από εκεί, θάλασσα δεν χαρήκαμε. Δυό μπανάκια όλα κι όλα , έτσι για το καλό.
Σήμερα το πρωί λοιπόν ξυπνήσαμε με τάσεις φυγής και ξαπλώστρας. Η Ελλάδα δεν μας βγήκε, κι άρχισε η αναζήτηση.
Γ: Πάμε Τεκιρντάγ???
Δ : Πάμε Ιστανμπούλ , τότε
Γ : Μα θέλω να κολυμπήσωωωωω. Μαύρη θάλασσα??
Δ : Πεντακόσια χιλιόμετρα για να πάω στην Μαύρη?? Πάμε Ιστανμπούλ, τότε (ω ναι, το κόλλημα, είναι κόλλημα!)
Γ : Ωραία, να ψαξω για Μπιουγιούκτσεκμετζέ ?? Ξέρεις, εκεί που είχαμε πάει με τον Ογουζάκο, εκείνο το βράδυ που ήμασταν λιώμα?
Δ : Ποιό απ΄όλα, με τον Ογουζάκο πάντα λιώμα είμαστε.
Γ: Το βράδυ που φάγαμε στο Μπακίρκιόι και μετά πήγαμε στην θάλασσα για καφέ! (για όσους ξέρουν από Ιστανμπούλ, το Μπακιρκιόι από το Μπιουγιουκτσεκμετζέ απέχουν πολύυυ, ειδικά μετά από ρακοποσία)
Δ : Ααααα, στην παραλία??
Γ : Ε, ναι!
Δ : Τώρα να στο πώ?
Γ : Και δεν το λες?
Δ : Προτιμώ πισίνα!!!!! Εγινα Βούλγαρος ή χαζοτουρίστας???
Γ : Κι εγώ πισίνα προτιμώ! Πάμε Ντέβιν να τελειώνουμε???
Ετσι, αύριο, πρωί πρωί θα ξεκινήσουμε για το Ντέβιν, μια κωμόπολη, δυό ώρες από εδώ, με μεταλλικά νερά. Θα μείνουμε σε ένα πεντάστερο, ιδιοκτησίας του ηγέτη του Τουρκικού κόμματος με τρεις πισίνες παρακαλώ. Θα φάμε και τουρκική κουζίνα (είπαμε το κόλλημα , κόλλημα!). Θα περπατήσουμε στο βουνό (σαν Βούλγαροι) και θα πλατσουρίσουμε στην πισίνα (σαν χαζοτουρίστες). Και όλα αυτά στην απίστευτη τιμή των εβδομήνα ευρώ.
Αν μου λείπει η θάλασσα??? Νοτ ένυμορ! Προτιμώ κι εγώ τα σούιμιν πούλς :ΡΡΡΡΡ
Monday, June 30, 2008
Το ευγενικό στρουμφ και το καλό του να είσαι ξένος
Σήμερα, ένα χρόνο μετά, με μεγάλη μου έκπληξη , είδα τα πλεονεκτήματα του να είσαι ξένος εδώ. Αλλά ας τα πάρω από την αρχή, δηλαδή ας μακρυγορήσω, ως συνήθως.
Χθες το απόγευμα, είχαμε ένα μικρό ατυχηματάκι με το αυτοκίνητο. Για την ακρίβεια, ο Δημητράκος μου το πάρκαρε σε ένα σίδερο, στην είσοδο του εργοστασίου. Η ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία επικοινωνήσαμε αμέσως, απαίτησε πρωτόκολλο της τροχαίας. Κουλό ε? Εμ και το κοπανάς μόνος σου, εμ και πρέπει να καλέσεις τροχαία για να καταγραφεί η μαλακιούλα σου και επισήμως.
Το περιπολικό, προς έκπληξη όλων μας (εμάς των δύο και των παιδιών μας στην φύλαξη, που ήταν έτοιμα να κλάψουν) ήρθε σε πέντε λεπτά. Ο Δημήτρης έχει χάσει το διπλωματάκι του, ο Τόνυ και ο Ιβάν που προθυμοποιήθηκαν να το «φορτωθούν» είχαν τρίποντα από την τροχαία, οπότε η ασφαλής λύση ήμουν εγώ.
Οι τρεις αστυνομικοί, αφού παραπονέθηκαν :
-για τα κουνούπια που έχουμε
-για την σκυλίτσα μας την Λίγκλα που τους έκανε χαρές
-για το ελληνικό δίπλωμά μου όπου όλα είναι γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες και τρέχα γύρευε
-για την ελληνική ταυτότητά μου, που παρότι έχει λατινικούς χαρακτήρες, παραμένει για τους αλλοδαπούς μυστήριο ανεξερεύνητο
-για την μαλακία «μου» να καρφώσω καινούργιο αυτοκίνητο στο παλούκι (προφανώς θα σκέφτηκαν «δεν έπλενε τα πιάτα της η κότα, τί το ήθελε το τζιπ») ,
προέβησαν στο πολυπόθητο αλκοτέστ. «Πρέπει να φυσήξετε για οκτώ δευτερόλεπτα χωρίς διακοπή, μέχρι να σφυρίξει το μηχάνημα». Ελα μου που στο τρίτο δευτερόλεπτο το έκοβα. Τί βάσανο κι αυτό, το τσιγάρο φταίει.
Μας πήρε καμιά ώρα να ετοιμαστούν τα χαρτιά. Πώς γράφεται το όνομά μου στα Βουλγάρικα ήταν κάτι που τους απασχόλησε ιδιαιτέρως. Τί κι αν τους το έδειχνα από την άδεια παραμονής «όοοοοχι, πρέπει να είναι ίδιο με την ταυτότητα!». «Βρε χρυσά μου, η ταυτότητά μου δεν το γράφει στα Βουλγάρικα» και άλλα ευτράπελα. Στο μεταξύ ο Δημητράκος με τους φύλακες συσκέπτονταν πως θα απελευθερώσουν το ταλαίπωρο αυτοκινητάκι μας από το σίδερο.
«Αυριο πρωί θα έρθετε στην αστυνομική διεύθυνση, θα πληρώσετε το πρόστιμό σας και μετά θα πάτε στην Τροχαία να παραλάβετε το πρωτόκολλο» μου είπαν. Βουνό μου ακούστηκε, τα Βουλγαρικά μου ως γνωστόν είναι αισχρά και δεν έχω ιδέα που πέφτει η Αστυνομική Διεύθυνση και η Τροχαία, ούτε μου έχει ξανατύχει να πληρώσω πρόστιμο. Πρέπει να φαινόμουν χαμένη, με λυπήθηκαν μάλλον. Ισως σκέφτηκαν και ότι ο Δημήτρης θα με έδερνε για το τράκο.
«Θα σας περιμένω εγώ στην είσοδο μετά την βάρδιά μου» προθυμοποιήθηκε ο ένας εκ των τριών στρούμφ. «Αλλά μέχρι τις 8.30 να είστε εκεί» συμπλήρωσε.
«Να δεις που θα με βρει κι άλλο κακό σήμερα» μουρμούρισε ο Μητσάκος μου αλλά τον αγριοκοίταξα και το κατάπιε.
Τα στρουμφάκια αποχώρησαν , κατακόκκινα από τα κουνούπια, καταγδαρμένα από την Λίγκλα κι εμείς με την παρέα των τοπικών στρουμφ του χωριού (που κατέφθασαν να δώσουν τα φώτα τους κι αυτά), κόψαμε το κωλοσίδερο και απελευθερώσαμε το ταλαιπωρημένο μας αυτοκίνητο.
Σήμερα το πρωί, αγουροξυπνημένη κατέφθασα με τον οδηγό της εταιρείας στην αστυνομία. «Θα ζητήσουμε τον ινσπέκτορ Κόστοβ» του είπα. Ούτε ήξερα ποιός είναι ο ινσπέκτορ Κόστοβ, αυτόν μου είπαν να ψάξω, αυτόν έψαχνα. Ο θυρωρός όμως που ήξερε ποιός ήταν ο Κόστοβ, είχε απαίτηση να μάθει αν είχαμε ραντεβού μαζί του και ποιός τον ζητούσε. «Γκεόργκια» άκουσα μια φωνή. Γύρισα και ανακουφισμένη είδα τον αστυνομικό που κατέγραψε το συμβάν χθες. Ω ναι, με περίμενε!
Ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο, με έβαλαν να καθίσω , είπα να καπνίσω κιόλας αλλά σκέφτηκα να μην το παρατραβήξω. Και βάλθηκαν να τρέχουν. Ο αστυνομικός, ο συνάδελφός του και ένας κολλητός του οδηγού μας, που βρέθηκε τυχαία εκεί. Οι ίδιοι πήγαν στον προϊστάμενο, οι ίδιοι έγραψαν το πρόστιμο και αφού μου ζήτησαν συγγνώμη για την Βουλγαρική γραφειοκρατία, μου είπαν ότι είμαι έτοιμη για να πάω στην τροχαία.
Βγαίνοντας, ο φύλακας-αστυνομικός μου με περίμενε, πήγε μόνος του και πήρε το πρωτόκολλο και μου το έδωσε. Μας παρακάλεσε να τον γυρίσουμε στην αστυνομία, «αν μπορούσαμε». Την ώρα που κατέβαινε από το αυτοκίνητο, αφού ζήτησε μια ακόμη φορά συγγνώμη για την ταλαιπωρία και την γραφειοκρατία, με "αποτελείωσε"... «Αν θέλετε πηγαίνετε το πρωτόκολλο στην ασφαλιστική σήμερα μέχρι τις 3, έτσι ώστε αν χρειαστείτε κάτι, να μπορώ να σας βοηθήσω. Μετά θα φύγω από την πόλη, πρέπει να πάω το παιδί μου στο νοσοκομείο στην Σόφια». Τον ευχαρίστησα και κατέβηκε.
Wednesday, June 25, 2008
Λιώμα , πτώμα και τα συναφή...
Saturday, June 21, 2008
Τί εισπράτεις εδώ
Διάλογος
Friday, June 20, 2008
Εδώωωωω
2. Εχω υπέρταση και πάλι (όχι που θα με ξέχναγε!)
3. Ξαναέγινα "γιαγιά", το Μετζάκι μας απέκτησε Παρασκευή και 13, επτά κουκλιά και έζησαν όοοολα! Ο γιατρός Κίροβ τα βρήκε "όλα οκ".
4. Εχω νεύρα, νεύρα, νεύρα.
5. Θέλω να εξαφανιστώ , να εξαφανιστώ, να εξαφανιστώ.
6. Το νέο μου κομπιούτερ έχει ένα εκνευριστικά ηχηρό πληκτρολόγιο! Το λαπτόπι μου από την άλλη, ψυχορραγεί, τίγκα στους ιούς.
7. Να περάσει η μέρα , να δω την ομαδάρα (δεν απαντώ σε ερωτήσεις τύπου "ποιά ομαδάρα??", μία είναι που γυρίζει τούμπα όλα τα ματς στο ευρώ-τέτοιο). Στο προηγούμενο παιχνίδι, ουρλιάξαμε τόσο στο 3ο γκολ, που τα σκυλιά μας σίγουρα ότι μας σφάζουν, γαύγιζαν επί ένα τέταρτο.
8. Το καλοκαίρι, ήρθε , φεύγει? Που πάει? Τεσπά του χρόνου, μπορεί και να το συναντήσουμε.
Για όσους δεν κατάλαβαν, δεν είμαι καθόλου , μα καθόλου, καλά...
Saturday, June 14, 2008
Αυτό που δίνεις, εισπράτεις
Thursday, June 12, 2008
Να το πάρει το ποτάμι!!!
Για κακή μου τύχη, ήταν καλοκαίρι και το έργο γινόταν δίπλα στην θάλασσα. Στα διαλείμματά μου, κατέβαινα από την σκαλωσιά και πλακωνόμουν στο αντιηλιακό (δεν χρειάζεται να σας πω ότι τα χέρια μου έγιναν κατακόκκινα ούτε ότι γελούσε ο καφετζής δίπλα, όταν πήγαινα να πάρω καφέ μέσα στη βρώμα και τη μαυρίλα!). Οχι, ούτε μια βουτιά δεν έκανα!
Tuesday, June 10, 2008
Αρχίζει το ματς!
Tuesday, June 03, 2008
Τρία ψέματα και μία αλήθεια...
Friday, May 30, 2008
Ιδιογράφως κι εγώ...
Tuesday, May 20, 2008
Οι μέρες που πονάνε.
Monday, May 19, 2008
Το φεστιβάλ (2ο μέρος)
Το κύπελλο απουσιάζει από την φωτογραφία (το είχε πάρει το αφεντικό του) καθώς και το τσουβαλάκι με την τροφή, το οποίο του ήταν παντελώς άχρηστο και προφανώς χαρίστηκε. Βλέπετε το αγόρι τρέφεται αποκλειστικά με μπριτζολάκια.
Και μπορεί τα σκυλιά μας να μην πήγαν στο φεστιβάλ, αλλά η φήμη τους ταξίδεψε ανά τους παρευρισκόμενους (που δεν ήταν και λίγοι), διότι είναι μεγάλη λόξα να έχεις αγέλη ολόκληρη από δαύτα. Ειδικά όταν δεν είσαι Βούλγαρος, άρα δεν γνωρίζεις το "μεγαλείο" της ράτσας. Γι΄αυτό και η τοπική εφημερίδα μέχρι και συνέντευξη μας πήρε! Αύριο που θα κυκλοφορήσει θα την σκανάρω να την δείτε και να γελάσετε. Βέβαια δεν γνωρίζω τί τίτλο θα έχει το άρθρο. Πολύ φοβάμαι ότι ο τίτλος θα είναι "οι τρελλοί Ελληνες με τα δεκατρία τσοπανόσκυλα".
Και του χρόνου να είμαστε καλά!!!!
Saturday, May 17, 2008
Το φεστιβάλ
Στανισλάβ : Θα φέρω και τον Ρόκυ, σίγουρα θα κερδίσει στην κατηγορία των μικρών!
Εγώ : Εγώ θα έφερνα τον Ρίτσι , αλλά αφού θα κατέβει κι ο Τίτο δεν τολμάω!
Μπόικο : Σιγά καλέ, μικρός είναι ο Τίτο!
Εγώ : Ο Τίτο μικρός? Αν ο Τίτο είναι μικρός, ο Ρίτσι μου είναι ποντικός. Ο Τίτο, το έχει το βραβείο στο τσεπάκι. Αλήθεια,τι βραβεία δίνετε?
Μπόικο : Κύπελλα , μετάλλεια και σακιά με τροφή.
Εγώ : Τυχερός ο Τίτο!
Μπόικο : Βρε τα άλλα είναι σαν γαϊδούρια! Σου λέω ο Τίτο είναι μικρός μπροστά τους!
Δημήτρης : Βρε Μπόικο, δεν ψήνεις την επιτροπή να κερδίσει ο δικός μας? Τί σκατά μέσο έχουμε.
Εγώ : Δεν χρειάζεται! Βρήκα τον τρόπο για να κερδίσουμε σίγουρα!!!!
Με κοιτάζουν και οι τρεις με απορία.
Εγώ : Θα κατεβάσω όλα τα δικά μας σαν ποδοσφαιρική ομάδα! Με νούμερα κιόλας από το 1 μέχρι το 11! Ποιός άλλος έχει τόσο πολλά σκυλιά αυτής της ράτσας? Αρα, το βραβείο μας ανήκει, λόγω πληθυσμού!
Και συνεχίζω ακάθεκτη...
Thursday, May 15, 2008
...
Saturday, May 10, 2008
Σεϊχης είναι αυτός!

Τσουπ, μετά από αλεπάλληλο ζάπινγκ, πέφτουμε πάνω σε ένα ντοκυμαντέρ για το νησί Φοίνικα.
-Αααααααααααααα, θέλω να το δω! Εχω ακούσει τόσα γι’αυτό, λέει ο εργοδότης μας και επιτόπου ανεβάζει ήχο.
Και παρακολουθούμε όλη την ιστορία κατασκευής του εντυπωσιακού – πράγματι- νησιού, το οποίο «χάρισε» στο εμιράτο, κάποιες επιπλέον εκατοντάδες χιλιόμετρα ακτής.
Κολλάω κι εγώ, γιατί όπως και να το κάνουμε μετά από επτά χρόνια στις κατασκευές το σαράκι με τρώει ακόμα. Ασε που σκέφτομαι, πως για να μπορέσω να πάω εκεί κάποια μέρα, θα πρέπει να έχει γκρεμιστεί πάλι κανένας δίδυμος πύργος, συμπαρασύροντας τις τιμές.
«Ο διάδοχος Σεϊχης, αποφάσισε ότι το νησί πρέπει να κατασκευαστεί με φυσικά υλικά, δηλαδή μόνον άμμο και πέτρα» λέει ο εκφωνητής.
«Ε, καλά τώρα, το παιδί είναι ηλίθιο!» μου ξεφεύγει.
Ο Δημήτρης γελάει και πιάνω το αφεντικό μου να με κοιτάζει λοξά.
«Ενα έργο που απαιτούσε δεκαπέντε χρόνια κατασκευής, έπρεπε να κατασκευαστεί σε πέντε». (Σεϊχης- είναι- αυτός!)
«Ο διάδοχος Σεϊχης παρακολουθούσε καθημερινά την πορεία εργασιών».(Ασχετος, ξε-άσχετος, Σεϊχης- είναι- αυτός!)
«Οι μηχανικοί και τα συνεργεία εργάζονταν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο» (Εμ πως αλλιώς, θα τους μαστίγωνε ο Σείχης- είναι- αυτός!)
Ο διάδοχος Σεϊχης με λίγα λόγια, κατέβασε μια ιδέα, πλήρωσε αδρά για να του την υλοποιήσουν, ανεξάρτητα με το πόσο εφικτή ήταν κι ανεξάρτητα με το πόσο αμφίβολο είναι το μέλλον του νησιού. Να μην μιλήσουμε βέβαια για το κόστος συντήρισης ενός τέτοιου έργου. Με άλλα λόγια το παιδί ήθελε νησάκι, σε σχήμα φοίνικα παρακαλώ κι έκανε το κέφι του.
Οσο παρακολουθούσα τις φάσεις κατασκευής με είχε πιάσει τέτοιο άγχος , λες και ήμουν στο εργοτάξιο. Νύχι δεν μου έμεινε αφάγωτο. Και το αφεντικούλι μας, να κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα «Ω! Τι σκέφτηκε ο Σεϊχης!». Κάποια στιγμή έχω φτάσει στο αμήν.
«Να είσαι μηχανικός, να σου λέει ο Σεϊχης την μαλακία του και να σου έρχεται να φας τα πτυχία σου» σκέφτομαι μεγαλοφώνως.
Δημήτρης ξαναγελάει,
Αφεντικό ξανα λοξοκοιτάζει.
Συνειδητοποιώ την ομοιότητα του δικού μας με τον Σεϊχη. «Θέλω αυτό κι επειδή το θέλω εγώ, πρέπει να γίνει. Δεν με νοιάζει αν απαιτείται Χ χρόνος, εγώ το θέλω χθες. Δεν έχει μα και ξε-μα, σκάσε και κολύμπα. Είναι δυνατόν να ξέρεις περισσότερα από εμένα???»
Από την άλλη, έχουμε φάει όλη τη μέρα στον υποτιθέμενο διάλογο. «Μονολογώ δυνατά για να ακούσω αντίλογο» έχει πει σε κάποια στιγμή, το απόγευμα. Και τα κουρασμένα νεύρα μου (όχι εγώ, σας το ορκίζομαι) απάντησαν ευθαρσώς «Μονολογείτε για να σας πούμε ότι έχετε δίκιο. Οταν υπάρχει αντίλογος, θα πείτε ότι δεν γνωρίζουμε όλες τις παραμέτρους!» . Οχι, δεν με απέλυσε μετά από αυτό, άλλωστε είπαμε, τα νεύρα μου το είπαν, όχι εγώ.
Πάνω που αποφασίζω να βουλώσω το αναιδέστατο στόμα μου και να αφήσω ήσυχο και σεϊχη και αφεντικό στις μεγαλεπίβολες ιδέες τους, πετάγεται ο Δημήτρης , που όλη τη μέρα έχει υποδειγματικά κρατήσει, τις εύθραυστες ισορροπίες στους μεταξύ μας διαλόγους, σίγουρος πλέον ότι λειτουργεί καλά ως «πυροσβέστης»...
«Την νέα αποθήκη, να την κάνουμε σε σχήμα φοίνικα?????»
Δεν χρειάζεται να σας πω , ποιός λοξοκοίταξε ποιόν αυτή την φορά, εγώ πάντως, δεν γέλασα!
Wednesday, May 07, 2008
Καλό μήνα
Wednesday, April 30, 2008
30.4.1989
Ενας καλοστεκούμενος ηλικιωμένος, κρατάει από το χέρι, δύο κοριτσάκια με μπούκλες. Από την μια πλευρά την ξανθούλα, από την άλλη την καστανούλα. Τους δείχνει το παλιό σχολείο ενός χωριού. «Εδώ πήγε σχολείο ο μπαμπάς σας και η θεία σας, κι εκεί απέναντι ήταν το πατρικό τους». Οι μικρές ενυπωσιάζονται, ο μπαμπάς τους, ποτέ δεν τους έχει δείξει το πατρικό του. Το μόνο που ξέρουν από το χωριό είναι το σπίτι της θείας. Κι ο θείος πήγε εκεί σχολείο. Αλλά δεν το λέει, τον νοιάζει να πει για την δική τους οικογένεια. Αυτή που τον αγκάλιασε και τον κρατάει πιο σφιχτά από την δική του.
Ο θείος φοράει πάντα πουκάμισα με μακρύ μανίκι. Κρύβει την λεύκη στα χέρια του. Τα βράδυα, κάθεται στην παλιά πολυθρόνα δίπλα στην στόφα και λέει ιστορίες. Δεν φωνάζει ποτέ, δεν θυμώνει. Τα καλοκαιρινά πρωινά, μας παίρνει μαζί του, ξημερώματα να μαζέψουμε καπνά. Οχι ότι μαζεύουμε στα αλήθεια. Πιο πολύ φασαρία κάνουμε. Οταν γυρίζουμε σπίτι όμως, το «μεροκάματό μας», μας περιμένει. Κι όσο βελονιάζει, του φτιάχνουμε καφέ. Βρίσκω ένα ποτήρι που μου αρέσει και πάω να βάλω το νερό του. «Χαζούλα, εκεί ο παππούς βάζει τη μασέλα του!» με κοροϊδεύει ο Νίκος και μου το παίρνει από τα χέρια. Μα ήταν τόσο όμορφο!
Εχει επέτειο με τη θεία... Με το Νίκο συγκεντρώνουμε τα «μεροκάματά μας» και τους αγοράζουμε ένα δώρο από το μοναδικό καφενείο του χωριού. Δύο γυάλινα πιατάκια, σε ένα πλαστικό διάφανο κουτί, στολισμένο με μια άσπρη κορδέλλα. Εκείνο το δώρο, πρέπει ακόμα να βρίσκεται στο παλιό μπουφέ στο σαλόνι. Μέσα στο κουτί του. Της θείας δεν της έκανε καρδιά να το βγάλει από εκεί.
Εχουν μόλις γυρίσει με τη θεία από το ταξίδι τους στην Βουλγαρία. Μας έχουν καλέσει να πάρουμε τα δώρα μας. Ενα κόκκινο, πλαστικό κολιεδάκι για μένα. Υπάρχει ακόμα, κρεμασμένο στην αγαπημένη μου κούκλα. «Του χρόνου θα πάμε στην Τουρκία, να σας αγοράσουμε από ένα χρυσό δαχτυλίδι». Δεν πρόλαβαν. Κάθε φορά που πάω στην Τουρκία, θυμάμαι εκείνη την υπόσχεση και λες και θέλω να την τηρήσω, αγοράζω σχεδόν κάθε φορά ένα δαχτυλίδι.
Είναι καλοκαίρι και είναι στο νοσοκομείο. Τηλεφωνεί ο παπάς του χωριού. «Τροχαίο». Οι γονείς μου δεν είναι στο σπίτι. Φτάνω και μόλις βλέπω την θεία, που δεν έχει χτυπήσει τόσο, λυποθυμάω. «Δεν τους έφτανε το δικό τους, μάζευαν κι εσένα» με μαλώνει μετά, η μαμά μου. Αλλά, όλα είναι καλά. Η ζωή, μας δίνει μια παράταση που κανένας μας δεν κατάλαβε.
Μεγάλη Τρίτη. Η θεία τηλεφωνεί, ο θείος λυποθύμησε το πρωί στο χωράφι, πήγαν στον καρδιολόγο, αλλά τώρα είναι καλά. Ξεσηκώνω τον τρομοκρατημένο πατέρα μου και φτάνουμε στο χωριό. Σε όλο το δρόμο τρώω πατατάκια και λέω μαλακίες. Τον κουβαλάμε άρον άρον, ξανά στον γιατρό. Η θεία πριν μπει στο αυτοκίνητο, γεμίζει με καραμέλες το πίσω κάθισμα. Ο γιατρός είναι συνοφρυωμένος. «Το καρδιογράφημα, διαφέρει από το πρωινό». Τον κοιτάζω με αυθάδεια. Ο μπαμπάς, πιο κίτρινος από τον θείο, αδύνατον να μιλήσει. «Δηλαδή είναι καλύτερο ή χειρότερο?» ρωτάω με όλη την αφέλεια των δεκαέξη χρόνων μου. «Οταν λέμε ότι διαφέρει, σημαίνει ότι δεν είναι καλύτερο» απαντάει ο γιατρός. «Καλύτερα να νοσηλευθείται» του προτείνει.
Εδώ, δεν έχω πια τις φωτογραφίες σου. Εκείνες, τις δικές σου. Γιατί καμία, ποτέ, δεν βγάλαμε μαζί. Ισως γιατί δεν έτυχε, ίσως γιατί ποτέ δεν σκέφτηκα ότι κάποτε θα έφευγες. Τα γυαλιά σου και το βουρτσάκι από το τελευταίο σου ξύρισμα, εκείνο που μύριζε τον πρώτο καιρό, τον φτηνό αφρό ξυρίσματος, είναι φυλαγμένα στο σπίτι στην Ελλάδα, σε ένα κουτί. Μου τα έδωσε η θεία, την επομένη που έφυγες, όπως τα πήρε από το νοσοκομείο.
Ολα αυτά τα χρόνια, το μόνο που μου έμεινε είναι η ευχή σου. Εκείνη που μου έδωσες πριν φύγεις για το νοσοκομείο. Είχες τρομάξει, έκλαιγες. Ο ατρόμητος θείος μου, έκλαιγε. Μπήκες στο δωματιό μου και μου ψιθύρισες «Γιωργία, να έχεις την ευχή μου». «Μην ακούω χαζά, θα γυρίσεις μέχρι τη γιορτή μου» σου είπα με την εφηβική μου αισιοδοξία και σε αγκάλιασα. Δεν απάντησες. Και δεν γύρισες. Το τελευταίο βράδυ, είπες «στην Γιωργία πρόλαβα κι έδωσα την ευχή μου, δεν με νοιάζει τίποτα». Για χρόνια, τα παιδιά σου και οι αδελφές μου, το έλεγαν με παράπονο.
Ξημερώματα χτύπησε το τηλέφωνο. Ο γιος σου. Είχαμε πει «Χριστός Ανέστη» λίγες ώρες πριν. «Ζωή σε λόγου σου αγόρι μου» άκουσα τον μπαμπά να λέει μέσα στον ύπνο μου. Ποιός έφυγε? Ο θείος έφυγε. Γιατί? Ο θείος θα έβγαινε από το νοσοκομείο την Τρίτη του Πάσχα. Είχε βγει από την ενταντική, αλλά δεν μπορούσε να πάρει εξιτήριο Μεγάλο Σάββατο. Ο θείος θα ερχόταν την Τρίτη.
Ανήμερα το Πάσχα, μαζεμένοι στο χωριό. Ποτέ δεν κάναμε Πάσχα στο χωριό. Λες κι ήθελες να μας μαζέψεις, εκείνη τη μέρα διάλεξες να φύγεις. Λίγες ώρες μετά την Ανάσταση. Με την έννοια στο σκυλί σου , που θα φοβόταν από τα βεγγαλικά. Και μαζευτήκαμε, όπως το ήθελες. Και πρωτοφόρεσα μαύρα. Πριν φύγεις , μου είχες αφήσει το «δώρο μου» για την γιορτή μου. Αγόρασα ένα μαύρο ταγεράκι. Λες και ήξερα πως θα χρειαστεί. Κι ήταν τόσος ο πόνος και η οδύνη, που κανένας δεν πίστευε ότι ο νεκρός ήταν ήδη εβδομηνταδύο χρονών. «Μην κλαις τόσο κοριτσάκι μου, οι πίκρες σου είναι μπροστά ακόμα», μου είπε η αδελφή σου. Πόσες φορές την θυμήθηκα μετά. Πόσες φορές ανέτρεξα σε εκείνα τα λόγια όλα αυτά τα χρόνια. Κι όμως, οι πίκρες που ήταν μπροστά μου, δεν άφηναν τρύπες μέσα μου. Περνούσαν κι έφευγαν. Η δική σου απώλεια, δεκαεννέα χρόνια μετά, πονάει το ίδιο.
Μετά έφυγε και η θεία. Εκείνη που παραπονιόταν , πως οι ανηψιές της λάτρευαν τον άντρα της πιο πολύ από την ίδια, που ήταν αίμα τους. Δεν θα άντεχε ποτέ μακρυά σου, το ξέραμε. Είπαμε ότι ήσουν τυχερός που έφυγες νωρίς, που δεν πρόλαβες να την δεις άρρωστη, με τα σγουρά μαλλιά της, χαμένα. Δεν θα το άντεχες τόσο που την αγαπούσες. Και για πρώτη φορά μακαρήσαμε τον θάνατό σου.
Δεν πάω πια στο χωριό. Κανένας μας δεν πάει. Κι εμείς και τα παιδιά σου, σαν κλέφτες περνάμε από το νεκροταφείο και φεύγουμε. Δεν υπάρχει χωριό, χωρίς εσένα εκεί. Γιατί εσύ μας το δίδαξες, εσύ μας έμαθες να το αγαπάμε.
Δεν ήσουν μόνο ο θείος. Ησουν ο παππούς που δεν είχα, ο δεύτερος πατέρας, ο αδελφός που δεν είχε ο πατέρας μου. Και τα ξεχνάς όλα, δεν έρχεσαι πια στα όνειρά μου.
Tuesday, April 29, 2008
Διακοπή στις διακοπές
Wednesday, April 16, 2008
Κύριε Ανακριτά....
Σας παραθέτω λοιπόν τί ακριβώς του έγραψα για να μπορέσει ο άνθρωπος να με φακελλώσει με την ησυχία του!
1. Ονομα : Γεωργία επισήμως, Γωγώ ανεπισήμως και Γκεργκάνα κατά τους Βούλγαρους! Σας κάλυψα νομίζω!
2. Γενέθλια : Παραμονή της 17ης Νοέμβρη. Οχι, οχι, ουδεμία σχέση έχω με την εν λόγω οργάνωση, πα-ρα-μο-νή είπαμε!
3. Ζώδιο : Σκορπιός, πλήρης δηλητηρίου! Να σας δαγκώσω αν δεν με πιστεύετε!
4. Χρώμα μαλλιών : Ξανθό εκ γεννετής. Το τονίζω και με ανταύγειες, μήπως και χαζέψω κι άλλο!
5. Χρώμα ματιών : Πράσινα, πλούσια σε μυωπία! Αααα! Το ένα έχει και αστιγματισμό!
6. Εχεις ερωτευτεί ποτέ? : Υπάρχει κάποιος που ΔΕΝ????
7. Είδος μουσικής που ακούς : Τα πάντα εκτός από μερικά :Ρ
8. Xαρακτήρας Disney : Μα δεν είναι μια γλύκα ο Winnie?????
9. Ποιός φίλος/ φίλη σου μένει πιο μακρυά? : Μήπως να ρωτούσατε ποιός μένει πιο κοντά??? Τεσπά περισσότερο μακρυά από τους άλλους, μένει η Μαρίκα, στην Φινλανδία.
10. Πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μόλις ξυπνήσεις: Θα αργήσω δέκα λεπτά κι αν θέλουν ας με απολύσουν!!!! (Μα κάθε μέρα η ίδια σκέψη κι ακόμα να με απολύσουν!)
11. Κάτι που έχεις πάντα μαζί σου και δεν το αποχωρίζεσαι: Τα γυαλιά μου! Πώς θα μπορούσα ????
12. Τί έχεις στον τοίχο σου? σε ποιόν από όλους?μήπως να γίνεται πιο συγκεκριμένος???
13. Τί έχεις κάτω από το κρεββάτι σου? Το πάτωμα ασφαλώς!!! Δεν κοιμάμαι σε αιώρα!
14. Αν ήσουν μόνος/η στο σπίτι και άκουγες ένα βάζο να σπάει τί θα έκανες? Θα έλεγχα αν είναι η Μέτζυ μέσα στο σπίτι. Αλλιώς θα έψαχνα για το φάντασμα !
15. Αγαπημένος αριθμός : 8
16. Αγαπημένο όνομα : Σολομωνή (μην γελάσετε, έχω τους λόγους μου).
17. Τα χόμπυ σου : Πολλά, χρόνο που θα βρώ δεν ξέρω!
18. Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα ? Η απάντηση είναι μία , οποιαδήποτε φορά κι αν ερωτηθώ. Στην Ιστανμπούλ!!!!
19. Μια ευχή για το μέλλον : Να ζήσουμε όλοι σαν άνθρωποι, με ό,τι συνεπάγεται αυτό!
20. Αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο και να γυρίσεις πίσω, σε ποιά εποχή θα πήγαινες? Οχι, πολύ πίσω. Στην εποχή των παιδικών μου χρόνων!
21. Φωτιά! Πάρε κάτι μαζί σου! :Τον Δημήτρη απαραίτητα, για να κουβαλήσουμε, την κουκλοοικογένεια, την Μέτζυ, τα κοσμήματά μου, τα κινητα μου και το λάπτοπ μου. Επειδή έζησα μια τέτοια κατάσταση πριν ένα χρόνο, είμαι πάντα οργανωμένη!
22. Αγαπημένο λουλούδι : Οι λαλέδες της Πόλης, τον Απρίλη!!!!
23. Αγαπημένη σειρά : Αυτή της παραγωγής μας ! :Ρ
24. Αγαπημένη ταινία : Μα είναι τόσες πολλές! Να πω μία στην τύχη! "Ο καιρός των τσιγγάνων" του Κοστουρίτσα.
25. Αγαπημένο τραγούδι : Επίσης πολλά! Πάλι ένα στην τύχη! "Annem" της Candan Ercetin.
26. Aγαπημένο βιβλίο : Δύσκολη ερώτηση για βιβλιοφάγο. Ενα από τα πολλά λοιπόν το "Ετσι ήρθαν τα πράγματα μα έτσι δεν θα πάνε" του Αζίζ Νεσίν.
27. Αγαπημένο ζώο : Τα σκυλιά μου ασφαλώς!
28. Αγαπημένο ρούχο : Τζήν!
29. Αγαπημένος καλλιτέχνης/ίδα : Πολλοί!!!!
30. Αγαπημένο χρώμα : Ολες οι αποχρώσεις του μπλε, μα όλες!
31. Αγαπημένο φαγητό : Ολα τα κεμπάμπ του Μουσταφά στο Gunler!
32. Με ποιόν χαρακτήρα από καρτούν ταυτίζεσαι : Είμαι καρτούν από μόνη μου, προς τί η ταύτιση?? Χμμμ, μήπως με τον Τιραμόλα???
33. Κακή συνήθεια : Καπνίζω σαν φουγάρο. Και όπως γίνεται με όλες τις "κακές συνήθειες", το απολαμβάνω κιόλας!
34. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που σου αρέσει : Οτι δεν φοβάμαι τα δύσκολα.
35. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που δεν σου αρέσει: Οτι καμιά φορά, κολλάω στα εύκολα!!!
36. Συνηθισμένη ατάκα :Μπόζιε, μπόζιε!!! (Θεέ μου, θεέ μου!)
37. Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις: Ρεπόρτερ σε εμπόλεμες περιοχές!
38. Μεγαλύτερος φόβος : Να μην μπορώ να περπατήσω.
39. Η καλύτερη pizza : Αυτές οι Βουλγάρικες δεν τρώγονται με ΤΙΠΟΤΑ!!!
40. Πιστεύεις ότι τα κατοικίδια ζώα είναι : Πιστά, τρυφερά, και άδολα, τα τετράποδα. Για τα δίποδα κατοικίδια που λέγονται άνθρωποι, να μιλήσουμε άλλη φορά, ε?
Καλέεεεε τι κατεβατό είναι τούτο??? Εγώ το έγραψα όλο αυτό? Λοιπόν για να μην τεμπελιάζουμε, καλούνται οι Palirroia, Korinoskylo, Bro, Lianne και όποιος άλλος είναι διαθέσιμος για φακέλλωμα, να το συνεχίσει.
Monday, April 14, 2008
Κούκλα αντί για μύδια
Κι ήρθε η Βίκυ. Ενα κοριτσάκι αδύνατο και φτωχοντυμένο, καρμπόν ο Στανισλάβ. Δυό μέρες ζωγράφιζε με τα χρωματιστά στυλό που της δώσαμε και την τελευταία μέρα μας τα επέστρεψε. Δεν δεχόταν να τα κρατήσει, παρότι της λέγαμε ότι είναι δικά της πιά.
Πριν ένα μήνα, ένα πρωινό τηλεφώνησε και ζήτησε άδεια, η γυναίκα του γέννησε την δεύτερη κορούλα τους. Ούτε ξέραμε ότι ήταν έγκυος, ούτε καταλάβαμε πως θα τα βγάλουν πέρα με δυό μικρά, αφού και με το ένα δυσκολεύονται.
Το περασμένο Σάββατο, αφού τελειώσαμε το φόρτωμα στο λιμάνι της Βάρνας πήγαμε για φαγητό στο Νεσεμπάρ. Τον άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο. «Γκρινιάζει η γυναίκα που λείπεις όλη μέρα?» τον πείραξε ο Δημήτρης. «Οχι σέφε, η Βίκυ μου ζήτησε να της πάω τρία – τέσσερα μύδια, μόλις της είπα ότι είμαι στη θάλασσα» απάντησε. Απόρησα με την απλοϊκή επιθυμία του παιδιού. «Τρία- τέσσερα μύδια». Από την θάλασσα, που ο Στανισλάβ, έβλεπε μόλις για πέμπτη φορά. Οσο τρώγαμε το σκεφτόμουν. Το παιδί που λαχταρούσε να γυρίσει ο πατέρας σπίτι, με κάτι στα χέρια του. Ενα παιδί συνειδητοποιημένο από τα οκτώ του, δεν ζήτησε πανάκριβα παιχνίδια ούτε γλυκά, ζήτησε κάτι ανέξοδο. Μύδια.
Ο Στανισλάβ λυπόταν που δεν μπορούσε να βουτήξει στη θάλασσα και να της πάει τα μύδια της. Μπόρεσε και αγόρασε ένα μαγνητάκι για το ψυγείο τους. Ενθύμιο από το Νεσεμπάρ, που ποιός ξέρει αν θα ξανάβλεπε στη ζωή του. Δεν είχε προφανώς άλλα λεφτά μαζί του. Μπήκαμε στα αυτοκίνητα και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Στο πρώτο βενζινάδικο που βρήκαμε, σταματήσαμε με τον Δημήτρη και χωρίς καν να μιλήσουμε μεταξύ μας, διαλέξαμε μια κούκλα για την Βίκυ και μια λούτρινη κουδουνίστρα για το μωρό. «Θα σκεφτεί ο χαζός να πει, ότι τα αγόρασε ο ίδιος?» αναρωτήθηκα. Δεν με ενδιέφερε να ξέρει η μικρή ποιός τα αγόρασε, με ενδιέφερε να δει τα γεμάτα χέρια του πατέρα της , όταν θα έμπαινε στην πόρτα. Να της πει, "δεν βρήκα μύδια, αλλά κοίτα τι σου πήρα!"
Εφτασαν στην πόλη πριν από εμάς. Μόλις συνειδητοποίησα ότι παρά τα απανωτά τηλεφωνήματα για να τους βρούμε, είχε πάει σπίτι χωρίς να του δώσω τα παιχνίδια, μου ήρθε να κλάψω. «Θα πάμε σπίτι να του τα δώσουμε, τι στεναχωριέσαι?» επέμενε ο Δημήτρης. «Δεν είναι το ίδιο! Επρεπε να τα πάει ο ίδιος! Τώρα χάλασε η έκπληξη!» επαναλάμβανα σαν πεισμωμένο πιτσιρίκι.
Του τηλεφωνήσαμε τελικά, κατέβηκε από το σπίτι τρέχοντας να δει τί θέλουμε, ανεξάρτητα με το πόσο κουρασμένος ήταν. Του δώσαμε τα παιχνίδια. Δεν είπε ευχαριστώ, τα είχε χάσει. Το φωτισμένο πρόσωπό του, έλεγε χίλια ευχαριστώ, τα λόγια δεν χρειάζονταν.
Σήμερα το πρωί ήρθε στο γραφείο μου. Χαμογελούσε και μου έδωσε αυτή την καρτούλα. Ηταν το ευχαριστώ της Βίκυ! Τελικά δεν έπεσα έξω. Δεν σκέφτηκε να πει ότι τα αγόρασε μόνος του...
