Πέρασα μια εβδομάδα κό-λα-ση! Λες και με ανακάτευαν στο καζάνι της! Στον ρόλο του αρχιμάγειρα , ο μπος, που ήρθε, είδε και δεν έλεγε να απέλθει. Παρότι δις τάιμ, παραήταν μαλακός (μέχρι κι ότι του λείπαμε το πρωί που δουλεύαμε, μας είπε!!!), το ανακάτεμα μας το έκανε. Ετσι, την εβδομάδα που πέρασε :
- Μαγείρευα κάθε βράδυ !!! (ακούγοντας το "αχχχ, τί θέλει ο άνθρωπος? ένα δωματιάκι κι ένα πιάτο ζεστό φαί!". )
- Κάψαμε ίσα με δέκα κυβικά ξύλα στην ξυλόσομπα (του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια και την φούντωνε, με αποτέλεσμα να ανοίγουμε όλα τα παράθυρα),
- Κατέβαζα δεκατρείς διαφορετικές ιδέες το δευτερόλεπτο (για να καλύψουμε όλες τις εμμονές του),
- Μίλησα τόσο πολύ Βουλγαρικά, που στο τέλος του δήλωσα ότι τα παρατάω όλα και γίνομαι μεταφράστρια,να χεστώ στο τάληρο!
- Τα πρωινά, προκειμένου να μην μποτιλιαριστούμε όλοι στο μπάνιο, ξυπνούσα κατά τις εννέα, με αποκορύφωμα την Παρασκευή να μου ζητήσει συγγνώμη που δεν με άφησε να κοιμηθώ λίγο ακόμα!!!
- Εκανα τον καραγκιόζη σε κάθε καραγκιόζη, που ο ίδιος δεν άντεχε να μιλήσει
και άλλα πολλά, που επιθυμώ να ξεχάσω!
- Μιλούσα καθημερινά με την μεγάλη μου αδελφή, προκειμένου να πειστώ ότι αυτό που ζούσα, ήταν σαφώς καλύτερο από την πνευμονία της.
Οταν χθες , εδέησε ο Κύριος να τον πάμε στο αεροδρόμιο (είχα φροντίσει να βγάλω εισητήριο και του το έφερα ως τετελεσμένο), ένοιωθα σαν διαλυμένο παζλ. Και αφού τον ασπαστήκαμε σταυρωτά και μπήκαμε στο αυτοκινητάκι μας, είπα στον Μητσάκο, μιας και βρισκόμαστε στην πρωτεύουσα, να φάμε ένα πολιτισμένο σπαγγέτι. Αμ δε! Μόνο με κλωτσιές δεν μας πέταξαν έξω , που πήγαμε επτά η ώρα σε εστιατόριο που θα δούλευε μετά τις εννέα, για χάρη του κερατά του Βαλεντίνου.
Στο μεταξύ, οι Βούλγαροι φίλοι μας, που και πέρυσι είχαμε πνίξει τον Βαλεντίνο μαζί τους (σε τόννους ρακίας), έσπαγαν τα τηλέφωνα για το πότε θα πάμε στο Μπάνσκο, που θα τον πνίγαμε φέτος.
Μπόικο (στο εβδομηκοστό όγδοο τηλεφώνημα): Γκουγκού , πού είσαστε?
Εγώ (ξεψυχισμένα) : Στο αεροδρόμιο Μπόικο, πάλι θα τα λέμε???
Μπόικο : Α ωραία! Και μετά έρχεστε Μπάνσκο!
Εγώ (οργισμένα): Δεν ερχόμαστε! Δεν έχω κουράγιο ούτε να γυρίσω σπίτι, σου είπααααα!
Ετσι γυρίσαμε σπιτάκι μας, μαγειρέψαμε βαλεντίνικο φαγητό (η κρέμα γάλακτος με τέσσερα κουτάλια κόκκινο πιπέρι γίνεται πανεύκολα ροζ!) και πέσαμε στο κρεββάτι μας. Στα τρία δευτερόλεπτα άκουσα το ροχαλητό του Μητσάκου και κοιμήθηκα κι εγώ ήσυχη.
Σήμερα ξυπνήσαμε με μια λιακάδα νααααα (το ψωλόκρυο παραμένει ωστόσο) , από το νέο τηλεφώνημα του Μπόικο που μας εξέφρασε το παράπονό του, ότι το Μπάνσκο είναι πήχτρα στους Ελληνες και μας ήθελε για μεταφραστές , γιατί δεν καταλαβαίνει Χριστό. Τί να του μεταφράζαμε δεν ξέρω, προφανώς να κάνει κουτσομπολιό ήθελε.
Λέω να πεταχτώ να αγοράσω τα βραχιολάκια της γιαγιάς Μάρτα, για να προλάβω να τα ταχυδρομήσω, στο πολυπληθές εν Ελλάδι κοινό τους και μετά να ξανασαπίσω στον ύπνο, μπας και επανέλθω στις προ-κολάσεως συνήθειες μου.