Monday, June 30, 2008

Το ευγενικό στρουμφ και το καλό του να είσαι ξένος

Πριν από ένα χρόνο, ακριβώς τέτοιες μέρες, επειδή ήμουν ξένη και γυναίκα, άρα ανεπιθύμητη και «άσχετη», δέχτηκα έναν πόλεμο άνευ προηγουμένου. Ασχετα με το πως εξελίχθηκε, βασανίστηκα αρκετά.
Σήμερα, ένα χρόνο μετά, με μεγάλη μου έκπληξη , είδα τα πλεονεκτήματα του να είσαι ξένος εδώ. Αλλά ας τα πάρω από την αρχή, δηλαδή ας μακρυγορήσω, ως συνήθως.
Χθες το απόγευμα, είχαμε ένα μικρό ατυχηματάκι με το αυτοκίνητο. Για την ακρίβεια, ο Δημητράκος μου το πάρκαρε σε ένα σίδερο, στην είσοδο του εργοστασίου. Η ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία επικοινωνήσαμε αμέσως, απαίτησε πρωτόκολλο της τροχαίας. Κουλό ε? Εμ και το κοπανάς μόνος σου, εμ και πρέπει να καλέσεις τροχαία για να καταγραφεί η μαλακιούλα σου και επισήμως.
Το περιπολικό, προς έκπληξη όλων μας (εμάς των δύο και των παιδιών μας στην φύλαξη, που ήταν έτοιμα να κλάψουν) ήρθε σε πέντε λεπτά. Ο Δημήτρης έχει χάσει το διπλωματάκι του, ο Τόνυ και ο Ιβάν που προθυμοποιήθηκαν να το «φορτωθούν» είχαν τρίποντα από την τροχαία, οπότε η ασφαλής λύση ήμουν εγώ.
Οχι και τόσο ασφαλής, εδώ που τα λέμε, καθότι είχα κοπανήσει τις μπυρίτσες μου στο κυριακάτικο πικ-νίκ στα βουνά. «Πιες έναν καφέ σέφκα και δεν θα γράψει τίποτα» απεφάνθη ο πάντα αισιόδοξος Ιβάν.
Οι τρεις αστυνομικοί, αφού παραπονέθηκαν :
-για τα κουνούπια που έχουμε
-για την σκυλίτσα μας την Λίγκλα που τους έκανε χαρές
-για το ελληνικό δίπλωμά μου όπου όλα είναι γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες και τρέχα γύρευε
-για την ελληνική ταυτότητά μου, που παρότι έχει λατινικούς χαρακτήρες, παραμένει για τους αλλοδαπούς μυστήριο ανεξερεύνητο
-για την μαλακία «μου» να καρφώσω καινούργιο αυτοκίνητο στο παλούκι (προφανώς θα σκέφτηκαν «δεν έπλενε τα πιάτα της η κότα, τί το ήθελε το τζιπ»)
,
προέβησαν στο πολυπόθητο αλκοτέστ. «Πρέπει να φυσήξετε για οκτώ δευτερόλεπτα χωρίς διακοπή, μέχρι να σφυρίξει το μηχάνημα». Ελα μου που στο τρίτο δευτερόλεπτο το έκοβα. Τί βάσανο κι αυτό, το τσιγάρο φταίει.
Τεσπά γέμισα με αέρα τα μαυρισμένα πνευμόνια μου και φύσηξα την έκτη ή έβδομη (ειχα σταματήσει το μέτρημα) φορά με δύναμη. Σφύριξε το τιμημένο και περίμενα να δω τα τερατάκια να σχηματίζονται και την ασφάλεια να μην πληρώνει μια. Εβγαλε κάτι γραμμούλες, «κάτι έπαθε» είπε το στρουμφάκι, «δεν ξαναφυσάω» ετοιμάστηκα να πω και εμφανίστηκε ξαφνικά το 0.00! Θαύμα? Χαλασμένο μηχάνημα? Εκανε ο Τόνυ μας κανένα νοηματάκι? Οπως και να ΄χε , ήμουν καθαρότατη.
Μας πήρε καμιά ώρα να ετοιμαστούν τα χαρτιά. Πώς γράφεται το όνομά μου στα Βουλγάρικα ήταν κάτι που τους απασχόλησε ιδιαιτέρως. Τί κι αν τους το έδειχνα από την άδεια παραμονής «όοοοοχι, πρέπει να είναι ίδιο με την ταυτότητα!». «Βρε χρυσά μου, η ταυτότητά μου δεν το γράφει στα Βουλγάρικα» και άλλα ευτράπελα. Στο μεταξύ ο Δημητράκος με τους φύλακες συσκέπτονταν πως θα απελευθερώσουν το ταλαίπωρο αυτοκινητάκι μας από το σίδερο.
«Αυριο πρωί θα έρθετε στην αστυνομική διεύθυνση, θα πληρώσετε το πρόστιμό σας και μετά θα πάτε στην Τροχαία να παραλάβετε το πρωτόκολλο» μου είπαν. Βουνό μου ακούστηκε, τα Βουλγαρικά μου ως γνωστόν είναι αισχρά και δεν έχω ιδέα που πέφτει η Αστυνομική Διεύθυνση και η Τροχαία, ούτε μου έχει ξανατύχει να πληρώσω πρόστιμο. Πρέπει να φαινόμουν χαμένη, με λυπήθηκαν μάλλον. Ισως σκέφτηκαν και ότι ο Δημήτρης θα με έδερνε για το τράκο.
«Θα σας περιμένω εγώ στην είσοδο μετά την βάρδιά μου» προθυμοποιήθηκε ο ένας εκ των τριών στρούμφ. «Αλλά μέχρι τις 8.30 να είστε εκεί» συμπλήρωσε.
«Να δεις που θα με βρει κι άλλο κακό σήμερα» μουρμούρισε ο Μητσάκος μου αλλά τον αγριοκοίταξα και το κατάπιε.
Τα στρουμφάκια αποχώρησαν , κατακόκκινα από τα κουνούπια, καταγδαρμένα από την Λίγκλα κι εμείς με την παρέα των τοπικών στρουμφ του χωριού (που κατέφθασαν να δώσουν τα φώτα τους κι αυτά), κόψαμε το κωλοσίδερο και απελευθερώσαμε το ταλαιπωρημένο μας αυτοκίνητο.
Σήμερα το πρωί, αγουροξυπνημένη κατέφθασα με τον οδηγό της εταιρείας στην αστυνομία. «Θα ζητήσουμε τον ινσπέκτορ Κόστοβ» του είπα. Ούτε ήξερα ποιός είναι ο ινσπέκτορ Κόστοβ, αυτόν μου είπαν να ψάξω, αυτόν έψαχνα. Ο θυρωρός όμως που ήξερε ποιός ήταν ο Κόστοβ, είχε απαίτηση να μάθει αν είχαμε ραντεβού μαζί του και ποιός τον ζητούσε. «Γκεόργκια» άκουσα μια φωνή. Γύρισα και ανακουφισμένη είδα τον αστυνομικό που κατέγραψε το συμβάν χθες. Ω ναι, με περίμενε!
Ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο, με έβαλαν να καθίσω , είπα να καπνίσω κιόλας αλλά σκέφτηκα να μην το παρατραβήξω. Και βάλθηκαν να τρέχουν. Ο αστυνομικός, ο συνάδελφός του και ένας κολλητός του οδηγού μας, που βρέθηκε τυχαία εκεί. Οι ίδιοι πήγαν στον προϊστάμενο, οι ίδιοι έγραψαν το πρόστιμο και αφού μου ζήτησαν συγγνώμη για την Βουλγαρική γραφειοκρατία, μου είπαν ότι είμαι έτοιμη για να πάω στην τροχαία.
Σκέφτηκα ότι και στην Ελλάδα έχουμε γραφειοκρατία, μόνο που εκεί δεν μας βάζουν να καθίσουμε, ούτε τρέχουν να μας εξυπηρετήσουν και πολύ περισσότερο δεν μας ζητάνε συγγνώμη. Το σκέφτηκα μεν, δεν τον είπα δε, τους αφήνω στο όνειρό τους περί της ανωτέρου γείτονος.
Ο αστυνομικός που με περίμενε, προθυμοποιήθηκε να πάμε μαζί στην τροχαία, για να μην καθυστερήσω. «Αν δεν έχετε αυτοκίνητο να πάμε με το δικό μου είπε». Είχαμε ευτυχώς (δεν αντέχω τόση καλοσύνη) και φτάσαμε στην τροχαία.
Μόλις είδα την ουρά που περίμενε να πληρώσει πρόστιμα με έπιασε ζαλάδα. Αν δεν ήταν εκατό άτομα, εκατόν ένα ήταν σίγουρα. «Πάει το οκτάωρο» βιάστηκα να σκεφτώ. Και ξαφνικά έχασα και το στρουμφάκι – συνοδό. Συμφορά μου, αυτό μου έλειπε. Να στηθώ στην ουρά, αλλά πώς? Τα χαρτιά όλα τα είχε μαζί του.
Πάνω που ήμουν έτοιμη να βάλω τις φωνές, άκουσα πάλι μια φωνή να με φωνάζει. Ακολουθώντας την, βρέθηκα όχι μπροστά, αλλά πίσω από την ταμία! «Ο συνάδελφος θέλησε μια εξυπηρέτηση και δεν μπορώ να του την αρνηθώ» έλεγε η κυριούλα στους απ’ έξω. Περίμενα να ακούσω τα τζάμια του γκισέ να σπάνε από πέτρες, μούτζες να πέφτουν, βρισίδια να έρχονται από το εξαγριωμένο πλήθος. Να ακούσω τεσπά, το περιβόητο «να περίμενες στην ουρά μωρή κότα!». Αμ δε! Οι απέξω χαμογέλασαν, η ταμίας επίσης, παρότι της έδωσα 150 για 104. «Μην σας ανησυχεί, έχω ρέστα», μου είπε.
Βγαίνοντας, ο φύλακας-αστυνομικός μου με περίμενε, πήγε μόνος του και πήρε το πρωτόκολλο και μου το έδωσε. Μας παρακάλεσε να τον γυρίσουμε στην αστυνομία, «αν μπορούσαμε». Την ώρα που κατέβαινε από το αυτοκίνητο, αφού ζήτησε μια ακόμη φορά συγγνώμη για την ταλαιπωρία και την γραφειοκρατία, με "αποτελείωσε"... «Αν θέλετε πηγαίνετε το πρωτόκολλο στην ασφαλιστική σήμερα μέχρι τις 3, έτσι ώστε αν χρειαστείτε κάτι, να μπορώ να σας βοηθήσω. Μετά θα φύγω από την πόλη, πρέπει να πάω το παιδί μου στο νοσοκομείο στην Σόφια». Τον ευχαρίστησα και κατέβηκε.
Γύρισα στον οδηγό μας, «Ιορντάν, το ξέρεις ότι έχετε καλούς αστυνομικούς?»

Wednesday, June 25, 2008

Λιώμα , πτώμα και τα συναφή...

Τί φταίει???
- Το χθεσινό ξενύχτι?? Μην γελάτε, το να κοιμάμαι καθημερινές στις 2:00 είναι ξενύχτι για μένα.
- Οι χθεσινές μπύρες? Μα δύο μικρές ήπια γαμώτο. Δηλαδή παλιά που έπινα τον Βόσπορο πώς ξυπνούσα το πρωί πριν χτυπήσει ξυπνητήρι?
- Η ζέστη??? Ε Ιούνης είναι, ζέστανε. Δεν έχουμε και καύσωνα!
- Ο αριθμός των φορτηγών που περιμένουν απ'έξω σήμερα?? Μα δεν είναι η πρώτη φορά, οι τελευταίες μέρες του μήνα πάντα έτσι είναι.
- Η Ντίντι που την πήρε ο ύπνος και ξύπνησε εμένα χαράματα να κατεβώ να ανοίξω στους εργάτες?? Μα γύρισα πλευρό, ο Δημητράκος την πλήρωσε!
- Ο Σπασ-τικός (αυτό το παιδί δεν θα μπορούσε να έχει άλλο όνομα!!) που σώνει και καλά θέλει να μιλήσουμε σήμερα γιατί έχει "μεγάλο ζόρι" και δεν μπορεί να περιμένει έως αύριο? Οχι, δεν είναι θαυμαστής μου, προμηθευτής μου είναι που πολύ θα ήθελε να με σπάσει στο ξύλο, αλλά επί του παρόντος με έχει ανάγκη.
Ο,τι και να φταίει, λέω να προχωρήσω ολοταχώς στον πέμπτο φραπέ της μέρας, μήπως και ξυπνήσω και να είμαι σε φόρμα το βράδυ να δω την ομαδάρα! Αυτό δεν το χάνω ακόμα κι αν χρειαστεί να μεταφέρω την τι-βούλα στο κρεββάτι! Α, έχουμε και τουρκική κερκίδα σήμερα, ο Οζανάκος μας είναι εδώ!

Saturday, June 21, 2008

Τί εισπράτεις εδώ

Οι φύλακές μας δεν είναι από τα τριγύρω χωριά. Είναι από μια κωμόπολη , τριάντα χιλιόμετρα από εδώ, που πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους, κατοικείτο από Ελληνες και στην οποία μετά, εγκαταστάθηκαν πολλοί Βούλγαροι πρόσφυγες από την περιοχή της Δράμας. Δεν ξέρω αν αυτό είναι , που τους κάνει κάπως διαφορετικούς από τους ντόπιους.
Δούλευαν όλοι, στην εταιρεία φύλαξης που είχαμε πριν και πληρώνονταν με έναν μισθό πείνας. Η εταιρεία παρότι πληρωνόταν αδρά από εμάς, κάποια στιγμή δεν τους κατέβαλλε τους μισθούς τους. Οταν ένας - ένας άρχισαν να μας αποχαιρετούν γιατί θα έφευγαν από την εταιρεία, έσπασα το συμβόλαιο και προσέλαβα τους ίδιους. Με το ίδιο κόστος, γίναμε όλοι πιο ευτυχισμένοι. Τα παιδιά γιατί πλεόν είχαν έναν αξιοπρεπή μισθό και μια αξιοπρεπέστερη δουλειά κι εμείς γιατί η απρόσωπη εταιρεία φύλαξης, αντικαταστάθηκε από δικούς μας υπαλλήλους.
Δεν θα ξεχάσω την παιδιάστικη χαρά τους, όταν τους αγοράσαμε καινούργια ρούχα κι όταν τους γεμίσαμε με νέα έπιπλα το μικρό τους φυλάκιο. Χάρηκαν τόσο, που παρά τις αρχικές μας προβλέψεις, ότι σε λίγους μήνες το φυλάκιο θα ξαναγινόταν "τσαντήρι", εξακολουθούν να το καθαρίζουν δις ημερησίως!
Την περασμένη εβδομάδα, τους στείλαμε έπιπλα κήπου, να μπορούν να κάθονται έξω τα βράδυα. Και τα έφτιαξαν τόσο όμορφα που κατεβαίνουμε κι εμείς όταν τελειώνουμε και χαζολογάμε.
Χθες το απόγευμα, πήραμε μια τράπουλα και κατεβήκαμε στην είσοδο. Να πιούμε έναν καφέ με τα παιδιά μέχρι να γυρίσουμε να δούμε τον αγώνα. Είχε ωραία λιακάδα και η μυρωδιά από το φρεσκοκομμένο γρασίδι, σου γαργαλούσε τη μύτη. Τα μεγαλύτερα μωρά της Μέτζυς, επίσης δεμένα εκεί. Δεν προλάβαμε να καθήσουμε και κατάλαβα ότι ο Τόνυ ήταν στεναχωρημένος.
- Σέφκα, να αλλάξουμε τα ονόματα των σκυλιών. Μπορούμε?
- Γιατί βρε Τόνυ? Σε ενοχλεί να τα φωνάζεις με τα ονόματα τα δικά μας? αστειεύτηκα.
- Οχι Σέφκα. Αλλά περνάνε κάποιοι από τους εργάτες και τα βρίζουν, τα πειράζουν. Ε, δεν μου αρέσει!
- Βρε Τόνυ , οι εργάτες δεν σου βρίζουν τα σκυλιά. Εμάς βρίζουν.
- Ε, αυτό είναι που δεν μου αρέσει!
- Τα σκυλιά είναι ο Δημήτρης κι η Γωγώ. Αστους να βρίζουν, κάπως πρέπει κι αυτοί να εκτονωθούν.
Αλλάξαμε κουβέντα, αρχίζαμε να τους μαθαίνουμε δηλωτή, ήπιαμε τον καφέ μας και ανηφορήσαμε.
Κι απόρρησα με τον εαυτό μου. Στο παρελθόν, με πονούσε πολύ το να καταλαβαίνω πόσο με μισούν, κάποιοι από τους εργάτες μας. Πριν από ένα χρόνο, θα ρωτούσα τον Τόνυ "ποιός εργάτης το είπε?", όχι για να τον μαλώσω μετά, αλλά για να πονέσω περισσότερο. Πλέον το άκουσα, με "τσίμπησε" για δευτερόλεπτα και μετά μου πέρασε. Αυτό ήταν.
Τώρα πια, δεν με ενοχλεί το να αντιπαθούν ή και να μισούν, εμένα προσωπικά. Δεν με ενοχλεί να χρησιμοποιούν κοροϊδευτικές εκφράσεις όταν μιλούν για μένα. Αυτοί είναι και δεν μπορούν να σκεφτούν αλλιώς. Δεν έχω την απαίτηση να με αγαπήσουν.
Με πονάει όμως, το πόσο μίσος και κακία κρύβεται μέσα τους. Και δεν φταίνε μόνον αυτοί για όσα νοιώθουν. Μεγάλωσαν μέσα στην μιζέρια, την καχυποψία και τον φόβο. Μέσα στο μίσος και την καταπίεση. Δεν μπορούν να δώσουν κάτι διαφορετικό. Η περιοχή μας είναι πολύ υποβαθμισμένη, κοριτσάκια "πωλούνται" στους δρόμους και οι γονείς το γνωρίζουν και δεν αντιδρούν. Μανάδες, εγκαταλείπουν τα παιδιά τους στον αλκοολικό ή τεμπέλη σύζυγο και φεύγουν για το εξωτερικό, με την δικαιολογία "βαρέθηκα". Πως μπορώ να έχω την απαίτηση, αυτοί οι άνθρωποι, να αγαπήσουν έναν ξένο, όταν αδιαφορούν για τους δικούς τους. Οταν οι ίδιοι εισπράτουν απόρριψη και μίσος?
Το τραγικό είναι, ότι τους βλέπεις τόσο παραδομένους στην μοίρα τους , που αισθάνεσαι πως σε αυτά τα χωριά, η ζωή και οι νοοτροπίες , δεν πρόκειται να αλλάξουν ποτέ. Κι όσο δεν αλλάζουν, θα εξακολουθούν να δέρνουν ή να βρίζουν το ανυπεράσπιστο σκυλί, μόνο και μόνο γιατί έχει το όνομα του "σέφε" ή της "σέφκας" τους. Δεν είναι και τόσο φοβερό αν σκεφτείς, πως το ίδιο κάνουν στο παιδί τους γιατί απλά τους το παράτησε η μάνα του.
Ηρθε κι έδεσε με το σχόλιο του Δημήτρη μου, στο "ό,τι δίνεις, εισπράτεις". Και συμφωνώ μαζί του ως προς το τί εισπράτεις εδώ. Το εισπράτεις όμως, από ανθρώπους που σε όλη τους τη ζωή δεν έχουν πάρει τίποτε περισσότερο. Γι'αυτό συνεχίζω να σκέφτομαι και να πορεύομαι έτσι. Οπως έλεγε ο παππούς Αζίζ "έτσι ήρθαν τα πράγματα, μα έτσι δεν θα πάνε"...Κι είμαστε εμείς, ένας ένας κι όλοι μαζί, που μπορούμε να αλλάξουμε τον δρόμο τους.

Διάλογος

Εγώ : Για έλα να δούμε τα μωρά σου.

Μετζυ : Γκκκκκρρρρρρ! Στο σπιτάκι είναι, πήγαινε να τα δεις!

Μωρά : Ουάααααααααααααααααααα

Εγώ : Βρε αναίσθητο πλάσμα, κλαίνε!

Μέτζυ : Γκρρρρρρρρρρρρρρρρ (σκάστεεεεεε επιτέλους!)

Εγώ : Εμ δεν είσαι μάνα εσύ! Αναίσθητη!

Μέτζυ : Γαβ, γάβ, γάβ, γάβ!!! (Ναι, να γίνω σαν την χαζοΠόλια, που είναι ο δικός της έξη μηνών και τον σέρνει από δίπλα!)

Εγώ : Ελα παιδί μου στα μωρά σου! Εγώ θα στα μεγαλώσω???

Μέτζυ : Μμμμμμμμμμμμμμ, γαβ! (Μμμμμ, Καλή ιδέα!)

Εγώ : Δεν κατάλαβες! Δικά σου είναι!

Μέτζυ : Ουάαααα, γαβ, γαβ, γαααααβ! (κι εγώ δικιά σου είμαι, αλλά με έχεις εξορίσει με τα σκασμένα!)

Εγώ : Οκ, δεν θα πιεις το γάλα που σου έφερε ο Τόνυ, απ'ότι φαίνεται δεν το χρειάζεσαι!

Μέτζυ : Ουάααααααααααααα, μιααααααμ, μιάααααααμ!Γαβ! Γαβ! (θέλω το γαλατάκι μου, έλααααα!Δώστο μου σου λέωωωωωω!)

Μωρά : Ουάααααααααααααααααααα!

Μέτζυ : Γκρρρρρρρρρρρρ, γαβ! (Σκάστεεεεεεεεεεεεεε είπα, έρχομαι!)

Αυτή τη στιγμή τα μωρά κοιμούνται σε ομάδες. Τα τρία άσπρα-καφέ μαζί, τα τέσσερα άσπρα-μαύρα μαζί. Η αναίσθητη μάνα λιάζεται και με κοιτάζει με νεύρα. Ηπιε και το γάλα της και τον ζωμό κότας. Ο επίσης αναίσθητος πατέρας, κάθεται έξω από το συρματόπλεγμα που τους χωρίζει, κοιτάζει μια τη Μέτζυ, μια το σπιτάκι. Που και που σηκώνει το πίσω πόδι και τραβάει ένα ξύσιμο. "Η χαζή, πάλι γέννησε και την μάντρωσαν", πρέπει να σκέφτεται. Και μην ακούσω ξανά ότι τα ζώα έχουν πιο εξελιγμένο το μητρικό ένστικτο γιατί θα φάω τις μπούκλες μου!!!



Friday, June 20, 2008

Εδώωωωω

1. Πήζω ασύστολα!!! Η Ελενα βολτάρει στα Λονδίνα κι εγώ πρέπει να γίνω χίλια κομμάτια! Πριν πάρει την άδεια της με αποκάλεσε "εργασιο-αλκοολική"!!!! Μήπως έπρεπε κι εγώ να την αποκαλέσω "αναίσθητη" που πήρε άδεια ενώ πνιγόμαστε κι ενώ είναι μόνο τρεις μήνες στην εταιρεία???
2. Εχω υπέρταση και πάλι (όχι που θα με ξέχναγε!)
3. Ξαναέγινα "γιαγιά", το Μετζάκι μας απέκτησε Παρασκευή και 13, επτά κουκλιά και έζησαν όοοολα! Ο γιατρός Κίροβ τα βρήκε "όλα οκ".
4. Εχω νεύρα, νεύρα, νεύρα.
5. Θέλω να εξαφανιστώ , να εξαφανιστώ, να εξαφανιστώ.
6. Το νέο μου κομπιούτερ έχει ένα εκνευριστικά ηχηρό πληκτρολόγιο! Το λαπτόπι μου από την άλλη, ψυχορραγεί, τίγκα στους ιούς.
7. Να περάσει η μέρα , να δω την ομαδάρα (δεν απαντώ σε ερωτήσεις τύπου "ποιά ομαδάρα??", μία είναι που γυρίζει τούμπα όλα τα ματς στο ευρώ-τέτοιο). Στο προηγούμενο παιχνίδι, ουρλιάξαμε τόσο στο 3ο γκολ, που τα σκυλιά μας σίγουρα ότι μας σφάζουν, γαύγιζαν επί ένα τέταρτο.
8. Το καλοκαίρι, ήρθε , φεύγει? Που πάει? Τεσπά του χρόνου, μπορεί και να το συναντήσουμε.
Για όσους δεν κατάλαβαν, δεν είμαι καθόλου , μα καθόλου, καλά...

Saturday, June 14, 2008

Αυτό που δίνεις, εισπράτεις

Με προσκάλεσε η Μαρίνα , να σας πω μια φράση που λέω συχνά και με χαρακτηρίζει. Το πόσες μέρες μου πήρε για να απαντήσω, είναι ενδεικτικό του ότι δεν μπορούσα να ξεχωρίσω κάποια.
Σήμερα ξεκινώντας το ποστ, σκέφτηκα να πάρω την "βοήθεια του κοινού". Ρώτησα λοιπόν τον Δημήτρη, που με ακούει 24/7, "Ποιά φράση χρησιμοποιώ συχνά???" , αλλά οι απαντήσεις του ("Μα καλά, είσαι μ@λ@κας??" και "αντε και..."), δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν, ούτε να απασχολήσουν ολόκληρο ποστ. Αφήστε που κατά τα άλλα, παρόλα τα κατάλοιπα "μπετατζούς" και πωλήτριας σιδήρου, είμαι μια πολύ καθωσπρέπει κυρία :ΡΡ
Ετσι, μετά από αρκετή ώρα σπαζοκεφαλιάς, κατέληξα σε μια φράση που λέω συχνά (αλλά ο Δημητράκος μου προφανώς, παρότι την ακούει συνεχώς, την έχει διαγράψει από τη μνήμη του:Ρ).
"Αυτό που δίνεις, εισπράτεις", λοιπόν.
Πιστεύω ότι εάν είσαι θετικός απέναντι στους άλλους, εισπράτεις θετική ενέργεια κι από αυτούς και το αντίστροφο. Εάν αυτό που δίνεις είναι επιφυλακτικότητα και καχυποψία, έτσι θα σε δουν και οι άλλοι. Εάν γκρινιάζεις, μην περιμένεις να ακούσεις κάτι παραπάνω από γκρίνια. Εάν είσαι ανοιχτός και καλοπροαίρετος, τέτοιες συμπεριφορές θα προσελκύσεις.
Ναι, θα πείτε πως δεν είναι πάντα έτσι. Και πως υπάρχουν και εξαιρέσεις. Και δεν θα διαφωνήσω με σθένος, γιάτι παντού και πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις. Αλλά νομίζω ότι εάν ψάξουμε λίγο τις συμπεριφορές μας και τα συναισθήματά μας, θα δούμε αυτό ακριβώς που λέω. Οτι δηλαδή, αυτό που εισπράξαμε, κάποια στιγμή, το έχουμε ήδη δώσει εμείς.
Θεωρώ ότι αυτή η φράση, με έχει βοηθήσει πολύ, να κατανοήσω τις δικές μου ανεπάρκειες, ευαίσθητα σημεία και λανθασμένες συμπεριφορές. Και δεν την έλεγα πάντα, είναι κάτι που "βγήκε" τον πρώτο καιρό που ήμουν εδώ. Βλέπετε, λόγω των εξαιρετικά δύσκολων και διαφορετικών συνθηκών, η μόνη άμυνά μου ήταν να σκαλίζω το "μέσα μου". Δεν σημαίνει ότι πιά είμαι αλάνθαστη, αλλά βασισμένη σε αυτό, ανακαλύπτω τα λάθη μου σε σχέση με τους άλλους και προσπαθώ να τα διορθώσω. Δεν το κατορθώνω πάντα, αλλά νομίζω ότι είμαι σε καλό δρόμο.
Λοιπόν, αφού σας έδωσα μια φράση, πρέπει να ακούσω και τις δικές σας! Ποιός θα συνεχίσει???

Thursday, June 12, 2008

Να το πάρει το ποτάμι!!!

Η Μαρίνα και η Lianne με εξέπληξαν! Αν και νομίζω ότι το Μαρινάκι μου έκανε πλάκα με την επιλογή της αλήθειας, έπεσε μέσα.
Πριν από μερικά χρόνια, δούλευα σε εταιρεία που εμπορευόταν εξοπλισμό για τεχνικά έργα. Κάποια στιγμή, είχα την ιδέα να προσθέσω στην γκάμα μας, μεταλλότυπους για σκυρόδεμα. Οσοι γνωρίζουν από τεχνικά έργα, ξέρουν ότι τα προϊόντα που τα αφορούν, είναι αδύνατον να τα πουλήσεις εάν δεν ξέρεις, τί δυνατότητες και χαρακτηριστικά έχουν και πως χρησιμοποιούνται. Ειδικά όταν είσαι γυναίκα (συνεπώς αμφισβητείσαι πιο εύκολα σε ανδροκρατούμενο χώρο), θα πρέπει να ξέρεις λεπτομέρειες που ένας άντρας θα μπορούσε και να αποφύγει.
Αφού λοιπόν με τα πολλά, διαπίστωσα ότι ο "αποστάτης" και το "μουρέλο" ήταν ένα και το αυτό, κατάλαβα ότι το να βλέπω τα εμπορεύματα συναρμολογημένα στην έκθεσή μας, δεν ήταν αρκετό για να τα «μάθω». Ετσι αποφάσισα για μια ακόμα φορά, να βγω στο εργοτάξιο.
Για κακή μου τύχη, ήταν καλοκαίρι και το έργο γινόταν δίπλα στην θάλασσα. Στα διαλείμματά μου, κατέβαινα από την σκαλωσιά και πλακωνόμουν στο αντιηλιακό (δεν χρειάζεται να σας πω ότι τα χέρια μου έγιναν κατακόκκινα ούτε ότι γελούσε ο καφετζής δίπλα, όταν πήγαινα να πάρω καφέ μέσα στη βρώμα και τη μαυρίλα!). Οχι, ούτε μια βουτιά δεν έκανα!
Το καλό ήταν ότι λόγω γυναικείας παρουσίας στο εργοτάξιο, εμφανίστηκαν και κάτι ξεχασμένοι εργάτες που είχαν πάρει άδεια από την σημαία, οπότε η δουλειά προχώρησε πιο γρήγορα.
Δυστυχώς δεν έχω εδώ τις φωτογραφίες από το «έργο μου», για να δείτε τί καλή δουλειά έκανα! Και το πιο τρελλό είναι, ότι δεν με πειράζει να την ξανακάνω αν κάποτε χρειαστεί!

Tuesday, June 10, 2008

Αρχίζει το ματς!

Ουδεμία διάθεση είχαμε να δούμε τον σημερινό αγώνα της Ελλάδας στο EURO. Γενικά είμαστε τόσο ξεθεωμένοι, που ούτε καν το είχαμε σκεφτεί. Σκέφτονται όμως άλλοι για μας, πριν από εμάς. Οι Βούλγαροι φίλοι μας, που έχουν ήδη κάνει κερκίδα σε καφετέρια γειτονικής κωμόπολης κι έχουν σπάσει τα τηλέφωνα, για να μας ενημερώσουν ότι ο αγώνας αρχίζει στις δέκα παρά τέταρτο. Ούτε η δικαιολογία μας ότι θέλουμε "να κάνουμε παιδί απόψε" , δεν τους πτόησε.
Μήπως να υποστηρίξω την αντίπαλη ομάδα, για να μην το ξανακάνουν???
υ.γ1 . Θα επανέλθω συντόμως με το παιχνίδι που χρωστάω στην Μαρίνα μου και την αλήθεια μου, από το προηγούμενο.
υ.γ2 . Πλάκα - πλάκα, με συγκίνησαν σήμερα που σκέφτηκαν για τον αγώνα!

Tuesday, June 03, 2008

Τρία ψέματα και μία αλήθεια...

Δεν φτάνει που η Adomiel εξαφανίζεται κατά περιόδους και την ψάχνουμε εναγωνίως, επιστρέφει και με προσκλήσεις που απαιτούν κόπο!!!
Και κάθομαι εγώ και γράφω, τα τρία ψέματα και την μία αλήθεια μου. Και τα σβήνω και τα ξαναγράφω, γιατί διάολε, όλα ψέματα μοιάζουν! Οχι τίποτε άλλο, πρέπει να σας βάλω και στον κόπο να αναγνωρίσετε το αληθές.
Ξεκινάμε λοιπόν, ευχηθείτε να το ολοκληρώσω, γιατί κοντεύει να λιώσει το πλήκτρο του backspace :P
1. Σε μια από τις προηγούμενες δουλειές μου, ήμουν μπετατζού. Καλούπωνα δηλαδή σε οικοδομές. Παρ'όλη την υψοφοβία μου, σας διαβεβαιώ ότι ουδέποτε τρόμαξα, όντας σκαρφαλωμένη σε σκαλωσιά. Γιατρέ μου, τί λέτε για αυτό?
2. Εχω δυσανεξία στην λακτόζη. Εξαιτίας αυτού πίνω το καφεδάκι μου χωρίς γαλατάκι και ασφαλώς τρέμω την οστεοπόρωση.
3. Πιστή στην μόδα της περμανάντ (αν και ντεμοντέ κατά καιρούς) έχω κάψει τα τσουλούφια μου από τα συνεχή κατσαρώματα. Είναι τέτοιο το χάλι μου, που ο κομμωτής μου κάθε φορά με απειλεί ότι δεν γλυτώνω το κούρεμα με την ψιλή, προκειμένου να σώσω το κεφάλι μου.
4. Εκτός από υψοφοβία, υποφέρω και από κλειστοφοβία. Και τα έχω βρει σκούρα στην Βουλγαρία, που στις παλιές πολυκατοικίες, πρέπει να ανέβεις επτά ή και δέκα ορόφους με τα πόδια. Δεν πειράζει, έτσι αποφεύγω και τα τρισάθλια ασανσέρ, κάνω και την γυμναστικούλα μου.
Ουφ!!! Καλέ δεν έσβησα! Εύγε μου! Το τελείωσα! Οποιος θέλει να αποδείξει, πόσο ψεύτης είναι, μπορεί να συνεχίσει.
Adomiel μου, ευχαριστώ για την πρόσκληση!!! Και φρόντισε να μην χάνεσαι, μας λείπεις εε???

Friday, May 30, 2008

Ιδιογράφως κι εγώ...



Ανταποκρίθηκα (έστω και καθυστερημένα!) στην πρόσκληση της Palirroia, για το http://autographcollectors.blogspot.com
Οποιος δεν το έχει ήδη κάνει , ας πάρει χαρτί και μολύβι και ας σπεύσει!!!

Tuesday, May 20, 2008

Οι μέρες που πονάνε.

Οι μέρες είναι στρυφνές , δείχνουν τα δόντια τους. Τις ξεπερνάμε αλλάζοντας θέμα και προσπαθώντας όσο το δυνατόν να μένουμε λιγότερη ώρα μόνοι μας. Γιατί όταν είμαστε μόνοι μας, η επαναφορά στα θέματα είναι αναπόφευκτη.
Εξακολουθώ να αντιστέκομαι χρησιμοποιώντας την πασίγνωστη μέθοδο της αυθυποβολής. Οταν δεν πιάνει πονάω περισσότερο και όταν πονάω περισσότερο με πλημμυρίζει θυμός.
Θυμός για την "αυθυποβολή" που δεν έπιασε, για τα τσιγάρα που τέλειωσαν, για το λάθος της μικρής στο τιμολόγιο, για το τί μου έκανε ποιός μου έκανε προ αμνημονεύτων ετών.
Θυμός γιατί τα βουλγαρικά μου είναι τόσο σκατά που δεν μπορούσα να καταλάβω τί έλεγε ο γιατρός την Παρασκευή, θυμός που ο έλληνας γιατρός μου πριν χρόνια, παρότι μιλούσαμε τη ίδια γλώσσα, δεν μου είπε ότι το πρόβλημα θα εμφανιστεί κάποια στιγμή εντονότερο.
Είναι απίθανο το πόσο θυμό προκαλεί ο πόνος. ΄
Μέρα με τη μέρα νοιώθω ότι κλειδώνομαι περισσότερο, δεν μιλάω, ίσως γιατί κατά βάθος προσπαθώ να αποφύγω και την συνομιλία με τον εαυτό μου.
Περιμένουμε και βλέπουμε...

Monday, May 19, 2008

Το φεστιβάλ (2ο μέρος)

Το Φεστιβάλ έγινε! Δεν συμμετείχαμε , αν είχαμε συμμετάσχει ο Ρίτσι μου θα ερχόταν σίγουρα δεύτερος! Γιατί πρώτος ήταν φυσικά, ο κακός μου Τίτο, αν θυμάστε είναι ο κούκλος που απέρριψε προ καιρού, η ξεμυαλισμένη κόρη μου! Δείτε τί όμορφος που είναι με το μετάλλειό του! Στο ποδαράκι διακρίνεται και η πληγή από πρόσφατο καυγα.

Το κύπελλο απουσιάζει από την φωτογραφία (το είχε πάρει το αφεντικό του) καθώς και το τσουβαλάκι με την τροφή, το οποίο του ήταν παντελώς άχρηστο και προφανώς χαρίστηκε. Βλέπετε το αγόρι τρέφεται αποκλειστικά με μπριτζολάκια.

Και μπορεί τα σκυλιά μας να μην πήγαν στο φεστιβάλ, αλλά η φήμη τους ταξίδεψε ανά τους παρευρισκόμενους (που δεν ήταν και λίγοι), διότι είναι μεγάλη λόξα να έχεις αγέλη ολόκληρη από δαύτα. Ειδικά όταν δεν είσαι Βούλγαρος, άρα δεν γνωρίζεις το "μεγαλείο" της ράτσας. Γι΄αυτό και η τοπική εφημερίδα μέχρι και συνέντευξη μας πήρε! Αύριο που θα κυκλοφορήσει θα την σκανάρω να την δείτε και να γελάσετε. Βέβαια δεν γνωρίζω τί τίτλο θα έχει το άρθρο. Πολύ φοβάμαι ότι ο τίτλος θα είναι "οι τρελλοί Ελληνες με τα δεκατρία τσοπανόσκυλα".

Και του χρόνου να είμαστε καλά!!!!

Saturday, May 17, 2008

Το φεστιβάλ

Διάλογος εν όψει του αυριανού φεστιβάλ Βουλγαρικών Ποιμενικών σκύλων σε διπλανό χωριό.

Στανισλάβ : Θα φέρω και τον Ρόκυ, σίγουρα θα κερδίσει στην κατηγορία των μικρών!
Εγώ : Εγώ θα έφερνα τον Ρίτσι , αλλά αφού θα κατέβει κι ο Τίτο δεν τολμάω!
Μπόικο : Σιγά καλέ, μικρός είναι ο Τίτο!
Εγώ : Ο Τίτο μικρός? Αν ο Τίτο είναι μικρός, ο Ρίτσι μου είναι ποντικός. Ο Τίτο, το έχει το βραβείο στο τσεπάκι. Αλήθεια,τι βραβεία δίνετε?
Μπόικο : Κύπελλα , μετάλλεια και σακιά με τροφή.
Εγώ : Τυχερός ο Τίτο!
Μπόικο : Βρε τα άλλα είναι σαν γαϊδούρια! Σου λέω ο Τίτο είναι μικρός μπροστά τους!
Δημήτρης : Βρε Μπόικο, δεν ψήνεις την επιτροπή να κερδίσει ο δικός μας? Τί σκατά μέσο έχουμε.
Εγώ : Δεν χρειάζεται! Βρήκα τον τρόπο για να κερδίσουμε σίγουρα!!!!
Με κοιτάζουν και οι τρεις με απορία.
Εγώ : Θα κατεβάσω όλα τα δικά μας σαν ποδοσφαιρική ομάδα! Με νούμερα κιόλας από το 1 μέχρι το 11! Ποιός άλλος έχει τόσο πολλά σκυλιά αυτής της ράτσας? Αρα, το βραβείο μας ανήκει, λόγω πληθυσμού!
Και συνεχίζω ακάθεκτη...
Μπόικο, εννοείται ότι θα τα μεταφέρω με ένα από τα φορτηγά σου, ε???

Thursday, May 15, 2008

...

Πριν από επτάμιση χρόνια, είπα στον εαυτό μου "θα μάθεις να ζεις μαζί τους, σαν να μην υπάρχουν".
Και ήταν σαν να μην υπήρχαν.
Τα ξέχασα εγώ, με ξέχασαν κι αυτά.
Την περασμένη εβδομάδα με ξαναθυμήθηκαν.
Κι όσο και να προσπαθώ να πειστώ ότι δεν υπάρχουν, είναι τόσο εμφανής η παρουσία τους, που αναγκάζομαι να τα αντιμετωπίσω.
Αύριο μεσημέρι στη Σόφια... αγκαλιά με το λεξικό μου και την αγγλική ορολογία. Ευχαριστώ Δημητράκο μου, γι΄αυτό που είπες χθες και που ξέρω ότι το πιστεύεις.
Ευχαριστώ Στανισλάβ, που σε λίγα λεπτά, έγινες ο αδελφός που δεν είχα.

Saturday, May 10, 2008

Σεϊχης είναι αυτός!


Η ώρα έχει πάει έντεκα το βράδυ και μόλις έχουμε μαζευτεί στο σπίτι από το γραφείο. Εχω κάνει μια μακαρονάδα στα γρήγορα και μαζί με τον εργοδότη μας, βλέπουμε τηλεόραση.
Τσουπ, μετά από αλεπάλληλο ζάπινγκ, πέφτουμε πάνω σε ένα ντοκυμαντέρ για το νησί Φοίνικα.
-Αααααααααααααα, θέλω να το δω! Εχω ακούσει τόσα γι’αυτό, λέει ο εργοδότης μας και επιτόπου ανεβάζει ήχο.
Και παρακολουθούμε όλη την ιστορία κατασκευής του εντυπωσιακού – πράγματι- νησιού, το οποίο «χάρισε» στο εμιράτο, κάποιες επιπλέον εκατοντάδες χιλιόμετρα ακτής.
Κολλάω κι εγώ, γιατί όπως και να το κάνουμε μετά από επτά χρόνια στις κατασκευές το σαράκι με τρώει ακόμα. Ασε που σκέφτομαι, πως για να μπορέσω να πάω εκεί κάποια μέρα, θα πρέπει να έχει γκρεμιστεί πάλι κανένας δίδυμος πύργος, συμπαρασύροντας τις τιμές.
«Ο διάδοχος Σεϊχης, αποφάσισε ότι το νησί πρέπει να κατασκευαστεί με φυσικά υλικά, δηλαδή μόνον άμμο και πέτρα» λέει ο εκφωνητής.
«Ε, καλά τώρα, το παιδί είναι ηλίθιο!» μου ξεφεύγει.
Ο Δημήτρης γελάει και πιάνω το αφεντικό μου να με κοιτάζει λοξά.
«Ενα έργο που απαιτούσε δεκαπέντε χρόνια κατασκευής, έπρεπε να κατασκευαστεί σε πέντε». (Σεϊχης- είναι- αυτός!)
«Ο διάδοχος Σεϊχης παρακολουθούσε καθημερινά την πορεία εργασιών».(Ασχετος, ξε-άσχετος, Σεϊχης- είναι- αυτός!)
«Οι μηχανικοί και τα συνεργεία εργάζονταν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο» (Εμ πως αλλιώς, θα τους μαστίγωνε ο Σείχης- είναι- αυτός!)

Ο διάδοχος Σεϊχης με λίγα λόγια, κατέβασε μια ιδέα, πλήρωσε αδρά για να του την υλοποιήσουν, ανεξάρτητα με το πόσο εφικτή ήταν κι ανεξάρτητα με το πόσο αμφίβολο είναι το μέλλον του νησιού. Να μην μιλήσουμε βέβαια για το κόστος συντήρισης ενός τέτοιου έργου. Με άλλα λόγια το παιδί ήθελε νησάκι, σε σχήμα φοίνικα παρακαλώ κι έκανε το κέφι του.
Οσο παρακολουθούσα τις φάσεις κατασκευής με είχε πιάσει τέτοιο άγχος , λες και ήμουν στο εργοτάξιο. Νύχι δεν μου έμεινε αφάγωτο. Και το αφεντικούλι μας, να κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα «Ω! Τι σκέφτηκε ο Σεϊχης!». Κάποια στιγμή έχω φτάσει στο αμήν.
«Να είσαι μηχανικός, να σου λέει ο Σεϊχης την μαλακία του και να σου έρχεται να φας τα πτυχία σου» σκέφτομαι μεγαλοφώνως.
Δημήτρης ξαναγελάει,
Αφεντικό ξανα λοξοκοιτάζει.
Συνειδητοποιώ την ομοιότητα του δικού μας με τον Σεϊχη. «Θέλω αυτό κι επειδή το θέλω εγώ, πρέπει να γίνει. Δεν με νοιάζει αν απαιτείται Χ χρόνος, εγώ το θέλω χθες. Δεν έχει μα και ξε-μα, σκάσε και κολύμπα. Είναι δυνατόν να ξέρεις περισσότερα από εμένα???»
Από την άλλη, έχουμε φάει όλη τη μέρα στον υποτιθέμενο διάλογο. «Μονολογώ δυνατά για να ακούσω αντίλογο» έχει πει σε κάποια στιγμή, το απόγευμα. Και τα κουρασμένα νεύρα μου (όχι εγώ, σας το ορκίζομαι) απάντησαν ευθαρσώς «Μονολογείτε για να σας πούμε ότι έχετε δίκιο. Οταν υπάρχει αντίλογος, θα πείτε ότι δεν γνωρίζουμε όλες τις παραμέτρους!» . Οχι, δεν με απέλυσε μετά από αυτό, άλλωστε είπαμε, τα νεύρα μου το είπαν, όχι εγώ.
Πάνω που αποφασίζω να βουλώσω το αναιδέστατο στόμα μου και να αφήσω ήσυχο και σεϊχη και αφεντικό στις μεγαλεπίβολες ιδέες τους, πετάγεται ο Δημήτρης , που όλη τη μέρα έχει υποδειγματικά κρατήσει, τις εύθραυστες ισορροπίες στους μεταξύ μας διαλόγους, σίγουρος πλέον ότι λειτουργεί καλά ως «πυροσβέστης»...
«Την νέα αποθήκη, να την κάνουμε σε σχήμα φοίνικα?????»
Δεν χρειάζεται να σας πω , ποιός λοξοκοίταξε ποιόν αυτή την φορά, εγώ πάντως, δεν γέλασα!

Wednesday, May 07, 2008

Καλό μήνα

Να 'μαστε πάλι, μετά από τις "διακοπές μας". Τις μισώ, σας το είπα? Γιατί από την Δευτέρα που γυρίσαμε από το Βέλινγκραντ, επειδή ήμασταν σε "διακοπές", έκανα μόνη μου την λάντζα του εμπορικού, σκεφτόμενη ότι η νέα κοπέλλα, θα τα βρει μπαστούνια σήμερα το πρωί. Και γιατί, σήμερα με έχει πιάσει ένας πονοκέφαλος- φρίκη, συν το ότι έχω αναλωθεί πολλάκις σε κόντρες που ουσιαστικά δεν έχουν αποτέλεσμα. Δεν μου αρέσει να κοντράρομαι, ακόμα κι αν έχω δίκιο, φανταστείτε λοιπόν πόσο μου την έδωσε σήμερα, που άλλοι προκάλεσαν κόντρες, χωρίς να ψάξουν πρώτα εάν υπάρχει λάθος στην πλευρά τους. Μπάι δε γουέι, να την χέσω την "συγγνώμη" τους, όταν άρχισαν να μετρούν τις τρύπες τους. Γιατί δεν έβρισα μεν, αλλά ένα επιμελές ξεμπρόστιασμα το έκανα. Και ήρθε η συγγνώμη, που σαφώς και δεν εννοούν.Τεσπά, να που εξακολουθώ να αναλώνομαι, αντί να βάλω Χ και να τελειώνω.
Στο Βέλινγκραντ χαλαρώσαμε και πάλι, τόσο που την τελευταία μέρα θα ήθελα να μείνω κι άλλο. Βέβαια, εκεί πήρα και σημαντικές αποφάσεις, π.χ. να κόψω το κάπνισμα, αλλά έλα που σήμερα πάω για το τρίτο πακέτο ολοταχώς.
Χθες γιόρταζα κατά το Βουλγαρικό εορτολόγιο και η καλή μου Μπάμπα Νικολίνκα, μου έκανε τραπέζι τρικούβερτο με αρνάκι Αγίου Γεωργίου, φρεσκοψημένη πίτκα και ωραιότατη κολοκυθόπιτα. Δώδεκα το μεσημέρι καθήσαμε στο τραπέζι και μέχρι τις εξήμιση τρώγαμε και πίναμε (ρακία από βερύκοκα, επίσης απίθανη). Κάποια στιγμή με πόνεσε το κεφάλι μου, γιατί γλώσσα δεν έβαζε κανένας μας μέσα του, σε σημείο που για να μπορεί να τρέχει η συζήτηση, η Ντάνι φώναζε σαν πρόεδρος δικαστηρίου "Μπόικο, σταμάτα επιτέλους, μιλάμε για άλλο θέμα, εμείς από εδώ!". Κι εγώ για να παρακολουθώ το "από εδώ" και το "από εκεί", είχα γίνει σαν τα σκυλάκια που πουλούσαν οι νέγροι παλιά, ξέρετε αυτά που τα πατάς από την μια πλευρά, γέρνουν λαιμό από την άλλη και αντίστροφα. Εξαιρετικά δύσκολο, πρώτον γιατί δεν είμαι σκυλάκι, δεύτερον γιατί οι συζητήσεις γίνονταν κατά κύριο λόγο στα Βουλγάρικα και τρίτον γιατί η Μπάμπα Νικολίνκα επισκίαζε τους πάντες μιας και δεν μιλάει, αλλά φωνάζει. Ο Δημήτρης ήταν ο πλέον τυχερός, γιατί είχε πιάσει κουβέντα με τον Ρούμεν που τα ελληνικά του είναι άψογα και είχαν γραμμένους όλους εμάς τους υπόλοιπους.
Μετά πήγαμε και είδαμε με την Ντάνι ένα σπιτάκι όνειρο, πάνω στο ποτάμι και γυρίσαμε όλο χαρά να στείλουμε και τον Δημήτρη να το δει, αλλά η χαρά μας διεκόπη απότομα όταν ο Μπόικο έβαλε τις φωνές, γιατί εμείς είμαστε φίλοι του και δεν είναι δυνατόν να μας ζητάνε τόσα λεφτά για ένα "κωλόσπιτο" στο χωριό του. Τί κι αν είπα ότι είναι μεγάλο, τί κι αν απαρίθμησα ένα προς ένα τα δέντρα που υπάρχουν στον κήπο, τί κι αν δελέασα τον Δημήτρη πως ακούς το ποτάμι, το σπιτάκι δεν πήγε να το δει. Ούτε το ότι είχε εσωτερική τουαλέτα και μπάνιο δεν τον συγκίνησε! "Θα περιμένουμε και θα βρούμε άλλο!" δήλωσε ο Μπόικο κι εγώ ψυθίρισα "θα περιμένουμε και θα βρούμε άλλο, με τα ίδια λεφτά, να γελάσω!". Κρίμα πάντως, γιατί όσο το κοίταζα, τόσο έκανα όνειρα πώς θα φτιάξω τί και πως θα το έκανα μια κούκλα. Μέχρι και τα βάζα με τις κομπόστες μου και τα τουρσιά μου, ονειρεύτηκα στο κελλάρι, σαν παραδοσιακή Βουλγάρα χωριάτισσα!
Σήμερα μπακ το δε ριάλιτυ, με έναν καιρό σκατένιο, άνοιξη λέμε κι άνοιξη δεν βλέπουμε. Και βέβαια, για μια ακόμη φορά, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι ευχάριστο, κάτι να μου φτιάξει λίγο την διάθεση. Ο καιρός φταίει, η πολύ δουλειά φταίει, η ξερή μου κεφάλα φταίει, θα σας γελάσω. Πάντως καλά δεν είμαι.
Και το κερασάκι της τούρτας, καταφθάνει αύριο, ήτοι το αφεντικό μας. Να δω με τι κουράγιο θα καθήσω στα meetings και με τί μυαλό θα μπορώ να μιλάω. Ωρες ώρες έχω την αίσθηση ότι κουράστηκα με τα της καριέρας, αλλά από την άλλη δεν με παίρνει να κάνω κι αλλιώς.
Ετσι λοιπόν, να σας ευχηθώ καθυστερημένα καλό μήνα και καλό καλοκαίρι, για όσους το χαρούν. Γιατί εμένα με βλέπω μέχρι τον Ιούνη να φοράω μπότες και δεν μου αρέσει καθόλου η ιδέα! Ναι ξέρω, όλο γκρίνια είμαι, αλλά είπαμε, καλά δεν είμαι!

Wednesday, April 30, 2008

30.4.1989

Πρώτα, Οι εικόνες :
Ενας καλοστεκούμενος ηλικιωμένος, κρατάει από το χέρι, δύο κοριτσάκια με μπούκλες. Από την μια πλευρά την ξανθούλα, από την άλλη την καστανούλα. Τους δείχνει το παλιό σχολείο ενός χωριού. «Εδώ πήγε σχολείο ο μπαμπάς σας και η θεία σας, κι εκεί απέναντι ήταν το πατρικό τους». Οι μικρές ενυπωσιάζονται, ο μπαμπάς τους, ποτέ δεν τους έχει δείξει το πατρικό του. Το μόνο που ξέρουν από το χωριό είναι το σπίτι της θείας. Κι ο θείος πήγε εκεί σχολείο. Αλλά δεν το λέει, τον νοιάζει να πει για την δική τους οικογένεια. Αυτή που τον αγκάλιασε και τον κρατάει πιο σφιχτά από την δική του.
Ο θείος φοράει πάντα πουκάμισα με μακρύ μανίκι. Κρύβει την λεύκη στα χέρια του. Τα βράδυα, κάθεται στην παλιά πολυθρόνα δίπλα στην στόφα και λέει ιστορίες. Δεν φωνάζει ποτέ, δεν θυμώνει. Τα καλοκαιρινά πρωινά, μας παίρνει μαζί του, ξημερώματα να μαζέψουμε καπνά. Οχι ότι μαζεύουμε στα αλήθεια. Πιο πολύ φασαρία κάνουμε. Οταν γυρίζουμε σπίτι όμως, το «μεροκάματό μας», μας περιμένει. Κι όσο βελονιάζει, του φτιάχνουμε καφέ. Βρίσκω ένα ποτήρι που μου αρέσει και πάω να βάλω το νερό του. «Χαζούλα, εκεί ο παππούς βάζει τη μασέλα του!» με κοροϊδεύει ο Νίκος και μου το παίρνει από τα χέρια. Μα ήταν τόσο όμορφο!
Εχει επέτειο με τη θεία... Με το Νίκο συγκεντρώνουμε τα «μεροκάματά μας» και τους αγοράζουμε ένα δώρο από το μοναδικό καφενείο του χωριού. Δύο γυάλινα πιατάκια, σε ένα πλαστικό διάφανο κουτί, στολισμένο με μια άσπρη κορδέλλα. Εκείνο το δώρο, πρέπει ακόμα να βρίσκεται στο παλιό μπουφέ στο σαλόνι. Μέσα στο κουτί του. Της θείας δεν της έκανε καρδιά να το βγάλει από εκεί.
Εχουν μόλις γυρίσει με τη θεία από το ταξίδι τους στην Βουλγαρία. Μας έχουν καλέσει να πάρουμε τα δώρα μας. Ενα κόκκινο, πλαστικό κολιεδάκι για μένα. Υπάρχει ακόμα, κρεμασμένο στην αγαπημένη μου κούκλα. «Του χρόνου θα πάμε στην Τουρκία, να σας αγοράσουμε από ένα χρυσό δαχτυλίδι». Δεν πρόλαβαν. Κάθε φορά που πάω στην Τουρκία, θυμάμαι εκείνη την υπόσχεση και λες και θέλω να την τηρήσω, αγοράζω σχεδόν κάθε φορά ένα δαχτυλίδι.
Είναι καλοκαίρι και είναι στο νοσοκομείο. Τηλεφωνεί ο παπάς του χωριού. «Τροχαίο». Οι γονείς μου δεν είναι στο σπίτι. Φτάνω και μόλις βλέπω την θεία, που δεν έχει χτυπήσει τόσο, λυποθυμάω. «Δεν τους έφτανε το δικό τους, μάζευαν κι εσένα» με μαλώνει μετά, η μαμά μου. Αλλά, όλα είναι καλά. Η ζωή, μας δίνει μια παράταση που κανένας μας δεν κατάλαβε.
Μεγάλη Τρίτη. Η θεία τηλεφωνεί, ο θείος λυποθύμησε το πρωί στο χωράφι, πήγαν στον καρδιολόγο, αλλά τώρα είναι καλά. Ξεσηκώνω τον τρομοκρατημένο πατέρα μου και φτάνουμε στο χωριό. Σε όλο το δρόμο τρώω πατατάκια και λέω μαλακίες. Τον κουβαλάμε άρον άρον, ξανά στον γιατρό. Η θεία πριν μπει στο αυτοκίνητο, γεμίζει με καραμέλες το πίσω κάθισμα. Ο γιατρός είναι συνοφρυωμένος. «Το καρδιογράφημα, διαφέρει από το πρωινό». Τον κοιτάζω με αυθάδεια. Ο μπαμπάς, πιο κίτρινος από τον θείο, αδύνατον να μιλήσει. «Δηλαδή είναι καλύτερο ή χειρότερο?» ρωτάω με όλη την αφέλεια των δεκαέξη χρόνων μου. «Οταν λέμε ότι διαφέρει, σημαίνει ότι δεν είναι καλύτερο» απαντάει ο γιατρός. «Καλύτερα να νοσηλευθείται» του προτείνει.
Μετά, οι σκέψεις :
Είναι δεκαεννέα χρόνια. Και με ξέχασες. Δεν έρχεσαι πια στα όνειρά μου κι όσο κι αν το παλεύω δεν ακούω την φωνή σου. Τον πρώτο καιρό την άκουγα.. «Γιωργία» φώναζες. Κανένας άλλος δεν με φώναζε έτσι.
Εδώ, δεν έχω πια τις φωτογραφίες σου. Εκείνες, τις δικές σου. Γιατί καμία, ποτέ, δεν βγάλαμε μαζί. Ισως γιατί δεν έτυχε, ίσως γιατί ποτέ δεν σκέφτηκα ότι κάποτε θα έφευγες. Τα γυαλιά σου και το βουρτσάκι από το τελευταίο σου ξύρισμα, εκείνο που μύριζε τον πρώτο καιρό, τον φτηνό αφρό ξυρίσματος, είναι φυλαγμένα στο σπίτι στην Ελλάδα, σε ένα κουτί. Μου τα έδωσε η θεία, την επομένη που έφυγες, όπως τα πήρε από το νοσοκομείο.
Ολα αυτά τα χρόνια, το μόνο που μου έμεινε είναι η ευχή σου. Εκείνη που μου έδωσες πριν φύγεις για το νοσοκομείο. Είχες τρομάξει, έκλαιγες. Ο ατρόμητος θείος μου, έκλαιγε. Μπήκες στο δωματιό μου και μου ψιθύρισες «Γιωργία, να έχεις την ευχή μου». «Μην ακούω χαζά, θα γυρίσεις μέχρι τη γιορτή μου» σου είπα με την εφηβική μου αισιοδοξία και σε αγκάλιασα. Δεν απάντησες. Και δεν γύρισες. Το τελευταίο βράδυ, είπες «στην Γιωργία πρόλαβα κι έδωσα την ευχή μου, δεν με νοιάζει τίποτα». Για χρόνια, τα παιδιά σου και οι αδελφές μου, το έλεγαν με παράπονο.
Ξημερώματα χτύπησε το τηλέφωνο. Ο γιος σου. Είχαμε πει «Χριστός Ανέστη» λίγες ώρες πριν. «Ζωή σε λόγου σου αγόρι μου» άκουσα τον μπαμπά να λέει μέσα στον ύπνο μου. Ποιός έφυγε? Ο θείος έφυγε. Γιατί? Ο θείος θα έβγαινε από το νοσοκομείο την Τρίτη του Πάσχα. Είχε βγει από την ενταντική, αλλά δεν μπορούσε να πάρει εξιτήριο Μεγάλο Σάββατο. Ο θείος θα ερχόταν την Τρίτη.
Ανήμερα το Πάσχα, μαζεμένοι στο χωριό. Ποτέ δεν κάναμε Πάσχα στο χωριό. Λες κι ήθελες να μας μαζέψεις, εκείνη τη μέρα διάλεξες να φύγεις. Λίγες ώρες μετά την Ανάσταση. Με την έννοια στο σκυλί σου , που θα φοβόταν από τα βεγγαλικά. Και μαζευτήκαμε, όπως το ήθελες. Και πρωτοφόρεσα μαύρα. Πριν φύγεις , μου είχες αφήσει το «δώρο μου» για την γιορτή μου. Αγόρασα ένα μαύρο ταγεράκι. Λες και ήξερα πως θα χρειαστεί. Κι ήταν τόσος ο πόνος και η οδύνη, που κανένας δεν πίστευε ότι ο νεκρός ήταν ήδη εβδομηνταδύο χρονών. «Μην κλαις τόσο κοριτσάκι μου, οι πίκρες σου είναι μπροστά ακόμα», μου είπε η αδελφή σου. Πόσες φορές την θυμήθηκα μετά. Πόσες φορές ανέτρεξα σε εκείνα τα λόγια όλα αυτά τα χρόνια. Κι όμως, οι πίκρες που ήταν μπροστά μου, δεν άφηναν τρύπες μέσα μου. Περνούσαν κι έφευγαν. Η δική σου απώλεια, δεκαεννέα χρόνια μετά, πονάει το ίδιο.
Μετά έφυγε και η θεία. Εκείνη που παραπονιόταν , πως οι ανηψιές της λάτρευαν τον άντρα της πιο πολύ από την ίδια, που ήταν αίμα τους. Δεν θα άντεχε ποτέ μακρυά σου, το ξέραμε. Είπαμε ότι ήσουν τυχερός που έφυγες νωρίς, που δεν πρόλαβες να την δεις άρρωστη, με τα σγουρά μαλλιά της, χαμένα. Δεν θα το άντεχες τόσο που την αγαπούσες. Και για πρώτη φορά μακαρήσαμε τον θάνατό σου.
Δεν πάω πια στο χωριό. Κανένας μας δεν πάει. Κι εμείς και τα παιδιά σου, σαν κλέφτες περνάμε από το νεκροταφείο και φεύγουμε. Δεν υπάρχει χωριό, χωρίς εσένα εκεί. Γιατί εσύ μας το δίδαξες, εσύ μας έμαθες να το αγαπάμε.
Δεν ήσουν μόνο ο θείος. Ησουν ο παππούς που δεν είχα, ο δεύτερος πατέρας, ο αδελφός που δεν είχε ο πατέρας μου. Και τα ξεχνάς όλα, δεν έρχεσαι πια στα όνειρά μου.
Ηθελα, να με δεις να μεγαλώνω θείε. Ηθελα να δεις τη Μαρία μας, μαμά. Ηθελα ο Θάνος μας, να είχε έναν ακόμα παππού, εσένα. Δεν στο έχω πει δεκαεννέα χρόνια, τώρα θα στο πω. Προτιμούσα την παρουσία σου από την ευχή σου, όσο πολύτιμη κι αν είναι... Σου υποσχέθηκα τότε, ότι αν ποτέ αποκτήσω αγόρι, θα του δώσω το όνομά σου. Δεν κράτησα την υπόσχεσή μου, συγγνώμη.

Tuesday, April 29, 2008

Διακοπή στις διακοπές

Μισώ αυτές τις διακοπές των διακοπών. Από Μεγάλη Παρασκευή μέχρι και Δευτέρα του Πάσχα διακοπές. Σήμερα και αύριο πάλι δουλειά. Και τρέχεις να μαζέψεις τα προηγούμενα και τα επόμενα, γιατί από την Πέμπτη έως και την επόμενη Τρίτη, η Βουλγαρία γιορτάζει την Πρωτομαγιά της και τον Αη Γιώργη της, επί έξη συνεχόμενες μέρες.
Κι όταν δεν είσαι Βούλγαρος για να το θεωρείς λογικό, νοιώθεις τύψεις που θα νεκρώσει το σύμπαν για τόσες μέρες. Θες να μπεις στους ρυθμούς σου και δεν μπορείς. Γιατί πάνω που μπαίνεις, θα ξαναβγείς.
Το Πάσχα στην Ελλάδα δεν ήταν κακό (πώς θα μπορούσε άλλωστε), αλλά ανήμερα το πρωί ξυπνήσαμε και χωρίς καν να το συζητήσουμε, αρχίσαμε να πακετάρουμε τα της επιστροφής. Και με τρόμαξε το ότι δεν ήθελα να μείνω παραπάνω, απεναντίας, βιαζόμουν να χυθώ στην άδεια - ευτυχώς- Εθνική και να περάσω τα σύνορα.
Και σήμερα νοιώθω μια κερατένια μελαγχολία και καθόλου δεν ενθουσιάζομαι, που την Πέμπτη θα πάμε στο βουνό, να ηρεμήσει λιγάκι το κεφάλι μας. Να σκεφτείς, ότι πριν το Πάσχα, πως και πως το περίμενα.
Ισως φταίει και το τι έχασα τη μέρα, δυό φορές κατέβηκα στο Πλόβντιβ, να αποκτήσω το χαρτονάκι της μόνιμης παραμονής μου, τρία χρόνια τώρα το ανέβαλλα κι αν δεν έπρεπε να υποβάλλω αύριο την φορολογική μου δήλωση, θα το ανέβαλλα κι άλλο.
Εχω κουβαλήσει βιβλία μαζί μου και παραδόξως δεν με πιάνει μανία να χωθώ μέσα τους. Νοιώθω αλλαγές μέσα μου, αυτό το ταξίδι στην Ελλάδα, μου έδειξε ότι έχω απομακρυνθεί εντελώς πια κι ότι δεν μπορώ να την δω ούτε σαν τουρίστας. Την Βουλγαρία πάλι, δεν μπορώ να την νοιώσω "τόπο μου". Αιωρούμαι λοιπόν γεωγραφικά, κάνοντας πατρίδα τον γάμο μου. Είναι το μόνο "σημείο" της γης, που εξακολουθώ συνειδητά να ανήκω.Η μόνη σταθερά... Θενκς Μητσάκο μου.

Wednesday, April 16, 2008

Κύριε Ανακριτά....

Το Μαρινάκι (λινκ παραπλεύρως, μην με παιδεύετε τώρα!), μετά την απειλή μου να την συναντήσω το Πάσχα, με "εκδικήθηκε", στέλνοντάς με και μένα στον ανακριτή! Επειδή ως γνωστόν, βρίσκομαι εκτός Ελλάδας, έστειλα την μαρτυρία μου εγγράφως, χάνοντας την ευκαιρία να δω εάν η μασέλλα του θέλει άλλαγμα!!!
Σας παραθέτω λοιπόν τί ακριβώς του έγραψα για να μπορέσει ο άνθρωπος να με φακελλώσει με την ησυχία του!
1. Ονομα : Γεωργία επισήμως, Γωγώ ανεπισήμως και Γκεργκάνα κατά τους Βούλγαρους! Σας κάλυψα νομίζω!
2. Γενέθλια : Παραμονή της 17ης Νοέμβρη. Οχι, οχι, ουδεμία σχέση έχω με την εν λόγω οργάνωση, πα-ρα-μο-νή είπαμε!
3. Ζώδιο : Σκορπιός, πλήρης δηλητηρίου! Να σας δαγκώσω αν δεν με πιστεύετε!
4. Χρώμα μαλλιών : Ξανθό εκ γεννετής. Το τονίζω και με ανταύγειες, μήπως και χαζέψω κι άλλο!
5. Χρώμα ματιών : Πράσινα, πλούσια σε μυωπία! Αααα! Το ένα έχει και αστιγματισμό!
6. Εχεις ερωτευτεί ποτέ? : Υπάρχει κάποιος που ΔΕΝ????
7. Είδος μουσικής που ακούς : Τα πάντα εκτός από μερικά :Ρ
8. Xαρακτήρας Disney : Μα δεν είναι μια γλύκα ο Winnie?????
9. Ποιός φίλος/ φίλη σου μένει πιο μακρυά? : Μήπως να ρωτούσατε ποιός μένει πιο κοντά??? Τεσπά περισσότερο μακρυά από τους άλλους, μένει η Μαρίκα, στην Φινλανδία.
10. Πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μόλις ξυπνήσεις: Θα αργήσω δέκα λεπτά κι αν θέλουν ας με απολύσουν!!!! (Μα κάθε μέρα η ίδια σκέψη κι ακόμα να με απολύσουν!)
11. Κάτι που έχεις πάντα μαζί σου και δεν το αποχωρίζεσαι: Τα γυαλιά μου! Πώς θα μπορούσα ????
12. Τί έχεις στον τοίχο σου? σε ποιόν από όλους?μήπως να γίνεται πιο συγκεκριμένος???
13. Τί έχεις κάτω από το κρεββάτι σου? Το πάτωμα ασφαλώς!!! Δεν κοιμάμαι σε αιώρα!
14. Αν ήσουν μόνος/η στο σπίτι και άκουγες ένα βάζο να σπάει τί θα έκανες? Θα έλεγχα αν είναι η Μέτζυ μέσα στο σπίτι. Αλλιώς θα έψαχνα για το φάντασμα !
15. Αγαπημένος αριθμός : 8
16. Αγαπημένο όνομα : Σολομωνή (μην γελάσετε, έχω τους λόγους μου).
17. Τα χόμπυ σου : Πολλά, χρόνο που θα βρώ δεν ξέρω!
18. Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα ? Η απάντηση είναι μία , οποιαδήποτε φορά κι αν ερωτηθώ. Στην Ιστανμπούλ!!!!
19. Μια ευχή για το μέλλον : Να ζήσουμε όλοι σαν άνθρωποι, με ό,τι συνεπάγεται αυτό!
20. Αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο και να γυρίσεις πίσω, σε ποιά εποχή θα πήγαινες? Οχι, πολύ πίσω. Στην εποχή των παιδικών μου χρόνων!
21. Φωτιά! Πάρε κάτι μαζί σου! :Τον Δημήτρη απαραίτητα, για να κουβαλήσουμε, την κουκλοοικογένεια, την Μέτζυ, τα κοσμήματά μου, τα κινητα μου και το λάπτοπ μου. Επειδή έζησα μια τέτοια κατάσταση πριν ένα χρόνο, είμαι πάντα οργανωμένη!
22. Αγαπημένο λουλούδι : Οι λαλέδες της Πόλης, τον Απρίλη!!!!
23. Αγαπημένη σειρά : Αυτή της παραγωγής μας ! :Ρ
24. Αγαπημένη ταινία : Μα είναι τόσες πολλές! Να πω μία στην τύχη! "Ο καιρός των τσιγγάνων" του Κοστουρίτσα.
25. Αγαπημένο τραγούδι : Επίσης πολλά! Πάλι ένα στην τύχη! "Annem" της Candan Ercetin.
26. Aγαπημένο βιβλίο : Δύσκολη ερώτηση για βιβλιοφάγο. Ενα από τα πολλά λοιπόν το "Ετσι ήρθαν τα πράγματα μα έτσι δεν θα πάνε" του Αζίζ Νεσίν.
27. Αγαπημένο ζώο : Τα σκυλιά μου ασφαλώς!
28. Αγαπημένο ρούχο : Τζήν!
29. Αγαπημένος καλλιτέχνης/ίδα : Πολλοί!!!!
30. Αγαπημένο χρώμα : Ολες οι αποχρώσεις του μπλε, μα όλες!
31. Αγαπημένο φαγητό : Ολα τα κεμπάμπ του Μουσταφά στο Gunler!
32. Με ποιόν χαρακτήρα από καρτούν ταυτίζεσαι : Είμαι καρτούν από μόνη μου, προς τί η ταύτιση?? Χμμμ, μήπως με τον Τιραμόλα???
33. Κακή συνήθεια : Καπνίζω σαν φουγάρο. Και όπως γίνεται με όλες τις "κακές συνήθειες", το απολαμβάνω κιόλας!
34. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που σου αρέσει : Οτι δεν φοβάμαι τα δύσκολα.
35. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που δεν σου αρέσει: Οτι καμιά φορά, κολλάω στα εύκολα!!!
36. Συνηθισμένη ατάκα :Μπόζιε, μπόζιε!!! (Θεέ μου, θεέ μου!)
37. Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις: Ρεπόρτερ σε εμπόλεμες περιοχές!
38. Μεγαλύτερος φόβος : Να μην μπορώ να περπατήσω.
39. Η καλύτερη pizza : Αυτές οι Βουλγάρικες δεν τρώγονται με ΤΙΠΟΤΑ!!!
40. Πιστεύεις ότι τα κατοικίδια ζώα είναι : Πιστά, τρυφερά, και άδολα, τα τετράποδα. Για τα δίποδα κατοικίδια που λέγονται άνθρωποι, να μιλήσουμε άλλη φορά, ε?

Καλέεεεε τι κατεβατό είναι τούτο??? Εγώ το έγραψα όλο αυτό? Λοιπόν για να μην τεμπελιάζουμε, καλούνται οι Palirroia, Korinoskylo, Bro, Lianne και όποιος άλλος είναι διαθέσιμος για φακέλλωμα, να το συνεχίσει.

Monday, April 14, 2008

Κούκλα αντί για μύδια

Ο αποθηκάριός μας, ο Στανισλάβ είναι ένα παιδί ταλαιπωρημένο. Είναι κτηνίατρος, αλλά τέτοιου είδους ελεύθερα επαγγέλματα στην Βουλγαρία, απαιτούν ανθρώπους με τσαγανό, οπότε πριν από ένα χρόνο ήρθε και ζήτησε δουλειά εδώ για φορτοεκφορτωτής. Επειδή ήταν ο πιο καλός από τους υπόλοιπους , τον κάναμε αποθηκάριο. Βέβαια και ο αποθηκάριος χρειάζεται τσαγανό, που ο Στανισλάβ δεν διαθέτει, αλλά στους τυφλούς, ο μονόφθαλμος βασιλεύει, είπαμε.
Προσπαθεί να είναι συνεπής, αλλά χάνεται μόνος του, σε σημείο που οι υφιστάμενοί του τον κοιτάζουν κι αυτός φορτώνει. Μπερδεύεται εύκολα κι έχει έναν μοναδικό τρόπο να δημιουργεί λάθη, κυρίως από τον φόβο του. Οταν του βάζεις τις φωνές, σκύβει το κεφάλι και δεν λέει κουβέντα.
«Το αφεντικό δεν κάνει ποτέ λάθος», μου είπε προχθές, όταν στο λιμάνι της Βάρνας φόρτωσαν κάτι λάθος κι εγώ είπα ότι ο Δημήτρης δεν μέτρησε σωστά. «Μα Στανισλάβ, δεν ήταν δικό σου το λάθος!» επέμεινα. «Εδώ δεν είναι Ελλάδα σέφκα» μου απάντησε, χαμηλώνοντας το κεφάλι.
Ετσι υποταγμένος στην μοίρα του, παντρεύτηκε από τα εικοσιδύο του ο Στανισλάβ. Εχοντας επίγνωση της εμφάνισής του και των οικονομικών δυνατοτήτων του (κατά τα δικά τους δεδομένα πάντα, γιατί είναι ένα εξαιρετικά καλόκαρδο, εργατικό και υπομονετικό παιδί), δεν έψαξε πατριώτισσά του για να φτιάξει οικογένεια. Οι Βουλγάρες, δεν θα τον κοίταζαν καν. Εργάτρια από τα Σκόπια η γυναίκα του, δυό χρόνια μεγαλύτερή του, κανείς δεν ξέρει ποιός άνεμος την έριξε εδώ.
Η μεγάλη τους κορούλα , η Βίκυ, πλησιάζει τα οκτώ. Κανέναν δεν έχουν να τους την κρατήσει, το παιδί πάει σχολείο και γυρίζει τα μεσημέρια μόνο του στο σπίτι, περιμένοντας πότε να σχολάσουν οι γονείς. Τον περασμένο χειμώνα, με τις συνεχόμενες απεργίες στα σχολεία, την έπαιρνε μαζί η γυναίκα του, στο χοιροτροφείο που δουλεύει. Ενα πρωί ήρθε ο Στανισλάβ έτοιμος να βάλει τα κλάμματα. «Μπορώ σέφκα να την φέρω μαζί μου τις δύο επόμενες μέρες? Δεν θα κάνει ζημιές. Δεν μπορεί να την ξαναπάρει η γυναίκα μου, θα την διώξουν από την δουλειά».
Κι ήρθε η Βίκυ. Ενα κοριτσάκι αδύνατο και φτωχοντυμένο, καρμπόν ο Στανισλάβ. Δυό μέρες ζωγράφιζε με τα χρωματιστά στυλό που της δώσαμε και την τελευταία μέρα μας τα επέστρεψε. Δεν δεχόταν να τα κρατήσει, παρότι της λέγαμε ότι είναι δικά της πιά.
Πριν ένα μήνα, ένα πρωινό τηλεφώνησε και ζήτησε άδεια, η γυναίκα του γέννησε την δεύτερη κορούλα τους. Ούτε ξέραμε ότι ήταν έγκυος, ούτε καταλάβαμε πως θα τα βγάλουν πέρα με δυό μικρά, αφού και με το ένα δυσκολεύονται.
Το περασμένο Σάββατο, αφού τελειώσαμε το φόρτωμα στο λιμάνι της Βάρνας πήγαμε για φαγητό στο Νεσεμπάρ. Τον άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο. «Γκρινιάζει η γυναίκα που λείπεις όλη μέρα?» τον πείραξε ο Δημήτρης. «Οχι σέφε, η Βίκυ μου ζήτησε να της πάω τρία – τέσσερα μύδια, μόλις της είπα ότι είμαι στη θάλασσα» απάντησε. Απόρησα με την απλοϊκή επιθυμία του παιδιού. «Τρία- τέσσερα μύδια». Από την θάλασσα, που ο Στανισλάβ, έβλεπε μόλις για πέμπτη φορά. Οσο τρώγαμε το σκεφτόμουν. Το παιδί που λαχταρούσε να γυρίσει ο πατέρας σπίτι, με κάτι στα χέρια του. Ενα παιδί συνειδητοποιημένο από τα οκτώ του, δεν ζήτησε πανάκριβα παιχνίδια ούτε γλυκά, ζήτησε κάτι ανέξοδο. Μύδια.
Την ένοιωθα την λαχτάρα της. Υπήρξα κι εγώ παιδί. Μου έλειπε ο μπαμπάς όταν ταξίδευε για δουλειά όλη μέρα, έκλαιγα μέχρι να γυρίσει. Ποτέ δεν του ζήτησα τίποτα, όχι μόνο γιατί μου έφτανε η επιστροφή του, αλλά και γιατί ποτέ ο δικός μου μπαμπάς δεν γύριζε με άδεια χέρια. Δεν ήταν πλούσιος, απλά προτιμούσε εν ανάγκει, να μην φάει όλη μέρα για να αγοράσει κάτι για μας.
Ο Στανισλάβ λυπόταν που δεν μπορούσε να βουτήξει στη θάλασσα και να της πάει τα μύδια της. Μπόρεσε και αγόρασε ένα μαγνητάκι για το ψυγείο τους. Ενθύμιο από το Νεσεμπάρ, που ποιός ξέρει αν θα ξανάβλεπε στη ζωή του. Δεν είχε προφανώς άλλα λεφτά μαζί του. Μπήκαμε στα αυτοκίνητα και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Στο πρώτο βενζινάδικο που βρήκαμε, σταματήσαμε με τον Δημήτρη και χωρίς καν να μιλήσουμε μεταξύ μας, διαλέξαμε μια κούκλα για την Βίκυ και μια λούτρινη κουδουνίστρα για το μωρό. «Θα σκεφτεί ο χαζός να πει, ότι τα αγόρασε ο ίδιος?» αναρωτήθηκα. Δεν με ενδιέφερε να ξέρει η μικρή ποιός τα αγόρασε, με ενδιέφερε να δει τα γεμάτα χέρια του πατέρα της , όταν θα έμπαινε στην πόρτα. Να της πει, "δεν βρήκα μύδια, αλλά κοίτα τι σου πήρα!"
Εφτασαν στην πόλη πριν από εμάς. Μόλις συνειδητοποίησα ότι παρά τα απανωτά τηλεφωνήματα για να τους βρούμε, είχε πάει σπίτι χωρίς να του δώσω τα παιχνίδια, μου ήρθε να κλάψω. «Θα πάμε σπίτι να του τα δώσουμε, τι στεναχωριέσαι?» επέμενε ο Δημήτρης. «Δεν είναι το ίδιο! Επρεπε να τα πάει ο ίδιος! Τώρα χάλασε η έκπληξη!» επαναλάμβανα σαν πεισμωμένο πιτσιρίκι.
Του τηλεφωνήσαμε τελικά, κατέβηκε από το σπίτι τρέχοντας να δει τί θέλουμε, ανεξάρτητα με το πόσο κουρασμένος ήταν. Του δώσαμε τα παιχνίδια. Δεν είπε ευχαριστώ, τα είχε χάσει. Το φωτισμένο πρόσωπό του, έλεγε χίλια ευχαριστώ, τα λόγια δεν χρειάζονταν.
Σήμερα το πρωί ήρθε στο γραφείο μου. Χαμογελούσε και μου έδωσε αυτή την καρτούλα. Ηταν το ευχαριστώ της Βίκυ! Τελικά δεν έπεσα έξω. Δεν σκέφτηκε να πει ότι τα αγόρασε μόνος του...

Wednesday, April 02, 2008

Ενημέρωση από το μέτωπο της τρέλλας

Τα νέα μας στα γρήγορα. Εχουμε και λέμε :
Είμαστε και εγώ και ο Δημήτρης με πυρετό από χθες. Οχι, δεν κουβαλήσαμε καμία "τουρκική ίωση" όπως διέγνωσε εξ' αποστάσεως η καλή μου μαμά. Για όλα φταίνε οι ψητούμπες στην αυλή του Ογούζ την Κυριακή το απόγευμα, με το θερμόμετρο να δείχνει μόλις 12 βαθμούς! Αλλά πώς να αντισταθείς σε τέτοια απόλαυση?
Πριν την απόλαυση βέβαια είχε προηγηθεί ολονύχτια ρακοποσία με πολλά παγάκια, στον γάμο του Τζεμ, ο οποίος πέραν από υπέροχος ήταν ένας απολύτως "ελληνικός γάμος"! Μέχρι και το καθιερωμένο καυγαδάκι των πεθερικών απολαύσαμε! Μα τόση ομοιότης πια! Αντε μετά να νοιώσεις αλλοδαπός σε τέτοια εκδήλωση!
Μπροστά μου βρίσκονται δύο μοντέλλα που πρέπει να φτιαχτούν μέχρι την Παρασκευή για να κοστολογηθούν. Οχι, δεν προλαβαίνουμε, σας το υπογράφω! Είναι α-δύ-να-τον ακόμα κι αν μαστιγώσω τον μοντελιέρ. Μήπως να του κάνω και φάλαγγα? Κι όμως αγαπητοί μου φίλοι, κάποιοι νομίζουν ότι στέλνοντας μια φωτογραφία ενός παρόμοιου μοντέλλου, εσύ το έχεις στο τσεπάκι και οι δύο μέρες είναι υπερ-αρκετές.
Περιμένω από Δευτέρα τέσσερους νέους υπαλλήλους, οι οποίοι πρέπει να εκπαιδευτούν από την αρχή και κατά την λογική μου Πέτια, οι πλέον κατάλληλοι να τους εκπαιδεύσουμε είμεθα εμείς οι τρεις!!! "Γιατί οι μικρές, έχουν το μυαλό τους στους γκόμενους". Ακου επιχείρημα που βρήκε η άτιμη! Παρεμπιπτόντως, η μία μικρή έφυγε νωρίς κλαίγοντας γιατί ο γκόμενος της έστειλε μήνυμα ότι την χωρίζει , η άλλη ήρθε αργά γιατί οι γονείς της της τα έψελναν επειδή έχει μπλέξει με ρεμάλι. Κι έπρεπε να το υποστώ και αυτό!
Η Μέτζυ με λαχτάρησε όλη νύχτα γιατί είχε εξαφανιστεί κι εγώ υπέθεσα ότι σάπιζε κάπου στην παραγωγή και θα βρίσκαμε το πτώμα της το πρωί. Αντ' αυτού, το είχε σκάσει, άγνωστο πως και την βρήκαμε να βολτάρει ανέμελη στον δρόμο, σήμερα το πρωί. Εφαγε ένα δέσιμο που δεν θα το ξεχάσει γιατί απλά, δεν θα ξαναλυθεί.
Και το τελευταίο και καλύτερο, έχω μία σκασμένη καθυστέρηση και μου έχουν σπάσει τα απομεινάρια των νεύρων μου. Είπα να κάνω κι ένα τεστ (άχρηστη κίνηση, αλλά λύσσαξε ο πάντα πιστός στα θαύματα Δημήτρης) και σας πληροφορώ ότι είναι τόσο άσχημα τα βουλγαρικά μου, που δεν εμφανίστηκε ούτε καν η πρώτη γραμμούλα. Δηλαδή, διάβασα τις οδηγίες λάθος!!! Οχι τίποτα άλλο, να το έβλεπα αρνητικό και να το ξεχνούσα. Αρα, θα πρέπει να αγοράσω άλλο και να παρακαλέσω την Πέτια να μου διαβάσει τις οδηγίες. Μην σας πω να μου το κάνει κιόλας! Μην βιαστείτε πάντως, να αγοράσετε μωρουδιακά, τέτοια περίπτωση δεν υφίσταται!!!
Με όλα τα παραπάνω και άλλα τόσα που βαριέμαι να γράψω, ευχηθείτε μου να την βγάλω καθαρή χωρίς χάπια για την υπέρταση, γιατί ως γνωστόν ο Απρίλης είναι ο μήνας της, για μένα.
Να περνάτε καλά και πάρτε βαθιές ανάσες εκ μέρους μου!

Thursday, March 20, 2008

Οι "δικοί μας" και "οι ξένοι"

Χθες το βράδυ...
Χτύπησε το ελληνικό κινητό μου. Αυτό που θυμάται μόνο η μαμά μου, γιατί το βουλγάρικο την μπερδεύει. Αλλά δεν ήταν η μαμά μου. Ενας πολύ πολύ παλιός συνεργάτης από την Ελλάδα, ήταν. Είχαμε δουλέψει μαζί για δυό-τρεις μήνες, πριν από εννιά χρόνια. Εκτοτε επικοινωνούσαμε αργά και που. Ετυχε να έχουμε μιλήσει για τελευταία φορά, ότι είχα φύγει για την Βουλγαρία. Το είχα εντελώς ξεχάσει. Ετσι ήταν πολύ μεγάλη η έκπληξή μου, όταν μου είπε ότι θα έρθει Σαββατοκύριακο στο Μπάνσκο και θα ήθελε πολύ να έρθει να μας δει. Δεν μπορώ να περιγράψω πόσο με συγκίνησε. Χωρίς να είμαστε "κολλητοί", θυμόταν ότι ήμασταν εδώ και ήθελε να μας δει. Κι ήμουν τόσο συγκινημένη, που του είπα να μην μπει στον κόπο, θα πάμε εμείς στο Μπάνσκο να τον δούμε εκεί. Παρότι δεν ξέρω ποιά στιγμή θα μπορέσουμε να φύγουμε από εδώ και με προβληματίζει λίγο ο δρόμος.
Σήμερα το πρωί...
Ο συνεργάτης μας ο Μπόικο ήρθε από την Ιστανμπούλ. Δεν ήξερα ότι θα πήγαινε, χθες εντελώς τυχαία τον πήρα τηλέφωνο και μου είπε ότι είναι εκεί. "Να μου φέρεις καφέ Μεχμέτ Εφέντι" του είπα. Ετσι για να το πω. Ηθελα να του κάνω πλάκα γιατί ξέρω την αντιπάθειά του για την Πόλη και ήμουν σίγουρη ότι δεν θα μπει στον κόπο να ψάξει για καφέ. Μπήκε στο γραφείο φουριόζος, με τα δυό πολύτιμα χρυσαφί σακουλάκια στα χέρια του. "Αυτό ήθελες σίγουρα?" με ρώτησε. Χαμογέλασα με όλη μου την καρδιά. "Βρε θηρίο, έφερες καφέ?". " Αυτός είναι σίγουρα?Πολύ φτηνός μου φάνηκε και σου πήρα δύο. Είπα μην κάνω λάθος με αυτό το μεχμέτ-τέτοιο". Δεν δέχτηκε να του τον πληρώσω, στο τέλος μου άφησε κι ένα τούρκικο κέρμα στο γραφείο "θα το χρειαστείς για τα διόδια, εγώ δεν θα ξαναπάω σύντομα" μου είπε.
Είναι όμορφο να ξέρεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που σε σκέφτονται κι ας μην έχετε συχνή επαφή. Άνθρωποι που ακούν όταν τους λές κάτι, ακόμα κι αν το λες μόνο και μόνο για να το πεις.Κι όταν είσαι μακρυά από τους ανθρώπους που θεωρητικά νοούνται ως "δικοί σου", αυτοί οι άλλοι, οι θεωρητικά "ξένοι", αποκτούν μεγαλύτερη αξία...

Tuesday, March 18, 2008

150

Μάρτης ήταν και τότε, πριν τρία χρόνια. Περάσαμε για πρώτη φορά τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα για να πάρουμε μια ιδέα από τη χώρα που ίσως («ίσως» λέγαμε ακόμα τότε), θα μας φιλοξενούσε. Δεν ήταν εύκολο το «πέρασμα», οι Βούλγαροι δεν ήταν ακόμη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, οι συνοριοφύλακές τους και οι τελωνειακοί τους ήταν ιδιαίτερα αγενείς και απότομοι. Θυμάμαι ότι ρώτησαν που ακριβώς πάμε, και γιατί πάμε. Λες και η απάντηση θα είχε σημασία. Ηταν βέβαια ακόμα η εποχή , που εφόσον παρέμενες στην χώρα πάνω από τρεις μέρες, η παραμονή σου θα έπρεπε να δηλωθεί στο αστυνομικό τμήμα της πόλης που επισκεπτόσουν.
Το γκρίζο μας συνάντησε αμέσως. Γκρίζα , άχρωμα σπίτια, γκρίζα, ξηλωμένη άσφαλτος, γκρίζος ουρανός. Θυμάμαι ότι προσπαθούσα να διασκεδάσω τις πρώτες εντυπώσεις, πριν προλάβει ο Δημήτρης να σχολιάσει ο,τιδήποτε. «Η φύση πάντως είναι υπέροχη, δεν συμφωνείς?» του είπα. Δεν απάντησε. Ηταν προσηλωμένος να οδηγεί με ασφάλεια το καινούργιο μας ακόμα αυτοκίνητο στους γεμάτους λακούβες δρόμους. Πράγματι η φύση ήταν υπέροχη, τα δέντρα καταπράσινα, η Ανοιξη σε οργασμό.
Μπαίνοντας στην Σόφια, το βλέμμα μου έπεσε στα τεράστια γκρίζα μπλόκ με τους φαγωμένους σοβάδες. Η πλήρης εγκατάλειψη. Ο ουρανός σαν να συνομωτούσε με την μιζέρια, είχε γεμίσει σύννεφα. Πρώτη στάση σε ένα βενζινάδικο. Της ΕΚΟ. «Να που έχει επενδύσει και η ΕΚΟ εδώ!» είπα προσπαθώντας πάλι, να βρω κάτι οικείο.
Συνεχίσαμε για το Πλόβντιβ διασχίζοντας πλακόστρωτα. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Γιατί να μην υπάρχει σε κεντρικές αρτηρίες άσφαλτος! Μήνες μετά, όταν πια μετακομίσαμε εδώ, μια Ελληνοβουλγάρα μου είπε ότι επί καθεστώτος, έφτιαχναν έτσι τους δρόμους. «Στα χιόνια, ήταν πιο ανθεκτικοί και το κόστος επισκευής του πλακόστρωτου είναι μικρότερο», μου είπε. «Και δεν είχατε και τόσα αυτοκίνητα επί καθεστώτος» ήθελα να της πω αλλά το κατάπια.
Μπαίνοντας στην πόλη του Πάζαρτζικ, είδα κάρα στους δρόμους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκπληξή μου. Δεν θυμάμαι αν είχα ξαναδεί ποτέ κάρα. Κι αν είχα, σίγουρα ήταν τόσο λίγες οι φορές και τόσο παλιά, που πια το είχα ξεχάσει. Εδώ όμως τα κάρα, κυκλοφορούσαν μέσα στους κεντρικούς δρόμους, μαζί με τα πολυτελή αυτοκίνητα. Στην Βουλγαριά θα δεις ή πολύ παλιά ή πολυτελή αυτοκίνητα. Μέση κατηγορία, στην περιοχή μας τουλάχιστον, δεν υπάρχει.
Τις τρείς μέρες που μείναμε εδώ, εκείνον τον Μάρτη, φιλοξενηθήκαμε σε ένα πολυτελές για τα δεδομένα της περιοχής τριόροφο σπίτι, σε κάποιο χωριό που θεωρείται «ακριβό», έξω από το Πλόβντιβ. Μόνο που αυτό, το «ακριβό» χωριό, δεν διέφερε πολύ από το χωριό του μπαμπά μου, στο οποίο πλέον κατοικούν μόνο ηλικιωμένοι. Μετά από καιρό, όταν πια γνώρισα τα αληθινά , συνηθισμένα χωριά της περιοχής, κατάλαβα ότι πράγματι εκείνο διέφερε από τα άλλα, προς το καλύτερο. Αν μη τί άλλο, οι τουαλέτες στα σπίτια δεν ήταν εξωτερικές και οι κατασκευές (αν και φτηνές), ήταν πιο καινούργιες.
Γνωρίσαμε το νυχτερινό Πλόβντιβ, σε κάποιο από τα μπαρ που επισκέπτονται συχνά ξένοι. Οι κοπέλλες όμορφες, καλοντυμένες, κυκλοφορούσαν μόνες. Τεράστιες γυναικοπαρέες. Οι νεαροί, πνιγμένοι στην μιζέρια τους, επίσης μόνοι. Οι κοπέλλες προτιμούσαν τους ξένους και οι νεαροί το ξεχνούσαν με αλκοόλ. Μετά το ποτό, ένα κομμάτι πίτσα από το δρόμο. Ηταν τόσο φρικτή, που την χρησιμοποίησα για να σβήσω το τσιγάρο μου.
Φάγαμε σε ένα εστιατόριο, μέσα σε κάποιο μοναστήρι που εκείνη την εποχή, επισκευαζόταν από την ΟΥΝΕΣΚΟ. Η Βουλγάρα που βρισκόταν στην παρέα μας, με ενημέρωσε ότι πριν, στο ίδιο μοναστήρι λειτουργούσαν μπουζούκια. «Ηταν πολύ ωραίο μαγαζί, κρίμα που έκλεισε», είχε συμπληρώσει.
Επισκεφτήκαμε το Χάσκοβο, μια πόλη στον δρόμο για τα Βουλγαροτουρκικά σύνορα. Εκεί είδα για πρώτη φορά, μέρα μεσημέρι, μια μητέρα να ψάχνει στα σκουπίδια , κρατώντας στην αγκαλιά το μωρό της.
Το τεράστιο, άδειο πια, εργοστάσιο που επισκεφθήκαμε, διατηρούσε την κομμουνιστική του αίγλη, με εγκυκλίους προς τους εργάτες, κολλημένες στους τοίχους το ’88 ή το ’89. Οταν σταμάτησε να λειτουργεί, οι εργάτες έκλεψαν από καλώδια μέχρι λεβιεδάκια, κανένας δεν σκέφτηκε να ξεκολλήσει τις εγκυκλίους από τους τοίχους.
Μία μηχανή- τέρας, αγορασμένη λίγες μέρες πριν την κατάρευση του καθεστώτος, δεν λειτούργησε ποτέ. Αποδεκατισμένη από ό,τι μπορούσε να μεταφερθεί, γερασμένη χωρίς να έχει ζήσει, περίμενε υπομονετικά κάποιον να την αγοράσει, με την ελπίδα ότι θα την γλυτώσει και δεν θα την πουλήσουν για παλιοσίδερα. Πόση θλίψη μου προκάλεσε εκείνη η μηχανή!
Φύγαμε ένα πρωινό που το θερμόμετρο έδειχνε εικοσιτρείς βαθμούς, ακολουθώντας τον δρόμο που από τον χάρτη μας φαινόταν πιο σύντομος. Βρεθήκαμε στα βουνά, χωρίς να το καταλάβουμε, το θερμόμετρο έδειξε μείον τρεις, το αυτοκίνητο γλυστρούσε πάνω στους παγωμένους δρόμους και δεν συναντήσαμε για πολύ ώρα κανένα άλλο αυτοκίνητο. Στον δρόμο κορμοί δέντρων και ταμπέλες μόνο σε κυριλλικό. Θυμάμαι ότι ανέπνευσα με ανακούφιση βλέποντας το Γκόλτσε Ντέλτσεβ, μια πόλη επίσης γκρίζα, αλλά όπως και να το κάνεις πόλη. Είχαμε διανύσει λιγότερο από διακόσια χιλιόμετρα σε έξη ώρες.
Ηταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που ένοιωσα ανακούφιση μπαίνοντας στην Ελλάδα. Η πρώτη φορά που οι τελωνειακοί μας μου φάνηκαν τόσο ευγενικοί. Εκλεισα τα μάτια και τα ξανάνοιξα, να αφήσω το γκρίζο πίσω μου. Να μην σκεφτώ άλλο αυτό το ταξίδι. Αν θα μετακομίζαμε τελικά? Δεν πάμε καλά!!! Αν θα ξαναερχόμασταν έστω για βόλτα? Ποτέ, ποτέ, ποτέ!!!
Πέντε μήνες μετά, αρχές του Σεπτέμβρη, έμαθα για τα καλά, πως ποτέ δεν πρέπει να λες ποτέ. Πέντε μήνες μετά, επανήλθαμε στο γκρίζο, αποφασισμένοι να μείνουμε...

Sunday, March 16, 2008

Ανατολή

Τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, φύγαμε για τη Βάρνα. Επρεπε νωρίς το πρωί να βρισκόμαστε στο λιμάνι και επειδή ο δρόμος δεν είναι κι ότι καλύτερο (όπως όλοι άλλωστε εδώ), προτιμήσαμε να ταξιδέψουμε όλη τη νύχτα.
Το ξημέρωμα μας βρήκε στην Μπιάλα, λίγο πριν το Σλάντσεβ Μπριάγκ (το φημισμένο Sunny Beach των Βούλγαρων) και η Ανατολή του Ηλιου ήταν μαγευτική.

Την Βάρνα την είδαμε ελάχιστα, κι από όσα είδα, δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα, δεν διαφέρει και πολύ από την Σόφια ή το Πλόβντιβ. Το Λιμάνι της άκρως καταθλιπτικό, τα κτίριά του μύριζαν εγκατάλειψη, παρότι λειτουργεί κανονικά.

Στην επιστροφή , περάσαμε από το Σλάντσεβ Μπριάγκ. Μου έκανε εντύπωση, που παρότι πριν δυό χρόνια που είχαμε ξαναπάει, τα ξενοδοχεία μου είχαν φανεί υπεράριθμα, δεκάδες νέα χτίζονται, περιμένοντας Ευρωπαίους τουρίστες. Ωστόσο, χθες τα πάντα ήταν κλειστά, ούτε για καφέ δεν μπορούσες να σταματήσεις. Η περιοχή ζωντανεύει μόνο το καλοκαίρι.

Thursday, March 13, 2008

Τα νέα μας

Ο Μάρτιος συνεχίζεται στο μοτίβο των δύο προηγουμένων μηνών. Δηλαδή στα χάλια του! Να δεις που θα αρχίσω να φοβάμαι τα δίσεκτα.
Οσο αισιόδοξη κι αν ξυπνάω, σκεφτόμενη πως η νέα μέρα θα πάει καλύτερα, κάτι γίνεται και στραβώνει πριν καλά καλά αρχίσει.
Εχω νεύρα, νεύρα, νεύρα, οι φωνές μου ακούγονται στο ποτάμι! Πιστέψτε με, αξιόλογη απόσταση.
Τα σκυλιά μας μεγαλώνουν, στην οικογένεια προστέθηκαν άλλα τρία της Τσέτσκας μας, μπαμπάς ο Πλαμενάκος μας που μας άφησε πριν λίγο καιρό. Δεν ξέρω πιά πόσα έχουμε, αύριο που θα έρθει ο γιατρός Κίροβ για εμβολιασμούς, θα τα μετρήσω.
Οι αγρότες βάλθηκαν να καίνε τα χόρτα στα χωράφια τους, πότε θα μας κάψουν ζωντανούς δεν ξέρω, η πυροσβεστική πάντως, έχει έλλειψη οχημάτων κι εγώ υπομονής.
Ωστόσο ο Μητσάκος μου, σε πείσμα της αναποδιάς των ημερών, σήμερα απέκτησε νέο "αβτομομπίλ" (μου είπε να μην το λέω "κολά" γιατί είναι χωριάτικη λέξη) με καρά-βουλγάρικα νούμερα! Και είναι ένα κουκλί και ανυπομονώ να το οδηγήσω! Τί λύσσα τον έπιασε να το αγοράσει τέτοια "φατάλνα ντάτα" (13.3) που λένε και οι βούλγαροι φίλοι μας πάντως, δεν ξέρω....
Αυτά εν ολίγοις τα νέα μας. Ετσι και ξε-νευριάσω, μπορεί να ποστάρω και τίποτα της προκοπής...

Wednesday, February 27, 2008

Αλληλογραφία


Η γέφυρα που συνδέει το εργοστάσιο με το χωριό στο οποίο ανήκουμε, έχει πέσει εδώ και τρία χρόνια. Ως εκ τούτου, ο ταχυδρόμος δεν φτάνει ποτέ εδώ. Αντ' αυτού, ο οδηγός της εταιρείας, κατεβαίνει δυό φορές την εβδομάδα στο χωριό (περνώντας από άλλα δύο ενδιάμεσα χωριά !!!) και παραλαμβάνει την αλληλογραφία μας.
Είναι από τις πιο βαρετές στιγμές, η παραλαβή της αλληλογραφίας. Οι φάκελοι φθάνουν όλοι στο γραφείο μου, τους ανοίγω έναν έναν, ξεχωρίζω τί πρέπει να δώσω που. Ναι, σαφώς και υπάρχει προσωπικό να το κάνει, απλά προτιμώ να ξέρω τί μου γίνεται.
Σήμερα το πρωί όμως, η διαδικασία όχι απλώς δεν ήταν βαρετή, ήταν ευχάριστη! Πρώτον έλαβα την πράσινη κάρτα του αυτοκινήτου μας, η παλιά είχε λήξει εδώ και καμιά δεκαριά μέρες και το είχα αγχος. Και δεύτερον και κυριότερο, έφθασε ένα δεματάκι από μια συν-blogger, που μοσχομύριζε λεβάντα!!! Και η χαρά μου, δεν ήταν τόση, μόνο για τα υπέροχα σαπουνάκια που τυλιγμένα σε χρωματιστά χαρτιά, κρύβονταν στον φάκελο! Ηταν και για την πανέμορφη καρτούλα που τα συνόδευε και με γύρισε χρόνια πίσω...
Στην εφηβεία μου, αλληλογραφούσα με δεκάδες συνομίληκες κοπέλλες ανά τον κόσμο. Ο ερχομός του ταχυδρόμου, ήταν από τα πιο ευχάριστα γεγονότα, της καθημερινότητάς μου. Ναι, τότε ο ταχυδρόμος δεν έφερνε λογαριασμούς , όπως λέει και ο φίλος μου ο Κεμάλ, έφερνε νέα που περιμέναμε με ανυπομονησία.
Σε εκείνα τα χρόνια, με γύρισε το σημερινό δεματάκι. Με την ίδια λαχτάρα το άνοιξα. Κι ένοιωσα συγκίνηση, βλέποντας λέξεις γραμμένες με στυλό στην κάρτα. Οι κάρτες που παίρνουμε πια είναι ή ηλεκτρονικές, η τυπωμένες...
Ευχαριστώ!!!!

Tuesday, February 26, 2008

Πρέπει...

Πρέπει...
να σηκωθώ, και μάλιστα γρήγορα. Δεν έχω περιθώρια για σιγά – σιγά.
Μπορεί το σύμπαν να τα έχει βάλει μαζί μου, τον τελευταίο καιρό,
αλλά δεν θα του περάσει!
Πρέπει...
Να βρω μέσα μου ένα χαμόγελο και να το φορέσω...
Να αγοράσω μπάμπες Μάρτες για να καλωσορίσω τον Μάρτη...
Να χαρώ για την αργία της Δευτέρας...
Να σηκώσω τον βράχο που βαραίνει το στήθος μου...
Να καταπιώ τους λυγμούς που ανεβαίνουν στον λαιμό μου, χωρίς διέξοδο.
Τα χιόνια έλοιωσαν,
Ο Χρόνος ετοιμάζεται να φορέσει στην Ανοιξη τα μωρουδιακά της...
Κάπου θα υπάρχει ο δρόμος για το φως....
Θα τα καταφέρω.

Πρέπει.

Wednesday, February 20, 2008

...

Οχι μόνο δεν άκουσε το γαμημένο δίσεκτο, αυτά που του έλεγα, αλλά το ' βαλε και πείσμα να μου μείνει αξέχαστο! Πως να μπορέσεις να ξεχάσεις μια χρονιά που θα σου πάρει κάτι τόσο πολύτιμο...

Thursday, February 14, 2008

Γιορτάζουν και τα σκυλιά τον Αγιο Βαλεντίνο???

Πριν από μιάμιση εβδομάδα, ανακαλύψαμε ότι η Μέτζυ μας, ξαναμπήκε σε γόνιμες μέρες. Επειδή η πρώτη εγκυμοσύνη μας δυσκόλεψε πολύ και δεν αντέχαμε εκ νέου ταλαιπωρία (κυρίως για την ίδια), κλήθηκε ο γιατρός Κίροβ επειγόντως. Αφού ξεφύσησε ανακουφισμένος, που δεν είναι πάλι άρρωστη, μας έδωσε δυό κουτιά χαπάκια, θα έπρεπε να τα ξεκινήσουμε και όλα θα ήταν μια χαρά. "Ντάβαμ γαράντσια" μου είπε.Ανέβαλα το ξεκίνημα για το επόμενο πρωί, γιατί τα χάπια ήταν επτά και αποκλείεται να την στρίμωχνα βράδυ.
Το ίδιο βράδυ, η μοίρα της το ‘ φερε, να είμαστε καλεσμένοι σε ένα δείπνο γενεθλίων, σε ένα χωρίο στο βουνό. Και ασφαλώς πήγαμε. Κι εκεί ΤΟΝ είδα! Τον τέλειο τον άντρα, τον άντρα τον σωστό! Οχι για μένα καλέ, για την Μέτζυ. Στα χρώματά της και καθαρότατος Βουλγάρικος Ποιμενικός. Η Μέτζυ έχει και κάποια χαρακτηριστικά σαρακατσάνας (μακρυά μουρίτσα) και δεν είναι τόσο επιβλητική. Αυτός όμως ήταν τέλειος. Μεγάλος και με την χαρακτηριστική λιονταρόφατσα. Μεγαλωμένος με μπριζολάκια και απόλυτα κακός. Δεν φοβάμαι τα σκυλιά, αλλά αυτός δεν πλησιαζόταν με τίποτα. Και το όνομά του, επίσης επιβλητικό και υπέροχο. ΤΙΤΟ. Ο,τι έπρεπε για την άμυαλη σκύλα μου!
Το προξενειό έγινε, δεν πειράζει, χαλάλι μια εγκυμοσύνη ακόμα, σκέφτηκα. Τίτο είναι αυτός, ας γίνει η Γιουγκοσλαβία του για μερικές μέρες. Ο «μπαμπάς» του, θα τους ετοίμαζε χώρο, μιας και ο Τίτο δεν ήταν για μετακινήσεις (φορτηγό θα θέλαμε) και η μπούλκα (νύφη), θα ανέβαινε στο βουνό αυτό το Σαββατοκύριακο. Ηπιαμε στην υγειά των μελλόνυμφων σκυλιών μας και κάναμε όνειρα. "Με μερσεντές θα την φέρω", είπα η αισιόδοξη !
Για να μην έχουμε απρόοπτα, η Μέτζυ δέθηκε σε απόσταση ασφαλείας από τον επίσης δεμένο, προηγούμενο ερωτά της και μπαμπά των παιδιών της. Τα βράδυα με την αλυσιδίτσα της ανέβαινε στο διαμέρισμα, όλα κανονισμένα.
Αλλες οι βουλές των «γονιών», όμως...
Χθες βράδυ, όταν ο Δημήτρης πήγε να την λύσει, ανακάλυψε τον Ρίτσι (βλ.προηγούμενος έρωτας) πιασμένο με την αλυσίδα του στον φράχτη να κλαίει γοερά. Στα πλαίσια της προφύλαξης, έφερε μέσα την αμαρτωλή σκύλα μας και γύρισε να απελευθερώσει τον Ρίτσι. «Εκλαιγε ο καημένος και τον έλυσα» μου είπε. «Μας την έπαιξαν τα κωλόσκυλα» του είπα. «Ελα βρε, αύριο θα τον δέσουμε, κρίμα είναι να κλαίει ο καημενούλης».
Η Μέτζυ, η οποία μας κρατούσε μούτρα λόγω δεσίματος τις τελευταίες μέρες, ήταν υποδειγματική. Εφαγε τα κοκκαλάκια της, κάθησε μαζί μας, σαν να μας είχε συγχωρήσει. Είχα μέρες να την δω τόσο ήρεμη.
Σήμερα το πρωί κατέβαινα τις σκάλες να έρθω στο γραφείο. Καταστροφή μου!!! Τον είδα να κατεβαίνει κι αυτός! «Ρίτσι, εξαφανίσου χαμένε που την ψάχνεις!» του φώναξα. Αλλά αντί να εξαφανιστεί ο χαμένος, εμφανίστηκε η χαμένη, να με κοιτάζει με το ένοχο ύφος της. Αυτό που έχει πάντα, όταν έχει κάνει λαδιά. «Ηλίθια! Πάλι?» ούρλιαξα. Ηταν αρκετό για να εξαφανιστεί, το εκ νέου ερωτευμένο ζευγάρι.
Μπήκα στο γραφείο και είπα του Δημήτρη «άντε μαζεψέ την, με τον Ρίτσι είναι, η ηλίθια. Και ξέρεις τί κάνουν! Γιατί δεν τους έδεσες γαμώτο?».Ο Δημήτρης έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του. Χαρακτηριστική κίνηση «μπαμπά» που αρνείται να δεχτεί ότι το «κοριτσάκι» του μεγάλωσε. Ξαφνικά, το πρόσωπό του φωτίστηκε! «Δεν πειράζει, σήμερα είναι Love day, σωστά?» είπε.

Monday, February 11, 2008

Μου αρέσει πολύυυυ να είμαι η πρώτη που δοκιμάζει τα νέα μοντέλλα του μπαμπά...



Κάποια είναι τόσο αναπαυτικά που με παίρνει αμέσως ο ύπνος...


Μόνο που κάθε φορά, κάποιος μπαίνει και με ξυπνάει...





Friday, February 08, 2008

Το Μπανκέτι


Aύριο είναι μέρα μεγάλη! Μα πολύ μεγάλη σας λέω! Ολο το προσωπικό μας, στα σπιτάκια του, από απόψε, ετοιμάζεται για το Μπανκέτι! Αν δεν έχετε ζήσει στη Βουλγαρία, δεν έχετε ιδέα τι εστί Μπανκέτι και τί χάνετε! Εγώ το έζησα δύο χρονιές, κι ευχήθηκα ολόψυχα να μην με ξανα-αξιώσει ο καλός Θεός με τέτοια ευτυχία! Δεν μπορώ να την αντέξω. Αλλά επειδή όπως λένε στο χωριό μου, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην λες, να 'μαι και φέτος εδώ να το ξαναζήσω και να το χαρώ.
Η συνήθεια του Μπανκετιού (ωραιότατη γενική ε???) κρατάει από αρχαιοτάτων χρόνων, από κομμουνιστικών δηλαδή. Κοντά στην Πρωτοχρονιά (διότι ως γνωστόν Χριστούγεννα δεν γιόρταζαν επί καθεστώτος), κάθε "κολλεκτίβα" (ήτοι εργοστάσιο) έκανε μία γιορτή, στην οποία έτρωγαν, χόρευαν κι έπιναν μέχρι πρωϊας. Επειδή ως γνωστόν οι εργάσιμες μέρες είναι πέντε, και το σου-κου ο καθένας πρέπει να το περνάει όπως αυτός θέλει, το Μπανκέτι γίνεται πάντα εργάσιμη. Θα μου πεις, γιορτή έχουν, την θέλουν και καθημερινή? Ω, ναι, όλα τα μαγαζιά αύτες τις μέρες είναι κλεισμένα όλες τις καθημερινές, ενώ σε νορμάλ κατάσταση τα Σου-Κου. Επί καθεστώτος δε, την ημέρα που γινόταν το Μπανκέτι, το προσωπικό έφευγε από τη δουλειά κάποιες ώρες νωρίτερα (ενώ αυτές που βρισκόταν στο εργοστάσιο, συζητούσε για το Μπανκέτι, "τί θα φορέσουμε", "με ποιόν θα χορέψουμε", "τί μενού θα έχει".) Την επόμενη μέρα επίσης , το εναπομείναν προσωπικό (λέω εναπομείναν, γιατί οι στατιστικές αποδεικνύουν ότι ένα 35% του προσωπικού είναι "άρρωστο" την επόμενη μέρα), ήταν συνήθως στα πρώτα στάδια ξενερώματος από το μεθύσι της προηγουμένης.
Φέτος, επειδή τις παραμονές των γιορτών, τους ήμουν θυμωμένη, ενώ είχαμε κλείσει μαγαζί, είχαμε κανονίσει και με μαραθώνιες συνεδριάσεις το μενού, τους το ακύρωσα. Εκαναν μία στάση εργασίας άλλο πράγμα! Κι εκεί χρησιμοποίησα την ευρηματικότητά μου (ελληνικότατο προνόμιο) και τους είπα ότι φέτος αλλάξαμε συνήθεια και το μπανκέτι θα γίνει με το νέο έτος να κόψουμε και πίτα. Το έφαγαν, ασφαλώς, μόνο που τώρα σκέφτομαι, ότι ξέχασα να παραγγείλω πίτα! Λέτε να το θυμούνται? Και βεβαίως τους την έφερα κι αλλιώς, κανονίζοντας το μπανκέτι Σάββατο. Οπως και να 'ναι , όλο και περισσότεροι θα έχουν ξεμεθύσει μέχρι την Δευτέρα. Τέλος πάντων, ας σας περιγράψω την ευτυχή συνάθροιση, λίγο.
Το Μπανκέτι, μας θυμίζει σχολικό χορό Γυμνασίου στην δεκαετία του '80, σε ντίσκο. Το προσωπικό καταφθάνει στο μαγαζί ή το ξενοδοχείο όπου θα γίνει η εκδήλωση με το Λεωφορείο της Εταιρείας. Η ώρα ενάρξεως είναι όσο το δυνατόν νωρίτερα (έτσι δεν πηγαίναμε κι εμείς στους χορούς καλέ?). Για παράδειγμα, εμείς αύριο θα μαζευτούμε από τις επτά. Μέχρι τις δύο θα ξεφαντώσουν τρελλά. "Μόνο μέχρι τις δύο θα μείνουμε?" μου είπαν "Μα καλά από τις επτά μέχρι τις δύο δεν σας φτάνει?" απάντησα και κρέμασαν μούτρα. Μην πείτε γιατί μέχρι τις δύο. Το σύστημα εδώ είναι λιγουλάκι περίεργο. Οταν κλείνεις μια αίθουσα για μπανκέτι, πληρώνεις μεν με το κεφάλι, αλλά μέχρι κάποια συγκεκριμένη ώρα. Μετά από αυτή την ώρα, πληρώνεις με την ώρα! Καλέ μην γελάτε. Επίσης πληρώνεις και την είσοδο των ατόμων στην τουαλέτα (εφόσον θελήσουν να πάνε), εκτός αν είσαι γαιδούρι (ή λογικός) και πεις όποιος θέλει τουαλέτα , ας την πληρώσει μόνος του.
Λοιπόν το προσωπικό καταφθάνει, ντυμένο με τα καλά του. Οταν λέω τα καλά του, εννοώ ό,τι θα βλέπατε σε επαρχιώτικο μπουζουκερί, την δεκαετία του '90. Το λαμέ και το τακούνι στιλέτο, πάει κι έρχεται. Τα αγοράκια προτιμούν μαύρα πουκάμισα με ασημί σχέδια σε όλες τις εκδοχές (ρίγες , καρώ, μέχρι και λουλουδικό).
Κάθονται αυστηρά ανά τμήματα (πολύ κοινωνικοί αυτοί οι άνθρωποι, μην τύχει και γνωριστούν με κανέναν από άλλο τμήμα) και αρχίζει το περιδρόμιασμα σε φαγητό και ποτό. Το διοικητικό προσωπικό, καταλαμβάνει το κεντρικό τραπέζι, το οποίο φέτος το ξεχύλωσα, για να απολαύσω την παρέα των φορτηγατζήδων συνεργατών. Και ειλικρινά , πολύ το χαίρομαι.
Αγαπημένο σπορ, το θάψιμο. Οι γαζώτριες θάβουν τους ταπετσέρηδες , οι οποίοι με την σειρά τους θάβουν τους ξυλουργούς. Τί φοράνε, πως πίνουν κουλουπού. Πριν βγει το κυρίως φαγητό, αρχίζει η μουσική και ανεβαίνουν όοοοολοι στην πίστα. Για να λέμε την αλήθεια, πιο πολύ χορεύουν παρά τρώνε. Το πόσο πίνουν, θα σχολιαστεί σε άλλο ποστ. Ο ντι τζέι πέρσι, για να εντυπωσιάσει τους Ελληνες διευθυντές (δηλαδή εμάς), έπαιξε και ελληνική μουσική. Το "Ενα γράμμα να μου στείλεις απ' τον άδη", "Ή ζωή εδώ τελειώνει" και άλλα τέτοια ευχάριστα.
Μετά από μία ώρα, η πίστα θυμίζει Βελιγράδι μετά την επιδρομή των Αμερικάνων. Ως προς τί? Ως προς τα πεσμένα στο πάτωμα πουκάμισα ασφαλώς. Με τη διαφορά ότι οι κάτοχοι των πουκαμίσων δεν είναι διαμελισμένοι, αλλά χορεύουν σαν τρελλοί. Οσα μπουκάλια έχουν αδειάσει, βρίσκονται τοποθετημένα στο παντελόνι τους, υποδηλώνοντας σεξουαλικό υπονοούμενο (δεν θα πω απωθημένο, μην γίνω κακιά παραμονές γιορτής). Αγαπημένη βουλγαρική συνήθεια αλληλεγγύης προς τα γκαρσόνια προφανώς, που να μαζεύουν μπουκάλια.
Μετά από δύο ώρες, εξακολουθούν να χορεύουν, όσοι δεν έχουν βρει "ταίρι". Είπαμε, χορός γυμνασίου! Θα μου πείτε, όλη μέρα μαζί είναι, εκεί θα βρουν ταίρι? Κι όμως, η μαξιλαρού που έχει βάλει στο μάτι τον προϊστάμενό της που χου, εκεί θα του την πέσει, με το τιραντάκι της και την πέρλα της. Με την φόρμα εργασίας, το πιθανότερο είναι να μην την έχει δει καν.
Η ομιλία των διευθυντών, στην οποία συνήθως λέγεται, το "πόσο μεγάλη οικογένεια είμαστε", "το πόσο μεγάλες προοπτικές έχουμε" , υποδηλώνει το τέλος της γιορτής. Φέτος, παρότι είναι ικανοί να παραμείνουν εκεί, λέω να την παραλείψω. Θυμάμαι ότι πέρσι, συγκινήθηκα κιόλας, με πήραν τα ζουμιά, βλέποντας τις φάτσες τους να με ακούν. Τώρα πια όμως, ξέρω και λέω να το βουλώσω.
Η βραδυά θα τελειώσει με τον οδηγό του λεωφορείου, έτοιμο να κοιμηθεί, να κορνάρει δαιμονισμένα έξω από το μαγαζί για να τους μαζέψει. Τα νέα "ζευγαράκια", θα χουφτώνονται καθώς αποχωρίζονται. Κάποιο θα ζητήσουν δανεικά για να συνεχίσουν στην "ντισκοτέκα". Εγώ , για πρώτη φορά δεν θα βρίζω, γιατί η επομένη δεν είναι εργάσιμη. Κι ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου, θα μετράει χρήμα επί ώρες, γιατί το βούρλο η ταμίας μου, πλήρωσε κατοστάρικα στις μισθοδοσίες και μου άφησε ένα μάτσο δεκάρικα και τάληρα για να πληρώσω...
Και του χρόνου, να είμαστε καλά...

Thursday, February 07, 2008

Πλάμεν


Σήμερα έφυγε το κατατρεγμένο μας. Ο Πλάμεν. Αυτός που είχε "εκδιωχθεί" από τον μεγάλο του αδελφό κι είχε βρει καταφύγιο στους φύλακες. Δεν ανέβαινε πάνω, προχθές τη νύχτα μόνο, καθώς γυρίζαμε από Τουρκία, μας οδήγησε μέχρι το γραφείο και απόρησα βλέποντας πόσο πολύ είχε μεγαλώσει. Πριν από τρεις ώρες, ερχόμενη από Σόφια, δεν τον είδα. Ρώτησα που είναι. Ηταν στα άλογα.
Βγήκε βόλτα μετά. Ενα φορτηγό που περνούσε πολύ γρήγορα τον χτύπησε. Δεν σταμάτησε, ασφαλώς. Ο φύλακας τον μάζεψε στην άκρη και με πήραν τηλέφωνο. Τους παρακάλεσα να με περιμένουν να τον θάψω, δεν άντεχα να τον σκέφτομαι πεταγμένο.
Δεν φαινόταν χτυπημένος πουθενά. Ούτε τόσο δα αίμα. Σαν να κοιμόταν.Τα μάτια του μισάνοιχτα, ο τρόμος μέσα τους. Η Τσέτσκα μας, η συντροφιά του, δεν καθόταν να την δέσουμε. Ηρθε μαζί μας. Από απόψε ο Πλαμεντσό μας, θα ατενίζει το ποτάμι...
Πλαμενάκο μου, ό,τι είχα να σου πω, στο είπα απόψε. Οσα χάδια σου χρωστούσα, στα έδωσα. Βοήθησε και το ότι για πρώτη φορά ήσουν ακίνητος, για να δεχτείς χάδια. Θα μας λείψεις μικρούλι μου.

Monday, February 04, 2008

Επιστροφή

Επιστρέψαμε, κλασσικά ξημερώματα, κατανικώντας την επιθυμία να επιστρέψουμε πρωί (πρόοδος μεγάλη!). Πώς ήταν το ταξίδι?
Παρασκευή βράδυ φτάσαμε στην Ιστάνμπουλ. Λανθασμένη επιλογή, η αλλαγή ξενοδοχείου, τελικά το Orient Express μας, είναι το πιο γλυκό σπιτάκι, δεν θα ξαναπειραματιστώ με τίποτα!
Μεσάνυχτα στο Halic για ισκεμπέ και κοκορέτσι, απίθανα όπως πάντα. Γελάσαμε, όταν η Αυσιέν προσπαθώντας να σηκωθεί για να φύγουμε, ανακάλυψε ότι το παντελόνι της είχε πιαστεί (άγνωστο πως!) στα καγκελάκια της καρέκλας. Τα γκαρσόνια όλα γύρω μας, δεν άπλωναν χέρι να βοηθήσουν (και πώς να άπλωναν), μόνο αναρωτιόντουσαν "μα πώς το κάνατε αυτό?", ενώ εγώ ζητούσα να τους πληρώσουμε την καρέκλα και να την πάρουμε σηκωτή! Βεβαίως, τα επιδέξια χεράκια μου, την απελευθέρωσαν και το γέλιο συνεχίστηκε στο ταξί, καθώς ο Δημήτρης αναπαρήγαγε την σκέψη "φαντάζεστε να την παίρναμε με την καρέκλα?"
Σάββατο πρωί, η Ιστικλάλ μας υποδέχτηκε με μια λιακάδα απίθανη, και στο Ταξίμ, ταϊσαμε με την Μελίς όλα τα περιστέρια της πλατείας. Αγοράσαμε καλτσάκια για την κούκλα της και καταλήξαμε στο Litera, που είναι πάντα το ωραιότερο σημείο για καφέ, με θέα τον Βόσπορο.
Το μεσημέρι φάγαμε τα λατρεμένα μας κεμπάπ στο Guler, ο Αχμετ, για μια ακόμα φορά, ήταν σε μεγάλα κέφια. Λίγο πριν το σούρουπο, χέρι-χέρι με τον Δημήτρη μου, κατηφορίσαμε και πάλι για την Ιστικλάκ και δεν μπορώ να ξεχάσω, αυτόν τον υπέροχο ουρανό του ηλιοβασιλέματος, αυτά τα χρώματα, που Φλεβάρη μήνα σε έκαναν να νοιώθεις ότι είναι Απρίλης. Στο Μαρκίς, βρήκαμε το "τρίο" που είχε καταφθάσει από την Μπούρσα, για να καταλήξουμε στο Ασμαλούμεστζίτ και να πιούμε το καθιερωμένο πράσινο Εφέ μας, συνοδευόμενο από τα πιο φρέσκα θαλασσινά. Η ζωντανή μουσική, εξαιρετική όπως πάντα, μας καθήλωσε εκεί μέχρι τις δύο, οπότε και η βραδυά συμπληρώθηκε γευστικά με το καθιερωμένο γλυκάκι στο Ozsut.
Την Κυριακή το πρωί, καφεδάκι στο Μπεμπέκ και ζεστά κεμπάπ σε σάντουιτς, σε μία καντίνα κοντά στο Ρούμελι Χισαρου. Θα ξαναπάω,θα ξαναφάω! Τελευταία στιγμή φθάσαμε στο Γενίκαπί για να πάρουν τα παιδιά το φέρρυ, αφού ο Ογούζ είχε αποφασίσει ότι έπρεπε να δουν όλη την Πόλη (συμπεριλαμβανομένου του Πατριαρχείου!) στην μισή ώρα που απέμενε.
Μετά,οι τρείς μας μαζί με τον Suha, φύγαμε για Yesilkoy, ήπιαμε τις μπυρίτσες μας και σχολιάσαμε τα πάντα, όπως πάντα. Και επιτέλους συνειδητοποίησα, ότι αυτό που με τραβά στην Πόλη δεν είναι τα ελληνικά απομεινάρια της, αλλά η καθαρά οθωμανική και ανατολίτικη πλευρά της. Το Yesilkoy (Αγιος Στέφανος ελληνιστί) ας πούμε, μοιάζει πολύ με το Ναύπλιο και τα μέρη μου, είναι πανέμορφο, αλλά δεν με τρελλαίνει κιόλας. Σε αντίθεση με το Εγιούπ και τα στενάκια του Εντιρνέκαπου που τα λατρεύω.
Φύγαμε, αργά το βράδυ. Πληρώσαμε πρόστιμα τόσο στην Τουρκική όσο και στην Βουλγαρική τροχαία. Στην δεύτερη μικρότερο, γιατί οι αστυνομικοί με πέρασαν για Βουλγάρα, παντρεμένη με Ελληνα, παρακαλώ!!! (θα το αντέξω). Για πρώτη φορά περάσαμε τα σύνορα σε λιγότερο από είκοσι λεπτά! Είναι κάτι κι αυτό.
Γενικά τώρα:
- Είδα επιτέλους την κορούλα της Αυσιέν, την Μελίς, που την πρωτοάκουσα όταν ήταν τριών ετών και τώρα είναι έντεκα! Γίναμε αυτοκόλλητες και την έμαθα να γράφει στα Ελληνικά!
- Είδαμε τους περισσότερους από τους αγαπημένους μας φίλους και γνωρίστηκαν και μεταξύ τους.Και ταίριαξαν και μεταξύ τους!!!
- Δεν ήπιαμε ρακί μαζί με τον Ογούζ (παράλειψη τραγική!)
- Δεν μπορέσαμε να πάμε στο σουνέτι του γιού του άλλου Ογούζ (ελπίζω να βρεθεί κάποιο άλλο, σύντομα!).
Για μια ακόμη φορά , φεύγοντας ένοιωθα ότι ένα κομμάτι του εαυτού μου, το άφησα εκεί. Κι είναι τόσο μεγάλο, που σκέφτομαι σε δύο εβδομάδες να ξαναπάω.

Friday, February 01, 2008

Οικογένεια

Σήμερα, έξη άνθρωποι μπήκαν σε φέρρυ, σε αεροπλάνα, σε ό,τι βρήκαν κι έφτασαν στην Ιστανμπούλ.
Ανθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, τα μόνα τους κοινά, η εθνικότητα και ότι τους νοιώθω όλους οικογένειά μου.
Μόνο και μόνο για να βρεθούμε όλοι μαζί, για πρώτη φορά.
Μαζί με τον αδελφό μας, επτά αγκαλιές μας περιμένουν.
"Ελάτε γρήγορα, εμείς φτάσαμε", ήταν το καλημέρισμα, της Σμυρνιάς Αυσιέν μου, που γελούσε, καθώς την καθοδηγούσα πώς θα βρει το ξενοδοχείο.
Δεν εύχομαι τίποτα περισσότερο, μου έλειψαν...