
Wednesday, May 20, 2009
First Love... Nike, just do it!

ΜπόικοΜπανκ
Με όλα τα παραπάνω σας καθιστώ σαφές, ότι ο Πλάμεν, τρώει τα - εξαιρετικώς ανθεκτικά στο αλκοόλ- συκώτια του Μπόικο κάθε μέρα για λεφτά. Ασφαλώς δεν μπαίνει στον κόπο να σκεφτεί ότι ο Μποικάκος, εκτός από ξαδελφός του, είναι και ο μεγαλύτερος πελάτης του κι έτσι και τον στείλει στο διάολο, ο Πλάμεν λόγω τσιγκουνιάς θα αναγκαστεί να πίνει καύσιμα αντί για ρακία, προκειμένου να φάει το απόθεμα.
Ο δε Μποικάκος, ο οποίος θενκς το δε γκρικ γουέι οφ πέυμεντς, έμαθε πώς τίποτα δεν πληρώνεις προκαταβολικά, δεν διανοείται, λόγω σεβασμού να αντιμιλήσει στον μεγαλύτερο ξάδελφο, απλά το γυρίζει στην πλάκα.
Χθες βράδυ λοιπόν, βρεθήκαμε όλη η παρέα μαζί συν ένας μεθυσμένος μπάτσος (αυτό κρατήστε το, θα σας χρειαστεί αργότερα).
Φαγαμε τις λουκάνκες μας, ήπιαν οι άλλοι τις ρακίες τους κι εγώ την σοδίτσα μου και μετά από ένα πεντάλεπτο στριφογυρίσματος στην καρέκλα, ο Πλάμεν μπήκε στο αγαπημένο του θέμα:
- Πλάμεν τον πλήρωσα, αλλά δεν κατάλαβα! Πάλι θέλεις λεφτά από τον Μπόικο???
Ακρα του τάφου σιωπή, στην ομήγυρη. Είπα να την σπάσω.
- Να δω βρε Πλάμεν, πότε θα καταλάβεις ότι ο Μπόικο είναι τράπεζα για σένα.
- Τράπεζα?
- Ασφαλώς! Και η πιο σίγουρη μάλιστα! Μπόικο-Μπανκ!
- Σίγουρη τράπεζα η Μπόικο-Μπανκ?
- Πλάμεν, ειδήσεις δεν βλέπεις? Ολες οι τράπεζες κλείνουν, χρεωκοπεί μία κάθε μέρα! Μόνο στην Μπόικο – Μπανκ, τα λεφτά σου είναι εξασφαλισμένα .
- Μππππόικομμμμμπανκ, εί-ει-ει-ναι σι-γου-ρρρρρρη- τρρρρρρα-πε-ζα? Ακούστηκε εκείνη τη στιγμή ο μεθυσμένος μπάτσος που δεν είχε βγάλει κουβέντα τόση ώρα (είδατε που σας χρειάστηκε?).
- Ασφαλώς! Επέμεινα εγώ.
- Να πππππά-ω τα λεεεεεφ-φφφ-τα στην ΜποοοοοικοΜπππππανκ, συνέχισε.
Ακρα του τάφου σιωπή στην ομήγυρη, εκ νέου. Γύρισαμε και κοιτάξαμε τον μεθυσμένο, όλοι μαζί, για πρώτη φορά.
- Η Ραααααηηηηφάιζεεεεεεν δηλαδή έκλεισε???? Προλαβββββαίνω να τα πππππάρρρρρω? Ρώτησε με αγωνία , χύνοντας το ποτό του Τσέτσο που καθόταν δίπλα του.
Ο Στανισλάβ, ο συνέταιρος του Μπόικο ανέλαβε να σώσει την κατάσταση. Αντε να εξηγήσεις σε μεθυσμένο ότι δεν υπάρχει ΜπόικοΜπάνκ κι ότι δεν έχασε τα λεφτάκια του.
- Αυτή θα κλείσει σε δυό – τρεις μέρες απ’ο,τι γνωρίζω, απάντησε με σοβαρό ύφος στον μεθυσμένο μπάτσο.
Ακούστηκε αναστεναγμός ανακούφισης. Ναι, προλάβαινε να πάρει τα λεφτά του και να τα πάει στην Μπόικο-Μπανκ!
- Μια ββββββόντκα μμμμμε σσσσσόδαααααα! έδωσε την επόμενη παραγγελία.
Monday, May 18, 2009
Για την ιστορία της Τσεβής
Στις αρχικές του αναζητήσεις και με όσα μέσα μπορούσε να διαθέσει ένας φτωχός, αγράμματος χωρικός την δεκαετία του σαράντα, οι πληροφορίες που πήρε, ήταν ότι ο μικρός Δημήτρης κατά τον εμφύλιο, μεταφέρθηκε μαζί με άλλα παιδιά από το ορφανοτροφείο σε χώρες του τότε ανατολικού μπλοκ. Κατά πόσο ίσχυαν, κανένας δεν είναι σε θέση να πει.
Μέχρι τον θάνατο του παππού μου, το 1960, στο ραδιόφωνο παιζόταν μια αναζήτηση του Ερυθρού Σταυρού. Η μητέρα μου, η μόνη ίσως που θυμάται ακόμα, τον μικρό Δημήτρη, από όλους τους συγγενείς του, πιστεύει ότι το παιδί άλλαξε όνομα, στην πονεμένη διαδρομή του και γι’ αυτό δεν βρέθηκε ποτέ. Συντηρεί την ελπίδα,ότι το παιδί δεν πέθανε, όπως την φύτεψε στην παιδική της ψυχή, ο παππούς μου.
Είναι κάποιες φορές, που ο μικρός μας κόσμος γίνεται τόσο μεγάλος που σκοτώνει τις ελπίδες μας. Το «χωράφι της Τσεβής» -έτσι το λέμε μέχρι και σήμερα- παρέμεινε στην οικογένεια, περιμένοντας τον ιδιοκτήτη του.
Η ιστορία της Τσεβής - Το τέλος
Φτάνοντας έξω από το καλύβι άκουσε τον βήχα της. «Ζει, δοξασοι ο Κύριος!» σκέφτηκε. Χτύπησε την πόρτα, απάντηση δεν πήρε. «Τσεβή» φώναξε. Ο βήχας μόνη απάντηση. Εδωσε μια κι άνοιξε την πόρτα. Την βρήκε κατάχαμα, σκιά του εαυτού της, ένα κουβάρι κόκκαλα που τελείωναν σε ένα κατασπρο πρόσωπο. «Τσεβή, εσύ πεθαίνεις μωρή! Δεν ήρθε κανένας? Τώρα θα σε πάω στην πόλη, στο γιατρό, τέλος τα πείσματα» της φώναξε. Η γυναίκα τον κοιτούσε με δυο μάτια που μέσα τους έλαμπε ο θάνατος. Δεν έλεγε κουβέντα. Γύρισε το μάτι του στο δωμάτιο ο Γιώργης. Αδειο το δωμάτιο, όπως άδειασε από το αίμα και το πρόσωπο της Τσεβής. «Το παιδί Τσεβή! Τί το κάνες το παιδί πανάθεμά σε?» ούρλιαξε. «Το παιδί... το πήρε ο Δήμαρχος... ο ξάδελφος του Δημητρού» του απάντησε με όση φωνή της είχε απομείνει. «Τί να το κάνει το παιδί? Που το πήγε το παιδί?» ο Γιώργης φώναζε χωρίς να σκεφτεί στιγμή πως την ταράζει? «Στο ορφανοτροφείο ... στην Θεσσαλονίκη. Το βάφτισε και το πήρε. Φύγε τώρα, φύγεεεεεε» , τα λόγια της βγήκαν βιαστικά, λαχανιασμένα, να φύγει ο Γιώργης Θεέ μου, τί θέλει πια? Εκείνη πέθαινε, τί άλλο να έκανε με το παιδί? «Πανάθεμά σε Τσεβή, πανάθεμά σε!» φώναξε ο Γιώργης και βρόντηξε την πόρτα πίσω του.
Η ιστορία της Τσεβής (Μέρος Γ' )
Οταν κατάλαβε πως εκτός από χτικιό, τίποτε άλλο δεν είχε να θηλάσει το μωρό, όταν τα στήθια της μαράθηκαν και σταγόνα γάλα δεν έμεινε για το φτωχό, μάζεψε όσο κουράγιο είχε και σύρθηκε στο πορτόνι. Κόλλησε πάνω του καθιστή και περίμενε να ακούσει βήματα. Οποιος της έφερνε φαγητό τόσες μέρες, έπρεπε να την βοηθήσει. Να σύρει στην πόλη και να βρει το σόι του άντρα της. Να προστρέξουν να την βοηθήσουν. Τί άλλο να κανε?
Μεσημέρι πλησιάζε σαν άκουσε τα βήματα. Ανοιξε σιγά σιγά το πορτόνι, ίσα που να βγάλει από το άνοιγμα το πρόσωπό της. Κι είδε τον Γιώργη, τον ξάδελφο. «Τσεβή! Αρρωστη είσαι μωρή?» την ρώτησε κείνος και το προσωπό του ήταν λες κι αντίκρυσε φάντασμα. «Ναι και θέλω μόνο να σύρεις στα αδέλφια του Δημητρού, να τους πεις να έρθουν, τους θέλω να τους κουβεντιάσω» του ψιθύρισε μονοκοπανιά, λες και θα τέλειωνε ο αέρας στα πνευμόνια της και δεν θα προλάβαινε να τελειώσει την φράση. «Να σύρω, ναι αλλά το παιδί? Το παιδί τί κάνει Τσεβή?» «Το παιδί καλά είναι, εγώ δεν είμαι. Και δεν μπορώ και τις κουβέντες, ένα θέλημα σου ζήτησα». «Να στο κάνω Τσεβή, αλλά μήπως να πάρω το παιδί? Πως θα το κουμαντάρεις μόνη?» της είπε διστακτικά. «Δεν σου φτάνουν τα δικά σου Γιώργη? Σου περισσεύει ψωμί και για το δικό μου? Αστο το παιδί, καλά είναι , μόνο κάνε ό,τι σου ζήτησα» του απάντησε κι η φωνή της πνίγηκε. Την ήξερε ο Γιώργης την ξεροκεφαλιά της. Ιδια της ήταν η ξαδέρφη της, η γυναίκα του. Ακρη μαζί της δεν θα βγαζε. Δεν γύρισε σπίτι του, καβάλησε το μουλάρι του και σουρουπώνοντας έμπαινε στην πόλη. Πήγε στο σόι του Δημητρού, τους είπε τα καθέκαστα. Να τρέξουν να πάνε να την δούνε και να του πουν πότε, να πάει κι αυτός. Θα το παιρνε αυτός το παιδί αν η Τσεβή έμπαινε στο νοσοκομείο. Ενα στόμα παραπάνω δεν του στοίχιζε. Και δεν ήθελε τίποτα, μόνο να μην πάει χαμένο το παιδί. Τα αδέλφια τον άκουσαν και του παν ότι θα πήγαιναν. Δεν ήξεραν πότε, θα του μηνούσαν όταν θα έφταναν στο χωριό. Και τον ευχαριστούσαν για τον κόπο, μήπως να πλάγιαζε εκεί το βράδυ να μην γυρίζει μέσα στη νύχτα? Ευχαρίστησε κι ο Γιώργης κι έφυγε, τα ορφανά στο σπίτι τον περίμεναν, ποιός θα τα τάιζε το βράδυ αν έμενε στην πόλη?
Η ιστορία της Τσεβής (Μέρος Β')
Γέννησε το παιδί μόνη της, στο καλυβάκι της. Ούτε που άκουσε κανένας τα ουρλιαχτά του πόνου της, όλοι ήταν στα χωράφια τους. Σαν μπόρεσε και συμαζεύτηκε, το πλυνε, το σταύρωσε και το ντυσε. Αγόρι. «Αχ ρε Δημητρό, να βλεπες τον γιό σου κακομοίρη μου, να γέλαγε το πικραμένο το χειλάκι σου», σκέφτηκε. Ηταν όμορφο παιδί και γερό, της έμοιαζε. Αντρακλας θα γινόταν, ήδη τον φανταζόταν να πέφτει στην Πηγή τα Φώτα και να πιάνει πρώτος τον σταυρό. Ηταν το βραβείο της, η ζωή της όλη και το χρωστούσε στην γέρικη αγκαλιά του Δημητρού. «Αχ Δημητρό μου, το όνομα σου θα το πω , μόνο το καλό που σου θέλω, να κρατάς την πλάκα σου», μουρμούρισε. Ο Δημητρός, ανέκαθεν βαριάκουγε, ίσως γι’ αυτό δεν άκουσε το μουρμουρητό της.
Στους τρεις μήνες πάνω άρχισε να φέγγει η Τσεβή. Στα χωράφια να δουλέψει δεν μπορούσε, με το μωρό παραμάσχαλα. Ο,τι χόρτο έβρισκε έξω από την πόρτα της μάζευε και το βραζε να φάει. Και τις νύχτες που ξύπναγε να το θηλάσει το κακορίζικο, ένοιωθε ότι το μωρό μαζί με το γάλα της, θήλαζε κι όση ζωή της απέμενε. Μπήκε χειμώνας και ξύλα δεν είχε να ζεστάνει το καλύβι. Ο ξάδελφος ο Γιώργης, της πήγε μια δυο φορές και τον απόδιωξε. «Χήρος είσαι Γιώργη και να μην ξανάρθεις εδώ, κοίτα τα παιδιά τα δικά σου. Εγώ το δικό μου θα το αναστήσω», του πρόσταξε. Δεν της κράτησε κακία ο Γιώργης κι όποτε έβρισκε ευκαιρία, ένα πιάτο φαί στην πόρτα της το ακούμπαγε χωρίς να τον δει. Εξη παιδιά ανάσταινε μόνος του, ήξερε τί θα πει αυτό.
Ξαπλωμένη στην στρωματσάδα της ήταν, τότε που την έπιασε ο βήχας. Τόσο δυνατά έβηχε που ξύπνησε ο μικρός Δημήτρης κι άρχισε να κλαίει. «Σύχασε γιόκα μου» πήγε να του πει και πνίγηκε στο αίμα. «Θεέ μου, δεν σου φτασαν τόσα που μου στειλες , τώρα μου στέλνεις το χτικιό? Τώρα που έχω παιδί να αναστήσω?» σκέφτηκε. Μόλις έκοψε λίγο ο βήχας , ανακάθισε και πήρε το μωρό αγκαλιά. «Αχ γιέ μου, να σε βαφτίσω πρέπει. Να προλάβω. Το ‘ταξα του πατέρα σου, φεγγάρι μου» το νανούρισε. Απλωσε το χεράκι του ο Δημητράκης και το φώλιασε στην κοτσίδα της. Δάκρυα κύλησαν στα κοκκινισμένα μάγουλά της. «Αν μαθευτεί, πως έχω το χτικιό θα μου το πάρουν το παιδί» σκέφτηκε.
Η ιστορία της Τσεβής (Μέρος Α΄)
Ναι, ήταν γέρος ο Δημητρός, ο άντρας της. Το ήξερε κι όταν τον παντρεύτηκε αλλά κι εκείνη πατημένα τα τριάντα, τί καλύτερο θα έβρισκε? Δεν ήταν κι από πλούσια γεννιά. Ενα χωραφάκι και το καλύβι τους όλη η προίκα της. Ο Δημητρός είχε λεφτά και ήταν από γνωστή οικογένεια, δήμαρχοι στην πόλη μόνο από τα σόγια του έβγαιναν. Ετσι δεν την πείραξε ούτε που ήταν γέρος, ούτε που ήταν ένα κεφάλι πιο κοντός από δαύτη. Τις είδαμε και τις ομορφάδες, όσο όμορφη κι αν ήταν στο ράφι θα ‘μενε αν δεν βρισκόταν ο χριστιανός. Αρνιόταν κι η ίδια να παραδεχτεί, πως όταν ήταν πιο μικρή, σαν το ποτάμι, έτρεχαν τα προξενιά κι εκείνη τα απόδιωχνε με την ελπίδα να μην παντρευτεί στο χωριό. Τόσο ξεροκέφαλη ήταν που σκεφτόταν πως έπιασαν τόπο οι προσευχές της , να την πάρει άντρας από την πόλη. Μόνο που στην πόλη δεν πήγε. Καχεκτικός και άβουλος ο Δημητρός, ντροπή ήταν για το σόι του κι όταν θα ήταν πια να τον γηροκομήσουν, του βρήκαν νύφη και τον ξαπόστειλαν. Το είχε το καλυβάκι της, τί το θελε το σπίτι στην πόλη.
Σαν κατάλαβε πως περιμένει παιδί, λουλούδιασε ολάκερη. Δεν θα μενε άκληρη κι ας το φοβόταν. Χαλάλι η ανοχή της στα γέρικα αγκαλιάσματα του Δημητρού. Θα έκανε αυτή το γιο, να σκάσει και το σόι του που τον απόδιωξε κι απλά περίμενε να του φάει την περιουσία. Μάνα θα γινόταν, δεν θα μενε η νοσοκόμα του.
Δεν πρόλαβε να το χαρεί για πολύ. Λες κι ο Θεός αποφάσισε σιγά – σιγά να της ζητάει επιστροφή τα χαρισμένα. ‘Η μήπως δεν της τα χάρισε ποτέ? Ενα μεσημέρι, εκεί που έτρωγε, έσβησε ο Δημητρός. Με το κουτάλι στο χέρι, πήγε να βάλει την μπουκιά στο στόμα του κι έπεσε πάνω στο πιάτο. Είδε κι έπαθε να τον συνεφέρει, βρε πώς έγινε χάλια, πανάθεμά τον. Τρεις φορές την μέρα τον άλλαζε, νισάφι πια. Στην αρχή του βαλε τις φωνές, μετά τον ταρακούνησε, στο τέλος τον ικέτεψε να συνέλθει. Κι αφού κατάλαβε ότι δεν θα την άκουγε ποτέ, γονάτισε πλάι του κι άρχισε να ξεφτίζει τις μακρυές κοτσίδες της και να ουρλιάζει. Κομμάτιασε τα μάγουλά της με τα νύχια της, σταγόνες το αίμα κύλησαν πάνω στο λευκό της πουκάμισο αλλά ο Δημητρός δεν ξύπνησε.
Τον κήδεψαν με όλες τις τιμές που άρμοζε στο σόι του. Αποδιωγμένος στη ζωή ο Δημητρός, χαϊδεμένος στον θάνατο. Εκεί που όλοι είναι ίδιοι, εκείνος θα ξεχώριζε. Κι ένα μαύρο κουβάρι στην κηδεία η Τσεβή. Να που το φερε ο Θεός και βρέθηκε στην πόλη. Για να θάψει τον άντρα της. Την έσερναν τα αδέρφα του, πίσω από το φέρετρο μαζί με την τεράστια κοιλιά της. Με γινάτι την έσερναν κι αυτή και την κοιλιά της. Εκείνη η κοιλιά, εκείνο το τελευταίο θυμητήρι του Δημητρού θα ζητούσε κληρονομιές. Ας την σύρουν λοιπόν την χωριάτα μπας και το ρίξει το μούλικο. Γιατί σιγά μην έσπειρε ο Δημητρός παιδί. Μια ζωή αχρηστία έσπερνε, Θεός να τον συγχωράει.
Η δική μου μπλογκοκυβέρνηση
Να ξεκαθαρίσω ότι με τις κυβερνήσεις, ανέκαθεν, με πιάνει ένα κατιτίς. Οπότε είπα να μην ακολουθήσω την πεπατημένη και να σχηματίσω μεν κυβέρνηση, να επινοήσω κάποια δικά μου υπουργεία δε.
Είμαι σίγουρη ότι είναι προτιμότερο μιας και θα είμαστε κυβέρνηση «διακοπών» άλλωστε, όσο το Ελληνικό Κοινοβούλιο παραμένει κλειστό.
Εχουμε και λέμε :
Πρωθυπουργός : Μητσάκος (δεν θέλω ουυυυ, οι άλλοι είναι πιο μάγκες που υπουργοποιούν τα σόγια τους???)
Υπουργός Μετανάστευσης και αντιρατσισμού: Ξένη
Υπουργός Σχολιασμού Ελληνικής Πραγματικότητας : Κορινόσκυλο
Υπουργός Ψυχολογικής Υποστήριξης : Μαρίνα
Υπουργός Τεχνών : Μπρο
Υπουργός Μητρότητας : Παλίρροια
Υπουργός Μεσανατολικών Θεμάτων : Ελένη
Υπουργός Ριζικών Αλλαγών : Εστρέγια
Υπουργός Αποδήμων : Μάτα
Η θέση του Υπουργού Απασχόλησης παραμένει μιας και την κατοχύρωσε η Δελφινούλα.
Εγώ ασφαλώς δεν θα συμμετέχω στην κυβέρνηση, παραμένω απλή ψηφοφόρος. (Χμμμ, μήπως να ετοιμάσω και μια λίστα με τα ρουσφέτια που επιθυμώ να μου κάνετε???)
Οποιος άλλος επιθυμεί να παίξει , ας το κάνει. Ετσι κι αλλιώς δεν μας κοστίζει και τίποτε, σε αντίθεση με τις κανονικές κυβερνήσεις!
Saturday, May 16, 2009
Σάββατο
Thursday, May 14, 2009
Το ανέκδοτο της μέρας!
Εγώ: Για πες...
Πέτια : Χωριό τάδε, Πάνω στον λόφο!
Οχι, δεν υπάρχει οδός "Πάνω στον λόφο"! Εφευρετικότητα που έχουν οι δημόσιες υπηρεσίες!
Tuesday, May 05, 2009
Για την Ντεμέτ που έγινε Μερυέμ.
Με σοκάρουν οι σκεπασμένες γυναίκες, όσο κι αν πάλεψα καιρό να συμμεριστώ την χιλιοσυζητημένη υπογραφή του Αλί και να το θεωρήσω «ελευθερία στις προσωπικές επιλογές».
Στην τουαλέτα του φέρυ, μάνα και κόρη, σκεπασμένες, περίμεναν καρτερικά να αδειάσουν οι αλά – τούρκα τουαλέτες ενώ οι κανονικές ήταν άδειες.
Πήγα σε ένα μινι μάρκετ, απέναντι από το ξενοδοχείο μας στην Μπούρσα και ενώ ήμουν φιλική, ζητώντας τσιγάρα στα τούρκικα για να διευκολύνω την επίσης σκεπασμένη ιδιοκτήτρια, αυτή δεν καταδέχτηκε να μου γυρίσει κουβέντα, θεωρώ ότι μάλλον ενοχλήθηκε που μια «άπιστη ξένη» αγόραζε τσιγάρα. Μου πληκτρολόγησε στο κομπιουτεράκι το αντίτιμο, λες κι αν μιλούσε η γλώσσα της θα μούδιαζε. Μουρμούρισα ένα μεγαλοπρεπές «αεισιχτίρ» και βγήκα. Υποσυνείδητα θέλησα να της την σπάσω και μετά από δέκα λεπτά επέστρεψα και αγόρασα αναπτήρα. Ξανά το ίδιο σκηνικό από μέρους της.
Σε άλλο μίνι μάρκετ χθες το απόγευμα στην Ιστανμπούλ, μια σκεπασμένη μπήκε με τα δυό μικρά της, δυό αγγελούδια που πολύ ήρεμα την ρώτησαν «αννέ, μπορούμε να πάρουμε κι αυτό?» δείχνοντας κάτι φτηνιάρικα μπισκοτάκια. Κοίταξα το κοριτσάκι και χαμογέλασα, τότε άκουσα την «αννέ» να βάζει τις φωνές. Σε άλλη περίπτωση, θα αγόραζα τα μπισκοτάκια και θα τα έδινα στα μικρά, με πονάει να βλέπω παιδί να λαχταράει κάτι και να μην του το δίνουν, ίσως γιατί μικρή ποτέ δεν τόλμησα να ζητήσω κάτι, όσο κι αν το ήθελα. Αλλά η εικόνα της οργισμένης, σκεπασμένης μάνας δεν μου έδινε περιθώριο να ανακατευτώ. Ούτε που κατάλαβα για το πότε βούτηξε τα παιδιά και βγήκε έξω, χωρίς να ψωνίσει τίποτα. Βγαίνοντας είδα μόνο την μικρούλα να έχει καθίσει στο πεζοδρόμιο και να κλαίει με λυγμούς. Αξιζε τόσα παιδικά δάκρυα, εκείνο το σκατένιο μπισκοτάκι ρε γαμώτο?
Χθες το μεσημέρι περπατούσαμε κοντά στο Ταξίμ την ώρα που τελειώνουν τα σχολεία. Θαύμαζα τα παιδάκια με τις σχολικές στολές. Μου αρέσει η ομοιομορφία στα ρούχα των μαθητών. Και ξαφνικά, ανάμεσα στα κοριτσάκια ξεπετάχτηκε ένα σκεπασμένο. «Δεν απαγορεύεται να πάνε σκεπασμένα στο σχολείο?» ρώτησα τον Ογούζ. «Ασφαλώς και απαγορεύεται, επί του παρόντος τουλάχιστον» μου απάντησε κι αυτό το «επί του παρόντος» με τσάκισε. «Αλλά μάλλον με το που βγήκε από το σχολείο, φόρεσε το μαντήλι της», συνέχισε.
Πριν από εννέα χρόνια, έβλεπες ελάχιστες σκεπασμένες στις μεγάλες πόλεις. Πριν από τέσσερα είδα για πρώτη φορά δύο – τρεις μαυροντυμένες, αυτές τις εντελώς σκεπασμένες και απορούσα τί είναι. Πλέον το ένα τρίτο των γυναικών κυκλοφορούν έτσι. Μαυροντυμένες λιγότερες αλλά όπως και να το κάνεις, υπάρχουν πλέον αρκετές.
Πώς μπορεί μια χώρα που εβδομήντα χρόνια πριν προχώρησε σε τόσο πρωτοποριακές μεταρρυθμίσεις τώρα να γυρίζει προς τα πίσω? Και ποιά συμφέροντα κρύβονται σε αυτή την οπισθοδρόμιση?
Σε τί και ποιούς θα ωφελήσει η έλλειψη παιδείας στα κορίτσια, η συνέχιση των εγκλημάτων τιμής , η απομόνωση από τον πολιτισμό, η επιστροφή στο παρελθόν? Πόσα παιδιά θα μεγαλώσουν με την πίκρα του απαγορευμένου ακόμα κι αν το απαγορευμένο είναι ένα μπισκοτάκι ή το χαμόγελο μιας ξεσκέπαστης ξένης?
Γκεοργκιόβντεν
Την περασμένη Πέμπτη, η Βενέτα έσκασε στο γραφείο του λίγο πριν το σχόλασμα. Δεν είπε τίποτα, καθόταν και τον κοίταζε. Κλασσικά. Ο σέφε όφειλε να θυμάται! «Εχουμε 150 λέβα να της δώσουμε?» μου έγραψε στο σκάιπ ο σέφε που, ασφαλώς και θυμόταν. «Βενέτααααα, πήγαινε ταμείο» τσίριξα εγώ τώρα, για να επισπεύσω τις διαδικασίες. Δεν ήξερα γιατί ήθελε τα λεφτά κι ούτε και θα ρωτούσα.
Τσεπώνοντας το παραδάκι η Βενέτα, σταμάτησε μπροστά στον σέφε της. «Πόσα κιλά αρνί θα πάρεις Βενέτα?». Εκεί «ξύπνησα» και καρφώθηκα να τους κοιτάζω. «Είκοσι σέφε!» «Τί θα το κάνεις παιδί μου είκοσι κιλά αρνί? Το χωριό όλο θα ταίσεις?» «Εεεε σέφε, Γκεοργκιόβντεν είναι αυτή!». Μας χαιρέτησε κι έφυγε. Είχα μείνει με ένα στόμα ανοιχτό σαν το τούνελ του Βακαρέλ. Γύρισα στα κορίτσια.
«Καλέ τί λέει αυτή? Τι είκοσι κιλά αρνί»?
«Αααααα οι τσιγγάνοι έτσι το ΄χουν την Γκεοργκιόβντεν, ένα αρνί σε κάθε σπίτι!»
« !»
«Να φανταστείτε, πριν είκοσι χρόνια δεν ήταν αργία ακόμα. Ε, εκείνη την μέρα, οι τσιγγάνοι έψηναν αρνιά και δεν πάταγε κανένας σε δουλειά. Είδε κι απόειδε το κράτος και την θέσπισε αργία»
« Εξαιτίας των τσιγγάνων???»
«Ναιιι, αφού λέμε, δεν δούλευε κανένας τους!»
Thursday, April 30, 2009
Τριήμερο
Friday, April 24, 2009
Το χάλι μας
Thursday, April 23, 2009
Wednesday, April 15, 2009
Φραουλοευχές

Tuesday, April 07, 2009
Οι ταινίες μου
Αμ δε! Αλλαγή καμία! Ισως φταίει και το ότι, τα τελευταία χρόνια, δεν έβλεπα καθόλου ταινίες. Οπως και να έχει τις ξαναγράφω :
1. Ο καιρός των τσιγγάνων
Ηταν, είναι και θα είναι μια ταινία λατρεμένη. Για τις εικόνες του Κοστουρίτσα, για την μουσική του Μπρέγκοβιτς για την Γιουγκοσλαβία του χθες, που πια δεν υπάρχει. Δυστυχώς όμως, υπάρχουν ακόμα παιδιά στα φανάρια.
2.Ομορφα χωριά, όμορφα καίγονται
Γροθιά στο στομάχι, από την πρώτη ώς την τελευταία σκηνή. Γιατί μπορεί κάποιοι να θέλουν να ξεχάσουμε, όμως αυτό που συνέβει στα Βαλκάνια, πονάει και θα πονάει πάντα.
3.Δαμάζοντας τα κύματα
Κατά την γνώμη μου, μια ταινία - έπος στον απόλυτο έρωτα. Καταπληκτική σκηνοθεσία, καταπληκτικές ερμηνείες.
4.Η Μπλε ταινία
Η πιο αγαπημένη μου από την συγκεκριμένη τριλογία του Κισλόβσκι. Η μουσική εξαιρετική και η Ζυλιέτ Μπινός στην καλύτερη, κατ’ εμέ, ερμηνεία της.
5.La Vitta E Bella
Λατρεύω τον Μπενίνι αφενός. Ηταν πολύ πραγματικό σενάριο αφετέρου.
6.Πολίτικη Κουζίνα
Γιατί όταν την βλέπω μυρίζω την Πόλη MOY. Τόσο απλά!
7.Leon
Κάποτε έλεγα ότι αν ποτέ έκανα κόρη, θα την έβγαζα Ματίλντα. Με αυτό τα είπα όλα, νομίζω.
8.O Ψεύτης Ήλιος
Η Σοβιετική Ενωση, έτσι όπως μπορέσαμε να την δούμε μόνο μετά τα βιβλία του Ριμπακώβ. Η ερμηνεία του Μιχάλκωβ, καταλυτική.
Και να προσθέσω και μία που είδα πρόσφατα...
9.Ο κύριος Ιμπραήμ και τα λουλούδια του κορανίου.
Τρυφερή ταινία, που δίνει το μήνυμα, πως οι άνθρωποι μπορούν να έρθουν κοντά, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές διαφορές τους. Ο Ομάρ Σαρίφ, πιο ώριμος ερμηνευτικά από ποτέ (λογικό δεν είναι, θα μου πείτε?), μετατρέπει τις πιο ενδιαφέρουσες σούρες του Ιερού του Βιβλίου σε στάση ζωής.
Επ΄ουδενί δεν είναι πέντε. Δεν θα μπορούσαν να είναι πέντε, αν σκεφτείτε ότι το μεγάλο μου κόλλημα ήταν ανέκαθεν, οι ταινίες και τα βιβλία.
Θα χαρώ πολύ να διαβάσω τις αγαπημένες ταινίες, όσων δεν τις έχουν ήδη αναφέρει!
Monday, April 06, 2009
Η γείτονας και η κρίση
Το είχα καταλάβει ανεπαίσθητα, στο βιαστικό μας πέρασμα από εκεί, πριν από τρεις εβδομάδες, αλλά πλέον είναι πασιφανές. Η κρίση χτυπάει δυνατές κλωτσιές στα γόνατα της Τουρκίας και τα έχει λυγίσει. Πιστεύω όμως ακράδαντα, ότι το τελικό γονάτισμα δεν θα γίνει ποτέ. Γιατί, θα ρωτήσει κάποιος?
Οι απαντήσεις με γεγονότα:
Μπορεί τα περισσότερα μεγάλα καταστήματα, να ανοίγουν πλέον αργότερα και να κάνουν εκπτώσεις ακόμα και στα είδη της νέας σεζόν, αλλά τα μικρά, οικογενειακά μαγαζιά, εξακολουθούν να υπάρχουν και να είναι γεμάτα, είκοσι ώρες τη μέρα.
Μπορεί τα ακριβά εστιατόρια, να μην γεμίζουν, μιας και ο τουρισμός δεν είναι στα ίδια επίπεδα, αλλά οι παρέες των ντόπιων με χαμηλό ή μεσαίο εισόδημα, εξακολουθούν να γεμίζουν τους στενούς ορόφους των ψησταριών για να γιορτάσουν τα γενέθλιά τους.
Μπορεί το μικρό ξενοδοχείο που μένουμε πάντα, στο Σιρκετζί, να παρέμεινε κλειστό ενάμιση μήνα, λόγω μειωμένων κρατήσεων, αλλά ξανάνοιξε, προσφέροντας γενναίες εκπτώσεις (έως και 15%) στους σταθερούς του πελάτες και την ανακούφιση σε εμάς, ότι ο αγαπημένος μας Αλί , έχει ακόμα δουλειά.
Μπορεί η θεωρία του στάτους, στο πολυτελές Τζιραγάν Παλάς να άλλαξε και να άνοιξε τις πύλες του στους «θνητούς», προσφέροντας πλήρες γεύμα κάθε Κυριακή μεσημέρι μόνο με 90 Λίρες (είπα θνητούς, όχι κοινούς θνητούς, Τζιραγάν είναι άλλωστε!), αλλά στην ταπεινή αυλή της γιαγιάς Μακμπουλέ, στην εργατική γειτονιά του Εγιούπ, οι Κυριακές είναι πάντα ίδιες και μαζεύουν όλη την οικογένεια γύρω από το μανγκάλ.
Μπορεί ο κόσμος να μην μποτιλιάρεται για να φύγει τα Σαββατοκύριακα στην θάλασσα ή το βουνό, αλλά τα πάρκα, οι λόφοι και ο Κεράτιος είναι το ίδιο γεμάτα πάντα τις Κυριακές, με τις χαμηλού εισοδήματος οικογένειες να κάνουν το πικνίκ τους στο παχύ γρασίδι. Το ίδιο και οι παιδικές χαρές, που γεμίζουν από εκατοντάδες ροδομάγουλα πιτσιρίκια, που δεν έπαιξαν ποτέ με Μπάρμπι και Σπάιντερμαν.
Μπορεί οι τουρίστες να είναι λιγότεροι, αλλά η πόλη είναι όπως κάθε Απρίλη, πεντακάθαρη και πλημμυρισμένη στις φρεσκοφυτεμένες τουλίπες, ζωγραφίζοντας χαμόγελα στα πρόσωπα όσων την αγαπούν, μέ ή χωρίς κρίση.
Ο οδηγός που μας πήγε στο ξενοδοχείο το σαββατόβραδο, φορούσε κοστούμι. Παρότι μιλούσε αγγλικά, δεν συμμετείχε στην συζήτησή μας, σχετικά με την επίσκεψη του Ομπάμα. Το άλλο πρωί ο Ογούζ μας είπε, ότι το ταξί δεν ήταν δικό του, δούλευε σαν οδηγός και ήταν ευτυχισμένος που έκανε όλη την βάρδια. Αυτός ο άνθρωπος πριν δυό μήνες, έκλεισε το εργοστάσιό του, μια πολύ γνωστή υφαντουργία.
Η Τουρκία είναι μια χώρα που βρέθηκε άπειρες φορές, σε παρόμοιες και χειρότερες κρίσεις. Δεν έχει περάσει καλά – καλά δεκαετία, από την προηγούμενη που βίωσε. Ο λαός της έχει συνηθίσει να υπάρχει και να λειτουργεί σε τέτοιες καταστάσεις και παρότι η καραμέλα «κοίτα τί γίνεται στον κόσμο», είναι της μόδας και εκεί πλέον, επί του πρακτέου η κατάσταση δεν θα γίνει ποτέ τραγική.
Οι Τούρκοι, είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε, είτε όχι (ως Ελληνες) , είναι ένας πολύ εργατικός λαός. Γεννιούνται , μεγαλώνουν και πεθαίνουν με κύρια έγνοια την δουλειά τους. Γι’αυτή τη δουλειά, θα κάνουν τις μεγαλύτερες υποχωρήσεις. Θα ξεπεράσουν τα ωράρια, θα δεχτούν να δουλέψουν και με χαμηλότερους μισθούς. Δουλικότητα, θα πουν κάποιοι. Φιλότιμο, θα πω εγώ.
Τί χάθηκε και τί χάνεται με την κρίση στην Τουρκία?
Για τους πολλούς, το εβδομήντα τοις εκατό του πληθυσμού, τίποτε απολύτως. Τα εισοδήματά τους ανέκαθεν ήταν χαμηλά ή έστω μεσαία και οι απαιτήσεις τους, απόλυτα προσαρμοσμένες σε αυτά. Τα ανέκαθεν υψηλά, τραπεζικά επιτόκια, οι ανέκαθεν υψηλές, τιμές των καυσίμων, δεν τους επέτρεψαν ποτέ να «παρεκτραπούν» στον υπερκαταναλωτισμό. Δεν υπάρχει τίποτε να στερηθούν που να μην στερήθηκαν ήδη. Αντίθετα, απολαμβάνουν ό, τι απολάμβαναν πάντα κι αυτό το «ό,τι», είναι πράγματα που εμείς ενδεχομένως θα σνομπάραμε.
Ενα άλλο είκοσι τοις εκατό, είναι σαν τον κοστουμαρισμένο ταξιτζή μας. Ο,τι και να χάσει, θα κοιτάξει μπροστά και θα δουλέψει όπου βρει, προκειμένου να έχει τα απαραίτητα. Γιατί την εταιρεία του, από το μηδέν την ξεκίνησε και το γνωρίζει καλά αυτό το μηδέν. Βλέπετε εν μέσω κρίσης, πολύ κλαίνε για «καταστροφές» που ανέκαθεν αφορούσαν χρήματα των τραπεζών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων και όχι κατ΄ουσίαν δικά τους.
Ενα δέκα τοις εκατό κάτι θα χάσει χωρίς να μπορεί να προχωρήσει, αλλά όπως και να το κάνεις, δεν είναι παρά ένα δέκα τοις εκατό.
Φύγαμε την ώρα που η Πόλη γινόταν αστακός, για να υποδεχτεί τον Ομπάμα.
- Είναι πολύ έξυπνη η Μισέλ, σε όλη την Ευρώπη πήγε, εδώ δεν έρχεται, είπε με το καυστικό ύφος του,ο Ογούζ.
- Και γιατί είναι έξυπνη παρακαλώ? βιάστηκα να ρωτήσω. (Δεν θεωρώ ποτέ έξυπνο κάποιον που τριγυρίζει την Ευρώπη και αρνείται να πάει στην Τουρκία, για τους δικούς μου, ενδεχομένως υποκειμενικούς λόγους)
- Μπορείς να μου πείς τί θα έκανε εδώ, παρέα με την Εμινέ?, απάντησε και δεν βρήκα τί να απαντήσω.
Friday, April 03, 2009
Hayat gelmiş kapım açık buyursun
Hayat gelmiş kapım açık buyursun...
Και να προσθέσω και κάτι που παράφρασε πριν από χρόνια ο παππούς Αζίζ:
...böyle gelmiş böyle gitmez!
Γιατί το κουράγιο το θες στα δύσκολα και το φως το αποζητάς στο σκοτάδι.
Thursday, April 02, 2009
Το πρησμένο μπαλάκι
- Ο Νικολάι ο ταπετσέρης, σέφκα.
- Μπήκε νοσοκομείο τελικά? Λες να είναι σοβαρό?
- Μάλλον.
Βλέπω την Ελένα απέναντί μου να έχει λυθεί στα γέλια
- Τί γελάς παιδί μου? Αφού το παιδί έχει πρόβλημα
- Γι΄ αυτό γελάω!
- ???????????
- Την Παρασκευή που λείπατε και ζήσαμε το δράμα μας....
- Ναι ξέρω, που πλάκωσαν οι ξυλουργοί τους ταπετσέρηδες γιατί τεμπέλιαζαν.
- Ε, ο Νικολάι ήταν ένας από αυτούς που τα έξυναν όλη μέρα!!!! Από το πολύ ξύσιμο, του έγινε τούμπανο το μπαλάκι!
Εχω πέσει κάτω και χτυπιέμαι στα γέλια, ενώ η Νούσια , που δεν γνωρίζει αγγλικά, αδυνατεί να καταλάβει πώς είμαστε τόσο αναίσθητες με το .... πρησμένο μπαλάκι του Νικολάι!
Friday, March 27, 2009
Η στιγμή της αλήθειας!!!
Ξέρω ότι οι απόκριες πέρασαν, αλλά εγώ αποφάσισα καθυστερημένα, να ντυθώ μπουμπούκα!
Απολαύστε την Κορίνα στην δική της στιγμή της αλήθειας!
Thursday, March 26, 2009
Leonidas
Ο φίλος μου ο Μπόικο ως μανιώδης της ιστορίας, τις νύχτες που το παίζει κουκουβάγια, βλέπει ιστορικές ταινίες. Τα ελάχιστα βράδυα, που αποφασίζει να μην το παίξει κουκουβάγια μας καλεί στην καφετέρια της γυναίκας του και το ρίχνουμε στις ρακίες. Στις δύο πρώτες ρακίες, εξαντλούμε τα θέματα της πεζής καθημερινότητάς μας. Φορτώσεις, πως πάει η μεταφορά στην Ευρώπη, πότε θα αλλάξει μουσαμά στα φορτηγά, ποιός οδηγός του είναι το μεγαλύτερο καθήκι, πότε θα αξιωθώ να τον πληρώνω προκαταβολικά. Στην τριτη ρακία, είναι πλέον έτοιμος να μπει στα αγαπημένα του Ιστορικά θέματα.
Χθες ήταν ένα τέτοιο βράδυ, αντίστασης στο φαινόμενο της κουκουβάγιας. Επειδή συνέπεσε χρονικά με την επέτειο της χρήσης της ατομικής βόμβας, επέλεξα να μην πιω ρακία, αλλά το μπόμπα Σίβας του Στάνι, που το πλήρωσε για γνήσιο αγγλικό. Η έλλειψη βαλβίδας στο μπουκάλι με έκανε να πιστεύω ότι ο Ντιάντο Λίτσο (μπαμπάς του Μπόικο), μετά την επιτυχία του στην παραγωγή ρακίας, το έριξε και στην παραγωγή ουίσκυ Αλι-Σίβας. Μπατ, δις ιζ νοτ δε πόιντ.
Ο Μπόικο το προηγούμενο βράδυ, έκανε την κουκουβάγια, βλέποντας και πάλι ένα ιστορικό φιλμ. Από την λεπτομερή περιγραφή του, η οποία διήρκεσε όσο να πιει δυό ρακίες, υποθέτω ότι ήταν «Οι Τριακόσιοι». Α, ξέχασα να σας πω, ότι τίτλους δεν θυμάται ποτέ. Η λέει πως δεν θυμάται, γιατί έχει τον φόβο ότι θα του πεις «Το έχω δει!» και άρα δεν θα μπορέσει να στο αναλύσει.
Τεσπά δεν θυμόταν κι άλλα πράγματα, οπότε κάποια στιγμή, ρώτησε εμάς, τους Ελληνες, ποιός ήταν ο Βασιλιάς της Σπάρτης που πολέμισε εναντίον των Περσών. Δεν ξέρω αν έφταιγε το Σίβας ή το κόμπλεξ μου έναντι στον ιστοριοδύφη Μπόικο, αλλά ειλικρινά δεν θυμόμουν το όνομα. Ο δε Μπόικο, είχε πάθει εμπλοκή, εάν δεν βρίσκαμε το όνομα του βασιλιά, η περιγραφή δεν συνεχιζόταν με τραγικές επιπτώσεις στον χρονοδιάγραμμα της ρακοποσίας. Αρπάξαμε τα κινητά, με πρώτο και καλύτερο τον Τσέτσο, ο οποίος είχε έναν φίλο, συνάδελφο του Μπόικο στην αναζήτηση ιστορικών γεγονότων.
Πήρα πρώτα την μία μου αδελφή, η οποία στο άκουσμα της ερώτησης πριν καν να πω καλησπέρα, κόλλησε και δεν θυμόταν επίσης. Κατανοώντας ωστόσο την σοβαρότητα της κατάστασης τσίριξε «πάρε την Μαρία, πάρε την Μαρία!» Η Μαρία είναι η άλλη μου αδελφή και μοναδική τριτοδεσμίτισα της οικογένειας, άρα θα θυμόταν. «Δεν θα κοιμάται ο μικρός τέτοια ώρα?» ρώτησα έκπληκτη. «Πάρτην , πάρτην!» Προφανώς η αδελφή μου νόμισε ότι βρίσκομαι σε τηλεοπτικό βουλγάρικο παιχνίδι κι αν δεν απαντούσα , δεν θα κέρδιζα! Οπότε χαλάλι κι ο ύπνος του μικρού, αγαθό απαράβατο μέχρι χθες.
Την ίδια στιγμή ο Τσέτσο μας ανακοίνωνε ότι ο Βασιλιάς ήταν ο Πρίαμος (!), με εμένα να απαντώ , «Τσέτσο, αυτός ήταν στην Τροία παιδί μου! Οχι, στην Σπάρτη! Πες του φίλου σου ότι κάνει λάθος».
Η Μαρία απάντησε ταυτόχρονα με τον φίλο του Δημήτρη, τον Κώστα. «Λεωνίδας». Εγώ κι ο Δημήτρης είπαμε ταυτόχρονα «Λεωνίντας!». Ο Δημήτρης συνέχισε «οκ Κώστα, το διασταυρώσαμε». Ο Μπόικο ήταν περιχαρής! «Ντα, νταααα Λεωνίντας». Ο Τσέτσο με πλησίασε «ο φίλος μου μου είπε ότι έκανε λάθος, γιατί αυτός μιλούσε για την άλλη ταινία, την Τροια!»...
Μετά, για να ανασκευάσω την εμπιστοσύνη του Μπόικο ως προς τις ιστορικές μου γνώσεις, τον ρώτησα εάν έχει δει το μεγάλο άγαλμα του Λεωνίδα, στις Θερμοπύλες. Δεν μπορεί να μην το είχε δει! «Ναι, ναιιιιι! Το μεγάλο άγαλμα! Στανισλάβ, θυμάσαι εκείνο το άγαλμα με τον τεράστιο σταυρό?????» Δεν σχολίασα. Σκέφτηκα και πάλι ότι ίσως ποτέ, δεν πρόσεξα τον σταυρό στο άγαλμα του Λεωνίδα. Δεν μπορεί να κάνει λάθος ο Μπόικο...
Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς...
Τον αγαπάω πολύ και ξέρω ότι με αγαπάει κι αυτός. Μαζί χορεύουμε τις ροκιές μας και τα καλύτερα βαλς, στις γιορτές του προσωπικού. Το παράπονό του πάντα, είναι όταν ο Δημήτρης μου φωνάζει.
Ο μπάι Πέτιο μεγαλώνει τον εγγονό του. Η κόρη του, κωφάλαλη, έχει ένα παιδί. Η ίδια ζει σε άλλη πόλη, άγνωστο σε τί συνθήκες. Δεν τις συζητά και κανένας δεν τον ρωτάει. Δεν θα ξέραμε ποτέ και για το παιδί, αν πριν από μερικούς μήνες, δεν το έλεγε ο ίδιος στον Δημήτρη, ζητώντας του αύξηση. Οταν η αύξηση δόθηκε , λίγο μεγαλύτερη απ΄ότι ζητούσε, πήγε να φιλήσει τα χέρια του Δημήτρη.
Σήμετα το πρωί παρέλαβα το ταχυδρομείο. Μοίρασα τους φακέλους, αλλά υπήρχε και ένας που δεν μπορούσα να καταλάβω τον αποστολέα. «Βρε Ελένα, τί είναι ο Γκεόργκι Μπενκοβσκι?» ρώτησα. Η Ελένα έβαλε τα γέλια. «Δεν είναι όνομα ατόμου, αλλά σχολείο» μου απάντησε. «Δωρεά θέλουν προφανώς...» σκέφτηκα ανοίγοντας τον φάκελο.
Δεν ήταν για δωρεά. Ενα υπέροχο, καλλιγραφικό γράμμα, μας ζητούσε να ευχαριστήσουμε εκ μέρους του σχολείου τον μπάι Πέτιο, γιατί ο εγγονός του αρίστευσε στις εξετάσεις. Συμπλήρωνε, ότι το σχολείο είναι πολύ περήφανο που έχει έναν τέτοιο μαθητή και εμείς τυχεροί που ο υπάλληλός μας είναι ένας τόσο καλός κηδεμόνας.
Το διάβασα δυνατά στα κορίτσια κι η Πέτια δάκρυσε. Μεγαλώνει κι η ίδια το παιδί της κόρης της. Η Νούσια τηλεφώνησε τον Πέτιο και του είπε να έρθει στο γραφείο. Μόλις μπήκε, του έδωσα τον φάκελο «Πέτιο, αυτό είναι για σένα!». Κοιτούσε τον φάκελο και δεν τον άνοιγε. Δεν ήθελα να ανησυχήσει για το παιδί, «Μπράβο βρε Πέτιο!Μπράβο!» του φώναξα. Ανοιξε τον φάκελο. Φόρεσε τα χιλιοκολλημένα με σελοτέιπ γυαλιά του. Γύρισε και με κοίταξε με το ίδιο σοβαρό ύφος που έχει πάντα... « Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς Σέφκα. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς» είπε με σιγουριά.
Wednesday, March 25, 2009
Διάλογοι άνευ σημασίας...
- Χαζό είναι?
- Ελαμ ντε! Μήπως νόμισε ότι θέλουμε να αντικαταστήσουμε τον Μαντελλάσι με δαύτον?
- Ασε ρε, νομίζει ότι τα φτηνοκαθιστικά του, κυκλοφορούν στα ακριβά σαλόνια της Ευρώπης!
- Ναι , τί να σου πω! Το Καυσερί πρώτη μούρη στο Μπάκινγκχαμ! Τεσπα, μιάς και είπα Μαντελλάσι, ας πάω να χαζέψω λίγο τη σελίδα του.
- Το χεις ακόμα απωθημένο ε?
- Μπαααα, το ξεπέρασα. Αλλά θέλω να στρώσει λίγο το μάτι μου, μετά τον βομβαρδισμό της φτήνιας.
- Ναι καλά...
- Ακου πως είναι... Πώς οι άντρες, που είναι καταδικασμένοι να περάσουν την ζωή τους με άσχημη γυναίκα, κάνουν οφθαλμόλουτρο με τις γκομενάρες σε περιοδικά? Ε, αυτό κάνω εγώ με τους καναπέδες του Μαντελλάσι....
- Ατυχές παράδειγμα!
- Ακου Μήτσο, όπως χάζευα τον Μαντελλάσι, μου ήρθε μια ιδέα.
- Ρίχτη!
- Να κάνω αύριο ένα μοντέλλο και να πετάξω πάνω σε απλό ύφασμα, δυο – τρία καλά μαξιλάρια
- Ναι, να φουσκώσουμε και το μπράτσο, να βάλουμε και καμπαράδες...
- Μήτσο, είπα φτηνό μοντέλλο! Τί καμπαράδες και καυλαράδες σου ήρθαν τώρα?
- Μα θα τρελλαθούν με πιο φουσκωτό μπράτσο, ας βγει λίγο πιο ακριβό!
- Ναι και θα πουλάς δυό κομμάτια το μήνα...Είπα φτηνόοοοοοοοοο μοντέλλο!
- Ναι καλά! Θα πάθεις αν ανεβάσουμε λίγο την ποιότητα!
- Μήτσο, μην γίνεσαι Αχμετ πλιιζ!
Tuesday, March 24, 2009
Κύκλος η ζωή
Thursday, March 19, 2009
YOU ARE A LIER!
Monday, March 16, 2009
Τηλεγράφημα
-Φάγαμε μαντί, ΣΤΟΠ. (Δεν μας τα έφτιαξε η μαμά του Μουσταφά, ευτυχώς!)
- Εκλεισα τα χρωστούμενα με το χιόνι, ΣΤΟΠ. (Εφαγα τόσο, όσο δεν είχα φάει εδώ, υποθέτω ότι πήρα και προκαταβολή για του χρόνου).
Θέλω να κοιμηθώ, ΣΤΟΠ. (Κοιμήθηκα κάτι τρίωρα , με βάρδιες).
Θα επανέλθω με εκτενές ποστάκι, σχετικά με το ταξίδι στο χωριό του Αη-Βασίλη (δεν είναι το Ροβανιέμι, είπαμεεεεε).
Thursday, March 12, 2009
Η μάνα του Μουσταφά θα μας κάνει μαντί!
Χθες το βράδυ εκεί που τρώγαμε με τον Οζάν, λέμε τί καλά που θα ήταν να επισκεφτόμασταν την Καππαδοκία άλλη μια φορά. «Ναι, τα Χριστούγεννα» απάντησα εγώ, για να μην μας μπαίνουν ιδέες !
Το πρωί ο Μητσάκος μπαίνει στο γραφείο και μου ανακοινώνει ότι κλάταρε και «θέλει αέρα». Οταν το ανακοινώνει αυτό στο τέλος της εβδομάδας, σημαίνει ότι θέλει να περάσει το Σαββατοκύριακο τα σύνορα προς οιαδήποτε κατεύθυνση. Του απαντάω να μαζέψει τα μυαλά του και αν δεν δουλέψουμε τελικά το σαββατοκύριακο, να σαπίσουμε στον ύπνο. Κατεβάζει κεφάλι και αποχωρεί.
Λίγα λεπτά μετά, μου τηλεφωνεί συνεργάτης από την Ελλάδα, στα πρόθυρα νευρικής κατάρρευσης κι αφού με ενημερώνει για την μάνα του Μουσταφά (τούρκος προμηθευτής μας, με την μανούλα του οποίου, τα βάζουμε τελευταίως, γιατί δεν παραδίδει!) μου λέει ότι η επιλογή που έχουμε είναι μια ! Να σκάσουμε μύτη στο Καυσερί το Σάββατο το πρωί, (προφανώς με καμπαρτίνες και μαύρα γυαλιά) και να κλάψει η μανούλα του Μουσταφά. Ναι, παραδέχομαι ότι μια εμμονή με την ταλαίπωρη την Μάνα την Τούρκα, την έχει ο Τζόνυ.
Και αρχίζω να ψάχνω πτήσεις και πώς θα τις τακιμιάσουμε (άρχισα να μιλάω τούρκικα, είδατε? Αρα μπήκα στο μουντ!). Ο Τζόνυ θα φτάσει Ιστάνμπουλ από Ελλάδα, εμείς από Βουλγαρία, θα προλάβουμε την τελευταία βραδυνή για Καυσερί? Κι αν δεν την προλάβουμε να μείνουμε Ιστάνμπουλ? Πάνω που το σάιτ της Τιουρκ Χαβα Γιολλαρί, είναι έτοιμο να μου βγάλει φάσκελα (έχω αλλάξει εικοσιπέντε φορές την αναζήτηση), μου έρχετε Η ιδέα!
- Μητσάκο, εσύ ήσουν που "ήθελες αέρα" το σου-κου?
- Ναι, τί έγινε?
- Την βγάζεις οδικώς μέχρι το Καυσερί?
- ΝΑΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ !!!!!
- Σου υπενθυμίζω ότι απέχει περίπου οκτακόσια χιλιόμετρα από την Ιστάνμπουλ και ότι ενδέχεται να έχει κωλόκαιρο!
- Κανένα πρόβλημα! Θα μου αγοράσεις τώρα το πρόγραμμα πλοήγησης?
Ασφαλώς του κοπανάω το τηλέφωνο στην μούρη και συνεχίζω στον Τζόνυ
- Οι πτήσεις δεν βγαίνουν με τίποτα εκτός αν εμείς έρθουμε εκεί Σάββατο πρωί. Θα ήταν ταλαιπωρία να πάμε οδικώς?
- Οχι βέβαια! Μια χαρά θα είναι! Ραντεβού αύριο το βράδυ στο αεροδρόμιο της Ιστανμπουλ!
- Σας ενημερώνω ότι θα είναι τουλάχιστον οκτώ ώρες ταξίδι και θα ταξιδέψουμε όλη νύχτα.
- Σιγά το πράγμα! Θα μας έρθει και φθηνότερα.
Ασφαλώς του κοπανάω το τηλέφωνο στη μούρη!
Και μετά και μετά.... Ξενοδοχεία, χάρτες, εντοπισμός της διεύθυνσης του Μουσταφά (την διεύθυνση της μάνας του δεν την είχα γαμώτο!).
Saturday, March 07, 2009
10 (μα μόνο???)
Friday, March 06, 2009
Happy Birthday!!!!!

Thursday, March 05, 2009
Το ταξίδι που δεν θα γίνει
Από Σόφια, φέξε μου και γλύστρησα. Δεν υπάρχουν κάθε μέρα και το πρόγραμμα είναι περιορισμένο. Από τιμές? Ασε, μην σου πω καλύτερα! H μάλλον να σου πω, πάνω από 320 ευράκια το άτομο.
Από Θεσσαλονίκη? Ενα και το αυτό, επιβάλεται και στάση μέσω Αθήνας. Από Αθήνα? Αν είναι να αλλάζω αεροπλάνα για τρεις μέρες όλες κι όλες, άσε με καλύτερα. Αντε να οδηγούσαμε μέχρι Θεσσαλονίκη. Τιμές? Ο Αη Βασίλης γίνεται Πασχαλιάτικος! Τουτέστιν Χο-χο-χο-χο.
Μου ανάβει το φλασάκι της διαολιάς. Δεν ψάχνω την σελίδα των Τουρκοκυπριακών? Και την βρίσκω. Πρώτο συν, ότι διαλέγεις και την θεσούλα σου (το ίδιο κάνουν οι Τούρκοι και στα φέρρυ, δεν με εκπλήσει και τρελλά). Εχουμε πτησούλες από Ιστανμπούλ προς Λευκωσία. Καλό! Είπαμε, έτσι κι αλλιώς μέχρι Θεσσαλονίκη θα οδηγούσαμε, τί Θεσσαλονίκη τί Ιστανμπούλ. Ευκαιρία να χτυπήσω κι ένα κεμπάμπ πριν την πτήση.
Για να ψάξουμε λοιπόν λιγάκι ακόμα. Τιμές? Κρατηθείτε, απογειωνόμαστε! 227 Λιρίτσες (δηλαδή 110 ευράκια) το άτομο μεθ’ επιστροφής! Φόροι κλπ, όλα μέσα. Είπατε κάτι? Πάω να πατήσω το κοντίνιου, να κάνω μια κρατησούλα Τί χάνω? Και τότε, εντός μου, ανάβει αλύπητα, το φλασάκι του αδύνατου.
Απονο, αδίστακτο φλασάκι. «Εμ και έφυγες από Ιστανμπούλ, στην Βόρεια Κύπρο μπορείς να μπεις με ταυτότητα?» Αι σαπόουζ νο, την τελευταία φορά που πήγα (οδικώς από την Νότια), χρειάστηκε διαβατηριάκι. «Εμ και πέρασες με ταυτότητα, στην Νότια Κύπρο από που θα μπεις? Από την Βόρεια? Με ταυτότητα?» Αι σαπόουζ γιες, αλλά δεν παίρνω κι όρκο. Θα ψάχνουν πως μπήκα στην Βόρεια προφανώς και γιατί μπήκα από την Βόρεια. Και η Βόρεια προϋποθέτει ουσιαστική είσοδο από Τουρκία. «Εμ και πέρασες και στην Νότια, τί θα πεις στα παιδιά? Οτι πέταξες από Ιστανμπούλ για Ερτζάν?» Νο γουέι! Θυμάμαι ακόμα την γκριμάτσα του Χριστόφορου, όταν είπα ότι παντρεύτηκα στην Ιστανμπούλ. Αν δεν πίστευε ότι το έκανα για την ιερότητα του Πατριαρχείου, θα με έφτυνε (μόνος του το πίστεψε, εγώ έκανα την πάπια, παρότι ως πάπια θα άντεχα το φτύσιμο).
Οπότε ας ξανακάνω την πάπια. Η Κύπρος μας τελείωσε επί του παρόντος.
Απλά απορώ! Αφού είναι τόσο φτηνές οι τουρκοκυπριακές αερογραμμές, γιατί οι άλλες εξακολουθούν να είναι πανάκριβες, ενώ δεν έχουν και καθημερινά δρομολόγια? (Ξανθιά ερώτηση, δεν χρειάζεται απάντηση).
Wednesday, March 04, 2009
Η Μπάμπα Μάρτα ήρθε!

Τα βραχιολάκια θα τα βγάλουμε μόλις δούμε πελαργό και θα τα κρεμάσουμε στο πρώτο δέντρο που θα ανθίσει...
5 λόγοι για ζοχάδιασμα...
Πριν παίξω, να εξηγήσω, ότι παρόλα τα ποστ με τον παραπάνω τίτλο, τα τελευταία χρόνια, ζοχαδιάζομαι-εκνευρίζομαι όλο και λιγότερο. Παλαιότερα, κάθε δευτερόλεπτο ήταν λόγος για νεύρα, πλέον μεγάλωσα και κάνω οικονομία δυνάμεων! Απόδειξη είναι, ότι τώρα, ξύνω το κατάξανθο κεφαλάκι μου, για να θυμηθώ 5 πράγματα που με ζοχαδιάζουν γερά!
Εχουμε και λέμε....
- Το να γίνεται το ίδιο γελοίο λάθος δεύτερη φορά, ενώ το έχεις επισημάνει την πρώτη. Ισχύει και για μένα και για τους άλλους.
- Το να μην παραδέχεσαι το λάθος, αλλά να προσπαθείς να το δικαιολογήσεις, λέγοντας διάφορα χαζά. Τί πιό απλό από το να πεις «Εκανα λάθος!»? Αυτό ισχύει για τους άλλους, διότι η αφεντιά μου, όταν κάνει λάθος το παραδέχεται. Ασε που αν κάτι πάει στραβά, ακόμα κι αν είναι οφθαλμοφανές ότι το λάθος είναι του άλλου, πρώτα το ψάχνω σε μένα, για να είμαι σίγουρη ότι δεν είναι δικό μου! (Ανασφάλεια ή έλλειψη αυτοπεποίθησης, λέγεται αυτό? Τεσπά όπως και να λέγεται, το έχω:Ρ)
- Οι πράξεις βίας σε ζώα. Βλέπεις πολλοί, επιδεικνύουν την ανωτερότητά τους, σε πλασματάκια , απολύτως αδύναμα να αντιδράσουν. Κτήνη, ε κτήνη!
- Η αγένεια των υπαλλήλων σε χώρους παροχής υπηρεσιών. Γλυκά μου, το λέει και η λέξη! «Παροχή υπηρεσιών»! Υπηρεσία με την μούρη στο πάτωμα, δεν νοείται ως υπηρεσία. Ασε δε, αυτό το κοπάνημα στα πακέτα, στα ταμεία των σούπερ μάρκετ. Απειρες φορές, μου έχει έρθει να βουτήξω τα φρεσκοκοπανημένα (από την ταμία), κατεψυγμένα πρασοπιτάκια και να της τα φέρω στο κεφάλι! Ετσι κι αλλιώς, τα έχει σκανάρει, θα τα πληρώσω, οπότε ας τα κοπανήσω κι εγώ κάπου! Εδώ αυτή, μου τα κοπάνησε χωρίς να τα πληρώνει!
- Η ημιμάθεια, που είναι χειρότερη της αμάθειας. Αν δεν ξέρεις βούλωσέ το. Ή πες «θα το κοιτάξω και θα σου πω». Αλλά να επιμένεις σε κάτι που μισοξέρεις, πάει πολύ!
Εχετε λίγο πολύ παίξει όλοι, νομίζω. Αλλά όπως και να έχει, το μπαλάκι θα το πετάξω σε Μητσάκο, Μπρο και Εστρέγια.
Friday, February 27, 2009
Θα μου λείψουν...
... όταν και αν κάποτε, φύγω από εδώ:
- Το απίθανο ανθρακούχο νερό του Μιχάλκοβο
- Το νηπιαγωγείο του χωριού και τα παιδάκια του
- Οι βραδυές στην καφετέρια της Μπόμπι με όλη την παρέα παρούσα
- Τα καλοκαιρινά βράδυα στο ταβερνάκι του Ανγκελ και της Νάστενκα δίπλα στο ποτάμι.
- Η ίδια η παρέα και η αγάπη της που με αγκαλιάζει, ακόμα και όταν τσακωνόμαστε
- Η ρακία του Ντιάντο Λίτσο και τα χειροποίητα αλλαντικά της Μπάμπα Νικολίνκα
- Τα ανέκδοτα και οι ιστορίες του Μπόικο
- Τα κορίτσια μου στο γραφείο
- Τα σκυλιά μας, όλα!
- Πολλοί, πάρα πολλοί από τους εργάτες μας (θαύμα, πριν δυό χρόνια, δεν θα μου έλειπε κανένας, άρα προοδεύσαμε)
- Ο Δήμαρχος του χωριού και ο αγώνας του να κάνει χρυσάφι την λάσπη
- Η ξυλόσομπά μας και όλα τα «σπίτια» που φτιάξαμε με μεράκι, μέσα στο εργοστάσιο.
- Το να μιλάω Βουλγαρικά (έστω και ραζβαλέν)
- Τα πικνίκ του καλοκαιριού στα βουνά
- Οι γιορτές της Μπάμπα Μάρτα και της μέρας της Γυναίκας.
- Κάποια βουλγάρικα τραγούδια που έχω αγαπήσει
- Οι γεμάτες ξεφάντωμα γιορτές του προσωπικού
- Το Αμπιρ στο Βέλινγκραντ
- Ο συνοριακός σταθμός στο Καπιτάν Αντρέεβο που σε βγάζει στην Τουρκία
- Το γέλιο της Πέτια μου (τώρα μόλις, το άκουσα, πάλι)
- Τα κεριά και τα σαπούνια της Ρεφάν...
Η σειρά στην λίστα είναι τυχαία. Κι όσο την κοιτάζω, ανακαλύπτω ότι πριν τρία χρόνια δεν θα μου έλειπε τίποτα από τα παραπάνω. Πριν από δύο χρόνια , ούτε τα μισά. Τώρα είμαι σίγουρη, ότι δεν τα έγραψα κι όλα. Μου πήρε καιρό να αγαπήσω τον τόπο και τους ανθρώπους. Τώρα όμως, τα αγαπάω βαθιά.
Οταν και αν φύγω κάποτε από εδώ, η μισή μου καρδιά θα παραμείνει.
Wednesday, February 25, 2009
Ο έρωτας της χρονιάς δεν υφίσταται!
Ρόδα είναι και γύρισε.
Tuesday, February 24, 2009
Η ταυτότητα
Monday, February 23, 2009
Ο έρωτας της χρονιάς
Χιόνι

Επειδή όμως είχαμε και φορτηγά να φορτώσουμε...
τα τιμολόγια ετοιμάστηκαν στο λαπτόπι , το οποίο μεταφέραμε στο ξυλουργείο
και κατόπιν στο δημαρχείο του χωριού, για να τα εκτυπώσουμε...Thursday, February 19, 2009
Νεύραααα ^%#&)*&^#)
1. Σήμερα είναι τσικνοπέμπτη
2. Τί όμορφο που είναι το χιόνι,
θα κάνω φόνο!
Wednesday, February 18, 2009
Λίγα απ' όλα
Sunday, February 15, 2009
Η κόλαση που πέρασε! (Ναι, ναι, ναιιιιι)
Tuesday, February 10, 2009
Ξεφτίλα ρε!
Δεν ντρέπεσαι καθόλου? Την ηλικία του γιού σου έχω, πανάθεμά σε!
Τόση έλλειψη αξιοπρέπειας και εγωισμού πιά?
Τόση ξεφτίλα?
Γελάω, που εξακολουθώ και σου μιλάω στον πληθυντικό!
Απορώ με την ειρωνεία μου ώρες ώρες.
Ναι τυπάκο, έχεις δίκιο εν μέρει.
Δεν ήταν εύκολο να βρεθώ στην καρέκλα σου. Είχες φροντίσει να την γεμίσεις αγκάθια.
Δεν αντέχω πάντα την ερημιά και την συντροφιά των σκυλιών μου.
Δεν είναι ευτυχία να δουλεύω εικοσάωρα για να μπαλώνω τα κουρέλια που μου κληρονόμησες.
Δεν είναι παράδεισος το γκρίζο κτίριο δίπλα σε ένα νταμάρι.
Αλλά με αυτά , παραμένω ακόμα αξιοπρεπής και δεν έχω πουλήσει την ψυχή μου στο διάολο, όπως του λόγου σου.
Με αυτά μπορώ να μιλάω στον πληθυντικό ακόμα και στις λέρες.
Την ώρα ακριβώς που τις πατάω στο κεφάλι και τις σέρνω σαν σχολιαρόπαιδα από το χέρι, για να υπογράψουν τον εξευτελισμό τους.
Πριν τέσσερα χρόνια, είχες πει μια μεγάλη κουβέντα.
Σε έξη μήνες θα με «έτρωγες».
Οχι απλά δεν σου βγήκε, αλλά προσφέρθηκες μόνος σου να σε «φάω».
Δεν είμαι εκδικητική, ξέρεις. Τουλάχιστον με τους μαλάκες.
Γι΄ αυτό και σου άφησα λίγα κόκκαλα απείραχτα σήμερα.
Βάλτα στον γύψο και ξαναχτίσε το κουφάρι σου. Αν μπορέσεις...
Monday, February 09, 2009
Το όνειρο της Δευτέρας
Sunday, February 08, 2009
Ευλόγκι
Monday, February 02, 2009
Το σκυλοχωριό
Η Πόλια τα ξαναφτιαξε με τον Ρίτσι, δηλαδή πηδήχτηκαν ασυστόλως, επωφελούμενοι το λύσιμο του σ-κ. Η Μέτζυ δεμένη τους κοιτούσε και κλαψούριζε, μην αντέχοντας μία, εκ νέου προδοσία. Της συμπαρίστατο ο Βάλιο, ο οποίος την λατρεύει παθιασμένα, αλλά αυτή τον φτύνει.
Στα νότια προάστια (τόση ώρα σας μιλούσα για τα βόρεια), η Ερικα πλακώθηκε με την Τσέτσα, διεκδικόντας την επιμέλεια του μοναδικού κουταβιού που μας απέμεινε, τα άλλα δόξα τω Κύριω, βρέθηκαν παλαβοί και τα υιοθέτησαν. Ο Βάλιο κατέφθασε αμέσως, επενέβει, ως δίκαιος Σολομώντας (είναι βλέπετε και ο μπαμπάς του μικρού) και μοίρασε μερικές δαγκωματιές εκατέρωθεν, αναγκάζοντας τον ταλαίπωρο φύλακά μας , να μας τηλεφωνήσει και να μας αναγγείλει ότι ο Βάλιο είναι πνιγμένος στο αίμα, χωρίς ο ίδιος να έχει καμία πληγή ωστόσο. Η Ερικα και η Τσέτσα, υποταγμένες στις εντολές του αρσενικού, αναζητούνται. Είναι γνωστό ότι μετά τον καυγά, κρύβονται πάντα.
ΘΑ ΤΑ ΣΤΕΙΡΩΣΩ ΟΛΑ, ξεκινώντας από τον Ρίτσι!!!!!!

