Wednesday, May 20, 2009

First Love... Nike, just do it!


Η Ξένη (που προσφάτως ανακάλυψα και πολύ συμπαθώ, άσχετον), με κάλεσε να θυμηθώ τον πρώτο μου έρωτα. Επειδή είμαι και μιας κάποιας ηλικίας, μόλις είδα την πρόσκληση, προσπάθησα να θυμηθώ ποιός ήταν. Σοκαρίστηκα τόσο με την αδύναμη μνήμη μου, που έγραψα στον Μητσάκο στο σκάιπ "Ρε συ, δεν θυμάμε τον πρώτο μου έρωτα!" και τον έκανα να λυθεί στα γέλια.

Οπως όλες οι μεγάλες γυναίκες βέβαια, αποφάσισα ότι δεν θα του περάσει (του αραχνιασμένου μυαλού μου), εγώ τον πρώτο μου έρωτα θα τον θυμηθώ και θα τον αφηγηθώ, τέλος! Κι όσο έγραφα, τόσο θυμόμουν και πάρτε ανάρτηση-σεντόνι, να έχετε να διαβάζετε!

Θα πρέπει να ήταν το καλοκαίρι πριν κλείσω τα δέκα, γιατί θυμάμαι ότι δεν είχα κόψει ακόμα τα μαλλιά μου. Είχα δύο ξανθές κοτσίδες αλά Πίπη Φακυδομύτη (όχι όρθιες ασφαλώς), μιας και η μαμά μου δεν άντεχε να αφήνει ελεύθερη την "αφάνα μου". Ετσι αποκαλούσε το εντελώς σγουρό μαλλί μου. Το επόμενο καλοκαίρι, μου τα έκοψε και ησύχασε.

Ετοιμαζόμασταν για τον γάμο του πρώτου μου εξαδέλφου, ο οποίος θα ήτο πολύ γκλαμουράτος για τα δεδομένα της εποχής, οπότε η μαμά θεώρησε ότι κανένα από τα έτοιμα φορέματα του εμπορίου δεν θα ήταν κατάλληλο για την περίσταση. Ξέθαψε δύο υπέροχα, αμερικάνικα υφάσματα από το μπαούλο της και αποφάσισε, ότι εγώ και η αδελφή μου θα ράβαμε φορέματα για τον γάμο. Και μιας και είπαμε ότι ο γάμος ήταν το γεγονός της χρονιάς, τα φορέματα δεν θα ραβόντουσαν από την Αρτεμη, την μοδίστρα της γειτονιάς, στην οποία έτσι κι αλλιώς η μαμά έραβε τα καθημερινά της. Τότε οι γυναίκες προτιμούσαν τις μοδίστρες, ήταν φθηνότερες και έκαναν κι ό,τι ζητούσες, άρα συνέφεραν και στην τσέπη και στην ψυχοθεραπεία.

Προκειμένου να μην πάνε χαμένα, τα υπέροχα υφάσματα, η μαμά επέλεξε την κυρία Χριστίνα. Η κυρία Χριστίνα, ζούσε στην Αθήνα και ερχόταν για διακοπές στην πόλη μας τα καλοκαίρια. Εχω την αμυδρά εντύπωση, ότι στην Αθήνα δεν δούλευε καν. Στην πόλη μας όμως, αρκούσε το "ότι ζούσε στην Αθήνα" για να θεωρηθεί μοδίστρα πρώτης τάξεως. Η μαμά την ήξερε από χρόνια, πριν φύγει ακόμα για την Αθήνα, οπότε ένα ωραίο απόγευμα με τα υφάσματα από το ένα χέρι κι εμάς από το άλλο, χτυπήσαμε το κουδούνι της κυρίας Χριστίνας.

Μας άνοιξε ο γιός της ο Νίκος. Ηταν ψηλός και ξανθός, έξη χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Πράσινα μάτια, όλο το ονειρεμένο κόνσεπτ της εποχής μας, σε ένα δηλαδή. Αν σήμερα μου έλεγες να κοιτάξω τόσο ξανθόπλυμα άντρα, θα έκανα τον σταυρό μου. Είπαμε όμως άλλες εποχές. Οπότε τον κοίταξα και τον ξανακοίταξα. Μα ήταν τέλειος! Τα είχε όλα!

Είμαι απολύτως σίγουρη ότι αυτός με κοίταξε μεν, δεν με είδε καν, ένα αγόρι στα δεκαέξη του δεν κοιτάζει δεκάχρονα κοριτσάκια και ειδικά αυτά με κοτσιδάκια-Πίπη-Φακιδομύτη. Μας άνοιξε λοιπόν την πόρτα, ανέβηκε στο χάι-Αθηναϊκό-ποδήλατό του (χωρίς βοηθητικές ροδίτσες ασφαλώς!!!!) και πήγε για γύρα.

Δεν θυμάμαι πόσες πρόβες ακολούθησαν, η κυρία Χριστίνα πληρωνόταν έξτρα για τις πρόβες, οπότε είπε να βγάλει τις διακοπές αναίμακτα. Κάθε φορά εγώ περίμενα να ανοίξει ο Νίκος, ή αν δεν ήταν εκεί, περίμενα να γυρίσει για να τον δω. Η κυρία Χριστίνα είχε τρεις γιούς, η μαμά μου τρεις κόρες, οπότε πείραζαν η μία την άλλη ότι θα συμπεθερέψουν σίγουρα. "Την Γωγώ θα την πάρει ο Πέτρος!" πέταξε μια μέρα η κυρία Χριστίνα. "Που είναι μελαχροινός! Ετσι και την πάρει ο Νίκος, θα είναι σαν γίδια τα παιδιά τους!". Απαιχτη στους χρωματικούς συνδυασμούς και στις λεπτές εκφράσεις, η μοδίστρα, κόκκινη από τα νεύρα μου εγώ. "Την Μαρία θα την δώσουμε στον Νίκο!" συνέχιζε με τις καρφίτσες στο στόμα. Ετοιμη να κλάψω εγώ. Αντικειμενικά, τώρα πια πιστεύω ότι ο Πέτρος ήταν μακράν ωραιότερος από τον Νίκο, αλλά στα δέκα μου τα βλεπα αλλιώς, είπαμε.

Ασφαλώς και όλη μέρα κι όλη νύχτα, ονειρευόμουν την στιγμή που ο Νίκος θα χτυπήσει την πόρτα μας, θα μου πει να πάμε βόλτα με τα ποδήλατά μας και πάνω στην βόλτα θα μου πει, ότι του αρέσω κι εγώ. Συν τοις άλλοις, είχα γίνει το πιο πρόθυμο παιδί όταν έπρεπε να πάω κάτι στην θεία μου, που έμενε δίπλα από τον Νίκο, σε σημείο που ρωτούσα καθημερινώς "τί κάνει η θεία η Ειρήνη? Μήπως θέλετε να της πάω κάτι?"

Και μια μέρα, το κουδούνι πράγματι χτύπησε. Απ΄έξω ήταν ο Νίκος με το ποδήλατό του και λευκό σορτσάκι (μπάι δε γουέι, όλο εκείνο το καλοκαίρι με λευκά σορτσάκια κυκλοφορούσε, δεν έχω εξιχνιάσει άν ήταν ένα και μοναδικό ή είκοσι ίδια!). Και ναι το όνειρό μου, θα έπαιρνε σάρκα και οστά! Ετοιμη ήμουν να πάω να κουβαλήσω το ποδηλατάκι μου, για να πάμε την βόλτα που σας έλεγα. "Λες να με κοροϊδεύει για τις βοηθητικές?"σκεφτόμουν. Πριν λοιπόν τρέξω για να φέρω το ποδήλατο, η φωνή του με προσγείωσε στο σκαλοπατάκι μου. Εδώ που τα λέμε, ευτυχώς που ήμουν σε σκαλοπατάκι και δεν φαινόταν και η τεράστια διαφορά ύψους μας. "Η μάνα μου, είπε ότι δεν μπορεί αύριο κι αν μπορείτε να έρθετε σήμερα για την πρόβα".

Το όνειρό μου, όχι απλά δεν απέκτησε σάρκα και οστά, αλλά έγινε φάντασμα. Εβαλα το πιο καλό χαμόγελο και απάντησα "εντάξει, θα το πω στην μαμά μου".

Οπως κάθε κοριτσάκι που ζει το παραμύθι του ασφαλώς, είχα μια παρηγοριά. Επιτέλους μου μίλησε! Σε μένα προσωπικά! Μου απήυθυνε το λόγο! (Εμ, δεν είχε κι άλλον να τον απευθύνει ο χριστιανός, αλλά σιγά μην τα σκεφτόμουν αυτά!). Και σίγουρα του αρέσω, αλλιώς θα έστελνε τον Πέτρο, δεν θα ερχόταν ο ίδιος. (Το γεγονός να βλαστήμαγε από μέσα του που τον έστειλε η μάνα του, δεν το εξέτασα καν). Τώρα που τα ξαναθυμάμαι, σκέφτομαι ότι το "χαζό παιδί-χαρά γεμάτο", έγινε σλόγκαν εξαιτίας μου.

Εκείνη η πρόβα ήταν και η τελευταία. Το λευκό φόρεμά μου με τις κίτρινες μαργαρίτες και τα τιραντάκια ήταν γεγονός. Μεταξύ μας, απορώ τί διάολο χρειάστηκαν τόσες πρόβες για ένα τόσο απλό παιδικό φόρεμα. Ενιγουέι.

Δεν τον ξαναπέτυχα στην γειτονιά. Δεν ήρθε και τα επόμενα καλοκαίρια. Η κυρία Χριστίνα, τα έβαλε κάτω και είδε προφανώς, ότι νοικιάζοντας το σπίτι θα έκανε διακοπές όπου γούσταρε και χωρίς να ξεστραβώνεται κιόλας στο ράψιμο. Για δυό χρόνια ακόμα, ο ξανθομπουμπουρας Νίκος παρέμεινε ο μεγάλος μου έρωτας. Κι ας μην τον έβλεπα ποτέ. Κάποια μέρα, θα μεγαλώναμε και θα βρισκόμασταν και τότε, θα με πρόσεχε! Πόσο εύκολα τα θεωρείς όλα όταν είσαι παιδάκι.

Τον ξανασυνάντησα εντελώς τυχαία μετά από επτά χρόνια, στον δρόμο. Ημουν πια δεκαεπτά και ήταν εικοσιτρία. Αν δεν τον έβλεπα έξω από το σπίτι του, δεν θα τον καταλάβαινα, γιατί ήταν πλέον λίγο πιο κοντός από μένα και φορούσε γυαλιά. Και βεβαίως εάν δεν τον έβλεπα έξω από το σπίτι του, δεν θα τον κοίταζα καν. Δεν μιλήσαμε (τί να πούμε άλλωστε?), αλλά πρέπει να με αναγνώρισε γιατί με κοίταξε και χαμογέλασε. Οχι, δεν το φαντάστηκα, είχα άλλωστε μπει στην ηλικία άρνησης του φανταστικού. Μου χάρισε ένα πλατύ, ζεστό χαμόγελο, το οποίο δεν ανταπέδωσα γιατί πολύ απλά, δεν ήμουν πια δέκα! Τον προσπέρασα και δατς ωλ! (Πάρε να χεις!)

Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια , μου τηλεφώνησε η αδελφή μου που ζει και εργάζεται στην Αθήνα "Ρε συ, τον θυμάσαι τον ΝΙΚΕ?"(συνθηματικό που του είχαμε βγάλει για να μην μας πάρει πρέφα η μαμά, πάλι καλά που δεν τον είπαμε και αντίντας!). "Ναι". "Ηρθε σήμερα εδώ για κάτι εξετάσεις και με θυμήθηκε. Εδώ κοντά μένει, είναι φυσικοθεραπευτής".

Αυτός ήταν λοιπόν ο πρώτος-πρώτος μου έρωτας! Και υποθέτω ότι δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην μετέπειτα εξέλιξή μου. (Περιέργως και ο νυν και ο πρώην συζυγός μου, έχουν γεννηθεί την ίδια χρονιά με τον Νίκο:PPPP)

ΜπόικοΜπανκ

Ο φίλος μας ο Μπόικο (ο οποίος έχει περιγραφεί εκτενώς σε προηγούμενο ποστ), έχει μεταφορική εταιρεία. Καύσιμα για τα φορτηγάκια του, αγοράζει συνήθως από τον ξαδελφό του, τον Πλάμεν (ο οποίος αξίζει τον κόπο να περιγραφεί εκτενώς, σε επόμενο πόστ).
Ο Πλάμεν, είναι απίστευτα τσιγγούνης και σφιχτοχέρης σε όλες τις οικονομικές του συναλλαγές, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Ο Μπόικο που δυστυχώς δεν είναι δίμετρη, εικοσιπεντάχρονη, ξανθιά δεν εμπίπτει στην κατηγορία εξαιρέσεων του Πλάμεν.
Με όλα τα παραπάνω σας καθιστώ σαφές, ότι ο Πλάμεν, τρώει τα - εξαιρετικώς ανθεκτικά στο αλκοόλ- συκώτια του Μπόικο κάθε μέρα για λεφτά. Ασφαλώς δεν μπαίνει στον κόπο να σκεφτεί ότι ο Μποικάκος, εκτός από ξαδελφός του, είναι και ο μεγαλύτερος πελάτης του κι έτσι και τον στείλει στο διάολο, ο Πλάμεν λόγω τσιγκουνιάς θα αναγκαστεί να πίνει καύσιμα αντί για ρακία, προκειμένου να φάει το απόθεμα.
Ο δε Μποικάκος, ο οποίος θενκς το δε γκρικ γουέι οφ πέυμεντς, έμαθε πώς τίποτα δεν πληρώνεις προκαταβολικά, δεν διανοείται, λόγω σεβασμού να αντιμιλήσει στον μεγαλύτερο ξάδελφο, απλά το γυρίζει στην πλάκα.
Χθες βράδυ λοιπόν, βρεθήκαμε όλη η παρέα μαζί συν ένας μεθυσμένος μπάτσος (αυτό κρατήστε το, θα σας χρειαστεί αργότερα).
Φαγαμε τις λουκάνκες μας, ήπιαν οι άλλοι τις ρακίες τους κι εγώ την σοδίτσα μου και μετά από ένα πεντάλεπτο στριφογυρίσματος στην καρέκλα, ο Πλάμεν μπήκε στο αγαπημένο του θέμα:
- Γκουγκού, πότε θα πληρώσεις τον Μπόικο? (το Γκουγκού ιτς μι σε Βουλγαρική προφορά).
Αγνόησα τον Μπόικο που μου έκανε απεγνωσμένα νοήματα, τα οποία δεν ήταν και κατανοητά μετά από τόσες ρακίες.
- Πλάμεν τον πλήρωσα, αλλά δεν κατάλαβα! Πάλι θέλεις λεφτά από τον Μπόικο???
Ακρα του τάφου σιωπή, στην ομήγυρη. Είπα να την σπάσω.
- Να δω βρε Πλάμεν, πότε θα καταλάβεις ότι ο Μπόικο είναι τράπεζα για σένα.
- Τράπεζα?
- Ασφαλώς! Και η πιο σίγουρη μάλιστα! Μπόικο-Μπανκ!
- Σίγουρη τράπεζα η Μπόικο-Μπανκ?
- Πλάμεν, ειδήσεις δεν βλέπεις? Ολες οι τράπεζες κλείνουν, χρεωκοπεί μία κάθε μέρα! Μόνο στην Μπόικο – Μπανκ, τα λεφτά σου είναι εξασφαλισμένα .
- Μππππόικομμμμμπανκ, εί-ει-ει-ναι σι-γου-ρρρρρρη- τρρρρρρα-πε-ζα? Ακούστηκε εκείνη τη στιγμή ο μεθυσμένος μπάτσος που δεν είχε βγάλει κουβέντα τόση ώρα (είδατε που σας χρειάστηκε?).
- Ασφαλώς! Επέμεινα εγώ.
- Να πππππά-ω τα λεεεεεφ-φφφ-τα στην ΜποοοοοικοΜπππππανκ, συνέχισε.
Ακρα του τάφου σιωπή στην ομήγυρη, εκ νέου. Γύρισαμε και κοιτάξαμε τον μεθυσμένο, όλοι μαζί, για πρώτη φορά.
- Η Ραααααηηηηφάιζεεεεεεν δηλαδή έκλεισε???? Προλαβββββαίνω να τα πππππάρρρρρω? Ρώτησε με αγωνία , χύνοντας το ποτό του Τσέτσο που καθόταν δίπλα του.
Ο Στανισλάβ, ο συνέταιρος του Μπόικο ανέλαβε να σώσει την κατάσταση. Αντε να εξηγήσεις σε μεθυσμένο ότι δεν υπάρχει ΜπόικοΜπάνκ κι ότι δεν έχασε τα λεφτάκια του.
- Αυτή θα κλείσει σε δυό – τρεις μέρες απ’ο,τι γνωρίζω, απάντησε με σοβαρό ύφος στον μεθυσμένο μπάτσο.
Ακούστηκε αναστεναγμός ανακούφισης. Ναι, προλάβαινε να πάρει τα λεφτά του και να τα πάει στην Μπόικο-Μπανκ!
- Μια ββββββόντκα μμμμμε σσσσσόδαααααα! έδωσε την επόμενη παραγγελία.
Τί παθαίνει ο άνθρωπος όταν δεν πίνει ρακία!!!

Monday, May 18, 2009

Για την ιστορία της Τσεβής

Ο παππούς μου από την πλευρά της μάνας μου, ο Γιώργης, την επόμενη κιόλας μέρα κατέβηκε στην πόλη για να ρωτήσει για τον μικρό Δημήτρη. Ο νονός του, τον καθησύχασε ότι ο μικρός Δημήτρης, είχε σταλεί σε ορφανοτροφείο στην Θεσσαλονίκη κι ότι ήταν ασφαλής. Η Τσεβή πέθανε λίγες μέρες αργότερα. Στην διαθήκη της, που κανένας δεν γνώριζε, άφησε το καλυβάκι της και το χωράφι της, στον νονό του μικρού, τον Δήμαρχο. Αμέσως μετά, αυτός τα πούλησε κι ο παππούς μου χρεώθηκε για να τα αγοράσει. Ηταν σίγουρος ότι κάποια στιγμή, θα βρει τον μικρό Δημήτρη, άρα έπρεπε να του φυλάξει την περιουσία του.
Στις αρχικές του αναζητήσεις και με όσα μέσα μπορούσε να διαθέσει ένας φτωχός, αγράμματος χωρικός την δεκαετία του σαράντα, οι πληροφορίες που πήρε, ήταν ότι ο μικρός Δημήτρης κατά τον εμφύλιο, μεταφέρθηκε μαζί με άλλα παιδιά από το ορφανοτροφείο σε χώρες του τότε ανατολικού μπλοκ. Κατά πόσο ίσχυαν, κανένας δεν είναι σε θέση να πει.
Μέχρι τον θάνατο του παππού μου, το 1960, στο ραδιόφωνο παιζόταν μια αναζήτηση του Ερυθρού Σταυρού. Η μητέρα μου, η μόνη ίσως που θυμάται ακόμα, τον μικρό Δημήτρη, από όλους τους συγγενείς του, πιστεύει ότι το παιδί άλλαξε όνομα, στην πονεμένη διαδρομή του και γι’ αυτό δεν βρέθηκε ποτέ. Συντηρεί την ελπίδα,ότι το παιδί δεν πέθανε, όπως την φύτεψε στην παιδική της ψυχή, ο παππούς μου.

Μου πρωτοδιηγήθηκε την ιστορία όταν ήμουν παιδάκι και την ρώτησα γιατί ακούει κάθε μέρα, τις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού με τόσο ενδιαφέρον. Από τότε, τις άκουγα κι εγώ μαζί της, ελπίζοντας ότι κάποια, ο θείος Δημήτρης θα αναζητήσει μόνος του τις ρίζες του.
Είναι κάποιες φορές, που ο μικρός μας κόσμος γίνεται τόσο μεγάλος που σκοτώνει τις ελπίδες μας. Το «χωράφι της Τσεβής» -έτσι το λέμε μέχρι και σήμερα- παρέμεινε στην οικογένεια, περιμένοντας τον ιδιοκτήτη του.

Η ιστορία της Τσεβής - Το τέλος

Το άλλο μεσημέρι χτύπησε την πόρτα της Τσεβής. Δεν του άνοιξε. «Το πήγα το μαντάτο σου» της φώναξε. «Ο Θεός να στο δίνει Γιώργη, σε ευχαριστώ» την άκουσε να μουρμουράει. Δεν την ξανάδε για μέρες. Το πιάτο με το φαί ανέγγιχτο το μάζευε κάθε μέρα. Της φώναζε και του απαντούσε βήχοντας «Καλά είμαστε, σύρε τώρα». Δυό βδομάδες πέρασαν και δεν έμαθε αν ήρθε το σόι του άντρα της. Κι ούτε του μήνυσε κανείς όπως του το χαν ταγμένο. Δεν περίμενε άλλο και μια και δυό κίνησε για το καλύβι της. Θα της το παιρνε το παιδί της ξεροκέφαλης και θα την πήγαινε στο νοσοκομείο, τέλος τα πείσματα. Δεν έφταιγε τίποτα το δόλιο το μωρό που η μάνα του τρελλάθηκε και δεν άκουγε κουβέντα.
Φτάνοντας έξω από το καλύβι άκουσε τον βήχα της. «Ζει, δοξασοι ο Κύριος!» σκέφτηκε. Χτύπησε την πόρτα, απάντηση δεν πήρε. «Τσεβή» φώναξε. Ο βήχας μόνη απάντηση. Εδωσε μια κι άνοιξε την πόρτα. Την βρήκε κατάχαμα, σκιά του εαυτού της, ένα κουβάρι κόκκαλα που τελείωναν σε ένα κατασπρο πρόσωπο. «Τσεβή, εσύ πεθαίνεις μωρή! Δεν ήρθε κανένας? Τώρα θα σε πάω στην πόλη, στο γιατρό, τέλος τα πείσματα» της φώναξε. Η γυναίκα τον κοιτούσε με δυο μάτια που μέσα τους έλαμπε ο θάνατος. Δεν έλεγε κουβέντα. Γύρισε το μάτι του στο δωμάτιο ο Γιώργης. Αδειο το δωμάτιο, όπως άδειασε από το αίμα και το πρόσωπο της Τσεβής. «Το παιδί Τσεβή! Τί το κάνες το παιδί πανάθεμά σε?» ούρλιαξε. «Το παιδί... το πήρε ο Δήμαρχος... ο ξάδελφος του Δημητρού» του απάντησε με όση φωνή της είχε απομείνει. «Τί να το κάνει το παιδί? Που το πήγε το παιδί?» ο Γιώργης φώναζε χωρίς να σκεφτεί στιγμή πως την ταράζει? «Στο ορφανοτροφείο ... στην Θεσσαλονίκη. Το βάφτισε και το πήρε. Φύγε τώρα, φύγεεεεεε» , τα λόγια της βγήκαν βιαστικά, λαχανιασμένα, να φύγει ο Γιώργης Θεέ μου, τί θέλει πια? Εκείνη πέθαινε, τί άλλο να έκανε με το παιδί? «Πανάθεμά σε Τσεβή, πανάθεμά σε!» φώναξε ο Γιώργης και βρόντηξε την πόρτα πίσω του.

Η ιστορία της Τσεβής (Μέρος Γ' )

Κλείστηκε στο σπίτι από κεινη τη νύχτα. Οχι ότι έβγαινε πριν, αλλά τώρα κλείστηκε εντελώς. Σφάλισε πόρτες και παράθυρα και δεν δεχόταν κανέναν. Αργά το απομεσήμερο μόνο, μισάνοιγε το πορτόνι κι έπαιρνε μέσα το πιάτο με το φαί, που δεν ήξερε ποιός της άφηνε. Τις πρώτες βδομάδες το τρωγε, το πλαινε και αργά την νύχτα ξανάνοιγε το πορτόνι και το άφηνε απ’ έξω. Σιγά – σιγά η όρεξή της χάθηκε, ούτε κουράγιο είχε να σηκώνεται να φτάνει στο πορτόνι. Το μόνο που δεν σταμάτησε ήταν να προσπαθεί να θηλάσει το μωρό. «Χτικιό σε θηλάζω γιόκα μου, χτικιό η αναθεματισμένη» έκλαιγε τα βράδυα.
Οταν κατάλαβε πως εκτός από χτικιό, τίποτε άλλο δεν είχε να θηλάσει το μωρό, όταν τα στήθια της μαράθηκαν και σταγόνα γάλα δεν έμεινε για το φτωχό, μάζεψε όσο κουράγιο είχε και σύρθηκε στο πορτόνι. Κόλλησε πάνω του καθιστή και περίμενε να ακούσει βήματα. Οποιος της έφερνε φαγητό τόσες μέρες, έπρεπε να την βοηθήσει. Να σύρει στην πόλη και να βρει το σόι του άντρα της. Να προστρέξουν να την βοηθήσουν. Τί άλλο να κανε?
Μεσημέρι πλησιάζε σαν άκουσε τα βήματα. Ανοιξε σιγά σιγά το πορτόνι, ίσα που να βγάλει από το άνοιγμα το πρόσωπό της. Κι είδε τον Γιώργη, τον ξάδελφο. «Τσεβή! Αρρωστη είσαι μωρή?» την ρώτησε κείνος και το προσωπό του ήταν λες κι αντίκρυσε φάντασμα. «Ναι και θέλω μόνο να σύρεις στα αδέλφια του Δημητρού, να τους πεις να έρθουν, τους θέλω να τους κουβεντιάσω» του ψιθύρισε μονοκοπανιά, λες και θα τέλειωνε ο αέρας στα πνευμόνια της και δεν θα προλάβαινε να τελειώσει την φράση. «Να σύρω, ναι αλλά το παιδί? Το παιδί τί κάνει Τσεβή?» «Το παιδί καλά είναι, εγώ δεν είμαι. Και δεν μπορώ και τις κουβέντες, ένα θέλημα σου ζήτησα». «Να στο κάνω Τσεβή, αλλά μήπως να πάρω το παιδί? Πως θα το κουμαντάρεις μόνη?» της είπε διστακτικά. «Δεν σου φτάνουν τα δικά σου Γιώργη? Σου περισσεύει ψωμί και για το δικό μου? Αστο το παιδί, καλά είναι , μόνο κάνε ό,τι σου ζήτησα» του απάντησε κι η φωνή της πνίγηκε. Την ήξερε ο Γιώργης την ξεροκεφαλιά της. Ιδια της ήταν η ξαδέρφη της, η γυναίκα του. Ακρη μαζί της δεν θα βγαζε. Δεν γύρισε σπίτι του, καβάλησε το μουλάρι του και σουρουπώνοντας έμπαινε στην πόλη. Πήγε στο σόι του Δημητρού, τους είπε τα καθέκαστα. Να τρέξουν να πάνε να την δούνε και να του πουν πότε, να πάει κι αυτός. Θα το παιρνε αυτός το παιδί αν η Τσεβή έμπαινε στο νοσοκομείο. Ενα στόμα παραπάνω δεν του στοίχιζε. Και δεν ήθελε τίποτα, μόνο να μην πάει χαμένο το παιδί. Τα αδέλφια τον άκουσαν και του παν ότι θα πήγαιναν. Δεν ήξεραν πότε, θα του μηνούσαν όταν θα έφταναν στο χωριό. Και τον ευχαριστούσαν για τον κόπο, μήπως να πλάγιαζε εκεί το βράδυ να μην γυρίζει μέσα στη νύχτα? Ευχαρίστησε κι ο Γιώργης κι έφυγε, τα ορφανά στο σπίτι τον περίμεναν, ποιός θα τα τάιζε το βράδυ αν έμενε στην πόλη?


Συνεχίζεται...

Η ιστορία της Τσεβής (Μέρος Β')

Την γύρισαν στο σπίτι αποκαμωμένη. Οχι, δεν τις ήθελε τις περιουσίες τους. Στιγμή δεν τις λογάριασε. Είχε το χωραφάκι, το καλύβι της το είχε, θα το μεγάλωνε το παιδί της. Οι γονείς της δεν ζούσαν, τα αδέρφια χαμένα από χρόνια στην Αμερική , κάτι ξαδέρφια όλα κι όλα, αλλά και πάλι θα τα βόλευε. Ποτέ μην έσωνε και την παράτρεχε το σόι του, ένα παιδί θα το μεγάλωνε, όπως και να χει. Μόνο να γένναγε, να τέλειωνε κι αυτό, δεν άντεχε άλλο την κοιλιά της και την προσμονή.
Γέννησε το παιδί μόνη της, στο καλυβάκι της. Ούτε που άκουσε κανένας τα ουρλιαχτά του πόνου της, όλοι ήταν στα χωράφια τους. Σαν μπόρεσε και συμαζεύτηκε, το πλυνε, το σταύρωσε και το ντυσε. Αγόρι. «Αχ ρε Δημητρό, να βλεπες τον γιό σου κακομοίρη μου, να γέλαγε το πικραμένο το χειλάκι σου», σκέφτηκε. Ηταν όμορφο παιδί και γερό, της έμοιαζε. Αντρακλας θα γινόταν, ήδη τον φανταζόταν να πέφτει στην Πηγή τα Φώτα και να πιάνει πρώτος τον σταυρό. Ηταν το βραβείο της, η ζωή της όλη και το χρωστούσε στην γέρικη αγκαλιά του Δημητρού. «Αχ Δημητρό μου, το όνομα σου θα το πω , μόνο το καλό που σου θέλω, να κρατάς την πλάκα σου», μουρμούρισε. Ο Δημητρός, ανέκαθεν βαριάκουγε, ίσως γι’ αυτό δεν άκουσε το μουρμουρητό της.
Στους τρεις μήνες πάνω άρχισε να φέγγει η Τσεβή. Στα χωράφια να δουλέψει δεν μπορούσε, με το μωρό παραμάσχαλα. Ο,τι χόρτο έβρισκε έξω από την πόρτα της μάζευε και το βραζε να φάει. Και τις νύχτες που ξύπναγε να το θηλάσει το κακορίζικο, ένοιωθε ότι το μωρό μαζί με το γάλα της, θήλαζε κι όση ζωή της απέμενε. Μπήκε χειμώνας και ξύλα δεν είχε να ζεστάνει το καλύβι. Ο ξάδελφος ο Γιώργης, της πήγε μια δυο φορές και τον απόδιωξε. «Χήρος είσαι Γιώργη και να μην ξανάρθεις εδώ, κοίτα τα παιδιά τα δικά σου. Εγώ το δικό μου θα το αναστήσω», του πρόσταξε. Δεν της κράτησε κακία ο Γιώργης κι όποτε έβρισκε ευκαιρία, ένα πιάτο φαί στην πόρτα της το ακούμπαγε χωρίς να τον δει. Εξη παιδιά ανάσταινε μόνος του, ήξερε τί θα πει αυτό.
Ξαπλωμένη στην στρωματσάδα της ήταν, τότε που την έπιασε ο βήχας. Τόσο δυνατά έβηχε που ξύπνησε ο μικρός Δημήτρης κι άρχισε να κλαίει. «Σύχασε γιόκα μου» πήγε να του πει και πνίγηκε στο αίμα. «Θεέ μου, δεν σου φτασαν τόσα που μου στειλες , τώρα μου στέλνεις το χτικιό? Τώρα που έχω παιδί να αναστήσω?» σκέφτηκε. Μόλις έκοψε λίγο ο βήχας , ανακάθισε και πήρε το μωρό αγκαλιά. «Αχ γιέ μου, να σε βαφτίσω πρέπει. Να προλάβω. Το ‘ταξα του πατέρα σου, φεγγάρι μου» το νανούρισε. Απλωσε το χεράκι του ο Δημητράκης και το φώλιασε στην κοτσίδα της. Δάκρυα κύλησαν στα κοκκινισμένα μάγουλά της. «Αν μαθευτεί, πως έχω το χτικιό θα μου το πάρουν το παιδί» σκέφτηκε.

Συνεχίζεται...

Η ιστορία της Τσεβής (Μέρος Α΄)

Ακουγε το μωρό δίπλα της να κλαψουρίζει και βλαστήμαγε την τύχη της. Μέρες ξάπλωνε άρρωστη η Τσεβή. Κι ενώ τόσο το λαχτάρησε τούτο το παιδί, λες κι έφερε μαζί του όλη την κακοτυχία της γης με το που γαντζώθηκε στα σπλάχνα της.
Ναι, ήταν γέρος ο Δημητρός, ο άντρας της. Το ήξερε κι όταν τον παντρεύτηκε αλλά κι εκείνη πατημένα τα τριάντα, τί καλύτερο θα έβρισκε? Δεν ήταν κι από πλούσια γεννιά. Ενα χωραφάκι και το καλύβι τους όλη η προίκα της. Ο Δημητρός είχε λεφτά και ήταν από γνωστή οικογένεια, δήμαρχοι στην πόλη μόνο από τα σόγια του έβγαιναν. Ετσι δεν την πείραξε ούτε που ήταν γέρος, ούτε που ήταν ένα κεφάλι πιο κοντός από δαύτη. Τις είδαμε και τις ομορφάδες, όσο όμορφη κι αν ήταν στο ράφι θα ‘μενε αν δεν βρισκόταν ο χριστιανός. Αρνιόταν κι η ίδια να παραδεχτεί, πως όταν ήταν πιο μικρή, σαν το ποτάμι, έτρεχαν τα προξενιά κι εκείνη τα απόδιωχνε με την ελπίδα να μην παντρευτεί στο χωριό. Τόσο ξεροκέφαλη ήταν που σκεφτόταν πως έπιασαν τόπο οι προσευχές της , να την πάρει άντρας από την πόλη. Μόνο που στην πόλη δεν πήγε. Καχεκτικός και άβουλος ο Δημητρός, ντροπή ήταν για το σόι του κι όταν θα ήταν πια να τον γηροκομήσουν, του βρήκαν νύφη και τον ξαπόστειλαν. Το είχε το καλυβάκι της, τί το θελε το σπίτι στην πόλη.
Σαν κατάλαβε πως περιμένει παιδί, λουλούδιασε ολάκερη. Δεν θα μενε άκληρη κι ας το φοβόταν. Χαλάλι η ανοχή της στα γέρικα αγκαλιάσματα του Δημητρού. Θα έκανε αυτή το γιο, να σκάσει και το σόι του που τον απόδιωξε κι απλά περίμενε να του φάει την περιουσία. Μάνα θα γινόταν, δεν θα μενε η νοσοκόμα του.
Δεν πρόλαβε να το χαρεί για πολύ. Λες κι ο Θεός αποφάσισε σιγά – σιγά να της ζητάει επιστροφή τα χαρισμένα. ‘Η μήπως δεν της τα χάρισε ποτέ? Ενα μεσημέρι, εκεί που έτρωγε, έσβησε ο Δημητρός. Με το κουτάλι στο χέρι, πήγε να βάλει την μπουκιά στο στόμα του κι έπεσε πάνω στο πιάτο. Είδε κι έπαθε να τον συνεφέρει, βρε πώς έγινε χάλια, πανάθεμά τον. Τρεις φορές την μέρα τον άλλαζε, νισάφι πια. Στην αρχή του βαλε τις φωνές, μετά τον ταρακούνησε, στο τέλος τον ικέτεψε να συνέλθει. Κι αφού κατάλαβε ότι δεν θα την άκουγε ποτέ, γονάτισε πλάι του κι άρχισε να ξεφτίζει τις μακρυές κοτσίδες της και να ουρλιάζει. Κομμάτιασε τα μάγουλά της με τα νύχια της, σταγόνες το αίμα κύλησαν πάνω στο λευκό της πουκάμισο αλλά ο Δημητρός δεν ξύπνησε.
Τον κήδεψαν με όλες τις τιμές που άρμοζε στο σόι του. Αποδιωγμένος στη ζωή ο Δημητρός, χαϊδεμένος στον θάνατο. Εκεί που όλοι είναι ίδιοι, εκείνος θα ξεχώριζε. Κι ένα μαύρο κουβάρι στην κηδεία η Τσεβή. Να που το φερε ο Θεός και βρέθηκε στην πόλη. Για να θάψει τον άντρα της. Την έσερναν τα αδέρφα του, πίσω από το φέρετρο μαζί με την τεράστια κοιλιά της. Με γινάτι την έσερναν κι αυτή και την κοιλιά της. Εκείνη η κοιλιά, εκείνο το τελευταίο θυμητήρι του Δημητρού θα ζητούσε κληρονομιές. Ας την σύρουν λοιπόν την χωριάτα μπας και το ρίξει το μούλικο. Γιατί σιγά μην έσπειρε ο Δημητρός παιδί. Μια ζωή αχρηστία έσπερνε, Θεός να τον συγχωράει.

Συνεχίζεται...

Η δική μου μπλογκοκυβέρνηση

Η Δελφινούλα με κάλεσε να σχηματίσω την δική μου «Μπλογκοκυβέρνηση»!
Να ξεκαθαρίσω ότι με τις κυβερνήσεις, ανέκαθεν, με πιάνει ένα κατιτίς. Οπότε είπα να μην ακολουθήσω την πεπατημένη και να σχηματίσω μεν κυβέρνηση, να επινοήσω κάποια δικά μου υπουργεία δε.
Είμαι σίγουρη ότι είναι προτιμότερο μιας και θα είμαστε κυβέρνηση «διακοπών» άλλωστε, όσο το Ελληνικό Κοινοβούλιο παραμένει κλειστό.
Εχουμε και λέμε :
Πρωθυπουργός : Μητσάκος (δεν θέλω ουυυυ, οι άλλοι είναι πιο μάγκες που υπουργοποιούν τα σόγια τους???)
Υπουργός Μετανάστευσης και αντιρατσισμού: Ξένη
Υπουργός Αιφνιδιαστικών Επανεμφανίσεων : Adomiel
Υπουργός Σχολιασμού Ελληνικής Πραγματικότητας : Κορινόσκυλο
Υπουργός Ψυχολογικής Υποστήριξης : Μαρίνα
Υπουργός Τεχνών : Μπρο
Υπουργός Μητρότητας : Παλίρροια
Υπουργός Μεσανατολικών Θεμάτων : Ελένη
Υπουργός Φωτογραφίας : Κλέαρχος
Υπουργός Ριζικών Αλλαγών : Εστρέγια
Υπουργός Αποδήμων : Μάτα
Η θέση του Υπουργού Απασχόλησης παραμένει μιας και την κατοχύρωσε η Δελφινούλα.
Στη θέση του Υπουργού Ζωτικότητας, τοποθετώ την Lianne, που μου λείπει πολύ!

Εγώ ασφαλώς δεν θα συμμετέχω στην κυβέρνηση, παραμένω απλή ψηφοφόρος. (Χμμμ, μήπως να ετοιμάσω και μια λίστα με τα ρουσφέτια που επιθυμώ να μου κάνετε???)
Οποιος άλλος επιθυμεί να παίξει , ας το κάνει. Ετσι κι αλλιώς δεν μας κοστίζει και τίποτε, σε αντίθεση με τις κανονικές κυβερνήσεις!

Saturday, May 16, 2009

Σάββατο

Είναι Σάββατο!
Ο Μητσάκος επιστρέφει (επιτέλους!), από το ταξείδι- αστραπή στην ιδιαίτερη πατρίδα του! (Δεν εννοώ την Πάτρα, αλλά το Καυσερί :Ρ).
Εχω ένα βιβλίο να διαβάσω και μάλιστα της Παπαδάκη!
Θα κάνω καροτοσαλάτα!
Ο Τόνυ μου έφερε τις πρώτες φράουλες της χρονιάς!
Η μέρα στο γραφείο κύλησε καλύτερα από τα προβλεπόμενα!
Απόψε επιτέλους η Μέτζυ θα ησυχάσει και θα μπορέσω να κοιμηθώ!
Τί άλλο να ζητήσω η γυναίκα???
(Μητσάκο μου έλειψες!)

Thursday, May 14, 2009

Το ανέκδοτο της μέρας!

Πέτια: Ξέρεις ποιά είναι η διεύθυνση μας, σύμφωνα με την εφορία?
Εγώ: Για πες...
Πέτια : Χωριό τάδε, Πάνω στον λόφο!

Οχι, δεν υπάρχει οδός "Πάνω στον λόφο"! Εφευρετικότητα που έχουν οι δημόσιες υπηρεσίες!

Tuesday, May 05, 2009

Για την Ντεμέτ που έγινε Μερυέμ.

Σήμερα διάβασα αυτό. Και δεν μπορώ να συνέλθω. Το θέμα είναι, ότι όσο κι αν δεν θέλω να το δεχτώ, υφίσταται. Και υφίσταται, χωρίς να υπάρχει πια ο Κεμάλ για να το καταδικάσει ούτε ο παππούς Αζίζ για να προσφέρει άσυλο στο κοριτσάκι. Υφίσταται σαν πανδημία, ζωγραφισμένο πάνω σε εκατομμύρια γυναικεία μαντήλια που δουλειά τους είναι να καλύπτουν χαμόγελα και να φυλακίζουν συνειδήσεις.
Με σοκάρουν οι σκεπασμένες γυναίκες, όσο κι αν πάλεψα καιρό να συμμεριστώ την χιλιοσυζητημένη υπογραφή του Αλί και να το θεωρήσω «ελευθερία στις προσωπικές επιλογές».
Και παρότι στο άρθρο δεν αναφέρεται ότι η μικρή υποχρεώθηκε να σταματήσει το σχολείο και προκειμένου να κυκλοφορεί σκεπασμένη, είμαι σίγουρη ότι της συνέβει. Ισως γιατί το τελευταίο τετραήμερο στην Τουρκία, είδα την αλλαγή εντονότερη. Ενδεχομένως, τώρα την παρατήρησα τόσο έντονα.
Στο φέρυ από Γιάλοβα, απέναντί μου κάθισαν τρεις κοπέλες. Ηταν στην ίδια παρέα. Οχι πάνω από εικοσιπέντε χρονών. Η μία μοντέρνα, ντυμένη σαν κάθε παιδί της ηλικίας της. Οι άλλες δύο σκεπασμένες. Με ένα θλιμμένο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο, έχωσαν τα πρόσωπά τους σε εφημερίδες σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού. Ηταν εμφανές ότι προσπαθούσαν να δείξουν αποστασιοποιημένες από την κοπέλα που δεν ήταν σκεπασμένη. Οχι γιατί το ήθελαν, ήταν εμφανές. Αλλά γιατί έτσι έπρεπε.
Στην τουαλέτα του φέρυ, μάνα και κόρη, σκεπασμένες, περίμεναν καρτερικά να αδειάσουν οι αλά – τούρκα τουαλέτες ενώ οι κανονικές ήταν άδειες.
Πήγα σε ένα μινι μάρκετ, απέναντι από το ξενοδοχείο μας στην Μπούρσα και ενώ ήμουν φιλική, ζητώντας τσιγάρα στα τούρκικα για να διευκολύνω την επίσης σκεπασμένη ιδιοκτήτρια, αυτή δεν καταδέχτηκε να μου γυρίσει κουβέντα, θεωρώ ότι μάλλον ενοχλήθηκε που μια «άπιστη ξένη» αγόραζε τσιγάρα. Μου πληκτρολόγησε στο κομπιουτεράκι το αντίτιμο, λες κι αν μιλούσε η γλώσσα της θα μούδιαζε. Μουρμούρισα ένα μεγαλοπρεπές «αεισιχτίρ» και βγήκα. Υποσυνείδητα θέλησα να της την σπάσω και μετά από δέκα λεπτά επέστρεψα και αγόρασα αναπτήρα. Ξανά το ίδιο σκηνικό από μέρους της.
Σε άλλο μίνι μάρκετ χθες το απόγευμα στην Ιστανμπούλ, μια σκεπασμένη μπήκε με τα δυό μικρά της, δυό αγγελούδια που πολύ ήρεμα την ρώτησαν «αννέ, μπορούμε να πάρουμε κι αυτό?» δείχνοντας κάτι φτηνιάρικα μπισκοτάκια. Κοίταξα το κοριτσάκι και χαμογέλασα, τότε άκουσα την «αννέ» να βάζει τις φωνές. Σε άλλη περίπτωση, θα αγόραζα τα μπισκοτάκια και θα τα έδινα στα μικρά, με πονάει να βλέπω παιδί να λαχταράει κάτι και να μην του το δίνουν, ίσως γιατί μικρή ποτέ δεν τόλμησα να ζητήσω κάτι, όσο κι αν το ήθελα. Αλλά η εικόνα της οργισμένης, σκεπασμένης μάνας δεν μου έδινε περιθώριο να ανακατευτώ. Ούτε που κατάλαβα για το πότε βούτηξε τα παιδιά και βγήκε έξω, χωρίς να ψωνίσει τίποτα. Βγαίνοντας είδα μόνο την μικρούλα να έχει καθίσει στο πεζοδρόμιο και να κλαίει με λυγμούς. Αξιζε τόσα παιδικά δάκρυα, εκείνο το σκατένιο μπισκοτάκι ρε γαμώτο?
Χθες το μεσημέρι περπατούσαμε κοντά στο Ταξίμ την ώρα που τελειώνουν τα σχολεία. Θαύμαζα τα παιδάκια με τις σχολικές στολές. Μου αρέσει η ομοιομορφία στα ρούχα των μαθητών. Και ξαφνικά, ανάμεσα στα κοριτσάκια ξεπετάχτηκε ένα σκεπασμένο. «Δεν απαγορεύεται να πάνε σκεπασμένα στο σχολείο?» ρώτησα τον Ογούζ. «Ασφαλώς και απαγορεύεται, επί του παρόντος τουλάχιστον» μου απάντησε κι αυτό το «επί του παρόντος» με τσάκισε. «Αλλά μάλλον με το που βγήκε από το σχολείο, φόρεσε το μαντήλι της», συνέχισε.
Πριν από εννέα χρόνια, έβλεπες ελάχιστες σκεπασμένες στις μεγάλες πόλεις. Πριν από τέσσερα είδα για πρώτη φορά δύο – τρεις μαυροντυμένες, αυτές τις εντελώς σκεπασμένες και απορούσα τί είναι. Πλέον το ένα τρίτο των γυναικών κυκλοφορούν έτσι. Μαυροντυμένες λιγότερες αλλά όπως και να το κάνεις, υπάρχουν πλέον αρκετές.
Η Τουρκία κάνει βήματα προς τα πίσω. Κι ενώ στα έργα υποδομής, στον τουρισμό, στο εμπόριο, όλα τρέχουν με εξωπραγματικούς ρυθμούς, το αγκάθι του «σκεπάσματος» ανατρέπει πολλά. Ηδη λειτουργούν θρησκευτικά σχολεία, τα οποία πλέον δεν θεωρούνται παράνομα. Είναι να απορείς, όταν εβδομήντα χρόνια πριν, ο Κεμάλ τα είχε κλείσει εν μια νυκτί. «Εναν Κεμάλ χρειαζόσαστε τώρα» συνηθίζω να λέω στους φίλους μου. «Τώρα παίρνουν την ρεβάνς τους απένταντι στους Κεμαλικούς» σχολίασε προχθές η Σεβίντς και ανατρίχιασα.
Πώς μπορεί μια χώρα που εβδομήντα χρόνια πριν προχώρησε σε τόσο πρωτοποριακές μεταρρυθμίσεις τώρα να γυρίζει προς τα πίσω? Και ποιά συμφέροντα κρύβονται σε αυτή την οπισθοδρόμιση?
Σε τί και ποιούς θα ωφελήσει η έλλειψη παιδείας στα κορίτσια, η συνέχιση των εγκλημάτων τιμής , η απομόνωση από τον πολιτισμό, η επιστροφή στο παρελθόν? Πόσα παιδιά θα μεγαλώσουν με την πίκρα του απαγορευμένου ακόμα κι αν το απαγορευμένο είναι ένα μπισκοτάκι ή το χαμόγελο μιας ξεσκέπαστης ξένης?
Η φωτογραφία του Κεμάλ υπάρχει παντού. Στα μαγαζιά, στα ξενοδοχεία, σε όλους τους δημόσιους χώρους. Απορώ πώς μπορούν να την κοιτάζουν, χωρίς ντροπή, όλοι αυτοί που θάβουν μέρα με τη μέρα τις ιδέες και τα πιστεύω του.

Γκεοργκιόβντεν

Η Βενέτα, η μαξιλαρού , μία από τις τσιγγανούλες μας, ήρθε την επόμενη της μισθοδοσίας στον Δημήτρη. «Σεεεεεφεεεεεε» τσίριξε. «Χάλασα όλο τον μισθό μου και δεν έχω να πάρω αρνί για την Γκεοργκιόβντεν!». Ο Δημήτρης που δεν φημίζεται για την υπομονή του σε τσιρίδες, την κοίταξε με πρωτοφανή ηρεμία. «Αγάπη μου, ο μήνας έχει μόνο 27, η Γκεοργκιόβντεν είναι στις 6 Μάη!» της είπε. «Δηλαδή σέφεεε, θα μου δώσετε λεφτά για το αρνί, εεε?». Είπαμε ότι ο Δημήτρης δεν φημίζεται για την υπομονή του και δη σε τέτοια αιτήματα. «Αειντε στην δουλειά σου, αγάπη μου» της είπε, προ εκρήξεως πλέον. Το «αγάπη μου» το λέει όποτε είναι τσαντισμένος και το λέει στα ελληνικά, ενώ όλη η άλλη φράση είναι στα Βουλγαρικά. Λύνομαι στα γέλια κάθε φορά που το ακούω.
Την περασμένη Πέμπτη, η Βενέτα έσκασε στο γραφείο του λίγο πριν το σχόλασμα. Δεν είπε τίποτα, καθόταν και τον κοίταζε. Κλασσικά. Ο σέφε όφειλε να θυμάται! «Εχουμε 150 λέβα να της δώσουμε?» μου έγραψε στο σκάιπ ο σέφε που, ασφαλώς και θυμόταν. «Βενέτααααα, πήγαινε ταμείο» τσίριξα εγώ τώρα, για να επισπεύσω τις διαδικασίες. Δεν ήξερα γιατί ήθελε τα λεφτά κι ούτε και θα ρωτούσα.
Τσεπώνοντας το παραδάκι η Βενέτα, σταμάτησε μπροστά στον σέφε της. «Πόσα κιλά αρνί θα πάρεις Βενέτα?». Εκεί «ξύπνησα» και καρφώθηκα να τους κοιτάζω. «Είκοσι σέφε!» «Τί θα το κάνεις παιδί μου είκοσι κιλά αρνί? Το χωριό όλο θα ταίσεις?» «Εεεε σέφε, Γκεοργκιόβντεν είναι αυτή!». Μας χαιρέτησε κι έφυγε. Είχα μείνει με ένα στόμα ανοιχτό σαν το τούνελ του Βακαρέλ. Γύρισα στα κορίτσια.
«Καλέ τί λέει αυτή? Τι είκοσι κιλά αρνί»?
«Αααααα οι τσιγγάνοι έτσι το ΄χουν την Γκεοργκιόβντεν, ένα αρνί σε κάθε σπίτι!»
« !»
«Να φανταστείτε, πριν είκοσι χρόνια δεν ήταν αργία ακόμα. Ε, εκείνη την μέρα, οι τσιγγάνοι έψηναν αρνιά και δεν πάταγε κανένας σε δουλειά. Είδε κι απόειδε το κράτος και την θέσπισε αργία»
« Εξαιτίας των τσιγγάνων???»
«Ναιιι, αφού λέμε, δεν δούλευε κανένας τους!»
Ετσι θενκς του Βενέτα και στους λοιπούς ομόφυλούς της, αύριο την αργιούλα μας θα την κάνουμε. Δεν ξέρω μήπως θα ήταν καλή ιδέα να την επισκεφθούμε κιόλας, να τσιμπήσουμε κάνενα γραμμάριο από το εικοσάκιλο αρνάκι της.

Thursday, April 30, 2009

Τριήμερο

Βάσει του σχεδιασμού που είχαμε κάνει για το τριήμερο, τον Μάρτη, απόψε το βράδυ θα έπρεπε να φύγουμε για εδώ. Θα τριγυρίζαμε τρεις μερούλες τα Καρπάθια και το κάστρο του Δράκουλα. Είχα κάνει κράτηση και σε ένα ωραιότατο ξενοδοχείο.
Εν τέλει νίκησε η μεγάλη αγάπη. Ο,τι και να σχεδιάσουμε, όσο κι αν θέλουμε να δούμε κι άλλα μέρη, το πάθος για την Τουρκία είναι τόσο μεγάλο που μας φαίνεται αδιανόητο να έχουμε ένα τριήμερο ελεύθερο και να μην το περάσουμε εκεί.
Οπότε το ξημέρωμα θα μας βρίσκει στο Μπάκιρκιόι αντί για το Βουκουρέστι. Και αφού αύριο αναπνεύσουμε την Πόλη ολόκληρη, το Σάββατο το πρωί θα κατέβουμε στην Μπούρσα. Λέτε αυτή τη φορά να αποφασίσω να βγάλω φωτογραφίες? Χλωμό...

Friday, April 24, 2009

Το χάλι μας

Είμαι στο κακό μου χάλι από προχθές. Αρχικά πονούσε ο λαιμός μου και είχα δέκατα. Ως εκεί οκ. Προχθές και χθες, την έκανα από το γραφείο νωρίς, κατά τις έξη και χώθηκα στο κρεββάτι σαν φυτό. Χθες ήταν χειρότερα, είχα τρομερά ρίγη.
Χθες βράδυ κατά τις εννιά μαζευτήκαμε να φάμε, έχουμε φιλοξενούμενους, ένα φιλικό ζευγάρι από Ελλάδα. Κι ενώ ήμουν καλύτερα και μαγείρεψα κιόλας, κάποια στιγμή άρχισα να ιδρώνω και να ζαλίζομαι. Καραμπινάτο λυποθυμικό επεισόδιο, το έχω ξαναπάθει. Οσο πιο διακριτικά μπορούσα, πήγα και σωριάστηκα στο κρεββάτι, αλλά η Καλλιρόη είχε δει ήδη ότι ήμουν κάτασπρη :(
Συνήλθα λίγο, ξανασηκώθηκα και μετά από μισή ώρα πάρτο πάλι. Κατά καιρούς στο παρελθόν το είχα ξαναπάθει, αλλά ποτέ δύο φορές συνεχόμενες. Η "ομάδα" έπεσε πάνω μου με πιεσόμετρα και μασαζ στους καρπούς και τον αυχένα, τους κοιτούσα και τους τρεις πάνω από το κεφάλι μου και μου ερχόταν να βάλω τα γέλια. Η πίεσή μου ήταν κανονική αλλά είχα ταχυπαλμία.
Σήμερα ξύπνησα με δέκατα, τον ίδιο βήχα, τον ίδιο πόνο στον λαιμό. Δεν βλέπω να συνέρχομαι γρήγορα, αλλά είμαι σίγουρη πως είναι απλά μια κωλο-ίωση. Ανυπομονώ να περάσει η μέρα και το σαββατοκύριακο να λοιώσω στο κρεββάτι μήπως και πάρω τα ίσια μου, αφού η επόμενη εβδομάδα προδιαγράφεται ζόρικη.
Περαστικά μου.

Thursday, April 23, 2009

Σήμερα, 5!


Γιατί είσαι το καλύτερο δώρο, που πήρα ποτέ για την γιορτή μου!

Wednesday, April 15, 2009

Φραουλοευχές


Χάσαμε ένα φορτηγό, οεοεοεοεοεοεοε! Θα βρεθεί, απλά αποδεικνύουμε ουάνς αγκέιν, ότι είμαστε ΜΜΜ (μεγάλοι-μαζοχώ-μαλάκες). Διότι το ίδιο φορτηγό πριν δυό μήνες το είχαμε ξαναχάσει. Και παρόλα αυτά το ξαναφορτώσαμε! Βέβαια την περασμένη φορά , μας κέρασαν σοκολατάκια για "συγγνώμη". Οπότε τώρα περιμένω τούρτα.
Ο μοντελιέρ τα έφτιαξε με την Φραουλίτσα! Οχι την κούκλα βρεεεε, την μαξιλαρού. Ω, ναι, έχουμε υπάλληλο με αυτό ακριβώς το όνομα! (Γιάγκοντκα=Φραουλίτσα). Το κακό ήταν ότι δεν έκανε και τον φύλακα, πιο φραουλένιο φίλο του. Για να τον καλύψει, όταν ήρθε και τον έψαξε η απατημένη σύζυγος! Αλλάζω το όνομα της εταιρείας, σε "τόλμη και γοητεία" και καλώ τους πελάτες στον φραουλόκοσμο για να περάσουμε φραουλοϋπέροχα. (Οσοι έχουν κούκλα Φραουλίτσα, μπορούν να σας διαβεβαιώσουν ότι δεν χάζεψα!).
Αύριο κατηφορίζουμε. Οχι μόνοι μας. Με Μπόικο, Λιούμπο και οικογένειες. Δεν έχουμε αποφασίσει ούτε τί ώρα θα φύγουμε, αποφασίσαμε όμως με τί ταχύτητα θα πηγαίνουμε για να μην διαλυθεί το κονβόι αφενός, να μην γίνουμε πρώτο θέμα στις κάμερες της τροχαίας, αφετέρου. Κάτι μου λέει ότι δεν με πήραν σοβαρά, γιατί ο Λιούμπο εξακολουθεί να ρωτάει αν μπορεί να πάει με διακόσια τριάντα. Οπότε , αν αύριο δείτε στην Εθνική δύο βουλγάρικα αυτοκίνητα να ψάχνονται, μην προσπαθήσετε να συνεννοηθείτε με τους οδηγούς, παρά μόνο αν γνωρίζετε την Βουλγαρική. Αν δε, είστε της Τροχαίας, μην τους γράψετε, απλά περιμένετε, μετά από κανένα τρίωρο, θα φτάσουμε κι εμείς να σας βοηθήσουμε στην μετάφραση.
Κι επειδή δεν μπορούν όοοολα να πάνε τόσο τέλεια (είδατε τί αισιόδοξο άτομο είμαι?), το αυχενικό μου είναι και πάλι εδώ, ενωμένο, δυνατό. Δεν κουνάω κεφάλι αλλά δυστυχώς, στους δρόμους υπάρχουν πάντα λακούβες και μου το κουνάνε αυτές. Ναι ξέρω, θέλω κολλάρο, υπόσχομαι ότι την επόμενη φορά θα αγοράσω ένα (τα ίδια έλεγα και την προηγούμενη).
Επειδή δεν προβλέπεται να τα ξαναπούμε μέχρι και την επόμενη Δευτέρα, σας εύχομαι Καλή Ανάσταση. Και μιλάω για την προσωπική μας ανάσταση, διότι αυτή του Τζίσους , καλή θα είναι όπως κάθε χρόνο και σίγουρη. Οι δικές μας αναστάσεις, είναι οι αμφίβολες!

Tuesday, April 07, 2009

Οι ταινίες μου

Η Ελενα με κάλεσε να γράψω τις 5 αγαπημένες μου ταινίες. Θυμήθηκα, ότι πριν δυό χρόνια τις είχα ξαναγράψει. Αποφάσισα λοιπόν, να ψάξω το ποστ που είχα κάνει τότε και να δω αν έχουν αλλάξει τα γούστα μου.
Αμ δε! Αλλαγή καμία! Ισως φταίει και το ότι, τα τελευταία χρόνια, δεν έβλεπα καθόλου ταινίες. Οπως και να έχει τις ξαναγράφω :

1. Ο καιρός των τσιγγάνων
Ηταν, είναι και θα είναι μια ταινία λατρεμένη. Για τις εικόνες του Κοστουρίτσα, για την μουσική του Μπρέγκοβιτς για την Γιουγκοσλαβία του χθες, που πια δεν υπάρχει. Δυστυχώς όμως, υπάρχουν ακόμα παιδιά στα φανάρια.

2.Ομορφα χωριά, όμορφα καίγονται
Γροθιά στο στομάχι, από την πρώτη ώς την τελευταία σκηνή. Γιατί μπορεί κάποιοι να θέλουν να ξεχάσουμε, όμως αυτό που συνέβει στα Βαλκάνια, πονάει και θα πονάει πάντα.

3.Δαμάζοντας τα κύματα
Κατά την γνώμη μου, μια ταινία - έπος στον απόλυτο έρωτα. Καταπληκτική σκηνοθεσία, καταπληκτικές ερμηνείες.

4.Η Μπλε ταινία
Η πιο αγαπημένη μου από την συγκεκριμένη τριλογία του Κισλόβσκι. Η μουσική εξαιρετική και η Ζυλιέτ Μπινός στην καλύτερη, κατ’ εμέ, ερμηνεία της.

5.La Vitta E Bella
Λατρεύω τον Μπενίνι αφενός. Ηταν πολύ πραγματικό σενάριο αφετέρου.

6.Πολίτικη Κουζίνα
Γιατί όταν την βλέπω μυρίζω την Πόλη MOY. Τόσο απλά!

7.Leon
Κάποτε έλεγα ότι αν ποτέ έκανα κόρη, θα την έβγαζα Ματίλντα. Με αυτό τα είπα όλα, νομίζω.

8.O Ψεύτης Ήλιος
Η Σοβιετική Ενωση, έτσι όπως μπορέσαμε να την δούμε μόνο μετά τα βιβλία του Ριμπακώβ. Η ερμηνεία του Μιχάλκωβ, καταλυτική.

Και να προσθέσω και μία που είδα πρόσφατα...
9.Ο κύριος Ιμπραήμ και τα λουλούδια του κορανίου.
Τρυφερή ταινία, που δίνει το μήνυμα, πως οι άνθρωποι μπορούν να έρθουν κοντά, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές διαφορές τους. Ο Ομάρ Σαρίφ, πιο ώριμος ερμηνευτικά από ποτέ (λογικό δεν είναι, θα μου πείτε?), μετατρέπει τις πιο ενδιαφέρουσες σούρες του Ιερού του Βιβλίου σε στάση ζωής.

Επ΄ουδενί δεν είναι πέντε. Δεν θα μπορούσαν να είναι πέντε, αν σκεφτείτε ότι το μεγάλο μου κόλλημα ήταν ανέκαθεν, οι ταινίες και τα βιβλία.

Θα χαρώ πολύ να διαβάσω τις αγαπημένες ταινίες, όσων δεν τις έχουν ήδη αναφέρει!

Monday, April 06, 2009

Η γείτονας και η κρίση

Το «μισοφαγωμένο» Σαββατοκύριακο στην Ιστανμπούλ, ήταν μια παιδική γροθιά στο στομάχι. Και λέω παιδική, γιατί έστω και μια ώρα στην Πόλη, ανέκαθεν λειτουργεί σαν καταλύτης, συνεπώς τίποτα δεν είναι ικανό να μου χαλάσει την διάθεση.
Το είχα καταλάβει ανεπαίσθητα, στο βιαστικό μας πέρασμα από εκεί, πριν από τρεις εβδομάδες, αλλά πλέον είναι πασιφανές. Η κρίση χτυπάει δυνατές κλωτσιές στα γόνατα της Τουρκίας και τα έχει λυγίσει. Πιστεύω όμως ακράδαντα, ότι το τελικό γονάτισμα δεν θα γίνει ποτέ. Γιατί, θα ρωτήσει κάποιος?
Οι απαντήσεις με γεγονότα:
Μπορεί τα περισσότερα μεγάλα καταστήματα, να ανοίγουν πλέον αργότερα και να κάνουν εκπτώσεις ακόμα και στα είδη της νέας σεζόν, αλλά τα μικρά, οικογενειακά μαγαζιά, εξακολουθούν να υπάρχουν και να είναι γεμάτα, είκοσι ώρες τη μέρα.
Μπορεί τα ακριβά εστιατόρια, να μην γεμίζουν, μιας και ο τουρισμός δεν είναι στα ίδια επίπεδα, αλλά οι παρέες των ντόπιων με χαμηλό ή μεσαίο εισόδημα, εξακολουθούν να γεμίζουν τους στενούς ορόφους των ψησταριών για να γιορτάσουν τα γενέθλιά τους.
Μπορεί το μικρό ξενοδοχείο που μένουμε πάντα, στο Σιρκετζί, να παρέμεινε κλειστό ενάμιση μήνα, λόγω μειωμένων κρατήσεων, αλλά ξανάνοιξε, προσφέροντας γενναίες εκπτώσεις (έως και 15%) στους σταθερούς του πελάτες και την ανακούφιση σε εμάς, ότι ο αγαπημένος μας Αλί , έχει ακόμα δουλειά.
Μπορεί η θεωρία του στάτους, στο πολυτελές Τζιραγάν Παλάς να άλλαξε και να άνοιξε τις πύλες του στους «θνητούς», προσφέροντας πλήρες γεύμα κάθε Κυριακή μεσημέρι μόνο με 90 Λίρες (είπα θνητούς, όχι κοινούς θνητούς, Τζιραγάν είναι άλλωστε!), αλλά στην ταπεινή αυλή της γιαγιάς Μακμπουλέ, στην εργατική γειτονιά του Εγιούπ, οι Κυριακές είναι πάντα ίδιες και μαζεύουν όλη την οικογένεια γύρω από το μανγκάλ.
Μπορεί ο κόσμος να μην μποτιλιάρεται για να φύγει τα Σαββατοκύριακα στην θάλασσα ή το βουνό, αλλά τα πάρκα, οι λόφοι και ο Κεράτιος είναι το ίδιο γεμάτα πάντα τις Κυριακές, με τις χαμηλού εισοδήματος οικογένειες να κάνουν το πικνίκ τους στο παχύ γρασίδι. Το ίδιο και οι παιδικές χαρές, που γεμίζουν από εκατοντάδες ροδομάγουλα πιτσιρίκια, που δεν έπαιξαν ποτέ με Μπάρμπι και Σπάιντερμαν.
Μπορεί οι τουρίστες να είναι λιγότεροι, αλλά η πόλη είναι όπως κάθε Απρίλη, πεντακάθαρη και πλημμυρισμένη στις φρεσκοφυτεμένες τουλίπες, ζωγραφίζοντας χαμόγελα στα πρόσωπα όσων την αγαπούν, μέ ή χωρίς κρίση.
Μπορεί τα Μακ Ντόναλτς στο Σιρκετζί, να έμειναν με έναν όροφο σε λειτουργία, αλλά οι πλανόδιοι πωλητές με τα γεμιστά μύδια και τα κάστανα, δεν προλαβαίνουν να τακτοποιήσουν το εμπόρευμα στους πάγκους τους.
Τα έργα υποδομής συνεχίζονται αδιάκοπα, καμία σχέση με τις μισοτελειωμένες γέφυρες που είχα δει, μετά την κρίση του 2000.
Ο οδηγός που μας πήγε στο ξενοδοχείο το σαββατόβραδο, φορούσε κοστούμι. Παρότι μιλούσε αγγλικά, δεν συμμετείχε στην συζήτησή μας, σχετικά με την επίσκεψη του Ομπάμα. Το άλλο πρωί ο Ογούζ μας είπε, ότι το ταξί δεν ήταν δικό του, δούλευε σαν οδηγός και ήταν ευτυχισμένος που έκανε όλη την βάρδια. Αυτός ο άνθρωπος πριν δυό μήνες, έκλεισε το εργοστάσιό του, μια πολύ γνωστή υφαντουργία.
Η Τουρκία είναι μια χώρα που βρέθηκε άπειρες φορές, σε παρόμοιες και χειρότερες κρίσεις. Δεν έχει περάσει καλά – καλά δεκαετία, από την προηγούμενη που βίωσε. Ο λαός της έχει συνηθίσει να υπάρχει και να λειτουργεί σε τέτοιες καταστάσεις και παρότι η καραμέλα «κοίτα τί γίνεται στον κόσμο», είναι της μόδας και εκεί πλέον, επί του πρακτέου η κατάσταση δεν θα γίνει ποτέ τραγική.
Οι Τούρκοι, είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε, είτε όχι (ως Ελληνες) , είναι ένας πολύ εργατικός λαός. Γεννιούνται , μεγαλώνουν και πεθαίνουν με κύρια έγνοια την δουλειά τους. Γι’αυτή τη δουλειά, θα κάνουν τις μεγαλύτερες υποχωρήσεις. Θα ξεπεράσουν τα ωράρια, θα δεχτούν να δουλέψουν και με χαμηλότερους μισθούς. Δουλικότητα, θα πουν κάποιοι. Φιλότιμο, θα πω εγώ.
Τί χάθηκε και τί χάνεται με την κρίση στην Τουρκία?
Για τους πολλούς, το εβδομήντα τοις εκατό του πληθυσμού, τίποτε απολύτως. Τα εισοδήματά τους ανέκαθεν ήταν χαμηλά ή έστω μεσαία και οι απαιτήσεις τους, απόλυτα προσαρμοσμένες σε αυτά. Τα ανέκαθεν υψηλά, τραπεζικά επιτόκια, οι ανέκαθεν υψηλές, τιμές των καυσίμων, δεν τους επέτρεψαν ποτέ να «παρεκτραπούν» στον υπερκαταναλωτισμό. Δεν υπάρχει τίποτε να στερηθούν που να μην στερήθηκαν ήδη. Αντίθετα, απολαμβάνουν ό, τι απολάμβαναν πάντα κι αυτό το «ό,τι», είναι πράγματα που εμείς ενδεχομένως θα σνομπάραμε.
Ενα άλλο είκοσι τοις εκατό, είναι σαν τον κοστουμαρισμένο ταξιτζή μας. Ο,τι και να χάσει, θα κοιτάξει μπροστά και θα δουλέψει όπου βρει, προκειμένου να έχει τα απαραίτητα. Γιατί την εταιρεία του, από το μηδέν την ξεκίνησε και το γνωρίζει καλά αυτό το μηδέν. Βλέπετε εν μέσω κρίσης, πολύ κλαίνε για «καταστροφές» που ανέκαθεν αφορούσαν χρήματα των τραπεζών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων και όχι κατ΄ουσίαν δικά τους.
Ενα δέκα τοις εκατό κάτι θα χάσει χωρίς να μπορεί να προχωρήσει, αλλά όπως και να το κάνεις, δεν είναι παρά ένα δέκα τοις εκατό.
Ασχετο:
Φύγαμε την ώρα που η Πόλη γινόταν αστακός, για να υποδεχτεί τον Ομπάμα.
- Είναι πολύ έξυπνη η Μισέλ, σε όλη την Ευρώπη πήγε, εδώ δεν έρχεται, είπε με το καυστικό ύφος του,ο Ογούζ.
- Και γιατί είναι έξυπνη παρακαλώ? βιάστηκα να ρωτήσω.
(Δεν θεωρώ ποτέ έξυπνο κάποιον που τριγυρίζει την Ευρώπη και αρνείται να πάει στην Τουρκία, για τους δικούς μου, ενδεχομένως υποκειμενικούς λόγους)
- Μπορείς να μου πείς τί θα έκανε εδώ, παρέα με την Εμινέ?, απάντησε και δεν βρήκα τί να απαντήσω.

Friday, April 03, 2009

Hayat gelmiş kapım açık buyursun

Λέω να παραφράσω έναν αγαπημένο στίχο σήμερα....

Hayat gelmiş kapım açık buyursun...

Και να προσθέσω και κάτι που παράφρασε πριν από χρόνια ο παππούς Αζίζ:

...böyle gelmiş böyle gitmez!

Γιατί το κουράγιο το θες στα δύσκολα και το φως το αποζητάς στο σκοτάδι.

Thursday, April 02, 2009

Το πρησμένο μπαλάκι

Η Νούσια φτάνει στο γραφείο μου με μια άδεια ασθενείας.
- Ο Νικολάι ο ταπετσέρης, σέφκα.
- Μπήκε νοσοκομείο τελικά? Λες να είναι σοβαρό?
- Μάλλον.
Βλέπω την Ελένα απέναντί μου να έχει λυθεί στα γέλια
- Τί γελάς παιδί μου? Αφού το παιδί έχει πρόβλημα
- Γι΄ αυτό γελάω!
- ???????????
- Την Παρασκευή που λείπατε και ζήσαμε το δράμα μας....
- Ναι ξέρω, που πλάκωσαν οι ξυλουργοί τους ταπετσέρηδες γιατί τεμπέλιαζαν.
- Ε, ο Νικολάι ήταν ένας από αυτούς που τα έξυναν όλη μέρα!!!! Από το πολύ ξύσιμο, του έγινε τούμπανο το μπαλάκι!
Εχω πέσει κάτω και χτυπιέμαι στα γέλια, ενώ η Νούσια , που δεν γνωρίζει αγγλικά, αδυνατεί να καταλάβει πώς είμαστε τόσο αναίσθητες με το .... πρησμένο μπαλάκι του Νικολάι!

Friday, March 27, 2009

Η στιγμή της αλήθειας!!!

Κατέβηκα για μία μέρα στην Θεσσαλονίκη, για να επιτελέσω έργο σοβαρό!
Ξέρω ότι οι απόκριες πέρασαν, αλλά εγώ αποφάσισα καθυστερημένα, να ντυθώ μπουμπούκα!
Απολαύστε την Κορίνα στην δική της στιγμή της αλήθειας!

Thursday, March 26, 2009

Leonidas

Ο φίλος μου ο Μπόικο έχει μανία με την ιστορία. Εχει και το καλό, ότι την ερμηνεύει όπως γουστάρει. Οπότε αυτομάτως, οι αφηγήσεις του σε κάνουν να αναρωτιέσαι τί δεν ξέρεις ή τί σου διέφυγε. Κατά τον Μπόικο, οι Ελληνες προήλθαμε από την Πολωνία και οι Βούλγαροι από το Αφγανιστάν. Η θεωρία του, άρχισε να μην του αρέσει, όταν την 20η φορά που μου είπε τα περί Πολωνίας, του είπα ότι ιν ένυ κέιζ, είναι προτιμότερη από το Αφγανιστάν και ότι η μύτη του, μου μοιάζει απόλυτα κουρδική. Είμαι σίγουρη ότι μετά την αποκάλυψη περί κουρδικής μύτης, έφαγε ώρες στον καθρέφτη του αφενός, άρχισε να ενδιαφέρεται και για την ανθρωπολογία αφετέρου.
Ο φίλος μου ο Μπόικο ως μανιώδης της ιστορίας, τις νύχτες που το παίζει κουκουβάγια, βλέπει ιστορικές ταινίες. Τα ελάχιστα βράδυα, που αποφασίζει να μην το παίξει κουκουβάγια μας καλεί στην καφετέρια της γυναίκας του και το ρίχνουμε στις ρακίες. Στις δύο πρώτες ρακίες, εξαντλούμε τα θέματα της πεζής καθημερινότητάς μας. Φορτώσεις, πως πάει η μεταφορά στην Ευρώπη, πότε θα αλλάξει μουσαμά στα φορτηγά, ποιός οδηγός του είναι το μεγαλύτερο καθήκι, πότε θα αξιωθώ να τον πληρώνω προκαταβολικά. Στην τριτη ρακία, είναι πλέον έτοιμος να μπει στα αγαπημένα του Ιστορικά θέματα.
Χθες ήταν ένα τέτοιο βράδυ, αντίστασης στο φαινόμενο της κουκουβάγιας. Επειδή συνέπεσε χρονικά με την επέτειο της χρήσης της ατομικής βόμβας, επέλεξα να μην πιω ρακία, αλλά το μπόμπα Σίβας του Στάνι, που το πλήρωσε για γνήσιο αγγλικό. Η έλλειψη βαλβίδας στο μπουκάλι με έκανε να πιστεύω ότι ο Ντιάντο Λίτσο (μπαμπάς του Μπόικο), μετά την επιτυχία του στην παραγωγή ρακίας, το έριξε και στην παραγωγή ουίσκυ Αλι-Σίβας. Μπατ, δις ιζ νοτ δε πόιντ.
Ο Μπόικο το προηγούμενο βράδυ, έκανε την κουκουβάγια, βλέποντας και πάλι ένα ιστορικό φιλμ. Από την λεπτομερή περιγραφή του, η οποία διήρκεσε όσο να πιει δυό ρακίες, υποθέτω ότι ήταν «Οι Τριακόσιοι». Α, ξέχασα να σας πω, ότι τίτλους δεν θυμάται ποτέ. Η λέει πως δεν θυμάται, γιατί έχει τον φόβο ότι θα του πεις «Το έχω δει!» και άρα δεν θα μπορέσει να στο αναλύσει.
Τεσπά δεν θυμόταν κι άλλα πράγματα, οπότε κάποια στιγμή, ρώτησε εμάς, τους Ελληνες, ποιός ήταν ο Βασιλιάς της Σπάρτης που πολέμισε εναντίον των Περσών. Δεν ξέρω αν έφταιγε το Σίβας ή το κόμπλεξ μου έναντι στον ιστοριοδύφη Μπόικο, αλλά ειλικρινά δεν θυμόμουν το όνομα. Ο δε Μπόικο, είχε πάθει εμπλοκή, εάν δεν βρίσκαμε το όνομα του βασιλιά, η περιγραφή δεν συνεχιζόταν με τραγικές επιπτώσεις στον χρονοδιάγραμμα της ρακοποσίας. Αρπάξαμε τα κινητά, με πρώτο και καλύτερο τον Τσέτσο, ο οποίος είχε έναν φίλο, συνάδελφο του Μπόικο στην αναζήτηση ιστορικών γεγονότων.
Πήρα πρώτα την μία μου αδελφή, η οποία στο άκουσμα της ερώτησης πριν καν να πω καλησπέρα, κόλλησε και δεν θυμόταν επίσης. Κατανοώντας ωστόσο την σοβαρότητα της κατάστασης τσίριξε «πάρε την Μαρία, πάρε την Μαρία!» Η Μαρία είναι η άλλη μου αδελφή και μοναδική τριτοδεσμίτισα της οικογένειας, άρα θα θυμόταν. «Δεν θα κοιμάται ο μικρός τέτοια ώρα?» ρώτησα έκπληκτη. «Πάρτην , πάρτην!» Προφανώς η αδελφή μου νόμισε ότι βρίσκομαι σε τηλεοπτικό βουλγάρικο παιχνίδι κι αν δεν απαντούσα , δεν θα κέρδιζα! Οπότε χαλάλι κι ο ύπνος του μικρού, αγαθό απαράβατο μέχρι χθες.
Την ίδια στιγμή ο Τσέτσο μας ανακοίνωνε ότι ο Βασιλιάς ήταν ο Πρίαμος (!), με εμένα να απαντώ , «Τσέτσο, αυτός ήταν στην Τροία παιδί μου! Οχι, στην Σπάρτη! Πες του φίλου σου ότι κάνει λάθος».
Η Μαρία απάντησε ταυτόχρονα με τον φίλο του Δημήτρη, τον Κώστα. «Λεωνίδας». Εγώ κι ο Δημήτρης είπαμε ταυτόχρονα «Λεωνίντας!». Ο Δημήτρης συνέχισε «οκ Κώστα, το διασταυρώσαμε». Ο Μπόικο ήταν περιχαρής! «Ντα, νταααα Λεωνίντας». Ο Τσέτσο με πλησίασε «ο φίλος μου μου είπε ότι έκανε λάθος, γιατί αυτός μιλούσε για την άλλη ταινία, την Τροια!»...
Μετά, για να ανασκευάσω την εμπιστοσύνη του Μπόικο ως προς τις ιστορικές μου γνώσεις, τον ρώτησα εάν έχει δει το μεγάλο άγαλμα του Λεωνίδα, στις Θερμοπύλες. Δεν μπορεί να μην το είχε δει! «Ναι, ναιιιιι! Το μεγάλο άγαλμα! Στανισλάβ, θυμάσαι εκείνο το άγαλμα με τον τεράστιο σταυρό?????» Δεν σχολίασα. Σκέφτηκα και πάλι ότι ίσως ποτέ, δεν πρόσεξα τον σταυρό στο άγαλμα του Λεωνίδα. Δεν μπορεί να κάνει λάθος ο Μπόικο...

Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς...

Ο μπάι Πέτιο, ο ηλεκτρολόγος μας, είναι ένας εξαιρετικός παππούς. Πάντα χαμηλών τόνων, δεν θα ξεχάσω ποτέ την σιωπή του, όταν ένας συναδελφός του, τον έβρισε άνευ λόγου. Δεν αντέδρασε καν, μου ζήτησε μόνο συγγνώμη που με τις φωνές, χρειάστηκε να βγω από το γραφείο μου.
Τον αγαπάω πολύ και ξέρω ότι με αγαπάει κι αυτός. Μαζί χορεύουμε τις ροκιές μας και τα καλύτερα βαλς, στις γιορτές του προσωπικού. Το παράπονό του πάντα, είναι όταν ο Δημήτρης μου φωνάζει.
Ο μπάι Πέτιο μεγαλώνει τον εγγονό του. Η κόρη του, κωφάλαλη, έχει ένα παιδί. Η ίδια ζει σε άλλη πόλη, άγνωστο σε τί συνθήκες. Δεν τις συζητά και κανένας δεν τον ρωτάει. Δεν θα ξέραμε ποτέ και για το παιδί, αν πριν από μερικούς μήνες, δεν το έλεγε ο ίδιος στον Δημήτρη, ζητώντας του αύξηση. Οταν η αύξηση δόθηκε , λίγο μεγαλύτερη απ΄ότι ζητούσε, πήγε να φιλήσει τα χέρια του Δημήτρη.
Σήμετα το πρωί παρέλαβα το ταχυδρομείο. Μοίρασα τους φακέλους, αλλά υπήρχε και ένας που δεν μπορούσα να καταλάβω τον αποστολέα. «Βρε Ελένα, τί είναι ο Γκεόργκι Μπενκοβσκι?» ρώτησα. Η Ελένα έβαλε τα γέλια. «Δεν είναι όνομα ατόμου, αλλά σχολείο» μου απάντησε. «Δωρεά θέλουν προφανώς...» σκέφτηκα ανοίγοντας τον φάκελο.
Δεν ήταν για δωρεά. Ενα υπέροχο, καλλιγραφικό γράμμα, μας ζητούσε να ευχαριστήσουμε εκ μέρους του σχολείου τον μπάι Πέτιο, γιατί ο εγγονός του αρίστευσε στις εξετάσεις. Συμπλήρωνε, ότι το σχολείο είναι πολύ περήφανο που έχει έναν τέτοιο μαθητή και εμείς τυχεροί που ο υπάλληλός μας είναι ένας τόσο καλός κηδεμόνας.
Το διάβασα δυνατά στα κορίτσια κι η Πέτια δάκρυσε. Μεγαλώνει κι η ίδια το παιδί της κόρης της. Η Νούσια τηλεφώνησε τον Πέτιο και του είπε να έρθει στο γραφείο. Μόλις μπήκε, του έδωσα τον φάκελο «Πέτιο, αυτό είναι για σένα!». Κοιτούσε τον φάκελο και δεν τον άνοιγε. Δεν ήθελα να ανησυχήσει για το παιδί, «Μπράβο βρε Πέτιο!Μπράβο!» του φώναξα. Ανοιξε τον φάκελο. Φόρεσε τα χιλιοκολλημένα με σελοτέιπ γυαλιά του. Γύρισε και με κοίταξε με το ίδιο σοβαρό ύφος που έχει πάντα... « Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς Σέφκα. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς» είπε με σιγουριά.

Wednesday, March 25, 2009

Διάλογοι άνευ σημασίας...

- Ο Αχμετ δεν στρώνει με τίποτα... Βρήκε ύφασμα με δύο ευρά να μας κάνει τα μοντέλλα και έχει «πρόβλημα ποιότητας»!
- Χαζό είναι?
- Ελαμ ντε! Μήπως νόμισε ότι θέλουμε να αντικαταστήσουμε τον Μαντελλάσι με δαύτον?
- Ασε ρε, νομίζει ότι τα φτηνοκαθιστικά του, κυκλοφορούν στα ακριβά σαλόνια της Ευρώπης!
- Ναι , τί να σου πω! Το Καυσερί πρώτη μούρη στο Μπάκινγκχαμ! Τεσπα, μιάς και είπα Μαντελλάσι, ας πάω να χαζέψω λίγο τη σελίδα του.
- Το χεις ακόμα απωθημένο ε?
- Μπαααα, το ξεπέρασα. Αλλά θέλω να στρώσει λίγο το μάτι μου, μετά τον βομβαρδισμό της φτήνιας.
- Ναι καλά...
- Ακου πως είναι... Πώς οι άντρες, που είναι καταδικασμένοι να περάσουν την ζωή τους με άσχημη γυναίκα, κάνουν οφθαλμόλουτρο με τις γκομενάρες σε περιοδικά? Ε, αυτό κάνω εγώ με τους καναπέδες του Μαντελλάσι....
- Ατυχές παράδειγμα!


- Ακου Μήτσο, όπως χάζευα τον Μαντελλάσι, μου ήρθε μια ιδέα.
- Ρίχτη!
- Να κάνω αύριο ένα μοντέλλο και να πετάξω πάνω σε απλό ύφασμα, δυο – τρία καλά μαξιλάρια
- Ναι, να φουσκώσουμε και το μπράτσο, να βάλουμε και καμπαράδες...
- Μήτσο, είπα φτηνό μοντέλλο! Τί καμπαράδες και καυλαράδες σου ήρθαν τώρα?
- Μα θα τρελλαθούν με πιο φουσκωτό μπράτσο, ας βγει λίγο πιο ακριβό!
- Ναι και θα πουλάς δυό κομμάτια το μήνα...Είπα φτηνόοοοοοοοοο μοντέλλο!
- Ναι καλά! Θα πάθεις αν ανεβάσουμε λίγο την ποιότητα!
- Μήτσο, μην γίνεσαι Αχμετ πλιιζ!

Tuesday, March 24, 2009

Κύκλος η ζωή

Πριν το μεσημέρι, μαθαίνω για τον θάνατο του αδελφού, ενός πολύ αγαπημένου φίλου στην Ελλάδα.
Λίγο μετά έρχεται μήνυμα στο κινητό μου, από τον Αντρέα μου στην Κύπρο, που με πληροφορεί ότι ο γιός του γεννήθηκε.
Κύκλος η ζωή, σκαμπανέβασμα στα συναισθήματα.
Σαν την ρόδα του λουνα-παρκ ένα πράγμα.
Δάκρυα πικρόγλυκα, δεν μπορώ να είμαι δίπλα σε κανέναν...

Thursday, March 19, 2009

YOU ARE A LIER!

Τί κάνεις όταν...
- επί τρεις μέρες έχεις στα drafts σου ένα μέηλ προς κάποιον, το οποίο σε δεκαπέντε σημεία καταλήγει στην φράση "YOU ARE A LIER!!!" Κάθε τόσο, προσθέτεις και ένα ακόμα!
- δεν το στέλνεις για να μην διαλύσεις μια συνεργασία, μέχρι να βρεις εναλλακτική,
- αυτός ο κάποιος σου ζητάει τον λόγο γιατί τον ελέγχεις συνεχώς , λέγοντάς σου κιόλας, "I AM NOT A LIER!"
Το στέλνεις το γαμημένο, ή πας και του το τρίβεις στα μούτρα????
Η απάντησή σας , θα με βοηθήσει εξαιρετικά!

Monday, March 16, 2009

Τηλεγράφημα

-Πήραμε αέρα, ΣΤΟΠ. (Τόσο που πήγαν να σκάσουν τα πνευμόνια μας!)

-Φάγαμε μαντί, ΣΤΟΠ. (Δεν μας τα έφτιαξε η μαμά του Μουσταφά, ευτυχώς!)

- Εκλεισα τα χρωστούμενα με το χιόνι, ΣΤΟΠ. (Εφαγα τόσο, όσο δεν είχα φάει εδώ, υποθέτω ότι πήρα και προκαταβολή για του χρόνου).

Θέλω να κοιμηθώ, ΣΤΟΠ. (Κοιμήθηκα κάτι τρίωρα , με βάρδιες).

Θα επανέλθω με εκτενές ποστάκι, σχετικά με το ταξίδι στο χωριό του Αη-Βασίλη (δεν είναι το Ροβανιέμι, είπαμεεεεε).

Thursday, March 12, 2009

Η μάνα του Μουσταφά θα μας κάνει μαντί!

Ακου τώρα συμπτώσεις.
Χθες το βράδυ εκεί που τρώγαμε με τον Οζάν, λέμε τί καλά που θα ήταν να επισκεφτόμασταν την Καππαδοκία άλλη μια φορά. «Ναι, τα Χριστούγεννα» απάντησα εγώ, για να μην μας μπαίνουν ιδέες !
Το πρωί ο Μητσάκος μπαίνει στο γραφείο και μου ανακοινώνει ότι κλάταρε και «θέλει αέρα». Οταν το ανακοινώνει αυτό στο τέλος της εβδομάδας, σημαίνει ότι θέλει να περάσει το Σαββατοκύριακο τα σύνορα προς οιαδήποτε κατεύθυνση. Του απαντάω να μαζέψει τα μυαλά του και αν δεν δουλέψουμε τελικά το σαββατοκύριακο, να σαπίσουμε στον ύπνο. Κατεβάζει κεφάλι και αποχωρεί.
Λίγα λεπτά μετά, μου τηλεφωνεί συνεργάτης από την Ελλάδα, στα πρόθυρα νευρικής κατάρρευσης κι αφού με ενημερώνει για την μάνα του Μουσταφά (τούρκος προμηθευτής μας, με την μανούλα του οποίου, τα βάζουμε τελευταίως, γιατί δεν παραδίδει!) μου λέει ότι η επιλογή που έχουμε είναι μια ! Να σκάσουμε μύτη στο Καυσερί το Σάββατο το πρωί, (προφανώς με καμπαρτίνες και μαύρα γυαλιά) και να κλάψει η μανούλα του Μουσταφά. Ναι, παραδέχομαι ότι μια εμμονή με την ταλαίπωρη την Μάνα την Τούρκα, την έχει ο Τζόνυ.
Και αρχίζω να ψάχνω πτήσεις και πώς θα τις τακιμιάσουμε (άρχισα να μιλάω τούρκικα, είδατε? Αρα μπήκα στο μουντ!). Ο Τζόνυ θα φτάσει Ιστάνμπουλ από Ελλάδα, εμείς από Βουλγαρία, θα προλάβουμε την τελευταία βραδυνή για Καυσερί? Κι αν δεν την προλάβουμε να μείνουμε Ιστάνμπουλ? Πάνω που το σάιτ της Τιουρκ Χαβα Γιολλαρί, είναι έτοιμο να μου βγάλει φάσκελα (έχω αλλάξει εικοσιπέντε φορές την αναζήτηση), μου έρχετε Η ιδέα!
- Μητσάκο, εσύ ήσουν που "ήθελες αέρα" το σου-κου?
- Ναι, τί έγινε?
- Την βγάζεις οδικώς μέχρι το Καυσερί?
- ΝΑΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ !!!!!
- Σου υπενθυμίζω ότι απέχει περίπου οκτακόσια χιλιόμετρα από την Ιστάνμπουλ και ότι ενδέχεται να έχει κωλόκαιρο!
- Κανένα πρόβλημα! Θα μου αγοράσεις τώρα το πρόγραμμα πλοήγησης?
Ασφαλώς του κοπανάω το τηλέφωνο στην μούρη και συνεχίζω στον Τζόνυ
- Οι πτήσεις δεν βγαίνουν με τίποτα εκτός αν εμείς έρθουμε εκεί Σάββατο πρωί. Θα ήταν ταλαιπωρία να πάμε οδικώς?
- Οχι βέβαια! Μια χαρά θα είναι! Ραντεβού αύριο το βράδυ στο αεροδρόμιο της Ιστανμπουλ!
- Σας ενημερώνω ότι θα είναι τουλάχιστον οκτώ ώρες ταξίδι και θα ταξιδέψουμε όλη νύχτα.
- Σιγά το πράγμα! Θα μας έρθει και φθηνότερα.
Ασφαλώς του κοπανάω το τηλέφωνο στη μούρη!
Και μετά και μετά.... Ξενοδοχεία, χάρτες, εντοπισμός της διεύθυνσης του Μουσταφά (την διεύθυνση της μάνας του δεν την είχα γαμώτο!).
Πάω τώρα να ετοιμάσω βαλιτσούλα και να πλακωθώ στις παρακεταμόλες! Γιατί ξέχασα να σας πω, ότι είμαι γριπιασμένη και 2000 χιλιόμετρα σε δύο μέρες θα μου πέσουν λίγο βαρυά. Μπρρρρρρρρρρ

Saturday, March 07, 2009

10 (μα μόνο???)

Η κουμπάρα η καλή, που καθαρίζει με ρολί (αυτό το έγραψα για να κάνει ρίμα!), με κάλεσε να σας αποκαλύψω δέκα ελαττωματά μου. Αυτή τη φορά δεν θα ξύσω το ξανθό μου κεφαλάκι, γιατί καμία δυσκολία δεν έχω να σας γράψω κατεβατά ολόκληρα. Οπως κάθε ανθρώπινο πλάσμα, σφύζω ελαττωμάτων! Πάμε λοιπόν....
1. Είμαι αγχώδης σε σημείο εκνευρισμού (όχι δικού μου, των άλλων!). Κληρονομιά από τη μαμά το συγκεκριμένο ελάττωμα.
2. Εχω μαλακισμένα καυστικό χιούμορ, το οποίο ειδικά στην Βουλγαρία, κάποιες φορές, προκαλεί παρεξηγήσεις. Αυτό το κληρονόμησα από τον μπαμπά.
Αφήνουμε τις κληρονομιές και πάμε στα ολοδικά μου, αυτόφωτα ελαττώματα!
3. Είμαι αμελής σε σχέση με φίλους, συγγενείς κλπ. Υπάρχουν πολλά άτομα που σκέφτομαι συχνά και δεν τους κάνω ένα τηλέφωνο ή δεν στέλνω ένα μήνυμα. Δεν είναι ότι δεν τους αγαπώ. Απλά είπαμε, είμαι αμελής.
4. Παρότι έχω το 3, παραπονιέμαι ότι φίλοι, συγγενείς κλπ, με ξέχασαν όταν δεν μου τηλεφωνούν. Δηλαδή ενώ είμαι αποδεδειγμένα γαϊδάρα, με ενοχλεί κιόλας, που μου κάνουν ότι κάνω!
5. Είμαι πολύ απαιτητική από τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντός μου, ενώ από τους πιο παρα έξω , παραβλέπω πολλά πράγματα. Κάποιες φορές, αυτό γίνεται πολύ άδικο.
6. Είμαι απόλυτα εργασιομανής , σε σημείο ενοχλητικό για πολλούς. Και το χειρότερο, έχω απαίτηση να είναι και οι άλλοι έτσι!
7. Τρώω τα νύχια μου! Και να φανταστείτε, ότι δεν είναι παιδική συνήθεια! Είναι κάτι που μου βγήκε τα τελευταία χρόνια.
8. Ενώ κάνω και σκέφτομαι διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα, μπορεί να πετάξω μια έκφραση που στους άλλους φαίνεται ακατανόητη. Δεν εξηγώ περαιτέρω, αντιθέτως τσαντίζομαι που δεν το έπιασαν και με την πρώτη (Μητσάκο μου είδες? Το παραδέχομαι!)
9. Επειδή μισώ την φέτα, έχω απαγορεύσει την είσοδο της στο ψυγείο μας ή στο τραπέζι μας. Ο Μητσάκος που την λατρεύει την στερείται!
10. Είμαι πιεστική σε πολλά πράγματα. Ετσι και μου κολλήσει ότι κάτι πρέπει να γίνει τώρα, θα τσιρίζω μέχρι να γίνει, ανεξάρτητα με το αν ξέρω πως δεν γίνεται.
(Είμαι και ψώνιο, αλλά δυστυχώς είχα μόνον 10 επιλογές :Ρ)
Οποιος δεν έχει ήδη παίξει από τους πολυπληθείς (τρεις κι ο κούκος!) αναγνώστες μου, παίρνει την σκυτάλη και μας λέει τα ελαττώματά του.

Friday, March 06, 2009

Happy Birthday!!!!!


Σήμερα έχει γενέθλια η κουμπαρούλα μου! Επειδή είμαι μακρυά, είπα να της στείλω μια τούρτα από εδώ. Κι επέλεξα μία με (τί άλλο???) .... την Φραουλίτσα!!!

Λενάκι μου πολύχρονη και ευτυχισμένη!
Η φωτο είναι από το coolest-birthday-cakes.com

Thursday, March 05, 2009

Το ταξίδι που δεν θα γίνει

Αναζητώ πτήσεις για Κύπρο για το Πάσχα. Μήπως και καταφέρουμε να δούμε τον γιο του Αντρέα που έ-ε-ερχεται. Τον γάμο τον χάσαμε, μην χάσουμε και το παιδί, έλεος!
Από Σόφια, φέξε μου και γλύστρησα. Δεν υπάρχουν κάθε μέρα και το πρόγραμμα είναι περιορισμένο. Από τιμές? Ασε, μην σου πω καλύτερα! H μάλλον να σου πω, πάνω από 320 ευράκια το άτομο.
Από Θεσσαλονίκη? Ενα και το αυτό, επιβάλεται και στάση μέσω Αθήνας. Από Αθήνα? Αν είναι να αλλάζω αεροπλάνα για τρεις μέρες όλες κι όλες, άσε με καλύτερα. Αντε να οδηγούσαμε μέχρι Θεσσαλονίκη. Τιμές? Ο Αη Βασίλης γίνεται Πασχαλιάτικος! Τουτέστιν Χο-χο-χο-χο.
Μου ανάβει το φλασάκι της διαολιάς. Δεν ψάχνω την σελίδα των Τουρκοκυπριακών? Και την βρίσκω. Πρώτο συν, ότι διαλέγεις και την θεσούλα σου (το ίδιο κάνουν οι Τούρκοι και στα φέρρυ, δεν με εκπλήσει και τρελλά). Εχουμε πτησούλες από Ιστανμπούλ προς Λευκωσία. Καλό! Είπαμε, έτσι κι αλλιώς μέχρι Θεσσαλονίκη θα οδηγούσαμε, τί Θεσσαλονίκη τί Ιστανμπούλ. Ευκαιρία να χτυπήσω κι ένα κεμπάμπ πριν την πτήση.
Για να ψάξουμε λοιπόν λιγάκι ακόμα. Τιμές? Κρατηθείτε, απογειωνόμαστε! 227 Λιρίτσες (δηλαδή 110 ευράκια) το άτομο μεθ’ επιστροφής! Φόροι κλπ, όλα μέσα. Είπατε κάτι? Πάω να πατήσω το κοντίνιου, να κάνω μια κρατησούλα Τί χάνω? Και τότε, εντός μου, ανάβει αλύπητα, το φλασάκι του αδύνατου.
Απονο, αδίστακτο φλασάκι. «Εμ και έφυγες από Ιστανμπούλ, στην Βόρεια Κύπρο μπορείς να μπεις με ταυτότητα?» Αι σαπόουζ νο, την τελευταία φορά που πήγα (οδικώς από την Νότια), χρειάστηκε διαβατηριάκι. «Εμ και πέρασες με ταυτότητα, στην Νότια Κύπρο από που θα μπεις? Από την Βόρεια? Με ταυτότητα?» Αι σαπόουζ γιες, αλλά δεν παίρνω κι όρκο. Θα ψάχνουν πως μπήκα στην Βόρεια προφανώς και γιατί μπήκα από την Βόρεια. Και η Βόρεια προϋποθέτει ουσιαστική είσοδο από Τουρκία. «Εμ και πέρασες και στην Νότια, τί θα πεις στα παιδιά? Οτι πέταξες από Ιστανμπούλ για Ερτζάν?» Νο γουέι! Θυμάμαι ακόμα την γκριμάτσα του Χριστόφορου, όταν είπα ότι παντρεύτηκα στην Ιστανμπούλ. Αν δεν πίστευε ότι το έκανα για την ιερότητα του Πατριαρχείου, θα με έφτυνε (μόνος του το πίστεψε, εγώ έκανα την πάπια, παρότι ως πάπια θα άντεχα το φτύσιμο).
Οπότε ας ξανακάνω την πάπια. Η Κύπρος μας τελείωσε επί του παρόντος.
Απλά απορώ! Αφού είναι τόσο φτηνές οι τουρκοκυπριακές αερογραμμές, γιατί οι άλλες εξακολουθούν να είναι πανάκριβες, ενώ δεν έχουν και καθημερινά δρομολόγια? (Ξανθιά ερώτηση, δεν χρειάζεται απάντηση).

Wednesday, March 04, 2009

Η Μπάμπα Μάρτα ήρθε!

Σας έχω δείξει ποτέ , πώς είναι όλα τα εν Βουλγαρία χεράκια, τις πρώτες μέρες του Μάρτη? Πάρτε μια γεύση....

Τα βραχιολάκια θα τα βγάλουμε μόλις δούμε πελαργό και θα τα κρεμάσουμε στο πρώτο δέντρο που θα ανθίσει...

5 λόγοι για ζοχάδιασμα...

Το Μαρινάκι, γνωρίζοντας προφανώς καλά, πόσες φορές έχω αναρτήσει ποστ με τίτλο «Νεύρααααα» (σε διάφορες παραλαγές, οκ!) , με προσκάλεσε στο πλέον ιδανικό παιχνιδάκι. 5 λόγοι για ζοχάδιασμα, θα το πω εγώ.
Πριν παίξω, να εξηγήσω, ότι παρόλα τα ποστ με τον παραπάνω τίτλο, τα τελευταία χρόνια, ζοχαδιάζομαι-εκνευρίζομαι όλο και λιγότερο. Παλαιότερα, κάθε δευτερόλεπτο ήταν λόγος για νεύρα, πλέον μεγάλωσα και κάνω οικονομία δυνάμεων! Απόδειξη είναι, ότι τώρα, ξύνω το κατάξανθο κεφαλάκι μου, για να θυμηθώ 5 πράγματα που με ζοχαδιάζουν γερά!
Εχουμε και λέμε....
- Το να γίνεται το ίδιο γελοίο λάθος δεύτερη φορά, ενώ το έχεις επισημάνει την πρώτη. Ισχύει και για μένα και για τους άλλους.
- Το να μην παραδέχεσαι το λάθος, αλλά να προσπαθείς να το δικαιολογήσεις, λέγοντας διάφορα χαζά. Τί πιό απλό από το να πεις «Εκανα λάθος!»? Αυτό ισχύει για τους άλλους, διότι η αφεντιά μου, όταν κάνει λάθος το παραδέχεται. Ασε που αν κάτι πάει στραβά, ακόμα κι αν είναι οφθαλμοφανές ότι το λάθος είναι του άλλου, πρώτα το ψάχνω σε μένα, για να είμαι σίγουρη ότι δεν είναι δικό μου! (Ανασφάλεια ή έλλειψη αυτοπεποίθησης, λέγεται αυτό? Τεσπά όπως και να λέγεται, το έχω:Ρ)
- Οι πράξεις βίας σε ζώα. Βλέπεις πολλοί, επιδεικνύουν την ανωτερότητά τους, σε πλασματάκια , απολύτως αδύναμα να αντιδράσουν. Κτήνη, ε κτήνη!
- Η αγένεια των υπαλλήλων σε χώρους παροχής υπηρεσιών. Γλυκά μου, το λέει και η λέξη! «Παροχή υπηρεσιών»! Υπηρεσία με την μούρη στο πάτωμα, δεν νοείται ως υπηρεσία. Ασε δε, αυτό το κοπάνημα στα πακέτα, στα ταμεία των σούπερ μάρκετ. Απειρες φορές, μου έχει έρθει να βουτήξω τα φρεσκοκοπανημένα (από την ταμία), κατεψυγμένα πρασοπιτάκια και να της τα φέρω στο κεφάλι! Ετσι κι αλλιώς, τα έχει σκανάρει, θα τα πληρώσω, οπότε ας τα κοπανήσω κι εγώ κάπου! Εδώ αυτή, μου τα κοπάνησε χωρίς να τα πληρώνει!
- Η ημιμάθεια, που είναι χειρότερη της αμάθειας. Αν δεν ξέρεις βούλωσέ το. Ή πες «θα το κοιτάξω και θα σου πω». Αλλά να επιμένεις σε κάτι που μισοξέρεις, πάει πολύ!

Εχετε λίγο πολύ παίξει όλοι, νομίζω. Αλλά όπως και να έχει, το μπαλάκι θα το πετάξω σε Μητσάκο, Μπρο και Εστρέγια.

Friday, February 27, 2009

Θα μου λείψουν...

... όταν και αν κάποτε, φύγω από εδώ:

- Το απίθανο ανθρακούχο νερό του Μιχάλκοβο
- Το νηπιαγωγείο του χωριού και τα παιδάκια του
- Οι βραδυές στην καφετέρια της Μπόμπι με όλη την παρέα παρούσα
- Τα καλοκαιρινά βράδυα στο ταβερνάκι του Ανγκελ και της Νάστενκα δίπλα στο ποτάμι.
- Η ίδια η παρέα και η αγάπη της που με αγκαλιάζει, ακόμα και όταν τσακωνόμαστε
- Η ρακία του Ντιάντο Λίτσο και τα χειροποίητα αλλαντικά της Μπάμπα Νικολίνκα
- Τα ανέκδοτα και οι ιστορίες του Μπόικο
- Τα κορίτσια μου στο γραφείο
- Τα σκυλιά μας, όλα!
- Πολλοί, πάρα πολλοί από τους εργάτες μας (θαύμα, πριν δυό χρόνια, δεν θα μου έλειπε κανένας, άρα προοδεύσαμε)
- Ο Δήμαρχος του χωριού και ο αγώνας του να κάνει χρυσάφι την λάσπη
- Η ξυλόσομπά μας και όλα τα «σπίτια» που φτιάξαμε με μεράκι, μέσα στο εργοστάσιο.
- Το να μιλάω Βουλγαρικά (έστω και ραζβαλέν)
- Τα πικνίκ του καλοκαιριού στα βουνά
- Οι γιορτές της Μπάμπα Μάρτα και της μέρας της Γυναίκας.
- Κάποια βουλγάρικα τραγούδια που έχω αγαπήσει
- Οι γεμάτες ξεφάντωμα γιορτές του προσωπικού
- Το Αμπιρ στο Βέλινγκραντ
- Ο συνοριακός σταθμός στο Καπιτάν Αντρέεβο που σε βγάζει στην Τουρκία
- Το γέλιο της Πέτια μου (τώρα μόλις, το άκουσα, πάλι)
- Τα κεριά και τα σαπούνια της Ρεφάν...

Η σειρά στην λίστα είναι τυχαία. Κι όσο την κοιτάζω, ανακαλύπτω ότι πριν τρία χρόνια δεν θα μου έλειπε τίποτα από τα παραπάνω. Πριν από δύο χρόνια , ούτε τα μισά. Τώρα είμαι σίγουρη, ότι δεν τα έγραψα κι όλα. Μου πήρε καιρό να αγαπήσω τον τόπο και τους ανθρώπους. Τώρα όμως, τα αγαπάω βαθιά.
Οταν και αν φύγω κάποτε από εδώ, η μισή μου καρδιά θα παραμείνει.

Wednesday, February 25, 2009

Ο έρωτας της χρονιάς δεν υφίσταται!

Μόλις πληροφορήθηκα, ότι η Μπάμπα Μάρτα δεν είναι σεξομανής. Τεσπά, δεν τον κάνει με τον Ντιάντο Κόλεντα!
Ως χαζή αλλοδάπή, σας έλεγα βλακείες! Ρώτησα λοιπόν κι έμαθα! Η Μπάμπα Μάρτα είναι απλώς αλκοολική! Ερχόμενη επισκέφθηκε τα δύο αδελφάκια, τον Μεγάλο Κόφτη και τον Μικρό Κόφτη (θα σας εξηγήσω τα ονόματά τους, παρακάτω). Λοιπόν οι Κόφτες , είναι δύο αδελφάκια, που όλον τον Φλεβάρη τα κοπανάνε. Η Μπάμπα Μάρτα κάθε φορά που έρχεται , περνάει από το σπίτι τους, να πιει το κρασάκι της! Ε φέτος, μεσούσης της κρίσεως, κρασάκι νιάμαμε! Το ήπιαν όλο!
Τα πήρε λοιπόν στην κράνα η Μπάμπα Μάρτα και είναι τόσο θυμωμένη που πήρε τα χιόνια της κι έρχεται!

Σας περιέγραψα με τον πιο γελοίο τρόπο, ένα από τα παραμύθια της Μπάμπα Μάρτα. Οι "Κόφτες", αποδίδονται έτσι σε ελεύθερη μετάφραση, καθώς το ονομά τους προέρχεται, από την φράση "κόβει το κρύο", στα βουλγάρικα.

Ρόδα είναι και γύρισε.

Ψιτ, τώρα που "κλαις" και ωρύεσαι. Δεν το τρώω, γιου νόου. Δεν κλαις από λύπη, από νεύρα κλαις. Γιατί δεν σου βγαίνει καμία από τις διαολιές που σχεδιάζεις. Ποτέ δεν σου έβγαινε, το ξέρεις, απλά κάποιοι σε ανεχτήκαμε. Την παρεξήγησες πολλάκις την ανοχή και την ευγένεια. Δυστυχώς ρόδα είναι και γυρίζει από την μια, αποκαλύπτεται η ανεπάρκειά σου αφετέρου. Γιατί θέλει και κότσια το θέμα και άλλα πολλά. Οι ραδιουργίες κι οι τρικλοποδιές, για λίγο έχουν αποτέλεσμα. Πώς το λέμε ελληνιστί αυτό? Ο ψεύτης κι ο κλέφτης, τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Κι επειδή καήκαμε στον χυλό, πλέον φυσάμε και το γιαούρτι σου.
Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο κι εμένα δεν μου αρέσουν τα κρύα πιάτα. Συνεπώς, βλέποντάς σε έτσι, απλά ανακουφίζομαι που κατάφερα να επιβιώσω εγώ, παρά τα όσα μου έκανες. Και ξέρεις, βαρέθηκα να κάνω σβούρες για να γλυτώσω τις παγίδες σου. Ξέρεις ότι πια δεν σε παίρνει. Είπες το πρωί, ότι σου δείχνουν την πόρτα. Αφού επικαλείσαι τόση "αξιοπρέπεια" (του κώλου, μεταξύ μας!), γιατί δεν την βλέπεις επιτέλους?
Α! Μπάι δε γουέι, θα σου κάνω δώρο τα μεταφορικά για τις γούνες! Καργιολέν, ε καργιολέν!

Tuesday, February 24, 2009

Η ταυτότητα

Σήμερα χρειάστηκε να κατέβω στην Τράπεζα. Είχα να πάω πολύ καιρό και σήμερα με το ζόρι πήγα , γιατί (άκουσον-άκουσον!) έπρεπε εγώ να πάρω τον κωδικό για το ιντερνετ μπάνκιν. Λες και θα το χρησιμοποιήσω εγώ! Ενιγουέι, πήρα την Νούσια αλα μπρατσέτα και πήγαμε. Καλή ευκαιρία να αγοράσω και τα βραχιολάκια μου για την Κυριακή.
Φτάνουμε στην υπάλληλο και με κοιτάζει περίεργα. "Τί διάολο? " σκέφτομαι. Πάμε να πάρουμε τον κωδικό. "Εχετε μαζί σας ταυτότητα?" με ρωτάει. Βγάζω την βουλγάρικη, η οποία μετά το 2007 δεν έχει φωτογραφία. "Ααααα, δεν έχετε μαζί σας την Ελληνική?" εξακολουθεί. Εχω αρχίσει και φορτώνω. Με ξέρουν στις τράπεζες αφενός, ειδικά αυτή η υπάλληλος! Ουδέποτε μου ζητάνε ταυτότητα, είμαι κάτι σαν καρτούν. " Η ξένη κυρία, διευθύντρια της τάδε εταιρείας". Τεσπά, αποφασίζω να είμαι ευγενική. Της δίνω την ελληνική, την οποία αποφεύγω να δίνω, διότι ντρέπομαι για το χάλι μας (οι βουλγάρικες είναι κάτι υπέροχες με έγχρωμες φωτογραφίες και τσιπάκια, στο μέγεθος πιστωτικής, άλλο να στο λέω κι άλλο να τις βλέπεις!).
Την κοιτάζει και σκάει ένα χαμόγελο ναααααααα! "Αχχχ, πότε κουρευτήκατε????". Μένω κάγκελο. "Πάνε κάτι μήνες" της απαντάω. "Σας θυμάμαι με τα μακρυά μαλλιά και δεν σας γνώρισα!". Δεν κάνει τον κόπο να πιάσει την ταυτότητα στα χέρια της. Την φωτογραφία μόνο ήθελε να δει, τα άλλα στοιχεία ποσώς την ενδιαφέρουν. "Αχ, σας πάνε καλύτερα έτσι, πώς και το αποφασίσατε?". "Είπα να μοιάζω περισσότερο Βουλγάρα" της απαντάω.
Μέχρι αυτή τη στιγμή, δεν ξέρω εάν η απάντησή μου την ενθουσίασε, ή της φάνηκε αγενής...

Monday, February 23, 2009

Ο έρωτας της χρονιάς




Κάτι μου λέει ότι φέτος....

Η καλή μας Μπάμπα Μάρτα,

ζει έναν πρωτόγνωρο έρωτα

με τον Ντιάντο Κόλεντα

κι ανάθεμα αν δούμε άνοιξη....

Χιόνι

Κάτι λέγαμε για χιόνι....

Το οποίο σαν αποτέλεσμα είχε, την διακοπή ρεύματος....

Και ελλείψει γραφείου, τα κοριτσάκια μου πέρασαν όλη την Παρασκευή στο ξυλουργείο, που δόξα τω Κύριω (και σε πείσμα της πυροσβεστικής!) έχει ξυλόσομπα .....Επειδή όμως είχαμε και φορτηγά να φορτώσουμε...


τα τιμολόγια ετοιμάστηκαν στο λαπτόπι , το οποίο μεταφέραμε στο ξυλουργείο
και κατόπιν στο δημαρχείο του χωριού, για να τα εκτυπώσουμε...








Thursday, February 19, 2009

Νεύραααα ^%#&)*&^#)

Εάν ακούσω άλλη μια φορά, εντός της ημέρας ότι....
1. Σήμερα είναι τσικνοπέμπτη
2. Τί όμορφο που είναι το χιόνι,
θα κάνω φόνο!

Wednesday, February 18, 2009

Λίγα απ' όλα

Σέρνομαι. Πολύ δουλειά. Νοιώθω όπως τις πρώτες μέρες που ήρθα εδώ. Και παρότι πια δεν είμαι στραβάδι όπως τότε, πάλι πελαγωμένη είμαι. Βλέπω δίπλα μου, τα κορίτσια στο γραφείο να έχουν επίσης πελαγώσει και τα λυπάμαι.
Η Ελενα μέχρι αργά το βράδυ εδώ. Πότε ζει το ταλαίπωρο?
Η Πέτια σήμερα με παρακάλεσε να φύγει κανονικά, να προλάβει να κουρευτεί. Την κοίταξα λες και την έβλεπα πρώτη φορά. Δεν είχα παρατηρήσει πως το μαλλί της είχε γίνει σαν το μαλλί της γριάς.
Στην αποθήκη τα παιδιά χαμογελούν. Φεύγουν μεσάνυχτα με χαμόγελο. Αυτοί οι ίδιοι που πριν μερικούς μήνες, δεν δέχονταν να δουλέψουν Σάββατο. Πως αλλάζουν οι καιροί εν μέσω κρίσης, ε? Είναι πτώματα όμως, το νοιώθω.
Ο Μητσάκος σε πανικό. Τρίζουν τα τζάμια, όχι μόνο από το νταμάρι δίπλα αλλά από τις φωνές μας. Δεν γαμιέται, πάντα έτσι αντιδρούσαμε, τουλάχιστον να βγει η δουλειά.
Βραχιολάκια για τον Μάρτη δεν αγόρασα. Δεν πρόλαβα να κατέβω στην πόλη. Μια εξουσιοδότηση ήθελα να κάνω σήμερα και την έκανα με "αντιπρόσωπο".
Για μαγείρεμα δεν το συζητώ. Τρώμε ψωμί με λάδι. Κι αυτό με το ζόρι. Χθες ο Μπόικο έψησε μπριζόλες στο καφέ και μας κάλεσε. Φτάσαμε όταν όλοι είχαν ήδη φάει και είμασταν τόσο κομμάτια που με μια ρακία, τα είδαμε όλα. Ούτε θυμάμαι πως γυρίσαμε, ούτε πως κοιμηθήκαμε. Μόνο το ότι σταματήσαμε να πάρουμε τσιγάρα σε βενζινάδικο με μπατσικό αραγμένο απ' έξω. Ευτυχώς ο μπάτσος έπαιζε με την υπάλληλο και δεν σκέφτηκε να κάνει αλκοτέστ.
Κάνει κρύο. Είμαστε υπό το μηδέν όλη τη μέρα. Κουτσοφλέβαρος γαμώτο.
Θέλω να κοιμηθώ, να κοιμηθώ, να κοιμηθώ...

Sunday, February 15, 2009

Η κόλαση που πέρασε! (Ναι, ναι, ναιιιιι)

Πέρασα μια εβδομάδα κό-λα-ση! Λες και με ανακάτευαν στο καζάνι της! Στον ρόλο του αρχιμάγειρα , ο μπος, που ήρθε, είδε και δεν έλεγε να απέλθει. Παρότι δις τάιμ, παραήταν μαλακός (μέχρι κι ότι του λείπαμε το πρωί που δουλεύαμε, μας είπε!!!), το ανακάτεμα μας το έκανε. Ετσι, την εβδομάδα που πέρασε :
- Μαγείρευα κάθε βράδυ !!! (ακούγοντας το "αχχχ, τί θέλει ο άνθρωπος? ένα δωματιάκι κι ένα πιάτο ζεστό φαί!". )
- Κάψαμε ίσα με δέκα κυβικά ξύλα στην ξυλόσομπα (του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια και την φούντωνε, με αποτέλεσμα να ανοίγουμε όλα τα παράθυρα),
- Κατέβαζα δεκατρείς διαφορετικές ιδέες το δευτερόλεπτο (για να καλύψουμε όλες τις εμμονές του),
- Μίλησα τόσο πολύ Βουλγαρικά, που στο τέλος του δήλωσα ότι τα παρατάω όλα και γίνομαι μεταφράστρια,να χεστώ στο τάληρο!
- Τα πρωινά, προκειμένου να μην μποτιλιαριστούμε όλοι στο μπάνιο, ξυπνούσα κατά τις εννέα, με αποκορύφωμα την Παρασκευή να μου ζητήσει συγγνώμη που δεν με άφησε να κοιμηθώ λίγο ακόμα!!!
- Εκανα τον καραγκιόζη σε κάθε καραγκιόζη, που ο ίδιος δεν άντεχε να μιλήσει
και άλλα πολλά, που επιθυμώ να ξεχάσω!
- Μιλούσα καθημερινά με την μεγάλη μου αδελφή, προκειμένου να πειστώ ότι αυτό που ζούσα, ήταν σαφώς καλύτερο από την πνευμονία της.
Οταν χθες , εδέησε ο Κύριος να τον πάμε στο αεροδρόμιο (είχα φροντίσει να βγάλω εισητήριο και του το έφερα ως τετελεσμένο), ένοιωθα σαν διαλυμένο παζλ. Και αφού τον ασπαστήκαμε σταυρωτά και μπήκαμε στο αυτοκινητάκι μας, είπα στον Μητσάκο, μιας και βρισκόμαστε στην πρωτεύουσα, να φάμε ένα πολιτισμένο σπαγγέτι. Αμ δε! Μόνο με κλωτσιές δεν μας πέταξαν έξω , που πήγαμε επτά η ώρα σε εστιατόριο που θα δούλευε μετά τις εννέα, για χάρη του κερατά του Βαλεντίνου.
Στο μεταξύ, οι Βούλγαροι φίλοι μας, που και πέρυσι είχαμε πνίξει τον Βαλεντίνο μαζί τους (σε τόννους ρακίας), έσπαγαν τα τηλέφωνα για το πότε θα πάμε στο Μπάνσκο, που θα τον πνίγαμε φέτος.
Μπόικο (στο εβδομηκοστό όγδοο τηλεφώνημα): Γκουγκού , πού είσαστε?
Εγώ (ξεψυχισμένα) : Στο αεροδρόμιο Μπόικο, πάλι θα τα λέμε???
Μπόικο : Α ωραία! Και μετά έρχεστε Μπάνσκο!
Εγώ (οργισμένα): Δεν ερχόμαστε! Δεν έχω κουράγιο ούτε να γυρίσω σπίτι, σου είπααααα!
Ετσι γυρίσαμε σπιτάκι μας, μαγειρέψαμε βαλεντίνικο φαγητό (η κρέμα γάλακτος με τέσσερα κουτάλια κόκκινο πιπέρι γίνεται πανεύκολα ροζ!) και πέσαμε στο κρεββάτι μας. Στα τρία δευτερόλεπτα άκουσα το ροχαλητό του Μητσάκου και κοιμήθηκα κι εγώ ήσυχη.
Σήμερα ξυπνήσαμε με μια λιακάδα νααααα (το ψωλόκρυο παραμένει ωστόσο) , από το νέο τηλεφώνημα του Μπόικο που μας εξέφρασε το παράπονό του, ότι το Μπάνσκο είναι πήχτρα στους Ελληνες και μας ήθελε για μεταφραστές , γιατί δεν καταλαβαίνει Χριστό. Τί να του μεταφράζαμε δεν ξέρω, προφανώς να κάνει κουτσομπολιό ήθελε.
Λέω να πεταχτώ να αγοράσω τα βραχιολάκια της γιαγιάς Μάρτα, για να προλάβω να τα ταχυδρομήσω, στο πολυπληθές εν Ελλάδι κοινό τους και μετά να ξανασαπίσω στον ύπνο, μπας και επανέλθω στις προ-κολάσεως συνήθειες μου.

Tuesday, February 10, 2009

Ξεφτίλα ρε!

Ρε σύ, δεν αισθάνεσαι γελοίος?
Δεν ντρέπεσαι καθόλου? Την ηλικία του γιού σου έχω, πανάθεμά σε!
Τόση έλλειψη αξιοπρέπειας και εγωισμού πιά?
Τόση ξεφτίλα?
Γελάω, που εξακολουθώ και σου μιλάω στον πληθυντικό!
Απορώ με την ειρωνεία μου ώρες ώρες.
Ναι τυπάκο, έχεις δίκιο εν μέρει.
Δεν ήταν εύκολο να βρεθώ στην καρέκλα σου. Είχες φροντίσει να την γεμίσεις αγκάθια.
Δεν αντέχω πάντα την ερημιά και την συντροφιά των σκυλιών μου.
Δεν είναι ευτυχία να δουλεύω εικοσάωρα για να μπαλώνω τα κουρέλια που μου κληρονόμησες.
Δεν είναι παράδεισος το γκρίζο κτίριο δίπλα σε ένα νταμάρι.
Αλλά με αυτά , παραμένω ακόμα αξιοπρεπής και δεν έχω πουλήσει την ψυχή μου στο διάολο, όπως του λόγου σου.
Με αυτά μπορώ να μιλάω στον πληθυντικό ακόμα και στις λέρες.
Την ώρα ακριβώς που τις πατάω στο κεφάλι και τις σέρνω σαν σχολιαρόπαιδα από το χέρι, για να υπογράψουν τον εξευτελισμό τους.
Πριν τέσσερα χρόνια, είχες πει μια μεγάλη κουβέντα.
Σε έξη μήνες θα με «έτρωγες».
Οχι απλά δεν σου βγήκε, αλλά προσφέρθηκες μόνος σου να σε «φάω».
Δεν είμαι εκδικητική, ξέρεις. Τουλάχιστον με τους μαλάκες.
Γι΄ αυτό και σου άφησα λίγα κόκκαλα απείραχτα σήμερα.
Βάλτα στον γύψο και ξαναχτίσε το κουφάρι σου. Αν μπορέσεις...

Monday, February 09, 2009

Το όνειρο της Δευτέρας

Ξέρεις, κοντεύουν είκοσι χρόνια από τη μέρα που έφυγες. Εκείνο το γαμημένο το ' 89 μου έκλεψε δύο μεγάλες αγάπες μέσα σε σαράντα ημέρες.
Δεν είχες έρθει στον ύπνο μου, όλα αυτά τα χρόνια. Η κι αν ήρθες, δεν το θυμάμαι.
Οταν είμαι Ελλάδα, πάντα κάτι θα πούμε για σένα. Του λείπεις του πατέρα μου, ήσουν ο ένας από τους δύο "αδελφούς" του. Τους έχασε και τους δύο.
Θυμάσαι που κάθε βράδυ, ερχόσουν να δούμε ειδήσεις και να πιείτε τον βραδυνό καφέ μαζί?
Θυμάσαι όταν έκλεισες τα 48, που σου φέραμε μια τούρτα με ισάριθμα κεράκια και γελούσες σαν παιδί?
Θυμάσαι που παίζαμε προ-πο μισό - μισό κι όποτε κερδίζαμε κανένα εντεκάρι μου χάριζες τα κέρδη?
Θυμάσαι που βάζαμε στοίχημα σε καρπαζιές όταν έπαιζαν αντίπαλες οι ομάδες μας? Οσες φορές κέρδισες δεν μου τις έριξες, όσες φορές κέρδισα, έσκυβες γελώντας το κεφάλι και μου λεγες "ρίξε και μέτρα".
Θυμάσαι τις εκδρομές μας τα καλοκαίρια?
Τις κασσέτες που μου χάριζες?
Καμιά φορά ο Δημήτρης με ρωτάει "μα που ξέρεις τόσους στίχους?"
Δεν απαντώ, μόνο χαμογελάω και σκέφτομαι "ο νονός μου..."
Ο νονός μου που έφυγε ένα πρωί, χωρίς κανένας να το περιμένει. Γέμισε το σπίτι φωνές και θρήνο, ενώ θρηνούσε ήδη άλλον έναν χαμό. Στην αρχή του καλοκαιριού και το καλοκαίρι ντύθηκε στα μαύρα, τέρμα τα στοιχήματα, οι εκδρομές, οι βραδυνοί καφέδες στις αυλές μας.
Χθες ήρθες στον ύπνο μου. Χωρίς να σε έχω σκεφτεί, χωρίς να σε έχω θυμηθεί. Ετσι απλά ήρθες. Ησουν χαρούμενος. Το ένοιωθα ότι είναι όνειρο. Και δεν ήθελα να ξυπνήσω...

Sunday, February 08, 2009

Ευλόγκι



Ολοι λένε ότι είμαι ένας κούκλος!

Η "γιαγιά" και ο "παππούς" είναι πολύ περήφανοι για μένα!

Ο "νονός" μου, μου φέρνει κοκκαλάκια!

Ο Τόνυ μου αγόρασε νέο κολλάρο!

Η αδελφούλα μου η Πέτια, δεν μπορεί μακρυά μου!

Χθες έκανα την πρώτη μου βόλτα με λουράκι!


Δεν μου άρεσε να είμαι δεμένος, αλλά η "γιαγιά" με γέμισε χάδια και ήμουν καλό παιδί.


Monday, February 02, 2009

Το σκυλοχωριό

Στο μικρό μας σκυλοχωριό, ζούμε ένα δράμα (μόνο ένα?)!
Η Πόλια τα ξαναφτιαξε με τον Ρίτσι, δηλαδή πηδήχτηκαν ασυστόλως, επωφελούμενοι το λύσιμο του σ-κ. Η Μέτζυ δεμένη τους κοιτούσε και κλαψούριζε, μην αντέχοντας μία, εκ νέου προδοσία. Της συμπαρίστατο ο Βάλιο, ο οποίος την λατρεύει παθιασμένα, αλλά αυτή τον φτύνει.
Στην συνέχεια, συνέβει το εξής παράδοξο. Το ερωτευμένο ζεύγος (Ρίτσι και Πόλια) εγκαταστάθηκαν μαζί , στο σπιτάκι της Μέτζυ. Σαν τελικά σίγμα ασφαλώς, γιατί το σπιτάκι είναι για ένα σκυλί και όχι για ένα σκυλί και ένα τέρας (όπου τέρας, ο Ρίτσι). Αυτό ήταν κάτι που ο Δημήτρης δεν μπόρεσε να ανεχτεί , ενώ είχε ανεχτεί, τα πηδήματα, τα κλαψουρίσματα κι όλα τα προηγούμενα. Εβαλε τάξη λοιπόν, μοιράζοντας χαστούκια στον ερωτύλο Ρίτσι και δένοντάς τον στο δικό του σπίτι. Η Πόλια δεν τον ακολούθησε, διότι στο μάτι έχει ο,τιδήποτε ανήκει στην Μέτζυ και συνεπώς στις επιλογές της, προηγείτο το σπίτι από τον Ρίτσι, που έτσι κι αλλιώς της τον έφαγε (της Μέτζυ).
Στα νότια προάστια (τόση ώρα σας μιλούσα για τα βόρεια), η Ερικα πλακώθηκε με την Τσέτσα, διεκδικόντας την επιμέλεια του μοναδικού κουταβιού που μας απέμεινε, τα άλλα δόξα τω Κύριω, βρέθηκαν παλαβοί και τα υιοθέτησαν. Ο Βάλιο κατέφθασε αμέσως, επενέβει, ως δίκαιος Σολομώντας (είναι βλέπετε και ο μπαμπάς του μικρού) και μοίρασε μερικές δαγκωματιές εκατέρωθεν, αναγκάζοντας τον ταλαίπωρο φύλακά μας , να μας τηλεφωνήσει και να μας αναγγείλει ότι ο Βάλιο είναι πνιγμένος στο αίμα, χωρίς ο ίδιος να έχει καμία πληγή ωστόσο. Η Ερικα και η Τσέτσα, υποταγμένες στις εντολές του αρσενικού, αναζητούνται. Είναι γνωστό ότι μετά τον καυγά, κρύβονται πάντα.
Το μωρό αναζητά οικογένεια να το υιοθετήσει, πριν υιοθετήσει το ίδιο την νοοτροπία της υπόλοιπης αγέλης!
ΘΑ ΤΑ ΣΤΕΙΡΩΣΩ ΟΛΑ, ξεκινώντας από τον Ρίτσι!!!!!!
Απντέιτ!!!!! Βρέθηκε τρελλή να υιοθετήσει την μικρή!!!! Τώρα το πρόβλημα είναι, να βρούμε την μαμά της (Τσέτσα), την επίδοξη μαμά της (Ερικα) και να τις μαντρώσουμε για να τους βουτήξουμε την μικρή... ΘΑ ΤΑ ΣΤΕΙΡΩΣΩ ΟΛΑΑΑΑ (ξέρω, επαναλαμβάνομαι βλακωδώς).